Ο «αντιιμπεριαλισμός» των ηλιθίων…


της Λέιλα Αλ-Σάμι

Για άλλη μια φορά, το δυτικό «αντιπολεμικό» κίνημα ξύπνησε για να κινητοποιηθεί γύρω απ’ όσα γίνονται στη Συρία. Είναι η τρίτη φορά από το 2011. Η πρώτη ήταν όταν ο Ομπάμα σκόπευε να πλήξει τη στρατιωτική ικανότητα του συριακού καθεστώτος (αλλά δεν το έκανε) μετά από χημικές επιθέσεις κατά της Γούτα το 2013, πράγμα που θεωρήθηκε «κόκκινη γραμμή». Η δεύτερη φορά ήταν όταν ο Ντόναλντ Tραμπ διέταξε επίθεση, η οποία έπληξε μια κενή στρατιωτική βάση, ως απάντηση στις χημικές επιθέσεις στο Χαν Σειχούν το 2017. Και σήμερα, καθώς οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία αναλαμβάνουν περιορισμένη στρατιωτική δράση (στοχευμένα πλήγματα σε στρατιωτικούς πόρους του καθεστώτος και εγκαταστάσεις χημικών όπλων) μετά από επίθεση χημικών όπλων στη Ντούμα, όπου σκοτώθηκαν τουλάχιστον 34 άτομα, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά που είχαν καταφύγει σε υπόγεια για να γλιτώσουν από βομβαρδισμούς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σημειωθεί από τις τρεις μεγάλες κινητοποιήσεις της δυτικής «αντιπολεμικής» αριστεράς είναι ότι δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον τερματισμό του πολέμου. Πάνω από μισό εκατομμύριο Σύροι έχουν σκοτωθεί από το 2011. Η συντριπτική πλειοψηφία από τους θανάτους αμάχων οφείλονται στη χρήση συμβατικών όπλων, και το 94 τοις εκατό απ’ αυτά τα θύματα τα σκότωσε η συρο-ρωσο-ιρανική συμμαχία. Καμία αγανάκτηση ή ανησυχία δεν εκδηλώθηκε γι’ αυτόν τον πόλεμο, ο οποίος ακολούθησε τη βίαιη καταστολή του καθεστώτος εις βάρος ειρηνικών διαδηλωτών υπέρ της δημοκρατίας. Καμία αγανάκτηση δεν εκφράζεται όταν βόμβες-βαρέλια, χημικά όπλα και ναπάλμ ρίχνονται πάνω σε δημοκρατικά αυτοοργανωμένες κοινότητες ή στοχεύουν νοσοκομεία και σωστικά συνεργεία. Οι πολίτες είναι αναλώσιμοι· οι στρατιωτικές δυνατότητες ενός γενοκτονικού, φασιστικού καθεστώτος δεν είναι. Τελικά, το σύνθημα «Κάτω τα χέρια από τη Συρία» στην ουσία σημαίνει «Κάτω τα χέρια από τον Άσαντ» και συχνά εκφράζεται υποστήριξη για τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας. Αυτό ήταν προφανές χθες σε μια διαδήλωση που διοργάνωσε η Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο – ΗΒ, όπου ξεδιπλώθηκαν ξεδιάντροπα σημαίες του καθεστώτος και της Ρωσίας.

30713127_10101740189173751_4375930285682851840_o

Αντιπολεμικοί διαδηλωτές στις ΗΠΑ

Αυτή η αριστερά εμφανίζει βαθιά αυταρχικές τάσεις, βάζοντας τα κράτη στο κέντρο της πολιτικής ανάλυσης. Έτσι, η αλληλεγγύη κατευθύνεται προς κράτη (τα οποία θεωρούνται ως ο κύριος παράγοντας σε έναν αγώνα για απελευθέρωση, ασχέτως του πόσο τυραννικά είναι), και όχι στις καταπιεσμένες ή υποπρονομιούχες ομάδες μέσα σε μια κοινωνία. Τυφλωμένοι απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο που συμβαίνει στην ίδια τη Συρία, οι αριστεροί αυτοί βλέπουν το συριακό λαό (όποτε τον βλέπουν καν) ως απλό πιόνι σε ένα γεωπολιτικό σκάκι. Επαναλαμβάνουν το τροπάρι ότι «ο Άσαντ είναι ο νόμιμος κυβερνήτης μιας κυρίαρχης χώρας». Ο Άσαντ –ο οποίος κληρονόμησε μια δικτατορία από τον πατέρα του και δεν είχε ποτέ προκηρύξει, ούτε βέβαια κερδίσει, ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Ο Άσαντ –του οποίου ο «Συριακός Αραβικός Στρατός» μπορεί μόνο να ανακτήσει εδάφη που έχασε με τις πλάτες ενός συνονθυλεύματος από αλλοδαπούς μισθοφόρους και με τη στήριξη από ξένες βόμβες, και ο οποίος μάχεται σε μεγάλο βαθμό ενάντια σε αντάρτες και αμάχους γεννημένους στη Συρία. Πόσοι θα θεωρούσαν νόμιμη τη δική τους εκλεγμένη κυβέρνηση εάν άρχιζε εκστρατείες μαζικών βιασμών κατά διαφωνούντων; Μόνο η παντελής απ-ανθρωποποίηση των Σύρων καθιστά δυνατό έστω να υποστηρίξουμε μια τέτοια θέση. Είναι ένας ρατσισμός που βλέπει τους Σύρους ως ανίκανους, και ανάξιους, για οτιδήποτε καλύτερο από μια δικτατορία από τις πιο βάναυσες της εποχής μας.

Για αυτή την αυταρχική αριστερά, η υποστήριξη στο καθεστώς Άσαντ παρέχεται στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού». Ο Άσαντ θεωρείται ως μέρος του «άξονα αντίστασης» εναντίον τόσο της αμερικανικής αυτοκρατορίας όσο και του σιωνισμού. Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το ίδιο το καθεστώς Άσαντ υποστήριξε τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου και συμμετείχε στο αμερικανικό πρόγραμμα παράνομων εκδόσεων, στο πλαίσιο του οποίου ύποπτοι για τρομοκρατία βασανίστηκαν στη Συρία για λογαριασμό της CIA. Το γεγονός ότι το καθεστώς αυτό έχει μάλλον το αμφίβολο επίτευγμα να έχει σφάξει περισσότερους Παλαιστινίους από το ισραηλινό κράτος παραβλέπεται διαρκώς, όπως και το γεγονός ότι προτιμά να χρησιμοποιεί τις ένοπλες δυνάμεις του για να καταστείλει εσωτερικές διαφωνίες παρά για να απελευθερώσει το Γκολάν από την ισραηλινή κατοχή.

 

Αυτός ο «αντιιμπεριαλισμός» των ηλιθίων εξισώνει τον ιμπεριαλισμό με τις πράξεις των ΗΠΑ και μόνο. Δεν φαίνεται να γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν τη Συρία από το 2014. Στην εκστρατεία τους για την απελευθέρωση της Ράκα από το Daesh εγκαταλείφθηκαν όλα τα διεθνή πρότυπα του πολέμου και κάθε μέριμνα αναλογικότητας. Πάνω από 1.000 πολίτες σκοτώθηκαν και ο ΟΗΕ εκτιμά ότι το 80 τοις εκατό της πόλης είναι πλέον ακατοίκητο. Οι κυρίαρχες «αντιπολεμικές» οργανώσεις δεν οργάνωσαν διαμαρτυρίες κατά της επέμβασης αυτής, ούτε απηύθυναν εκκλήσεις για την προστασία αμάχων και μη στρατιωτικών υποδομών. Αντίθετα, υιοθέτησαν τη λογική του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που άλλοτε ήταν το προνόμιο των νεο-συντηρητικών, και που τώρα υιοθέτησε το καθεστώς, για την οποία όλοι όσοι αντιτίθενται στον Άσαντ είναι τρομοκράτες τζιχαντιστές. Έκαναν τα στραβά μάτια όταν ο Άσαντ γέμιζε τα γκούλαγκ του με χιλιάδες κοσμικούς, ειρηνικούς, δημοκρατικούς διαδηλωτές για να βρουν μαρτυρικό θάνατο, ενώ παράλληλα άδειαζε τις φυλακές από ισλαμιστές. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι συνεχείς διαμαρτυρίες που οργανώνονταν σε απελευθερωμένες περιοχές ενάντια σε εξτρεμιστικές και αυταρχικές ομάδες όπως το Daesh, η Nusra και η Ahrar Al Sham, αγνοήθηκαν. Οι Σύροι δεν κρίνονται αρκετά ευφυείς ώστε να διαθέτουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Οι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών (στους οποίους περιλαμβάνονται και πολλές αξιοθαύμαστες γυναίκες), οι πολίτες- δημοσιογράφοι, οι εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη. Ολόκληρη η αντιπολίτευση συρρικνώνεται στα πιο αυταρχικά στοιχεία της ή θεωρείται απλά ιμάντας ξένων συμφερόντων.

Αυτή η φιλοφασιστική αριστερά φαίνεται τυφλή σε οποιαδήποτε μη δυτική μορφή ιμπεριαλισμού. Συνδυάζει την πολιτική ταυτότητας με τον εγωισμό. Όλα όσα συμβαίνουν τα βλέπει μέσα από το πρίσμα του τι σημαίνει για τους δυτικούς –μόνο οι λευκοί άνδρες έχουν τη δύναμη να φτιάχνουν την ιστορία. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, στη Συρία υπάρχουν σήμερα περίπου 2000 Αμερικανοί στρατιώτες. Οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει για πρώτη φορά στην ιστορία της Συρίας αρκετές στρατιωτικές βάσεις στο βόρειο τμήμα του Κουρδιστάν. Αυτό θα πρέπει να αφορά όποιον υποστηρίζει τον αυτοπροσδιορισμό των Σύρων, αλλά ωχριά σε σύγκριση με τις δεκάδες χιλιάδες ιρανικών στρατευμάτων και υποστηριζόμενών από το Ιράν σιιτικών πολιτοφυλακών που σήμερα κατέχουν μεγάλα τμήματα της χώρας, ή τις δολοφονικές βομβιστικές επιδρομές που πραγματοποίησε η ρωσική αεροπορία προς υποστήριξη της φασιστικής δικτατορίας. Η Ρωσία έχει πλέον δημιουργήσει μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στη χώρα και σε αντάλλαγμα έχει αποκτήσει αποκλειστικά δικαιώματα στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Συρίας. Ο Νόαμ Τσόμσκι υποστήριξε κάποτε ότι η επέμβαση της Ρωσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ιμπεριαλισμός επειδή το συριακό καθεστώς ήταν αυτό που την κάλεσε να βομβαρδίσει τη χώρα. Με την ανάλυση αυτή, ούτε η επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ ήταν ιμπεριαλισμός, αφού και αυτές τις κάλεσε η νοτιο-βιετναμέζικη κυβέρνηση.

 

Ορισμένες αντιπολεμικές οργανώσεις δικαιολόγησαν τη σιωπή τους για τις ρωσικές και ιρανικές επεμβάσεις υποστηρίζοντας ότι «ο κύριος εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα». Έτσι ξεμπερδεύουν από το καθήκον να αναλάβουν οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση των σχέσεων εξουσίας ώστε να προσδιορίσουν ποιοι είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν τον πόλεμο. Για τους Σύρους ο κύριος εχθρός είναι πράγματι στην ίδια τους τη χώρα –είναι ο Άσαντ, που τη δράση του ο ΟΗΕ τη χαρακτήρισε «έγκλημα εξολόθρευσης». Χωρίς να συνειδητοποιούν τις ίδιες τους τις αντιφάσεις, πολλές από τις φωνές αυτές αντιτάχθηκαν (και δικαίως) στην επίθεση του Ισραήλ κατά ειρηνικών διαδηλωτών στη Γάζα. Φυσικά, ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός είναι να φιμώνει τις ιθαγενείς φωνές. Στο πλαίσιο αυτό, οι κορυφαίες δυτικές αντιπολεμικές οργανώσεις διοργανώνουν συνέδρια στη Συρία χωρίς να προσκαλούν Σύρους ομιλητές.

 

Η άλλη μεγάλη πολιτική τάση που έχει ρίξει το βάρος της υπέρ του καθεστώτος Άσαντ και οργανώνει διαμαρτυρίες κατά των επιθέσεων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας στη Συρία είναι η άκρα δεξιά. Σήμερα, ο λόγος των φασιστών είναι ουσιαστικά αδιαφοροποίητος από εκείνον των «αντιιμπεριαλιστών αριστερών». Τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο ΗΒ, οπαδοί της «λευκής υπεροχής», αντιδραστικοί τηλεπαρουσιαστές και εχθροί της «λαθρομετανάστευσης» όλοι ξεσπαθώνουν κατά των επιθέσεων. Το σημείο όπου συχνά συγκλίνουν η εναλλακτική δεξιά με την εναλλακτική αριστερά είναι η προώθηση διάφορων θεωριών συνωμοσίας που δίνουν άφεση στο καθεστώς από τα εγκλήματά του. Λένε ας πούμε ότι οι σφαγές με τα χημικά είναι διαδόσεις ή ότι τα σωστικά συνεργεία είναι στην πραγματικότητα μέλη της Αλ Κάιντα και άρα νόμιμοι στόχοι. Όσοι διαδίδουν τέτοιες πληροφορίες δεν βρίσκονται στη Συρία και δεν είναι σε θέση να επαληθεύσουν ανεξάρτητα τους ισχυρισμούς τους. Συχνά επαφίενται σε κανάλια προπαγάνδας του ρωσικού κράτους ή του Άσαντ, επειδή «δεν εμπιστεύονται τα κυρίαρχα ΜΜΕ» ή τους Σύρους που πλήττονται άμεσα. Μερικές φορές η σύγκλιση αυτών των δύο φαινομενικά αντίθετων πτυχών του πολιτικού φάσματος μετατρέπεται σε ξεκάθαρη συνεργασία. Ο συνασπισμός ANSWER στις ΗΠΑ, που διοργανώνει πολλές από τις διαδηλώσεις κατά των επιθέσεων, έχει μια τέτοια προϊστορία. Και οι δύο τάσεις συχνά προωθούν ισλαμοφοβικά και αντισημιτικά αφηγήματα. Και οι δύο χρησιμοποιούν ίδια σλόγκαν και ίδια μιμίδια.

 

Υπάρχουν πολλοί βάσιμοι λόγοι να αντιταχθεί κανείς στην εξωτερική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, ασχέτως αν αυτή είναι από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, το Ιράν ή την Τουρκία. Κανένα από αυτά τα κράτη δεν ενεργεί προς το συμφέρον του συριακού λαού, της δημοκρατίας ή των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δρουν αποκλειστικά για τα δικά τους συμφέροντα. Η αμερικανική, βρετανική και γαλλική επέμβαση σήμερα είναι λιγότερο για την προστασία των Σύρων από τις αγριότητες και περισσότερο για την επιβολή ενός διεθνούς κανόνα ότι η χρήση χημικών όπλων είναι απαράδεκτη, από φόβο μήπως μια μέρα να χρησιμοποιηθούν ενάντια στους ίδιους τους δυτικούς. Κι άλλες ξένες βόμβες δεν θα φέρουν ειρήνη και σταθερότητα. Κανείς δεν φαίνεται να έχει όρεξη να διώξει τον Άσαντ από την εξουσία, πράγμα που θα συνέβαλε να τερματιστούν οι χειρότερες από τις φρικαλεότητες. Όταν όμως κανείς αντιτίθεται στην ξένη επέμβαση, πρέπει και να προσφέρει μια εναλλακτική λύση για την προστατευθούν οι Σύροι από τη σφαγή. Είναι το λιγότερο ηθικά προβληματικό να περιμένουμε από τους Σύρους να το βουλώσουν και να πεθάνουν για να διασωθεί η υπέρτερη αρχή του «αντιιμπεριαλισμού». Οι Σύροι έχουν ξανά και ξανά προτείνει πολλές εναλλακτικές λύσεις προς τις ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις, αλλά έχουν αγνοηθεί. Και έτσι το ερώτημα παραμένει: όταν αποτύχουν οι διπλωματικές επιλογές, όταν ένα γενοκτονικό καθεστώς προστατεύεται από ισχυρούς διεθνείς υποστηρικτές, όταν δεν σημειώνεται καμία πρόοδος στην προσπάθεια να σταματήσουν οι καθημερινοί βομβαρδισμοί, να πάψουν οι πολιορκίες και οι λιμοκτονίες ή να απελευθερωθούν κρατούμενοι που βασανίζονται σε βιομηχανική κλίμακα, τί μπορεί να γίνει;

Εγώ δεν έχω πλέον απάντηση. Έχω διαφωνήσει με όλες τις ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, έχω υποστηρίξει μια διαδικασία με συριακή πρωτοβουλία για να απαλλαγεί η χώρα από έναν τύραννο και διεθνείς διαδικασίες βασισμένες στις προσπάθειες να προστατευθούν οι άμαχοι και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δώσουν λόγο όλοι τοι παράγοντες που ευθύνονται για εγκλήματα πολέμου. Μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων είναι ο μόνος τρόπος για να τερματιστεί αυτός ο πόλεμος –και εξακολουθεί να φαίνεται τόσο μακρινός όσο ποτέ. Ο Άσαντ (και οι υποστηρικτές του) είναι αποφασισμένοι να αποτρέψουν οποιαδήποτε διαδικασία, να επιδιώξουν συνολική στρατιωτική νίκη και να συντρίψουν κάθε άλλη δημοκρατική εναλλακτική λύση. Εκατοντάδες Σύροι σκοτώνονται κάθε εβδομάδα με τους πιο βάρβαρους τρόπους που μπορεί κανείς να φανταστεί. Εξτρεμιστικές ομάδες και ιδεολογίες ευδοκιμούν στο χάος που δημιούργησε το κράτος. Οι άμαχοι εξακολουθούν να φεύγουν κατά χιλιάδες, και ταυτόχρονα θεσπίζονται νομικές διατάξεις που ουσιαστικά τους απαγορεύουν να επιστρέψουν κάποτε στα σπίτια τους. Το ίδιο το διεθνές σύστημα καταρρέει κάτω από το βάρος της δικής του ανικανότητας. Οι λέξεις «Ποτέ ξανά» ηχούν κούφιες. Δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό λαϊκό κίνημα που να είναι αλληλέγγυο με τα θύματα. Αντίθετα, πολλοί τους συκοφαντούν, χλευάζουν ή αρνούνται τα βάσανά τους, ενώ οι φωνές τους είτε απουσιάζουν από τις συζητήσεις, είτε αμφισβητούνται από ανθρώπους σε μακρινές χώρες που δεν γνωρίζουν τίποτα για τη Συρία, την επανάσταση ή τον πόλεμο και που αλαζονικά πιστεύουν ότι ξέρουν τι είναι καλύτερο. Αυτή η απελπιστική κατάσταση είναι που οδηγεί πολλούς Σύρους να αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τη δράση των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας και να βλέπουν τώρα την ξένη επέμβαση ως τη μόνη τους ελπίδα, παρά τους κινδύνους που γνωρίζουν ότι αυτή συνεπάγεται.

 

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεν πρόκειται να χάσω τον ύπνο μου για στοχοθετημένα πλήγματα που στοχεύουν στρατιωτικές βάσεις του καθεστώτος και εγκαταστάσεις χημικών όπλων, και που ενδέχεται να δώσουν στους Σύρους μια σύντομη ανάπαυλα από τους καθημερινούς φόνους. Και δεν θα αντιμετωπίσω ποτέ ανθρώπους που βάζουν μεγάλες αφηγήσεις πάνω από ζωντανές πραγματικότητες, που υποστηρίζουν βάναυσα καθεστώτα σε μακρινές χώρες ή που εκπέμπουν ρατσισμό, θεωρίες συνωμοσίας και άρνηση των σφαγών, ως συμμάχους.

davod8fwkaa2lol

 

Η Leila Al Shami είναι Βρετανίδα Σύρια που συμμετέχει σε αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη στη Συρία και στη Μέση Ανατολή από το 2000. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του δίκτυου TahrirICN που συνδέει αντιεξουσιαστικούς αγώνες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη. Έχει γράψει μεταξύ άλλων (μαζί με τον Robin YassinKassab) το βιβλίο Burning Country: Syrians in Revolution and War (Ιαν. 2016) και έχει συμβάλει στη συλλογική έκδοση Alford, Wilson (eds): Khiyana-Daesh, the Left and the Unmaking of the Syrian Revolution (Aπρίλιος 2016).

Το παραπάνω κείμενο αναρτήθηκε στο μπλογκ της στις 14 Απριλίου 2018.

Μετάφραση: Α.Γ.


Από:https://nomadicuniversality.com/2018/04/16/%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%AF%CF%89%CE%BD/

Το κυπριακό πρόβλημα είμαστε εμείς…


του Άκη Γαβριηλίδη

Εκατό περίπου χρόνια μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπάρχει μία γωνιά στον κόσμο όπου το πνεύμα της παραμένει ακόμα ζωντανό:
η Κύπρος.

Η Κύπρος, ακόμα σήμερα, επισήμως είναι ένα κράτος στο οποίο συνυπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες με διαφορετική εθνοτική καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία, χωρίς καμία απ’ αυτές να θεωρείται «πλειονότητα». Η Κύπρος δεν έχει πλέον αυτοκρατορία, έχει όμως ακόμα μιλλέτ.

Σε όλες τις περιοχές των Βαλκανίων, από αρκετά νωρίς στον 20ό αιώνα στήθηκαν μαγαζάκια εθνικής καθαρότητας, τα οποία έκαναν συντεταγμένα και νοικοκυρεμένα τις σφαγές τους, τις εθνοκαθάρσεις τους, τις «εθελοντικές» και υποχρεωτικές ανταλλαγές πληθυσμών τους, δημιούργησαν το εθνικό τους αφήγημα που αποκλείει όλους τους άλλους και αποδεικνύει ότι εδώ «είμασταν πάντα εμείς» …

Στην Κύπρο τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Όχι ότι δεν επιχειρήθηκε, βέβαια· αλλά ποτέ δεν επικράτησε τελείως. Πάντοτε έμενε ένα υπόλοιπο, κάτι που δεν άφηνε το καπάκι να κλείσει.

Το υπόλοιπο αυτό είναι το «κυπριακό πρόβλημα».

Δηλαδή είμαστε εμείς. Όλοι εμείς που δεν γουστάρουμε εθνικές καθαρότητες, που δεν θεωρούμε αυτονόητο μονόδρομο για τη συνύπαρξη των ανθρώπων το αξίωμα «ένας λαός, ένα έδαφος, μία γλώσσα, μία θρησκεία και γύρω γύρω συρματόπλεγμα». Εμείς είμαστε αυτοί που δεν αφήνουμε το καπάκι να κλείσει.

Το ότι υπάρχει «κυπριακό πρόβλημα» είναι μία νίκη μας.

Φυσικά η νίκη αυτή προέκυψε ενδεχομενικά, κατά μία έννοια τυχαία· οφείλεται σε μια συσσώρευση ιστορικών συγκυριών, χάρη στις οποίες καμία από τις αντικρουόμενες στρατηγικές δεν κατάφερε να επικρατήσει τελείως και να εκτοπίσει την άλλη. Κατά τα άλλα, και δολοφονίες αμάχων γίνανε, (ενίοτε αρκετά μαζικές), και μία βαθμιαία και ντε φάκτο «Λωζάννη» υπήρξε: αρχικά με τους «θύλακες» και μετά με την προσφυγοποίηση που ακολούθησε τη διπλή επέμβαση των «μητέρων πατρίδων» του 74. Μέχρι και η οιονεί νομιμοποίηση αυτής της ανταλλαγής προέκυψε, με τη λιγότερο διάσημη συμφωνία της Βιέννης του 77 –η οποία υπήρξε μία «Λωζάννη εσωτερικού χώρου»: παρήγαγε δύο –σχετικά- «καθαρές» εθνοτικά περιοχές, αλλά αυτές είναι υποδιαιρέσεις ενός τυπικά ενιαίου κράτους. Δεν υπήρξε όμως μία κυπριακή Σρεμπρένιτσα, ούτε ένα κυπριακό Ντέιτον.

Εν πάση περιπτώσει, η αποτυχία των στρατηγικών εθνικής καθαρότητας ιστορικά προέκυψε από την αμοιβαία τους εξουδετέρωση και τη σχετική τους αδυναμία/ ισοδυναμία. Δεν είναι δηλαδή ότι κάποιοι άλλοι έθεσαν ως στόχο αυτό το αποτέλεσμα, οργανώθηκαν, αγωνίστηκαν γι’ αυτό και το επέβαλαν.

Το ότι όμως εμείς οι αεθνιστές δεν είχαμε εξαρχής κάποιο σχέδιο, κάποιο «πρόταγμα» όπως λένε σήμερα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι σήμερα είμαστε οι μόνοι που έχουμε. Και αυτό είναι το πλεονέκτημά μας.

Οι οπαδοί των (εθνικώς) «καθαρών λύσεων», το μόνο που έχουν είναι ο συνδυασμός μίας μαξιμαλιστικής ρητορείας και ενός αμυντικού αρνητισμού που κατατείνει απλώς στην αναπαραγωγή του υπάρχοντος (υποτίθεται «μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες» που να είναι «πιο ευνοϊκές για την υλοποίηση των σχεδίων τους». Αυτές οι μέρες όμως επί σαράντα και πλέον χρόνια τώρα δεν έρχονται, και δεν είναι πιθανό να έλθουν τα επόμενα σαράντα). Στο μεταξύ όμως, δεν έχουν προσέξει ότι οι βερμπαλισμοί του τύπου «σύνορα στην Κερύνεια» αρχίζουν να μην ηχούν τόσο πειστικοί σε σύγκριση με όσους/-ες ενεργούν ήδη τώρα με βάση την –ιστορικά και νομικά ακριβέστατη άλλωστε- παραδοχή ότι τα «σύνορα» (ή πάντως το ακρότατο βόρειο σημείο) της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγματι βρίσκονται στην Κερύνεια. Ήταν πάντα, και δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται.

Δηλαδή π.χ. σε σύγκριση με τους φίλους και συντρόφους μας οι οποίοι, σε μία πράξη ύψιστου πατριωτισμού, κατεβάσανε τις σημαίες ξένων δυνάμεων –αυτών που φέρανε στην Κύπρο το διχασμό και το θάνατο- και αναρτήσανε στη θέση τους ένα λάβαρο εμπνευσμένο από μια επιθυμία. Δηλαδή από ένα θετικό πάθος. Όχι από φόβο, μίσος, αλαζονεία, καχυποψία, επιφυλακτικότητα· από την τάση που κάνει τους ανθρώπους να ζουν μαζί.

Για πρώτη φορά στην Κύπρο, εμείς οι αεθνιστές νομίζω ότι έχουμε ένα πολιτικό –όχι απλώς ηθικό- πλεονέκτημα. Δεν ξέρω αν έχουμε την πλειοψηφία. Έχουμε όμως μια θετική πρόταση· ίσως τη μόνη θετική πρόταση απέναντι στην απραξία, την κωλυσιεργία, την παραίτηση και την περιχαράκωση.

Φωτογραφία του χρήστη Andri Georgiou.

Το αποικιοκρατικό κράτος του Ισραήλ στον 21ο αιώνα …


του Ιλάν Παππέ

Το 2017, η ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας συμπληρώνει πενήντα χρόνια. Μετά από τόσον καιρό, ο όρος «κατοχή» αρχίζει να γίνεται κάπως περιττός και άτοπος. Δύο γενιές Παλαιστινίων έχουν ήδη ζήσει υπ’ αυτό το καθεστώς. Αν και οι ίδιοι το αποκαλούν ακόμα κατοχή, αυτά που περνάνε είναι ριζωμένα σε κάτι άλλο, πολύ πιο δύσκολο να κατανικήσεις ή να αλλάξεις: τον αποικισμό. Ο όρος αποικισμός δεν είναι εύκολο να εφαρμοστεί στο παρόν –τις περισσότερες φορές συνδέεται με γεγονότα του παρελθόντος. Για το λόγο αυτό, με τη συμβολή πρόσφατων και συναρπαστικών ερευνών, αναλυτές που γράφουν για το Ισραήλ χρησιμοποιούν συχνότερα έναν άλλο όρο: εποικιοκρατία[1].

H αποικιοκρατία μπορεί να περιγραφεί ως η μετακίνηση Ευρωπαίων σε διάφορα μέρη του κόσμου, η οποία δημιούργησε νέα «λευκά» έθνη εκεί όπου ιθαγενείς λαοί είχαν άλλοτε τα δικά τους βασίλεια. Τα έθνη αυτά μπορούσαν να δημιουργηθούν μόνο αν οι έποικοι χρησιμοποιούσαν δύο λογικές: τη λογική της εξάλειψης –να ξεφορτωθούν τους ιθαγενείς λαούς με όλα τα δυνατά μέσα, μέχρι και τη γενοκτονία· και τη λογική της απανθρωποποίησης –να θεωρούν τους μη Ευρωπαίους ως κατώτερους και άρα ανάξιους να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους εποίκους. Στη Νότιο Αφρική αυτές οι δίδυμες λογικές οδήγησαν στη δημιουργία του συστήματος του Απαρτχάιντ, το οποίο επίσημα θεσπίστηκε το 1948 –την ίδια χρονιά που το σιωνιστικό κίνημα μετέφρασε τις ίδιες λογικές σε μία επιχείρηση εθνοκάθαρσης στην Παλαιστίνη.

Όπως προσπάθησε να δείξει αυτό εδώ το βιβλίο, από μια εποικιοκρατική οπτική, συμβάντα όπως η κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, η διαδικασία του Όσλο και η απαγκίστρωση από τη Γάζα το 2005 είναι όλα τμήματα της ίδιας τακτικής του Ισραήλ να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερη Παλαιστίνη με όσο το δυνατόν λιγότερους Παλαιστίνιους μέσα της. Τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου έχουν αλλάξει με τον καιρό, και παραμένει ημιτελής. Ωστόσο, αυτός είναι το κύριο καύσιμο που τροφοδοτεί τη φωτιά της σύγκρουσης.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η φρικτή σύνδεση ανάμεσα στις λογικές της απανθρωποποίησης και της εξάλειψης, τόσο εμφανής στη διάδοση της ευρωπαϊκής εποικιοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεπήδησε πρώτα μέσα στα αυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής. Ήταν απροκάλυπτα εμφανής, μεταξύ πλήθους άλλων παραδειγμάτων, στην σφαγή των Κούρδων από τον Σαντάμ Χουσεΐν καθώς και στις εκκαθαρίσεις που διεξήγαγε το καθεστώς Άσσαντ το 2012. Μετά χρησιμοποιήθηκε και από ομάδες αντίθετες προς το καθεστώς αυτό: το χειρότερο σχετικό παράδειγμα είναι οι γενοκτονικές πολιτικές του Ισλαμικού Κράτους.

Ο εκβαρβαρισμός των ανθρώπινων σχέσεων μπορεί να τερματιστεί από τους ίδιους τους λαούς της περιοχής. Ωστόσο, θα πρέπει και ο έξω κόσμος να τους βοηθήσει. Η περιοχή θα πρέπει να επιστρέψει μαζί στο όχι τόσο μακρινό της παρελθόν, όταν καθοδηγητική αρχή ήταν η φράση «ζούμε και αφήνουμε τους άλλους να ζήσουν». Καμία σοβαρή συζήτηση γύρω από τον τερματισμό των παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνολικά στην περιοχή δεν μπορεί να παρακάμψει μια εξέταση των παραβιάσεων ενός αιώνα στην Παλαιστίνη. Τα δύο θέματα συνδέονται άμεσα. Η εξαιρετική μεταχείριση της οποίας απολαύει το Ισραήλ, και πριν απ’ αυτό το σιωνιστικό κίνημα, καθιστά γελοία οποιαδήποτε κριτική της Δύσης προς τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στον αραβικό κόσμο. Κάθε συζήτηση για τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων απαιτείται να περιλάβει μια κατανόηση της αναπότρεπτης κατάληξης εποικιοκρατικών προταγμάτων όπως ο σιωνισμός. Οι Ισραηλινοί έποικοι είναι πλέον οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της χώρας. Δεν μπορούν να απομακρυνθούν και δεν θα απομακρυνθούν. Το μέλλον θα πρέπει να τους περιλαμβάνει, αλλά όχι στη βάση της διαρκούς καταπίεσης και αποστέρησης των Παλαιστινίων που ζουν εκεί.

Συνέχεια