Ο τουρισμός και ο ζωολογικός κήπος της παράδοσης …


Από τον Anaximandros Soicher

Η Ελλάδα είναι από τις μεγαλύτερες βαριές βιομηχανίες τουρισμού παγκοσμίως. Κάθε χρόνο επισκέπτες πολλαπλάσιοι του πληθυσμού της, καταφθάνουν για να απολαύσουν το απολλώνιο φως της, την πηγαία φιλοξενία των κατοίκων της, το φαγητό και την άσπιλη στους αιώνες παράδοση και ιστορία της.

Αυτά τάζουν στους ξένους, οι για πάντα ‘’σαλτσαδόροι’’ συντονιστές του Υπουργείου Τουρισμού και τα ταξιδιωτικά γραφεία. Που σε μία προσπάθεια εξιδανίκευσης του προϊόντος ‘’Ελλάδα’’, εξαπατούν και τους γηγενεις και τους ξένους.

Καλούμαστε λοιπόν, να συμπεριφερθούμε σαν άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, με προεκτάσεις κωμικοτραγικές. Ανασφάλιστοι Κούροι που τελούν χρέη γκαρσονιού και τσακισμένες από την ορθοστασία Καρυάτιδες που δεν πληρώνονται τις υπερωρίες τους, γίνονται το υπηρετικό προσωπικό ‘’φιλελλήνων’’, που αδιαφορώντας πλήρως για την ελληνικότητα μας, έρχονται για να ‘’ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα’’, όπως έλεγε και ένα παλιότερο σλόγκαν του ΕΟΤ.

Βέβαια πρόβλημα δεν τίθεται, οι γηγενείς το βουλώνουν καθώς τα αρπάνε απ’ τους ξένους, και οι ξένοι δεν νοιάζονται για την εξαπάτηση, καθώς ποτέ δεν την ανακαλύπτουν. Για να μπορέσει ένας τουρίστας να καταλάβει την πλαστή εικόνα της Ελλάδας που του σερβίρουν, πρέπει να αποκτήσει άποψη. Πρέπει να αποτινάξει την παθητικότατη ιδιότητα του τουρίστα και να αρχίσει να φιλτράρει το κάθε τι ‘’ελληνικό’’ που του αραδιάζουν, μέσα από τα αυστηρά φίλτρα του εξερευνητή.

Βέβαια, οι τουρίστες με εξερευνητικές διαθέσεις σπανίζουν, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες, ο ελληνικός τουρισμός, έχει μετατραπεί ,στο μεγαλύτερο φάσμα του, σε γηροκομείο πολυτελείας. Κουρασμένοι λογιστές, οδοκαθαριστές και μανάβηδες εκ Γερμανίας, Γαλλίας και Ρωσίας ορμώμενοι, ρίχνουν άγκυρα στα νησιά και τις πόλεις της χώρας μας. Για να φάνε πουρέ από σκόνη πατάτας, να πιούνε νερωμένη ρακή και να απολαύσουν μια ή δυο φορές την εβδομάδα τις περιβόητες ‘’Ελληνικές βραδιές’’ που κάθε ξενοδοχείο συνηθίζει να οργανώνει.

Οι λεγόμενες αυτές ‘’Ελληνικές βραδιές’’, είναι ο πιο βίαιος τρόπος να βρεθούμε τετ α τετ με την πολιτισμική μας γύμνια και τη λαογραφική μας αγραμματοσιά. Δεν μας αφορά να προάγουμε τον πολιτισμό μας, δεν μας αφορά να τους δείξουμε το ποιοι είμαστε, αλλά κόβουμε τον κώλο μας, να τους αποδείξουμε πως είμαστε αυτοί που φαντάζονται. Έτσι, μοιραία γινόμαστε όλοι οι εμπλεκόμενοι, κομμάτι μιας καρικατούρας, γινόμαστε μια κλισέ καρτ ποστάλ, με αγορασμένα χαμόγελα και πανάκριβα πληρωμένη ‘’φιλοξενία’’.

Για να το καταφέρουμε αυτό, καταντάμε θορυβώδεις και πληκτικοί. Κάνουμε φανφάρικες  ακροβατικές κινήσεις, σηκώνουμε τραπέζια με τα σαγόνια μας και ισορροπούμε σαν μαϊμούδες πάνω σε στόμια γυάλινων μπουκαλιών. Είμαστε ο περήφανος ελληνικός λαός που οι ξένοι ήρθαν να θαυμάσουν, μαϊμούδες που χόρευαν για μάρκα, φράγκα και λιρέτες. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αυτό άλλαξε, αλλά το Ευρώ δεν μας εμπόδισε, ούτως ή άλλως μέχρι τότε είχαμε γίνει εκ πεποιθήσεως δουλοπρεπείς, οπότε τα ακροβατικά και η οχλαγωγία δεν σταμάτησαν.

Άντε μετά να βγάλεις ψεύτη τον Πετρόπουλο που σαν ερωτήθηκε το ’99 για το μέλλον των Ελλήνων, σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, είπε τα παρακάτω:

’Δεν μένει ας πούμε επαγγελματικά κανένα άλλο μέλλον για τον Έλληνα απ’ το να αποβεί γκαρσόνι σε τουριστικά ρεστοράν ή συλλέκτης καποτών στο δρόμο, από τις καπότες που θα πετάνε οι ξένοι τουρίστες, τίποτα άλλο…’’

Η παράδοση έχει γίνει χρόνια τώρα το Xanax των νεοελλήνων, έχει γίνει το φανταστικό αποκούμπι ενός λαού που προσκολλάται με μύριους τρόπους στο παρελθόν, μπας και ξεχάσει το παρόν του.

-Αλλά αφού η παράδοση είναι τόσο ζωτικής σημασίας για τον σύγχρονο Έλληνα, τότε γιατί κατηγορούμαστε για προσβολή απέναντί της κύριε Μάνο;

-‘’Γιατί η παράδοση έχει αξία, μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας.’’

(Μάνος Χατζιδάκις, Τα σχόλια του Τρίτου, Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ (σελ.146)

__________________________________________________

Aπό:http://www.nostimonimar.gr/o-tourismos-ke-o-zoologikos-kipos-tis-paradosis/

Η εργασία απελευθερώνει(!)…


Του Δημήτρη Κούλαλη

ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Στον Τ.

Ήταν πρωτομαγιά του 1886, στο Σικάγο, ημέρα της μεγάλης απεργίας, όταν χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν στους δρόμους με αίτημα την καθιέρωση της 8ωρης εργάσιμης μέρας. Εκείνη την εποχή, ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος στα εργοστάσια και τους άλλους παραγωγικούς τομείς ήταν 10, 11, ακόμη και 14 ώρες. Η απεργία συνεχίστηκε δυναμικά και τις επόμενες μέρες. Η κατάληξή της; Βάφτηκε στο αίμα. Η αστυνομία, έπειτα από αίτημα των εργοδοτών, κατέστειλε βίαια τις κινητοποιήσεις των εργατών. Οκτώ από τους πρωτεργάτες της απεργίας, συνελήφθησαν και δικάστηκαν σε δίκη- παρωδία με την κατηγορία της ευθύνης για τη συμμετοχή τους στην (προβοκατόρικη) βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε σε μια από τις εργατικές συγκεντρώσεις. Οι Πάρσονς, Σπάις, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη στις 11 Νοεμβρίου 1887. Ο Λιγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του, ενώ οι υπόλοιποι, Νιμπ, Σουάμπ και Φίλντεν, καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα…

Αυτή δεν είναι μια ιστορία βγαλμένη από τ’ ανήλιαγα υπόγεια της σκέψης μερικών δογματικώνπου αρνούνται να πιστέψουν ότι έχασαν. Δεν είναι μια προσπάθεια ηρωοποίησης και υποκριτικής θυματοποίησης. Είναι άλλη μια απόδειξη ότι το οκτάωρο και εν γένει όλα τα εργατικά κεκτημένα κατακτήθηκαν με αίμα. Κατακτήθηκαν με το αίμα ανθρώπων που διεκδίκησαν με κάθε μέσο, πληρώνοντας βαρύ τίμημα, το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή καθημερινότητα μακριά από το μυκηθμό απογοήτευσης που γεννά η φτώχεια, η η ανασφάλεια, η υποαπασχόληση, οι εξοντωτικοί ρυθμοί εργασίας με τους μισθούς πείνας, η ανεργία…

Όμως, σήμερα, 131 χρόνια από την Πρωτομαγιά του Σικάγου, ποια η θέση των εργατών, ποια η εργασιακή καθημερινότητα που βιώνει ο κόσμος του μεροκάματου;


«Ολοένα και μικρότερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος αντιπροσωπεύουν τα εισοδήματα των εργαζομένων τις τελευταίες δεκαετίες στις ανεπτυγμένες και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η μείωση των μεσαίων εισοδημάτων και παράλληλα η διεύρυνση της ανισότητας». Σε αυτή τη διαπίστωση καταλήγει το ΔΝΤ, το οποίο σε Έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία το 2017 αποδίδει αυτή την αρνητική εξέλιξη αφενός στη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο και αφετέρου στην παγκοσμιοποίηση και στις αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας που αυτή έχει επιφέρει.

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες η εξέλιξη άρχισε να καταγράφεται από τη δεκαετία του 1980, με το ποσοστό των μισθών επί του ΑΕΠ να φτάνει στο χαμηλότερο επίπεδό του ακριβώς πριν από το «Κραχ» του 2008. Έκτοτε, όχι μόνο δεν έχει ανακάμψει, αλλά σήμερα βρίσκεται σχεδόν 4% χαμηλότερα από το αντίστοιχο του 1970. Η πτωτική πορεία είναι παρεμφερής τόσο στις αναδυόμενες αγορές όσο και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, με αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του 1990.  Παραδόξως (; ),  η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη στις ισχυρότερες από τις οικονομίες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στην Κίνα, για παράδειγμα, όπου υπάρχουν καταγεγραμμένες 32 εκατομμύρια ιδιωτικές επιχειρήσεις, τα μεταφορικά μονοπώλιά της διακινούν το 67% του συνόλου των εμπορευματοκιβωτίων παγκοσμίως, ενώ το σύνολο των κινεζικών επενδύσεων στις ΗΠΑ μόνο το 2016 ξεπέρασε τα $50 δισ., κατέχοντας μέρος του αμερικανικού δημόσιου χρέους σε ομόλογα ύψους άνω των $1,3 τρισ., μολονότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες επήλθε δραστική μείωση της φτώχειας, το ποσοστό των εισοδημάτων των εργαζομένων επί του ΑΕΠ έχει μειωθεί σχεδόν κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες.

Συγκεκριμένα, οι μισθοί των εργαζομένων κυμαίνονται μεταξύ 300-400 ευρώ, με τάσεις μείωσης λόγω της αναπτυξιακής επιβράδυνσης  σε μια κοινωνία στην οποία το κόστος ζωής ολοένα και αυξάνεται.

Συνέχεια

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…


1-3.jpg

από Κλεονίκη Αλεξοπούλου

 ή  Μανιφέστο μιας δυναμικής διασποράς, όχι μιας χαμένης γενιάς.Για αρκετούς κοινωνικούς ιστορικούς και θεωρητικούς της διεθνικότητας (transnationalism), η μετανάστευση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη εντός ή ακόμα περισσότερο εκτός του έθνους-κράτους παίζει ένα σημαντικό μετασχηματιστικό ρόλο, (επανα)διαμορφώνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και τους θεσμούς. Καταρχάς, η μετανάστευση αμφισβητεί τα σύνορα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνητή ανθρώπινη σύμβαση. Ήταν και είναι μια έμπρακτη ένδειξη αμφισβήτησης της αξίωσης του εθνικού κράτους ότι οι πολίτες (οφείλουν να) ανήκουν σε μια μόνο χωρική επικράτεια (Lubkemann 2000). Ενσαρκώνει επίσης την ελεύθερη επιλογή των ατόμων ή ολόκληρων κοινοτήτων να διαλέξουν τον τρόπο ζωής τους (life strategy). Έχει κατοχυρωθεί σε τελική ανάλυση ως ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στην περίπτωση του αποικιοκρατούμενου κόσμου και ειδικά της Αφρικής, τα σύνορα επιβλήθηκαν έξωθεν και με τόσο αυθαίρετο τρόπο από τις ευρωπαικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το 19ο αιώνα, όπου δικαίως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την καταπάτηση αυτών των συνόρων και την «επανοικειοποίηση» του χώρου από τους τότε μετανάστες ως μια επαναστατική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή να μεταναστεύσει κανείς ήταν και είναι σε έναν περιορισμένο βαθμό μια κατάσταση ελευθερίας, εφόσον γινόταν και γίνεται εντός καθορισμένων ορίων που θέτουν οι εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και η πολιτική εξουσία. Όμως αυτό ισχύει σχεδόν για όλο το φάσμα των ανθρώπινων επιλογών.

 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως οικονομικό εργαλείο από αποικιακά κράτη και ισχυρές καπιταλιστικές εταιρίες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μοζαμβίκης η πορτογαλική αποικιακή κυβέρνηση υπέγραψε μια σειρά από συμβάσεις με το κράτος της Νοτίου Αφρικής, ώστε να μεταναστεύουν συστηματικά εργάτες απ’ το νότο της πορτογαλικής αποικίας στα ορυχεία χρυσού και διαμαντιών της γείτονος χώρας. Οι εργάτες αυτοί όμως υποχρεώνονταν να γυρίσουν στη χώρα τους μετά το πέρας του συμβολαίου τους και να λαμβάνουν μισή αμοιβή στα ορυχεία χρυσού της Νοτίου Αφρικής και μισή αμοιβή στη Μοζαμβίκη, ώστε να ξοδεύουν το μισθό τους εντός της μαμάς «πατρίδας» και να καταναλώνουν ντόπια προιόντα ώστε να προωθηθεί η νομισματοποίηση της οικονομίας. Έτσι, οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες θεσμοποίησαν την κυκλική μετανάστευση και επέβαλαν την «επιστροφή» των μεταναστών ως απαράβατο όρο (Alexopoulou and Juif 2017). Συγκεκριμένα, οι Αφρικανοί μετανάστες ανθρακωρύχοι κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους στο εισαγόμενο πορτογαλικό κρασί(!).

Επιπλέον, υπήρξαν αναρίθμητες περιπτώσεις καταναγκαστικής μετανάστευσης και εργασίας (δεκαετίες αφότου είχε καταργηθεί η δουλεία), λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικού δυναμικού στα δημόσια έργα και στην αγροτική παραγωγή: χαρακτηριστική περίπτωση, η μετανάστευση Αφρικανών απ’ τις δυτικές ακτές της ηπείρου στις Cadbury φυτείες κακάο στα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Πάμπολλα άλλα παραδείγματα μετανάστευσης στην αποικιακή Αφρική ανοίγουν διάπλατα τη βεντάλια της ιστορίας της μετανάστευσης, από πλέον οργανωμένες και θεσμοποιημένες μορφές έως ανεπίσημες (informal) και άτακτες «λαθρο»μεταναστεύσεις.

Από τον καιρό που υπάρχουν μοντέρνες νομισματοποιημένες οικονομίες είναι γνωστή η συμβολή των μεταναστών είτε στην οικονομία των χωρών καταγωγής μέσω εμβασμάτων είτε στην ανάπτυξη των χωρών υποδοχής μέσω της εργασίας τους σε καίριους τομείς της παραγωγής. Επίσης αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει προσελκύσει τις τελευταίες δεκαετίες ο κρίσιμος ρόλος των μεταναστών στη μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) και τεχνογνωσίας, που προωθούν την καινοτομία και στις χώρες υποδοχής και στις χώρες καταγωγής, εάν πρόκειται για κυκλική μετανάστευση (όπου οι μετανάστες επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους).

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας ή αλλιώς στο στάδιο του ύστερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπηρεσιών, η έννοια της εργατικής τάξης ως μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο αμφισβητείται, επειδή αποκλείει άλλα είδη εργαζομένων ή άλλες υπεξούσιες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι νοικοκυρές. Το «πλήθος», όπως το εννοιολόγησαν οι Χαρντ και Νέγκρι (2011), σε αντίθεση με το λαό που είναι μια παραδοσιακά ενοποιητική έννοια βασισμένη στο έθνος ή τη φυλή, περικλείει τους μετανάστες, και διεκδικεί τον τίτλο του νέου επαναστατικού υποκειμένου. Πώς οργανώνονται όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών? Μέσω ενός δικτύου «δημοκρατικών σχέσεων» που προσομοιάζει με το ίντερνετ (ibid).

Δε φιλοδοξώ σε καμιά περίπτωση μέσα σε λίγες παραγράφους να ανασυγκροτήσω τις θεωρήσεις στις οποίες αναφέρομαι ούτε τις κριτικές τους. Θέλω μόνο να δείξω την αυξανόμενη σημασία που έχουν οι μετανάστες σήμερα ως φορείς αλλαγής, από την οπτική γωνία διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων. Επίσης νομίζω ότι αξίζει η προσπάθεια να ντύνουμε τα εκάστοτε θεωρητικά σχήματα με τις εμπειρίες του παρόντος, με μια σχετική ελευθερία έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων, για λόγους οικειοποίησης και επαναπροσδιορισμού των ιδεών, σύμφωνα με τις δικές μας καθημερινές πραγματικές ανάγκες.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και ειδικεύονται σε διάφορους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους, δουλεύουν σε πολυεθνικές και μεσαίου μεγέθους εταιρίες ή συνιστούν άλλον έναν κρίκο του πρεκαριάτου διαφόρων χωρών του εξωτερικού. Αρκετές έρευνες κι αναλύσεις (Generation E, EUmigré) αναφέρονται στο βραχυπρόθεσμο brain drain που υφίσταται η Ελλάδα και στο ενδεχόμενο μακροπρόθεσμο brain gain, το οποίο θα μπορούσε να καρπωθεί εάν οι μετανάστες αυτοί κάποια στιγμή επέστρεφαν στη χώρα τους.

Φαίνεται σαν το ελληνικό κράτος να μην επέλεξε ποτέ συνειδητά να διώξει ορδές νέων εργαζομένων και φοιτητών. Πράγματι, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δε θεσμοποίησαν ποτέ τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού με τον τρόπο που το έκαναν οι αποικιακές κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπέγραψαν μόνο τις συμβάσεις ελεύθερης διακίνησης πολιτών εντός της ΕΕ που ειναι ακόμα και για τους αντιπάλους της μια προοδευτική κατάκτηση. Και εφάρμοσαν τις εργασιακές πολιτικές που προτάθηκαν από την ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, πολιτικές που ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται «πολιτικές ανεργίας», καθώς πρόκειται για μια κοινωνική πραγματικότητα δυσθεώρητων ποσοστών ανεργίας εκτός της συνεχούς αναθεώρησης των όρων και συνθηκών εργασίας, όπου επανα- ή μάλλον από-ρυθμίζονται καθημερινά ωράρια, μισθοί, συντάξιμα κλπ. Παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν όλο αυτό να είναι μια παράπλευρη συνέπεια της κρίσης που χτύπησε τη χώρα και η πράξη της μετανάστευσης να είναι η εφαρμογή αυτού που αποκαλούμε ατομική στρατηγική.

Όμως αν το καλοσκεφτούμε, η ατομική αυτή επιλογή είναι η αποκρυστάλλωση των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας στο δεδομένο ιστορικό χρόνο. Έχει δηλαδή ταξικό πρόσημο. Λόγω της σύμπτυξης του χώρου και του χρόνου που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν αυξανόμενες ανάγκες για δια βίου εκπαιδευόμενους και πολλές φορές πολύγλωσσους εργαζόμενους. Οι  εταιρίες χρειάζονται όλο και πιο ευέλικτους μαχητές (τύπου Survivor, σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού) που τη Δευτέρα θα ‘ναι στο Ναιρόμπι και την Πέμπτη στο Σικάγο. Οι μαχητές αυτοί βέβαια δεν προλαβαίνουν έτσι ούτε να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο φυσικός και κοινωνικός τους χώρος ούτε να συνάψουν φιλικούς και συντροφικούς δεσμούς με βάθος. Ενώ η απόλαυση της μάθησης και η μνήμη  δίνουν συχνά τη θέση τους στο ανικανοποίητο της ταχείας κατανάλωσης εντυπώσεων και στη λήθη. Όταν έγραφε ο Κούντερα τη «βραδύτητα» (1995), δε μπορούσε ακόμα να φανταστεί το σημερινό βαθμό εντατικοποίσης των πάντων.

Η ηλεκτρονική δικτύωση, στην οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους πολλοί, ανοίγει σίγουρα δρόμους επικοινωνίας και αυξάνει κι άλλο την ταχύτητα με την οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι. Αλλά η συνεχής μετακίνηση αναγκαστικά οδηγεί σε μια συνεχή ανακύκλωση ανθρώπων που ενδεχομένως να συνοδεύεται και από συναισθήματα αποκοπής, ανασφάλειας και ματαίωσης που προέρχονται από τη φυσική απουσία κι από τον αέναο επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος και του επόμενου στόχου. Κάποτε ήταν ουτοπία κι άπιαστο όνειρο να ταξιδέψεις, να ανακαλύψεις. Τώρα έχει καταλήξει να ‘ναι ουτοπία, για μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, το να έχεις βάση, όνομα που δεν αλλάζει, γλώσσα προτίμησης. Και φυσικά, η επιλογή ταυτότητας και η ταξική συνείδηση από μια διεθνιστική άποψη φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Υπάρχει βέβαια η ταυτότητα του κοσμοπολίτη με όλα τα ερωτηματικά που ανοίγει ο ορισμός της.

Ολ’ αυτά δεν αποσκοπούν σε μια επανάληψη του αυτονόητου ή σε ένα «κατηγορώ» της ελεύθερης διακίνησης πολιτών. Βοηθούν ομως στον εντοπισμό της ανάγκης ενός σημερινού κομματιού εργαζομένων να ανήκουν κάπου, και στην κατανόηση της κυρίαρχης ακροδεξιάς ατζέντας στο ταυτοτικό ζήτημα. Ποιοι είμαστε? Η απάντηση φαίνεται να έρχεται μόνο απ’ τα δεξιά: Είμαστε ο ισχυρότερος λαός του κόσμου, Αμερικανοί, πρώην μετανάστες που είχαμε όμως κοινό όραμα, ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία, συγκλίναμε όμως σε ένα. Είμαστε Ολλανδοί, Γάλλοι. Ενώ το ακραίο κέντρο επιμένει: Μόνο το ελεύθερο εμπόριο, οι ξένες (πάντα) επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση δημιουργούν θέσεις εργασίας και μαγικά προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κι η Αριστερά σιωπά, μπερδεμενη ανάμεσα σε ρατσιστικές κορώνες και κοινωνικά κεκτημένα που καταπατήθηκαν από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την ήττα της σοσιαλδημοκρατίας. Η απάντηση της Αριστεράς δεν ειναι συνταγή μαγειρικής για να τη γραψουμε σε μια γραμμή, επαναλαμβάνουν πολλοί. Ας κάνουμε όμως, όπως κάναμε στο δημοτικό, την εξής άσκηση: ας εντοπίσουμε τα συστατικά μέρη αυτής της απάντησης και ας εναπόκειται μετά στην ελεύθερη βούληση του καθενός πώς θα τα συνθέσει. Συλλογική επιλογή, εναλλακτικό όραμα, αλλαγή παραδείγματος. Αν η Αριστερά δεν τα προσφέρει αυτά, δεν είναι Αριστερά.

Η διασπορά, αν θέλει να είναι οργανικό κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Κι οι ευθύνες της εκτείνονται πέρα απ’ την ανακύκλωση ιδεωδών στις παρέες των ίδιων γνωστών-αγνώστων. Ας μην αφήσουμε άλλο χρόνο ανεκμετάλλευτο, ας επιχειρήσουμε να οργανώσουμε ανοιχτά φόρουμ θέτοντας προς συζήτηση όλες τις διαστάσεις λειτουργίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, των δομών αλληλεγγύης και των commons  όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά σε όποια πόλη του εξωτερικού η παρουσία μας είναι σημαντική. Όπως οι οικονομολόγοι μελετούν την περίπτωση κυκλοφορίας άλλου νομίσματος πλην του Ευρώ, συχνά σε συνεργασία με ξένους φορείς, έτσι χρειαζόμαστε όχι μόνο τους κοινωνικούς αλλά και τους θετικούς επιστήμονες της διασποράς να ανταλλάξουν απόψεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μια διαφορετική πολεοδομία κοκ. Αν δε θέλουμε την κρίση ως ευκαιρία μόνο για μεμονωμένες start-ups και θέλουμε η έρευνα να προηγείται της εμπορικής ιδέας και η παραγωγή της πώλησης, οφείλουμε να συμμετέχουμε με όποιο τρόπο μπορούμε σε συλλογικότητες που θα αποσκοπούν σ’ έναν κεντρικό σχεδιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη γνώση και μπορούμε να γίνουμε ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Έτσι, για άλλη μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία, θα άρουμε συλλογικά τα σύνορα που αρχικά περάσαμε ως άτομικότητες. Ας πιάσουμε το ΤΙΝΑ από το Α κι ας το γδάρουμε ίσαμε το Τ.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από συζητήσεις εντός της πολιτικής συλλογικότητας Reinform στην Ολλανδία.

 _________________________________________________________