Ο Πόλεμος του οπίου…


Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Ο 19ος αιώνας απετέλεσε για την Κίνα την κομβική εκείνη χρονική περίοδο κατά την οποία ξεκίνησε ένα άνοιγμα προς τον δυτικό κόσμο. Από το 1644, που ένας μη κινεζικός λαός, οι Μαντσού, ίδρυσαν τη δυναστεία των Τσι-ίνγκ, μέχρι και το 1840 η Κίνα γνώρισε, ως επί το πλείστον, ειρήνη και ευημερία, αποκλεισμένη όμως από τις εξελίξεις του δυτικού κόσμου. Οι κινέζοι αυτοκράτορες όλα αυτά τα χρόνια θεωρούσαν την Κίνα ως την κορυφαία αυτοκρατορία του κόσμου και περιφρονούσαν επιδεικτικά τους δυτικούς. Μάλιστα όταν τον Ιούνιο του 1793 έφτασε στην Καντόνα βρετανική αντιπροσωπεία με πλούσια δώρα, μεταξύ των οποίων και μια τεράστια υδρόγειο που χρειαζόταν για την μεταφορά της πάνω από δώδεκα άντρες, ο πρέσβης έγινε δεκτός με περιφρόνηση από τους κινέζους αξιωματούχους. Η Κίνα θεωρούσε εαυτόν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κράτος του κόσμου με πληθυσμό που κατά προσέγγιση άγγιζε τα 300 εκ. κατοίκους. Αυτός ήταν άλλωστε και ο κύριος στρατηγικός στόχος των Βρετανών, η κάλυψη των αναγκών αυτής της τεράστιας πελατείας με δυτικά βιομηχανικά προϊόντα.

Γελοιογραφία της εποχής για τον πόλεμο του οπίου
Γελοιογραφία της εποχής για τον πόλεμο του οπίου

Η γηραιά Αλβιόνα από νωρίς κατάλαβε τις προοπτικές που ανοίγονταν για το εμπόριο και την βιομηχανία της. Το κυριότερο όμως προϊόν που εμπορευόταν δεν προερχόταν από τις φάμπρικες της Βρετανίας, αλλά από την εκμετάλλευση των εξαθλιωμένων εργατών της Ινδίας, που αποτελούσε και το διαμάντι του στέμματος με την «Εταιρεία των Ινδιών», και δεν ήταν άλλο από το όπιο. Από τα αρχαία χρόνια το όπιο ήταν η μόνη ουσία κατά του πόνου, αλλά μόνο με την έλευση του καπιταλισμού και την βιομηχανοποίηση των φαρμάκων έγινε δυνατή η εξαγωγή του οπίου σε άλλες χώρες, κυρίως δια του ιμπεριαλισμού. Οι Βρετανοί από νωρίς διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να αποκομίσουν αστρονομικά κέρδη από την φτηνή παραγωγή οπίου στην Ινδία και την εξαγωγή του στην Κίνα. Στην τελευταία, μάλιστα, η χρήση του οπίου ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια για θρησκευτικούς, ψυχολογικούς και ιατρικούς λόγους, η κατανάλωση όμως ήταν σχετικά μικρή. Αυτό σταδιακά θα άλλαζε. Οι Άγγλοι ανέτρεψαν την κατάσταση εισάγοντας τεράστιες ποσότητες οπίου σε χαμηλή τιμή. Ενδεικτικά έχει υπολογιστεί ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα οι εξαγωγές της «Εταιρείας των Ινδιών» έφταναν τους 28 τόνους, ενώ με την αυγή του 19ου αιώνα εκτοξεύτηκαν στους 280 τόνους και ο αριθμός των τοξικομανών άγγιξε τα 10 εκ. …!

Συνέχεια

Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία…


από τη Μύριαμ Κλαπή

 Ορισμός

Ηλέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

Η υποδοχή

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

Η ενσωμάτωση των άλλων

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

Μαθαίνοντας την γλώσσα

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

Ο ξεριζωμός της Bivsi

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

Επίλογος

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.

____________________________________________________________

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δημοκρατίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αγώνας για απορρύθμιση της οικονομίας στο όνομα της «ελευθερίας» των αγορών φέρει την κύρια ευθύνη για την κρίση του 2008. Αυτό, όμως,  είναι το πρώτο σκέλος της ιστορίας.

Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» καταθέτει: «Η κούρσα χαλάρωσης των κανονισμών ανάμεσα στις ρυθμιστικές Αρχές της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου – και η πρόθυμη και άκριτη συμμετοχή της πλουτοκρατίας σε αυτό τον ανταγωνισμό – είναι ένα σημαντικό αίτιο της οικονομικής κρίσης του 2008. Όμως είναι επίσης ένα κρίσιμο επεισόδιο σε μιαν άλλη εξέλιξη: την άνοδο της σούπερ – ελίτ». (σελ. 322).

Θα έλεγε κανείς ότι η κρίση του 2008 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέπεια, των μεθοδεύσεων της σούπερ – ελίτ να αναλάβει τα οικονομικά ηνία του πλανήτη. Η απορρύθμιση, που επέτρεψε τις χρηματιστηριακές και τραπεζικές αυθαιρεσίες, εξυπηρέτησε δεόντως τα συμφέροντα συγκεκριμένων κύκλων, οι οποίοι απέκτησαν πλούτο χωρίς προηγούμενο:

Η Φρίλαντ πληροφορεί ξανά: «Η άνοδος του 1%, και ιδιαίτερα του 0,1%, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της χρηματοπιστωτικής. Οι λιγότερες κανονιστικές ρυθμίσεις, η αυξημένη πολυπλοκότητα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι σημαντικοί παράγοντες που είχαν ως αποτέλεσμα να μεγεθυνθεί ο ρόλος της χρηματοπιστωτικής στις οικονομίες τόσο πολλών ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας, και το εισόδημα των στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα να ξεπεράσει τα εισοδήματα σχεδόν όλων των άλλων ειδικοτήτων». (σελ. 322).

Κορνήλιος Καστοριάδης
Κορνήλιος Καστοριάδης

Η προσοδοθηρία, που μετέτρεψε τον κρατικό πλούτο σε περιουσία ελαχίστων, δε θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς το απορρυθμιστικό πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου δόγματος: «Αυτή η σύνδεση με τις κανονιστικές ρυθμίσεις, ή την απουσία τους, είναι ένας παράγοντας εξαιτίας του οποίου η άνοδος της χρηματοπιστωτικής αφορούσε εν μέρει την προσοδοθηρία. Οι διασώσεις των τραπεζών και των τραπεζιτών από την κυβέρνηση το 2008 ξεσήκωσε τους λαϊκιστές και στα δεξιά και στα αριστερά: η κυβέρνηση διέσωσε τη σούπερ – ελίτ, αλλά αρνήθηκε να διασώσει όλους τους άλλους. Όμως η σύνδεση ανάμεσα στο κράτος και την τάξη των σούπερ – πλουσίων της χρηματοπιστωτικής είναι πολύ βαθύτερη από ένα δίχτυ ασφαλείας τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ, του Σίτι του Λονδίνου και της Φρανκφούρτης, σε μια κατάσταση ανάλογη με την Telmex του Κάρλος Σλιμ και τους κερδισμένους των ρωσικών ιδιωτικοποιήσεων, οφείλουν ένα μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε εξυπηρετικές αποφάσεις των ρυθμιστικών Αρχών και των νομοθετών». (σελ. 323).

Συνέχεια

Η χειραγώγηση της Δημοκρατίας και οι συνέπειες. H σημασία του βέτο των ΗΠΑ εις το ΔΝΤ…


Γράφει ο Γεώργιος Εμ. Δημητράκης

Πολλές φορές έχουμε επισημάνει την μεγάλη σημασία της Ιστορίας. Διότι είναι η συνείδηση της ανθρωπότητας η οποία καταγράφει την μοίρα και τα βιώματα των λαών αυτής. Δεν επηρεάζεται, αλλά ούτε χειραγωγείται από κανένα, ούτε και από την πολιτική. Ο αμερικανός ιστορικός Χάουαρντ Ζιν είπε κάποτε: «αν δεν γνωρίζουμε την ιστορία, είμαστε κρέας έτοιμο για τους σαρκοφάγους πολιτικούς, για τους διανοούμενους και τους δημοσιογράφους που προμηθεύουν το πιο ακονισμένο μαχαίρι». Ως απλοί άνθρωποι οφείλουμε να ενστερνισθούμε τα λόγια του και την βαθιά έννοια της ιστορίας, για να συνειδητοποιήσουμε, αλλά και να εξηγήσουμε γιατί συμβαίνουν όλα αυτά που κατατρέχουν την πλειονότητα των απελπισμένων λαών και οδηγούνε αυτούς εις την απόγνωση. Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να εξηγήσουμε ότι όλα αυτά τα συμβαίνοντα, μετά τις οδυνηρότατες συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων, δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλονται σε ένα «διεθνές Διευθυντήριο», το οποίο χειραγωγεί κυβερνήσεις, πολιτικούς, αλλά και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Υποτίθεται ότι πρωταγωνιστικό ρόλο αυτού του «Διευθυντηρίου» παίζουν εκείνες οι Δυνάμεις οι οποίες ευθύνονται για τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Όμως δεν είναι πρόθεση του γράφοντος να δημιουργήσει εντυπώσεις με υπονοούμενα και «ιστορίες συνωμοσιολογίας», αλλά εκ των γεγονότων και μόνον να βοηθήσει εις την κατάληξη συγκεκριμένων συμπερασμάτων.

Η νέα αμερικανική Ηγεσία της Ουάσιγκτον, εκ των γεγονότων, προτίθεται τώρα να ανακτήσει τον ηγετικό της ρόλο με το «βέτο» της εις τον ΔΝΤ, να στραφεί κατά του Βερολίνου και να πιέσει αυτό για την μείωση ή διαγραφή του ελληνικού χρέους.
Η νέα αμερικανική Ηγεσία της Ουάσιγκτον, εκ των γεγονότων, προτίθεται τώρα να ανακτήσει τον ηγετικό της ρόλο με το «βέτο» της εις τον ΔΝΤ, να στραφεί κατά του Βερολίνου και να πιέσει αυτό για την μείωση ή διαγραφή του ελληνικού χρέους.

Συνέχεια

Νούτσιο Όρντινε: «Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε πτυχία»…


Κείμενο: Νόρα Ράλλη*

Με καταγωγή από την Καλαβρία, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός και μελετητής της Αναγέννησης με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του «Οι κλασικοί στη ζωή – μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη», μας μιλάει για την αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα, για τον ρόλο των δασκάλων και των πανεπιστημίων στη διαμόρφωση των νέων πολιτών. Ασκεί κριτική στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που θέλουν «τάξη αμαθών ανθρώπων» και αναλύει το «γνῶθι σαυτόν».

Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε
Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε

Τον γνωρίσαμε και αγαπήσαμε μέσα από το προηγούμενο βιβλίο του «Η χρησιμότητα του άχρηστου» (έχει μεταφραστεί σε 18 γλώσσες και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα).

Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε, μας συστήνεται εκ νέου, σχεδόν στα ελληνικά, μέσω του τελευταίου του βιβλίου «Οι κλασικοί στη ζωή – μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη» (εκδ. Αγρα). Πρόκειται για επιλογή αποσπασμάτων κειμένων που θαυμάζει και μοιράζεται με τους φοιτητές του, «επιδιώκοντας», όπως μας είπε, «να τους δείξω πώς οι κλασικοί μπορούν να απαντήσουν και στα πιο σύγχρονη ερωτήματα».

Μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου

  • Στο βιβλίο σας, ο θαυμασμός σας για τους Ελληνες είναι έκδηλος.

Αγαπώ την Ελλάδα όχι μόνο γιατί γεννήθηκα στην Καλαβρία, την καρδιά της Μεγάλης Ελλάδας στη Ν. Ιταλία και στις φλέβες μου κυλάει και ελληνικό αίμα. Ο σημαντικότερος λόγος είναι αυτός που παρουσίασε θαυμάσια η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ:

«Ο,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ’ αυτή τη γλώσσα», εννοώντας την ελληνική! Η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ελληνική κουλτούρα. Οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί τροφοδότησαν τον νου και τη φαντασία μου. Η αγάπη μου γι’ αυτούς είναι, εκτός των άλλων, και μια οφειλή ευγνωμοσύνης.

  • Στο βιβλίο σας στηλιτεύετε το γεγονός πως τα πανεπιστήμια από χώροι διαμόρφωσης ελεύθερων, μορφωμένων πολιτών έχουν γίνει επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, όπως είχα ήδη καταγγείλει στο προηγούμενο βιβλίο μου «Η χρησιμότητα του άχρηστου», τα σχολεία και τα πανεπιστήμια στρέφονται όλο και περισσότερο προς την αγορά. Η επιλογή λυκείου και πανεπιστημίου από τους μαθητές γίνεται όχι με βάση τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα (τα μαθήματα που αγαπούν) αλλά τη μελλοντική τους αποκατάσταση στην αγορά εργασίας. Θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι η εκπαίδευση πρέπει να χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο στην άσκηση ενός επαγγέλματος.

Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε απολυτήρια και πτυχία και οι μαθητές/φοιτητές είναι οι πελάτες που τα αγοράζουν, για να τα καταναλώσουν στη συνέχεια στην αγορά εργασίας.

Συνέχεια

Νίκος Τσιφόρος: Ο «Μαύρος θάνατος» …


Κείμενο: Νίκος Τσιφόρος*

Ως τότε τα τόξα ήτανε κοντά και τα βέλη δεν κάνανε και μεγάλες ζημιές σε ιππότες ντυμένους με σίδερο. Ο Εδουάρδος ο Πρώτος, ο παππούς τουτουνού που ‘κανε τώρα τον πόλεμο, εδώ και πολλά χρόνια, τότε που πολεμούσε στην Ουαλία, είδε τους Ουαλούς που σαν βουνίσιοι είχανε μακριά τόξα και κάνανε ζημιές. Το μακρύ τόξο μπορούσε από εκατό μέτρα να περάσει ένα θώρακα από αλυσίδα.

Ο Εδουάρδος, λοιπόν, ο Πρώτος, αποφάσισε να γυμνάσει όλους τους υπηκόους του στο μακρύ τόξο. Αντί να κάνουνε άλλα παιγνίδια κι άλλα σπορ οι Άγγλοι, γυμναζόντουσαν από παιδιά στο μακρύ τόξο και το ξέρανε καλά. Όλοι οι Άγγλοι ήτανε γεροί τοξότες και σκοπευτές.

Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.
Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.

Οι Γάλλοι πολεμούσανε με τον παλιό τρόπο. Μπροστά οι ιππότες να σπάσουνε τη γραμμή με τα θωρακισμένα τους άλογα και πίσω ο στρατός με σπαθιά και δόρατα και ακόντια. Στο Πουατιέ, τραβήξανε μπροστά οι ιππότες, αλλά τούτοι με τα τόξα τους περιμένανε. Και μόλις ζυγώσανε. τους ταράξανε. Από κει και πέρα μόλις τους παίρνανε τον αέρα τους κάνανε γιούργια και αντίο Γάλλοι.

Έκτος τούτου, στα μέρη που πολεμούσανε, οι χωριάτες τους μισούσανε τους Γάλλους, γιατί φερόντουσαν πάντα δεσποτικά και τους τυραννούσανε, ενώ λέγανε ότι οι Άγγλοι βασιλιάδες δίνουνε ελευθερίες στο λαό.

Το χειρότερο, όμως, για τους Γάλλους ήτανε ότι δεν είχανε παρά. Το αγγλικό σύστημα της φορολογίας του κόσμου δεν ήτανε γνωστό στη Γαλλία. Εκεί τον πόλεμο τον κάνανε πάντα οι ιππότες με έξοδα τους.

Χωρίς λεφτά, λοιπόν, τι στρατά να μαζέψει; Δεν μπορούσε και τα έφερνε βόλτα δύσκολα. Τους ιππότες του τους τσακίζανε τα μακριά τόξα, το άλογο δεν πέρναγε πια, όλα για κλάματα.

Ο Φίλιππος πέθανε μέσα σε ήττες και τώρα βασιλιάς ήτανε ο Ιωάννης ο Καλός. Οι Εγγλέζοι πάλι είχανε, έκτος από το βασιλιά τους, και τον διάδοχο του αγγλικού θρόνου, που τον λέγανε ο Μαύρος Πρίγκιπας, γιατί φορούσε πάντα μια κατάμαυρη πανοπλία και περικεφαλαία και ήτανε πολύ παλικάρι και έκανε θραύση με τους ιππότες του όπου έπεφτε. Και αυτός ο Μαύρος Πρίγκιπας έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο το βασιλιά τηςΓαλλίας, τον Ιωάννη τον Καλό.

Απ’ αυτή τη στιγμή οι Γάλλοι αρχίσανε να συνέρχονται.

Συνέχεια

Πολιτισμική ταυτότητα δεν υπάρχει…


του Φρανσουά Ζυλλιέν

Η προσεχής προεκλογική εκστρατεία στη Γαλλία, όπως λέγεται, θα στρέφεται γύρω από την «πολιτισμική ταυτότητα».

Γύρω δηλαδή από τα παρακάτω ερωτήματα: δεν πρέπει άραγε να προστατεύσουμε την «πολιτισμική ταυτότητα» της Γαλλίας απέναντι στην απειλή των κοινοτισμών; Ή μήπως πρέπει να βρούμε μια ισορροπία μεταξύ ανοχής και αφομοίωσης, αποδοχής των διαφορών και ταυτοτικής διεκδίκησης;

Η συζήτηση αυτή διαπερνά ολόκληρη την Ευρώπη· αφορά, γενικότερα, τη σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης.

Νομίζω όμως ότι χρησιμοποιούμε τις λάθος έννοιες: δεν μπορεί να γίνει λόγος για «διαφορές» που απομονώνουν τις κουλτούρες, αλλά για αποκλίσεις οι οποίες διατηρούν στο βλέμμα, άρα σε ένταση, και προωθούν, το κοινό μεταξύ τους. Ούτε για «ταυτότητα» μπορεί να γίνει λόγος, εφόσον ίδϊον της κουλτούρας είναι να μεταλλάσσεται και να μετασχηματίζεται· αλλά μόνο για γονιμότητες, ή για κάτι που εγώ θα αποκαλέσω πόρους.

Δεν θα υπερασπιστώ λοιπόν μία –μη ταυτοποιήσιμη- γαλλική πολιτισμική ταυτότητα, αλλά ένα σύνολο γαλλικών (ευρωπαϊκών) πολιτισμικών πόρων –όπου «υπερασπίζομαι» δεν σημαίνει τόσο προστατεύωόσο αξιοποιώ. Διότι, αν είναι ευνόητο ότι τέτοιοι πόροι γεννιούνται μέσα σε μια γλώσσα ή σε μια παράδοση, κατόπιν γίνονται διαθέσιμοι σε όλους και δεν ανήκουν πλέον. Δεν είναι αποκλειστικοί, όπως είναι οι «αξίες»· δεν έχει νόημα να τους υποστηρίξουμε, ούτε να τους «κηρύξουμε». Απλώς τους αναπτύσσουμε, ή και δεν τους αναπτύσσουμε, τους ενεργοποιούμε ή τους αφήνουμε να πέσουν σε αχρησία, και γι’ αυτό είναι ο καθένας υπεύθυνος.

(…)

Συνέχεια