Τουρκία: Τραγωδία, Μελόδραμα και Αντίσταση…


του Κιαμίλ Γιλντίζ (Ενωτικό Επαναστατικό Κόμμα, Αντιπροσωπεία Ελλάδος)

Η δολοφονία του «Διαφορετικού»

Ένα νέο παιδί περπατάει στην Κωνσταντινούπολη. Με το τηλέφωνο στο αυτί, μιλάει με τη μάνα του στη μητρική του γλώσσα. Τι θα μπορούσε να συμβεί σε λίγο; Ούτε έχει πάρει χαμπάρι, ούτε φαντάζεται. Ακούει την μητέρα του και μοιράζονται τη χαρά και τον πόνο τους. Ένας νέος Κούρδος εργάτης, μετανάστης στη χώρα του. Ήρθε από το Μπατμάν (Κουρδική πόλη με πετρέλαια) στην Κωνσταντινούπολη. Περίπου είκοσι χρονών, παντρεύτηκε πολύ νέος και πρόλαβε να κάνει κι ένα παιδί. Σαν να ήξερε ότι το τέλος θα ερχόταν πολύ νωρίς. Κανείς δεν φανταζόταν πως επειδή μιλούσε στη μητρική του γλώσσα στο δρόμο, άγνωστοι θα μπορούσαν να του επιτεθούν και να τον δολοφονήσουν. Βέβαια, ο Σουλτάνος Ερντογάν και οι «τσέτες» φασίστες μπήκαν στο δρόμο του. Ποτέ δεν κατάλαβε για ποιο λόγο δολοφονήθηκε.

Η μικρή Τζεμιλέ

Μια δεκάχρονη Κούρδισα με πράσινα μάτια ακόμα ονειρεύεται πως παίζει στο δρόμο. Η καρδιά και το μυαλό της δεν χωράνε στο σπίτι ούτε στην αυλή της. Όμως το κράτος και ο Σουλτάνος έβγαλαν φιρμάνι και ο νομάρχης έδωσε εντολή : «όχι μόνο απαγορεύεται να βγεις στο δρόμο, αλλά ούτε καν να βγάλεις το κεφάλι σου έξω απ’ το παράθυρο». Η Τζεμιλέ είναι απλώς ένα παιδί, και όλα τα παιδιά είναι άτακτα και δεν καταλαβαίνουν εύκολα από κανόνες και απαγορεύσεις. Πριν δεκαπέντε ημέρες, η Τζιζίρε, μια κουρδική κωμόπολη κοντά στα σύνορα του Ιράκ με περίπου 140.000 κατοίκους, ανακηρύσσει την αυτονομία της απέναντι στο τουρκικό κράτος. Αμέσως, η Κυβέρνηση Ερντογάν την περικυκλώνει σε συνθήκες απόλυτου στρατιωτικού αποκλεισμού. Επιβάλλεται ξεκάθαρα και ανοιχτά  κρατική βία, ενώ οι στρατιώτες δρουν παντελώς αυθαίρετα. Οι απαγορεύσεις ξεπερνούν κάθε όριο λογικής και ανθρωπιάς. Όμως η «παιδική καρδιά» αντιστέκεται και δεν αναγνωρίζει ούτε βασανιστήρια, ούτε απαγορεύσεις και βγαίνει στο δρόμο. Το κρύο σίδερο ζεσταίνεται. Από τους μιναρέδες των τζαμιών, ελεύθεροι σκοπευτές χτυπάνε τα πράσινα μάτια της Τζεμιλέ. Το μικρό κορίτσι κουλουριάζεται στο έδαφος και ξεψυχάει. Αυτό έγινε περίπου πριν δέκα μέρες, όμως το κοριτσάκι ακόμη δεν έχει θαφτεί και για να μην σαπίσει το άψυχο σώμα της, η μάνα της αναγκάστηκε να τη βάλει στην κατάψυξη.

Συνέχεια

Η Ελευθερία σύμφωνα με τους Ζαπατίστας…


Η Απαρχή του Μικρού Σχολείου

«Το μόνο πράγμα το οποίο χρειάζεσαι – αντικειμενικά – προκειμένου να παρακολουθήσεις μαθήματα στο Μικρό Σχολείο των Ζαπατίστας είναι: απροθυμία να μιλάς ή να κρίνεις, θέληση να ακούς και να βλέπεις και καλοπροαίρετη καρδιά.»[1]

Από τις 12/16 του Αυγούστου 2013, οι Ζαπατίστας άνοιξαν τις πύλες των Caracoles[2], των κοινοτήτων και της καρδιάς τους σε 1630 μαθητές, οι οποίοι εγγράφηκαν στην «πρώτη τάξη του Μικρού Σχολείου : Η έννοια της Ελευθερίας κατά τους Ζαπατίστας.»

Το Μικρό Σχολείο δεν έχει τυπικές αίθουσες διδασκαλίας, με κάποιο αυστηρό οργανόγραμμα, και δασκάλους που μεταδίδουν απλά τη γνώση τους. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από εμβάθυνση στη γνώση, διαδικασία η οποία έχει τα θεμέλιά της στις καθημερινές δραστηριότητες με τις οποίες οικοδομείται σταδιακά η αυτονομία. Δραστηριότητες που περιλαμβάνουν εργασίες όπως το άλεσμα των σιτηρών, το ξεβοτάνισμα των καλλιεργειών κρεμμυδιού, το μάζεμα των καυσόξυλων και το πλύσιμο των ρούχων στο ποτάμι.

Όλοι οι μαθητές του Μικρού Σχολείου έγιναν δεκτοί στο CIDECI[3], ένα αυτόνομο εγχώριο κέντρο εκμάθησης που εδράζεται στο San Cristóbal de Las Casas. Από εκεί, κάθε μαθητής ανατέθηκε σε μία από τις Caracoles: La Realidad, Oventic, Morelia, Roberto Barrios και La Garrucha, οι οποίες είναι τα κέντρα των «Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης[4]».

Πριν μέρες οι Caracoles γιόρτασαν τα δέκα χρόνια της ύπαρξής τους, με μεγάλες φιέστες σε κάθε περιοχή ξεχωριστά. Το Μικρό Σχολείο ήταν μια φυσική προέκταση αυτής της ιστορικής επετείου, κατά την οποία οι σύντροφοι, ή compañeros στην ισπανική[5], θα είχαν την ευκαιρία όχι μόνο να γιορτάσουν τη δημιουργία των κοινοτήτων τους, αλλά και να μεταδώσουν στο ευρύ κοινό όλες τις προόδους που κατέγραψαν κατά τη δόμηση της αυτόνομης διακυβέρνησης.

Συνέχεια

Από τη δουλοπρέπεια στην αυτοοργάνωση…


Σύμφωνα με το Άρθρο 22.1. του Συντάγματος «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βεβαίως αυτό αποτελεί σχήμα οξύμωρο σε μία χώρα όπου ένας στους δύο νέους παραμένει άνεργος, τρεις στους δέκα πολίτες βρίσκονται στα όρια της Φτώχειας, ενώ και ο κατώτατος μηνιαίος μισθός πλέον ορίζεται σε λιγότερο από 500 ευρώ. Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να ασκήσουμε έντονη κριτική στο ρόλο του Κράτους και στον τρόπο που ερμηνεύονται ακόμη και τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Εργασίας.

Συνέχεια

Jackie Brown


jackie-brown-1997-01-g

Ομολογώ ευθαρσώς ότι μου αρέσει ο Ταραντίνο.Τα Kill Bill ήταν ταινίες ορόσημο.

Ενας φίλος σήμερα μου ξαναθύμισε μία άλλη ταινία του Ταραντίνο με το σάουντρακ από τον Bobby Womack.

Μου αφιέρωσε μία μελωδία, ένα τραγούδι που πραγματικά «τρελαίνομαι» να το ακούω.Το ήξερε ? δεν το ξέρω…μάλλον όχι.

H ταινία αυτή όταν την βλέπω πάντα μου προκαλεί μία αίσθηση αισιοδοξίας και ελευθερίας.

Δεν ξέρω γιατί.

Ισως γιατί οι δύο (κύριοι) πρωταγωνιστές της σπάνε τα δεσμά τους και την συμβατική ζωή.

Ισως γιατί υπάρχει ο έρωτας…

Ισως γιατί υπάρχει ένα happy end…

Ισως γιατί τα μουσικά θέματα της ταινίας είναι εκπληκτικά…

Δεν ξέρω…

Η μουσική σίγουρα πάντα ελευθερώνει…

Eγώ όμως σήμερα δεν είμαι πραγματικά ελεύθερος…και δεν είμαι και αισιόδοξος

Γιατί δεν είναι η πατρίδα μου ελεύθερη…οι άνθρωποί της δεν είναι πραγματικά ελεύθεροι.

Η μουσική αυτή, πάντως, ήταν ένα βάλσαμο…στιγμιαίο έστω

*

Εύχομαι ο φίλος Μιχαήλ που μου αφιέρωσε το τραγούδι, να νιώθει (και να είναι) πάντα ελεύθερος.

Κι όλοι εσείς επίσης.

-Αμετανόητος-

Ελευθερία ή καπιταλισμός: το αβέβαιο μέλλον της εργασίας


ulrich-beck-2007-c-beckgroeberkleine

Tου Ούλριχ Μπεκ

Οποιος ισχυρίζεται ότι διαθέτει μια συνταγή που εγγυάται την πλήρη απασχόληση, δεν λέει αλήθεια. Οπωσδήποτε στη σύγχρονη κοινωνία της αγοράς δεν λείπει η εργασία, αλλά μπορούμε να πούμε ότι βλέπουμε το τέλος της κοινωνίας της πλήρους απασχόλησης με την κλασική έννοια, αυτήν που εγγράφηκε ως θεμελιώδης αρχή της πολιτικής μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα συντάγματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών και στον ΟΟΣΑ. Πλήρης απασχόληση σήμαινε να έχει κανείς κανονική εργασία, ο καθένας να μαθαίνει ένα επάγγελμα που θα ασκούσε όλη του τη ζωή αλλάζοντας ίσως δουλειά μια-δυο φορές, μια δραστηριότητα που διαμόρφωνε τη βάση της υλικής του ύπαρξης. Σήμερα όμως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, καθώς η τεχνολογία της πληροφορίας επαναστατικοποίησε την κλασική μορφή της εργασίας. Αποτέλεσμα είναι η ελαστικοποίησή της.

Η εργασία διαμελίσθηκε στις χρονικές, χωρικές και συμβατικές της διαστάσεις: έχουμε έτσι διαρκώς περισσότερους ψευδοαυταπασχολούμενους, μερικά απασχολούμενους, συμβάσεις σκουπίδια (στη Γερμανία δουλειές των 330 ευρώ χωρίς κοινωνική ασφάλιση), εργασίες χωρίς σύμβαση, εργασίες που βρίσκονται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ αδήλωτης εργασίας και ανεργίας. Αυτά συμβαίνουν και στην καλύτερα καταρτισμένη και αμειβόμενη εργασία. Η αρχή που ίσχυε ώς τώρα, ότι η απασχόληση βασιζόταν σε σχετική ασφάλεια και μακροπρόθεσμη προβλεψιμότητα, ανήκει πια στο παρελθόν. Στο κέντρο της κοινωνίας και του εργασιακού της συστήματος κυβερνά πλέον το καθεστώς του ρίσκου.

Αυτή η πολιτική οικονομία της ανασφάλειας εκφράζεται με μιαν επίπτωση ντόμινο: όσα τους καλούς καιρούς αλληλοσυμπληρώνονταν και αλληλοενισχύονταν –πλήρης απασχόληση, εξασφαλισμένες συντάξεις, υψηλά φορολογικά έσοδα, ευρέα περιθώρια για δημόσια πολιτική– είναι τώρα αμοιβαίος κίνδυνος. Η εργασία γίνεται επισφαλής. Οι βάσεις του κοινωνικού κράτους ραγίζουν. Η κανονική διαδρομή των προσώπων γίνεται εύθραυστη. Προγραμματίζεται φτώχεια για τους συνταξιούχους του μέλλοντος.

Παντού ζητείται σήμερα ευελιξία. Δηλαδή οι επιχειρηματίες θέλουν να μπορούν να απολύουν τους εργαζομένους τους ευκολότερα. Ευελιξία σημαίνει επίσης μεταβίβαση ρίσκων από το κράτος και τις επιχειρήσεις στο άτομο. Οι θέσεις εργασίας γίνονται βραχύτερης διάρκειας, εύκολα αναιρέσιμες, δηλαδή «ανανεώσιμες». Εντέλει ευελιξία φτάνει να σημαίνει ότι πρέπει να χαίρεσαι που οι γνώσεις και η εμπειρία σου ξεπερνιούνται και κανείς δεν ξέρει να σου πει τι πρέπει να μάθεις για να μπορεί να σε χρειαστεί κάποιος. Ερχόμαστε έτσι στον πυρήνα του προβλήματος, που είναι ότι μπορούμε να επαινούμε τη «δημιουργική καταστροφή της οικονομίας» (Σουμπέτερ), όχι όμως των προσώπων.

Για να υπάρξει μια στατιστική αύξηση δύο εκατομμυρίων θέσεων εργασίας έπρεπε να χαθούν πρώτα δέκα εκατομμύρια και να δημιουργηθούν δώδεκα εκατομμύρια, ενδεχομένως έξω από τα εθνικά σύνορα. Είναι ολοφάνερο ότι οι κυβερνήσεις, για να ανοίξουν προοπτικές ζωής στους ανθρώπους, πρέπει να καλλιεργούν αυτό που ονομάζεται παραγωγή μεγαλύτερης αξίας και που δημιουργεί μεγαλύτερο μισθό. Αλλά ακριβώς λόγω του υψηλού μισθολογικού κόστους ανέβηκε και ο βαθμός αυτοματοποίησης στην οικονομία. Και βρισκόμαστε έτσι σε μια περίεργη διαλεκτική: όσο υψηλότερο είναι το μισθολογικό κόστος, τόσο περισσότερο προσπαθεί ο επιχειρηματίας να εισάγει μηχανήματα και να απασχολεί έτσι λιγότερα άτομα. Το κράτος μάλιστα τον ανταμείβει γι’ αυτό. Αλλά αν ο επιχειρηματίας υποκαθιστά εργαζόμενους με μηχανήματα και ενέργεια, οι φόροι και οι κοινωνικές εισφορές τείνουν να μειώνονται. Και αν απασχολεί περισσότερους ανθρώπους, υφίσταται υψηλό εργατικό και κοινωνικό κόστος. Συνέχεια