142 μέρες στη Σαντορίνη (το ημερολόγιο ενός εργαζόμενου στη βαριά βιομηχανία της χώρας) …


Αποτέλεσμα εικόνας για αλλου γι αλλου κινι

Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο; Και πριν πάει εκεί; Ιδρώνει σε λάντζες. Ακούει ανακόλουθα διδάγματα γύρω από τη μοναδικότητα της ελληνικής λέξης “Φιλότιμο” και άλλα καλά που μόνο το δαιμόνιο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας μπορεί να σκαρφιστεί. Σήμερα παρουσιάζουμε την εμπειρία που είχε εποχικός εργαζόμενος σε εστιατόριο της Σαντορίνης το περασμένο καλοκαίρι. Το θυμάσαι; Είναι εκείνο που οι αριθμοί κατέδειξαν ως το πιο εμπορικά πετυχημένο της δεκαετίας. Είναι ακριβώς εκείνο που παρακαλάμε να έρθει και του χρόνου. Η κατάθεση του ανθρώπου – πρώην εργαζομένου- που επιλέγουμε να παρουσιάσουμε χωρίς όνομα –τα στοιχεία του είναι στη διάθεσή μας- είναι καταγραφή όλων όσα βίωσαν, βιώνουν καθημερινά εργαζόμενοι στη βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό. Πίσω από τα χαμόγελα των διαφημιστικών σποτ για τη μοναδικότητα της Ελλάδας υπάρχει το σκληρό πρόσωπο μιας βιομηχανίας που ανεμπόδιστα εκμεταλλεύεται ανθρώπους, μηδενίζει εργασιακά δικαιώματα, κερδίζει στραγγίζοντας κόπο ανθρώπων κυριολεκτικά αφημένων στην όρεξη αφεντικών τους. Τα τελευταία δεν έχουν μάθει ν’ ακούν όχι. Ή έστω κάτι που να θυμίζει δικαίωμα εργαζομένου.

1η μέρα
Βγήκα στον κεντρικό καβάλα στο μηχανάκι και κατευθύνθηκα προς το μέρος που θα έμενα για τους επόμενους 5 μήνες. Τέλη Απρίλη κι όλα ήταν έτοιμα να δεχτούν τις ορδές των τουριστών. Το νησί, ασβεστωμένη και καλογυαλισμένη βιτρίνα μιας πετυχημένης τουριστικής βιομηχανίας που, μαζί με τη φάβα Σαντορίνης απ’ την Ινδία, αλέθει και το εργατικό δυναμικό. Ήξερα πού πήγαινα. Τα είχα συζητήσει με τον Κύριο Διευθυντή. Ήμουν λέει απ’ τους τυχερούς που θα είχα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Και σπίτι. Και φαγητό. Και εντεκάωρες βάρδιες. Και σπαστό ωράριο. Υπερωρίες; Τι είν’ αυτό; Α, θα είχα και μισθό. Τα μισά στην τράπεζα και τ’ άλλα στο χέρι, με τη σύμβαση να γράφει πως δουλεύω πενθήμερο. Σωματείο; Αστεία πράγματα! Πήρα την απόφαση να ξαναφύγω για σεζόν μετά από πολλή σκέψη. Στην Αθήνα ένας σερβιτόρος δεν παίρνει πολλά, αλλά στα νησιά συνήθως βγαίνουν λεφτά. Βέβαια, πρέπει να ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος, πως έχεις κι άλλα να κάνεις εκτός απ’ το να υπηρετείς τα καπρίτσια των πελατών και των αφεντικών χωρίς να λες κουβέντα. Πατάς το “pause” στη ζωή σου και την ξαναπιάνεις από Οκτώβρη.

Συνέχεια

Advertisements

Η Ναόμι Κλάιν, οι πολυεθνικές και η υπόθεση της Μασαχουσέτης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η επαίσχυντη χούντα στη Βιρμανία και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση της κατάστασης από ένα πλήθος πολυεθνικών, που μεταφέρθηκαν εκεί παράγοντας σχεδόν τσάμπα με την προστασία του καθεστώτος (κάποιες μάλιστα είχαν και ενεργή συμμετοχή στη στήριξή του), προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Αμερική σχετικά με τις μεθόδους των εταιρειών να ελαχιστοποιούν τα έξοδά τους.

Η συνεργασία με δικτατορικά καθεστώτα, η παιδική εργασία, τα εργοστάσια-κάτεργα, η περιφρόνηση του περιβάλλοντος, με δυο λόγια η συνολική εικόνα του ακραίου αμοραλισμού και της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο όνομα του κέρδους) δημιούργησε δυσαρέσκεια και προκάλεσε κινητοποιήσεις.

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο «NO LOGO» σημειώνει: «Η πιο σημαντική κίνηση […] πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, όταν το πολιτειακό κοινοβούλιο της Μασαχουσέτης υπερψήφισε το Νόμο της Μασαχουσέτης για τη Βιρμανία, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη για τις εταιρείες που είχαν δοσοληψίες με το δικτατορικό καθεστώς της χώρας τη σύναψη συμβολαίων με τη συγκεκριμένη Πολιτεία». (σελ. 497). Επρόκειτο για ένα νόμο που θορύβησε τις πολυεθνικές: «Όπως επισήμανε και η έγκυρη Journal of Commerce “οι στόχοι βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά ξαφνικά οι τοπικές κυβερνήσεις φαίνονται να μπορούν να φτάσουν στην άκρη της γης”». (σελ. 497 – 498).

Βιρμανία / Μιανμάρ
Βιρμανία / Μιανμάρ

Η απόφαση του συγκεκριμένου πολιτειακού κοινοβουλίου δεν ήταν ούτε ουρανοκατέβατη ούτε αιφνιδιαστική. Εξέφραζε τη γενικευμένη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στις πολυεθνικές και τη βαθιά ανησυχία για τις μεθοδεύσεις τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα (από το 1994) και το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ είχε κινηθεί ανάλογα: «… το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ πέρασε τόσες πολλές αποφάσεις μποϊκοτάζ – εναντίον εταιρειών που κάνουν επιχειρήσεις στη Βιρμανία, τη Νιγηρία και το Θιβέτ, κι εταιρειών που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή με την πυρηνική ενέργεια – ώστε, όπως αστειεύτηκε η δημοτική σύμβουλος Πόλι Άρμστρονγκ, “πολύ σύντομα θα πρέπει να κάνουμε τη δική μας υπεράκτια γεώτρηση”». (σελ. 498 – 499).

Συνέχεια

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δικαιοσύνης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τη σημασία της δικαιοσύνης στην κοινωνία ο M. J. Sandel είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μία σημαντική αξία μεταξύ άλλων, η οποία σταθμίζεται και εξετάζεται κατά περίπτωση, αλλά μάλλον το μέσον με το οποίο σταθμίζονται και αποτιμώνται οι αξίες. Υπό αυτή την έννοια είναι, κατά κάποιον τρόπο, “η αξία των αξιών”». (σελ. 100).

Κι όχι μόνο: «Η δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας με τον οποίο οι αντικρουόμενες αξίες συμφιλιώνονται και οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού προσαρμόζονται, αν τελικώς δεν επιλύονται. Ως τέτοια πρέπει να έχει κάποια προτεραιότητα όσον αφορά αυτές τις αξίες και αυτά τα αγαθά». (σελ. 100).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι το μέσον που σταθμίζει τις αξίες ή, αλλιώς, ο γνώμονας που συμφιλιώνει τις αντικρουόμενες αξίες και τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε να αποκοπεί από τις τρέχουσες κοινωνικές προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καθρεφτίζει τις πολιτικές αντιλήψεις μιας κοινωνίας αναπαράγοντάς τες ως μορφή δικαίου.

Η επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτικής οπτικής έχει άμεση αντανάκλαση στη δικαιοσύνη, η οποία εν τέλει θα αποδώσει το δίκαιο σύμφωνα με τις τρέχουσες αξιακές επιταγές. Ο φιλελεύθερος Τζων Ρωλς, στο βιβλίο του «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός» είναι πρόθυμος να καταδείξει ότι σε τελική ανάλυση η δικαιοσύνη είναι θέμα πολιτικό: «Λέγοντας πως μια αντίληψη της δικαιοσύνης είναι πολιτική εννοώ […] τρία πράγματα: ότι είναι πλαισιωμένη έτσι ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη βασική δομή της κοινωνίας, στους κύριους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της θεσμούς, σαν οι τελευταίοι να αποτελούν ένα ενοποιημένο σχήμα κοινωνικής συνεργασίας· ότι παρουσιάζεται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ευρύτερο θρησκευτικό ή ηθικό δόγμα· και ότι η επεξεργασία της έγινε με όρους θεμελιωδών πολιτικών ιδεών, οι οποίες θεωρούνται ως εξυπονοούμενες από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας». (σελ. 269).

Marc Roche
Marc Roche

Επομένως, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα (όπως και κάθε άλλο), οφείλει να εκφράζεται και μέσα από τις αρχές της δικαιοσύνης: «… είναι ουσιώδες μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη να συμπεριλαμβάνει, πέρα από τις δικές της αρχές δικαιοσύνης, και κατευθυντήριους κανόνες της έρευνας, οι οποίοι θα προσδιορίζουν τρόπους συλλογισμού και κριτήρια για τα είδη εκείνα πληροφόρησης που είναι σχετικά με τα πολιτικά ερωτήματα. Χωρίς τέτοιους κατευθυντήριους κανόνες οι ουσιαστικές αρχές δεν μπορούν να εφαρμοστούν, και τούτο αφήνει την πολιτική αντίληψη ανολοκλήρωτη και θραυσματική». (σελ. 269).

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόταγμα, αν θέλει να καθιερωθεί, πρέπει πρωτίστως να επικρατήσει στη μάχη των ιδεών. Πρέπει, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες για την ιδεολογική του υπεροχή δικαιολογώντας τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο δικαιοσύνης, παιδείας, ελεγκτικών μηχανισμών και θεσμικών αρχών την ορθότητα της κατεύθυνσης που χαράζει.

Η κυριαρχία μιας πολιτικής ιδέας σε όλους τους τομείς εξασφαλίζει τη σταθερότητα του προτάγματος που πρεσβεύει. Πρόκειται για την τελική υλοποίηση αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» αποκαλεί πρόγραμμα: «Όταν πρόκειται για πολιτική, η παράσταση του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού, ο ορισμός των στόχων, μπορεί να πάρει – και πρέπει κατ’ ανάγκη να πάρει, υπό ορισμένες συνθήκες – τη μορφή του προγράμματος. Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος σε σημεία που κρίνονται ουσιώδη στις δεδομένες περιστάσεις, στο μέτρο που η πραγματοποίησή τους θα επέφερε ή θα διευκόλυνε, από την ίδια της τη δυναμική, την πραγματοποίηση του συνόλου του προτάγματος. Το πρόγραμμα δεν είναι παρά μια αποσπασματική και προσωρινή μορφή του προτάγματος. Τα προγράμματα περνούν, το πρόταγμα παραμένει». (σελ. 118).

Συνέχεια

Το μάνατζμεντ, το μάρκετινγκ και η παντοκρατορία των εταιρειών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Όσον αφορά το ερώτημα τι ακριβώς είναι το μάνατζμεντ οι απόψεις διίστανται. Ο Peter Drucker στο βιβλίο του «Το μάνατζμεντ στην πράξη» αναφέρει σχετικά: «Υπάρχουν δύο δημοφιλείς απαντήσεις. Η πρώτη είναι ότι το μάνατζμεντ είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή – υπό αυτή την έννοια, ο όρος “μάνατζμεντ” σημαίνει κατευφημισμόν κάτι περισσότερο από “το αφεντικό”. Η άλλη απάντηση ορίζει το μάνατζερ ως κάποιον που διευθύνει τη δουλειά των άλλων και ως κάποιον που, σύμφωνα με κάποιο σλόγκαν, “κάνει τη δουλειά του βάζοντας τους άλλους να κάνουν τη δουλειά τους”». (σελ. 17 – 18).

Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει καμία διαφωνία σχετικά με την αποστολή του. Ο Peter Drucker, τουλάχιστον, είναι απόλυτος: «Το ότι το μάνατζμεντ είναι το θεμελιώδες όργανο της κερδοσκοπικής επιχείρησης είναι τόσο προφανές που τείνει να θεωρείται δεδομένο. […] Η κυβέρνηση, ο στρατός, η Εκκλησία – στην πραγματικότητα, κάθε σημαντικός θεσμός – θα πρέπει να έχουν ένα βασικό όργανο, ένα εργαλείο που, τουλάχιστον κατά ένα μέρος της λειτουργίας του, θα μοιάζει με το μάνατζμεντ μιας επιχείρησης». (σελ. 18).

Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών.
Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών

Και βέβαια, το κέρδος είναι το μοναδικό ζητούμενο: «Χωρίς αμφιβολία, η επιχείρηση θα πρέπει να υλοποιεί τις οικονομικές της πράξεις υπεύθυνα, συνεισφέροντας στο σύνολο σύμφωνα με τις πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις της κοινωνίας. Αλλά αυτά τα παραπάνω αποτελούν (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της λογικής) τυχαίες συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν, τροποποιούν, ενθαρρύνουν ή επιβραδύνουν τις οικονομικές δραστηριότητες της κερδοσκοπικής επιχείρησης. Η ουσία της κερδοσκοπικής επιχείρησης, η ζωτική αρχή που καθορίζει τη φύση της, είναι η οικονομική απόδοση». (σελ. 18 – 19).

Ο μάνατζερ, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που οργανώνει τη λειτουργία μιας εταιρείας, που θα λέγαμε ρυθμίζει το συλλογικό της οικοδόμημα, προκειμένου να επιτευχθούν οι μέγιστες δυνατές αποδόσεις, οι οποίες θα επιφέρουν και τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει κερδοφορία χωρίς πωλήσεις. Και οι πωλήσεις έχουν να κάνουν με την προώθηση των προϊόντων. Έχουν να κάνουν δηλαδή με τον τομέα του μάρκετινγκ, που οφείλει να βρει τρόπους, ώστε να διοχετευθούν τα προϊόντα στην αγορά.

Συνέχεια

Απλήρωτη δουλειά…


Αποτέλεσμα εικόνας για Απλήρωτη δουλειά

Πριν αρχίσουν να κυκλοφορούν «φίδια» (κάτι που έχει ξεκινήσει) πρέπει να σχολιάσουμε / αντιπληροφορήσουμε για μια πρόσφατη απόφαση του αρείου πάγου.

Η υπόθεση: ένας μηχανικός («μπλοκάκιας»…) που δούλευε για χρόνια σε κατασκευαστική σε διάφορα πόστα, αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν επί μήνες η εταιρεία σταμάτησε να τον πληρώνει. Έκανε στη συνέχεια μήνυση, για να πάρει τα δεδουλευμένα του, και όχι μόνο. Χάρη σε μια ευφυή κίνηση του δικηγόρου του (αυτό είναι δικιά μας εκτίμηση) ζήτησε απ’ τα δικαστήρια να θεωρηθεί η παραίτησή του «επιβεβελημένη» απ’ την απληρωσιά, ουσιαστικά να θεωρηθεί «απόλυση». Στη βάση αυτή ζητούσε και αποζημίωση.

Η συνηθισμένη πρακτική. Αυτή η νομική κίνηση, του να λογιστεί δηλαδή σαν απόλυση η παραίτηση λόγω χρεών του εργοδότη, στηρίχτηκε σε ένα ενδιαφέρον, μάλλον πρωτότυπο με τα ως τώρα (νομικά) δεδομένα, αλλά εύλογο επιχείρημα: ότι το να μην πληρώνει ένα αφεντικό τον εργαζόμενό του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Αυτές οι τελευταίες λέξεις είναι ένας γνωστός όρος του εργατικού δικαίου, που δίνει δικαιώματα τους μισθωτούς όταν τα αφεντικά πάνε να χειροτερέψουν σε βάρος τους και ερήμην τους τους όρους και τις συνθήκες εργασίας, όπως αυτές προβλέπονται από την σύμβαση της πρόσληψης. Τέτοιες βλαπτικές μεταβολές μπορεί να είναι η αλλαγή αντικειμένου εργασίας, οι αναγκαστικές υπερωρίες, η μονομερής μείωση του μισθού, οι προσβολές, κλπ.

Συνέχεια

Σκουπιδιάρηδες…


Αποτέλεσμα εικόνας για Σκουπιδιάρηδες

Εντελώς mainstream οι «ερμηνείες»: οι συμβασιούχοι των δήμων έχουν δίκιο· οι συμβασιούχοι των δήμων έχουν άδικο.

Δυο λεπτά ολέθρια «κοινή γνώμη» με τις στερεοτυπικές και αλλοπρόσαλλες γνωματεύσεις σου… δύο λεπτά! Το ζήτημα «σκουπίδια» στο ελλαδιστάν είναι πολύ περισσότερα απ’ την εργασία. Είναι και κεφάλαιο. Είναι και εξουσίες. Και δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή, η εργασία, επιστρατεύεται κυριολεκτικά στους λογαριασμούς των αφεντικών. Συνειδητά ή όχι.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι κανένας πατριώτης δεν μπορεί να κατηγορήσει τους γνωστούς (τον Σόιμπλε, την Μέρκελ, τον Τόμσεν, το δντ, το ευρώ) για το θέμα: είναι παμπάλαιο, «πρόβλημα» δεκαετιών! Κάτι είναι κι αυτό: επιστρατεύονται τα προ-μνημονιακά κλισέ. Κανείς δεν θα το αμφισβητούσε, και κανείς δεν το θυμάται: είναι ζήτημα αυθεντικά ελληνικό, ανατομία του κράτους, του παρακράτους, του κεφάλαιου, του κρατικού συνδικαλισμού· κι αυτής της ισχυρής συγκολλητικής ουσίας: του πολιτικού προσοδισμού.

Δεν θα το αναλύσουμε. Θα θυμίσουμε όμως ότι η «γραμμή» ξεκινάει απ’ τα μαζικά μικροαστικά ήθη του τι και πως «ξεφορτωνόμαστε τα σκουπίδια μας» (τις «βρώμικες εκροές» της καθημερινής ζωής μας) και φτάνει ως τις εργολαβίες των χωματερών. Εκεί που τα σκουπίδια (η μεταφορά τους, το θάψιμο, η επεξεργασία, κλπ) είναι κυριολεκτικά χρυσάφι.

Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν τα γραφειοκρατικά συνδικάτα πράγματι θέτουν το ζήτημα της εργασίας… Πως όμως; Με τρόπο που να ταιριάζει στον πολιτικό προσοδισμό: Διορίζεις; Παίρνεις ψήφους. Ο κυρ Σκουρλέτης πάνω σ’ αυτό το μοτίβο έπαιξε, και τα έκανε σκατά. Αλλά ούτε οι εργάτες της καθαριότητας έχουν άλλο μοτίβο. Κι αυτοί στο ίδιο παίζουν. Και οι μεν εργατοπατέρες ξέρουν το γιατί. Οι απλοί, «ανώνυμοι» συμβασιούχοι είναι σίγουροι ότι αυτή η «μονιμότητα» που θα μπορούσε να τους υποσχεθεί οποιαδήποτε πολιτική βιτρίνα είναι στ’ αλήθεια τέτοια; Μ’ άλλα λόγια: η αντίληψή τους για τις εργασιακές σχέσεις είναι τα προσοδικά (αλλά και ξεθωριασμένα) ‘80s;Τόσα καταλαβαίνουν; Μετά από 7 ή 8 χρόνια διαχείρισης της κρίσης ελπίζουν σ’ αυτό που ήλπιζε η προηγούμενη γενιά; Ότι «κάποιος» θα τους βολέψει να «χωθούν κάπου» και, έτσι, θα την βγάλουν καθαρή; Τόσο έξυπνοι είναι;

Κι όμως: και αυτό το τμήμα της σύγχρονης εργατικής τάξης στην ελλάδα μέχρι εκεί σκέφτεται! Να την χωθεί κάπου σήμερα «υπό την αιγίδα του δημοσίου»… και αύριο βλέπουμε. Αυτό λέγεται καιροσκοπισμός. Και θα περίμενε κανείς ότι η πιο πρόσφατη 7ετία να ήταν διδακτική για την συντριβή που προκαλεί… Αλλά όχι.

Οπότε; Πρέπει να αποφανθούμε για το αν θα πρέπει να έχουν όλοι και όλες μια αξιοπρεπή δουλειά πληρωμένη κατ’ ελάχιστο σύμφωνα με τις σύγχρονες βασικές ανάγκες μας; Το έχουμε κάνει: 30 ώρες βασικός χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας / 900 ευρώ καθαρός κατώτατος μισθός…. Χωρίς «χώσιμο» και «τακτοποίηση» με την εγγύηση των μεν ή των δε πολιτικών βιτρινών. Μόνο με την εγγύηση του ταξικού ανταγωνισμού! Φτάνει και περισσεύει· όταν υπάρχει!

Γιατί οι τωρινοί συμβασιούχοι των δήμων (αύριο οι περισσότεροι πάλι άνεργοι) δεν σκέφτονται σαν εργατική τάξη; Είναι απλό: επειδή σκέφτονται σαν «πελάτες» της μίας ή της άλλης κυβέρνησης, της μιας ή της άλλης εξουσίας.

Κάτι άλλο; Υπάρχει κάτι άλλο;

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/skoupidiarides/

Η Ναόμι Κλάιν και τα εργοστάσια κάτεργα …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Είναι δεδομένο ότι η εμπορική δύναμη των σύγχρονων πολυεθνικών εταιρειών στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη διαφήμιση. Η δημιουργία ενός πανίσχυρου επωνυμίου (σήμα κατατεθέν) μιας εταιρείας σηματοδοτεί την εξασφάλιση των πωλήσεων σε τόσο μεγάλο βαθμό, που εν τέλει αποτελεί και τον πρωταρχικό της στόχο.

Οι διαφημιστικές εκστρατείες για την προώθηση του επωνυμίου έχουν μετατραπεί σε κυρίαρχη στρατηγική του σύγχρονου πολυεθνικού κόσμου καθιστώντας τη διαδικασία της παραγωγής περιττό βάρος. Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «NO LOGO» είναι καταλυτική: «Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη λογική, οι εταιρείες δεν πρέπει να ξοδεύουν τους περιορισμένους χρηματικούς πόρους τους σε εργοστάσια τα οποία απαιτούν υλική συντήρηση, σε μηχανές οι οποίες θα φθαρούν ή σε υπαλλήλους οι οποίοι σίγουρα θα γεράσουν και θα πεθάνουν. Αντίθετα, οφείλουν να κατευθύνουν αυτούς τους πόρους προς τα εικονικά τούβλα και τη λάσπη που χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν την επωνυμία του προϊόντος. Τουτέστιν, προς τις χορηγίες, τη συσκευασία των προϊόντων, την επέκταση και τη διαφήμιση». (σελ. 250 – 251).

Η λογική της απαλλαγής από την παραγωγή προς όφελος της επωνυμιοποίησης των προϊόντων κρίνεται ξεκάθαρα πιο επικερδής, αφού η διείσδυση στην αγορά έχει να κάνει με τη δύναμη του επωνυμίου, δηλαδή με βαρύτητα που αυτό αποκτά στη συνείδηση των καταναλωτών. Σε τελική ανάλυση, ποιος ενδιαφέρεται αν η Nike παράγεται στην Αμερική ή την Ασία;

Το ζητούμενο είναι η επωνυμία της Nike να λειτουργεί ως εγγύηση στα αθλητικά είδη. Συγκεκριμένα η Nike «έχει γίνει πρότυπο για τα επωνύμια που θέλουν ν’ απελευθερωθούν από την παραγωγή των προϊόντων τους». (σελ. 252). Και δεν είναι μόνο αυτή: «Στα μισά της δεκαετίας του 1990 για παράδειγμα, η εταιρεία αθλητικών παπουτσιών Vans έκανε το μεγάλο βήμα ξεφεύγοντας από τον παλιομοδίτικο κόσμο κατασκευής προϊόντων, μετασχηματιζόμενη σύμφωνα με το πρότυπο της Nike». (σελ. 252).

Champion
Champion

Σε λίγο μπήκε και η Adidas στο παιχνίδι: «Παρόμοια τροχιά ακολούθησε και η Adidas, η οποία το 1993 παρέδωσε τη λειτουργία της στον Ρόμπερτ Λούις Ντρέιφους, πρώην ανώτατο εκτελεστικό στέλεχος του διαφημιστικού κολοσσού Saatchi & Saatchi». (σελ. 252 – 253)

Συνέχεια