Η ανωμαλία της ομαλοποίησης …


Συντάκτης:

Ολοι έχουμε μία και μόνη ζωή. Υπάρχουνε κι άλλοι που πιστεύουν πως αυτή η ζωή είναι προσωρινή και μετά μας περιμένει μια αιώνια. Ακόμα, υπάρχει και η θεωρία της μετεμψύχωσης, που θεωρεί την ψυχή αθάνατη. Απλά το περιτύλιγμά της, δηλαδή το σώμα, χάνεται και αυτή συνεχίζει το ταξίδι της στο διηνεκές. Αυτά είναι μεταφυσικά, βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα στα οποία δυστυχώς δεν μπορεί να υπεισέλθει η δημοσιογραφία.

Ο κώδικας της επαγγελματικής δεοντολογίας επιβάλλει στον δημοσιογράφο να τεκμηριώνει τις πηγές του, να τις διασταυρώνει, γιατί αλλιώτικα κινδυνεύει να περάσει από το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, με απρόβλεπτες συνέπειες. (Αυτά στη θεωρία βέβαια, γιατί το Πειθαρχικό είναι πονόψυχο και κάνει τα στραβά μάτια.)

Δυστυχώς δεν διαθέτουμε καμιά τεκμηριωμένη έρευνα για τη μετά θάνατον ζωή, αλλά ούτε και μαρτυρίες. Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, δεν έχουμε ούτε μία κατάθεση νεκρού για την εμπειρία του στον άλλο κόσμο. Ετσι, αναγκαστικά θα περιοριστούμε στην παρούσα ζωή, στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Και να θέσουμε το ερώτημα: Η ζωή που κάνουμε είναι η ζωή που θέλαμε ή ζούμε σαν να κάνουμε τη ζωή κάποιου άλλου; Με άλλα λόγια, μήπως μας έχει επιβληθεί μια άλλη ζωή που σκοτώνει τη δική μας;

Ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται σε αυτόν τον πλανήτη είναι διαφορετικός. Εχει τα δικά του δακτυλικά αποτυπώματα (που σημαίνει μοναδικός), όπως και τα δικά του χαρίσματα και ταλέντα. Και αυτό φαίνεται από την παιδική ηλικία. Αδιάψευστος μάρτυρας είναι τα παιχνίδια που προτιμούν ή οι συνήθειες που έχουν τα παιδιά, αν βέβαια οι γονείς τα σεβαστούν και τα αφήσουν στην ησυχία τους.

Συνήθως οι γονείς διαπαιδαγωγούν τα παιδιά με παιχνίδια της αγοράς που δεν είναι καθόλου αθώα (εκπαιδεύονται στον καπιταλισμό). Παράλληλα, προσπαθούν να κόψουν τις «κακές» συνήθειες που προδίδουν τεμπελιά. Ετσι, αν κάποιο παιδί κάθεται με τις ώρες και κοιτάζει τα κύματα, οι γονείς θα νομίσουν πως το παιδί τους κάτι έχει. Και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δολοφονούν έναν μελλοντικό διάσημο ωκεανολόγο.

Ή κάτι πιο συνηθισμένο: Αν κάποιο παιδί έχει μανία με την μπάλα και παραμελεί τα μαθήματά του, θα κοιτάξουν να το «στρώσουν». Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια να χαθεί ένα μεγάλο αστέρι του ποδοσφαίρου και ένας εν δυνάμει εκατομμυριούχος.

Για να μη μιλήσουμε για την περίπτωση που το παιδί τους βγαίνει ομοφυλόφιλο, κάτι που εκδηλώνεται συνήθως στην παιδική ηλικία. Αντί να καταλάβουν πως είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που συναντάται τόσο στους ανθρώπους όσο και στη φύση, εκλαμβάνεται ως ανωμαλία και διαστροφή που πρέπει να «ομαλοποιηθεί». Αυτή ακριβώς η ομαλοποίηση είναι που ευνουχίζει τον άνθρωπο, τον οποίο υποχρεώνουν να ζει μια ζωή που του επιβάλλουν και του στερούν την ελευθερία του, καταστρέφοντας τη θέλησή του να ζήσει τη δική του ζωή.

Λίγοι είναι αυτοί που ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα. Ολοι εκπαιδευόμαστε με κατεύθυνση να βρούμε μια δουλειά στην υπάρχουσα αγορά εργασίας και όσο το δυνατόν πιο σίγουρη, π.χ. στα Σώματα Ασφαλείας, στην Εκκλησία, στο Δημόσιο.

Με άλλα λόγια: Ο καπιταλισμός γίνεται ο δημιουργός μας και εμείς χάνουμε την ιδιοκτησία του σώματός μας. Και ο Θεός που μας έφτιαξε (κατά μία εκδοχή) πάει περίπατο. Το κεφάλαιο σφετερίζεται όλες τις ανθρώπινες ιδιότητές μας και γινόμαστε, θέλοντας και μη, το στήριγμά του, με τη μισθωτή εργασία, τον καταναλωτισμό μας και τις συνήθειές μας. Τον αναπαράγουμε, άσχετα αν ο καπιταλισμός και η αντίστοιχη πολιτική του εκπροσώπηση μας έχουν σαν αναλώσιμα είδη.

Η Amazon σκέφτεται να ανοίξει στις ΗΠΑ 2.000 μίνι μάρκετ εντελώς αυτοματοποιημένα, χωρίς προσωπικό. Μπαίνοντας ο πελάτης στο μαγαζί, θα σκανάρει στο τερματικό το έξυπνο κινητό, οι κάμερες θα παρακολουθούν το κάθε του βήμα και ό,τι κατεβάσει από τα ράφια, θα χρεώνεται αμέσως στον λογαριασμό του. Με αυτόν τον τρόπο υπολογίζουν πως θα γλιτώσουν είκοσι χιλιάδες μισθούς.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, μέχρι το 2030 αυτός ο εκσυγχρονισμός θα έχει αφανίσει το 40% των σημερινών θέσεων εργασίας στον ανεπτυγμένο κόσμο. Δηλαδή η ανεργία γίνεται προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και έτσι έχουμε την εξής αναστροφή: Ενώ ο άνθρωπος είναι το μόνο πραγματικό κεφάλαιο, αυτό το κεφάλαιο εκμηδενίζεται από το χρήμα, που έχει δικτατορική ισχύ και μας εκπορνεύει βαθιά.

Ποιο είναι το αντίδοτο; Η αγάπη και η δημιουργία. Οποιος αγαπάει δεν μετράει. Οπου το χρήμα έχει αξία, οι λέξεις δεν έχουν καμία (βλέπε τον πολιτικό λόγο στη Βουλή). Εκεί που οι λέξεις έχουν αξία (βλέπε δημιουργία) το χρήμα δεν έχει καμία. Αλήθεια, ποια είναι η αξία ενός στίχου του Σολωμού; Ή ακόμα του συνόλου του ποιητικού έργου του Καρούζου που πέθανε με χαρτί απορίας; Ενώ ένας ασήμαντος βουλευτής μπορεί σε τέσσερα χρόνια να έχει αγορεύσει μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι» και να παίρνει μισθό αρεοπαγίτη.

Δηλαδή τον μεγαλύτερο μισθό που δίνει το κράτος. Για να δούμε τον κόσμο σωστά, πρέπει να τον δούμε ανάποδα. Και τότε ίσως να τον καταλάβουμε και κάτι να κάνουμε. Αλλιώτικα, όλοι συντηρούμε και αναπαράγουμε τον καπιταλισμό. Ακόμα και με αριστερή ρητορική. Βλέπε στα καθ’ ημάς ΣΥΡΙΖΑ.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.efsyn.gr/arthro/i-anomalia-tis-omalopoiisis

γιώργος χρονάς – μια στιγμή πιέρ πάολο παζολίνι …


«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπεσκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα.Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004].

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.


Από:https://pandoxeio.com/2017/04/26/chronas/

«Καλησπέρα. Σήμερα δεν υπάρχουν ειδήσεις»…


Εκφωνητής ειδήσεων, BBC Radio, c1930

Εκφωνητής ειδήσεων, BBC Radio, c1930

«Σε τούτο τον κόσμο τίποτα δεν είναι σίγουρο, εκτός από τους φόρους και τον θάνατο». Με αυτές τις λέξεις, ο Benjamin Franklin περιέγραψε το 1789 την αβεβαιότητα που είχε κυριεύσει την αμερικανική κοινωνία, κατά την περίοδο που θεσπιζόταν το πρώτο της Σύνταγμα. Αλήθεια, τι θα γινόταν εάν μια μέρα δεν συνέβαινε τίποτα άλλο, εκτός από τους αναπόφευκτους φόρους και τον αναπόφευκτο θάνατο; Τι θα γινόταν εάν μια μέρα δεν υπήρχε κανένα νέο, καμία επιβεβαιωμένη είδηση;

Παράλογη υποθετική κατάσταση, θα έσπευδα να απαντήσω, αν δεν υπήρχε το ραδιόφωνο του BBC στο Λονδίνο, το οποίο την Παρασκευή 18 Απριλίου του 1930, δύο μέρες πριν από την Κυριακή του Πάσχα, στις 6.30 το απόγευμα ανακοίνωσε:  «Καλησπέρα. Σήμερα είναι Παρασκευή και δεν υπάρχουν ειδήσεις». Μουσική για πιάνο αντικατέστησε τα δελτία ειδήσεων και τις ειδησεογραφικές εκπομπές, μέχρι να επανέλθει το πρόγραμμα στην κανονική του ροή.

Blattnerphone, μια από τις πρώτες συσκευές ήχου που εγκατέστησε το BBC

Blattnerphone, μια από τις πρώτες συσκευές ήχου που εγκατέστησε το BBC.

Ήταν η εποχή που το BBC είχε πάψει να συνεργάζεται με πρακτορεία ειδήσεων και στηριζόταν αποκλειστικά στη δική του δημοσιογραφική ομάδα. Είχε μάλιστα εγκαταστήσει, κατά το πρότυπο των πρακτορείων, μαγνητόφωνα για να καταγράφει τις ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων του. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης του 1930, κάποια εφημερίδα είχε δημοσιεύσει πληροφορίες σχετικά με μια συνέντευξη του υπουργού Εσωτερικών και το υπουργείο ήθελε κατεπειγόντως να τις διαψεύσει. Δεδομένου ότι  τη Μεγάλη Παρασκευή δεν κυκλοφορούν οι εφημερίδες, η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να απευθυνθεί στο ραδιόφωνο, που εξέπεμπε κανονικά δελτία ειδήσεων. Μετά την παρέλευση είκοσι τεσσάρων ωρών, όμως, οι συγκεκριμένες πληροφορίες δεν αποτελούσαν πια είδηση, κι έτσι και το BBC αποφάσισε να υπαινιχθεί τι είχε συμβεί, με αυτόν τον ιδιαίτερα καυστικό τρόπο. Θεώρησε ότι τα χθεσινά νέα δεν ήταν «νέα».

Από την δημοσιογραφική έρευνα που έγινε αργότερα, προέκυψε ότι, κατά την ημέρα εκείνη, μια ομάδα νεαρών στην περιοχή του Chittagong στην Ινδία (σήμερα, στο Μπαγκλαντές), η οποία ήταν ακόμη υπό βρετανική κυριαρχία, κατέλαβε το αστυνομικό τμήμα και ύψωσε την ινδική σημαία, ζητώντας την ανεξαρτησία της χώρας. Λίγες μέρες αργότερα, οι εξεγερμένοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα βρετανικά στρατεύματα σε μια φονική μάχη. Εκείνη την ημέρα, την ημέρα που κατά το BBC «δεν υπήρχαν ειδήσεις», είναι αμφίβολο εάν ο ραδιοφωνικός σταθμός γνώριζε τις αναταραχές στο Chittagong.

BBCYearBook30Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1930, οι δημοσιογράφοι του ραδιοφώνου του BBC δεν ήξεραν ποιες από τις ειδήσεις που είχαν στα χέρια τους έπρεπε να εντάξουν στο ειδησεογραφικό τους δελτίο. Η μέρα ήταν επίσημη αργία. Η παγκόσμια οικονομία φαινόταν να αρχίζει να ανακάμπτει από το «οικονομικό γεγονός» της Wall Street του 1929, γνωστό και ως «κραχ». Η Ευρώπη φαινόταν ήρεμη. Ο Αδόλφος Χίτλερ ήταν ένας πολιτικός με ελεγχόμενη ακόμα δύναμη και, παρόλο που η Βρετανία είχε υπό την κατοχή της πολλές αποικίες, τίποτα δεν φαινόταν να συμβαίνει ούτε εκεί. Ακολουθώντας μια υποτονική ροή ειδήσεων, οι δημοσιογράφοι του BBC μάλλον προέβησαν στην πιο έντιμη δημοσιογραφική ανακοίνωση στην ιστορία της δημοσιογραφίας:

«Κυρίες και κύριοι, δεν υπάρχουν ειδήσεις σήμερα».

Η ραδιοφωνική ανακοίνωση της 18ης Απριλίου του 1930 είναι καλή αφορμή για να αναρωτηθούμε τη σημασία των ειδήσεων που ακούμε κάθε μέρα. Η βιομηχανία της ενημέρωσης, αλλά συχνά και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, μας υποβάλλουν διαρκώς σε ειδήσεις αμφιβόλου σπουδαιότητας — αντίθετα με αυτό που αποφάσισε να κάνει το ραδιόφωνο του BBC εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή. Το δελτίο εκείνο ανακηρύχθηκε από το ίδιο το BBC ως η τρίτη πιο σημαντική είδηση σε ολόκληρη την Αγγλία μέχρι σήμερα.



Από:https://dimartblog.com/2013/04/18/no-news-day1/

Kurt Tucholsky: δημοσιογραφώντας την επερχόμενη λαίλαπα…


kt1Όταν μπορούμε να εντοπίσουμε τα σημάδια μια ασθένειας, πριν αυτή εκδηλωθεί, τότε είμαστε σε θέση να κάνουμε συνήθως πολλά περισσότερα είτε για να την αποτρέψουμε να εκδηλωθεί ή να την θεραπεύσουμε εγκαίρως. Σπάνια οι αρρώστιες της πολιτικής, όμως, εντοπίζονται πριν εκδηλωθούν. Κι όταν κάποιοι τολμούν εγκαίρως να τις δουν, φιμώνονται με κάθε τρόπο ή αντιμετωπίζονται ως παράφρονες. Ίσως αυτός να είναι κι ο στόχος: τα συμπτώματα αρχικά να μοιάζουν αθώα και ανώδυνα, ώστε να τα συνηθίζουν οι εξουσιαζόμενοι και να μην κάνουν τίποτε, για να τα αποτρέψουν, πριν εκδηλωθούν. Καλλιεργείται ίσα-ίσα απ’ τους χειριστές της εξουσίας η εντύπωση ότι η επιδημία είναι αναπόφευκτη και γι’ αυτό το μόνο που απομένει είναι να σώσει ο καθένας το τομάρι του. Είναι, επίσης, γνωστό ότι σε μια αρρώστια αντιστοιχούν συγκεκριμένα συμπτώματα. Στην περίπτωση της κοινωνίας, η πολιτική εκδηλώνεται ως μια ασθένεια με πολλά συμπτώματα, όπως ο φασισμός κι ο ναζισμός, που έχουν άλλοτε αφήσει βαθιές χαραγματιές στο σώμα της ανθρωπότητας, άλλοτε πέρασαν σαν φαντάσματα που απείλησαν.

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης, η τόσο πολυσυζητημένη αυτή περίοδος που αποτέλεσε εν μέρει και το πρελούδιο του ναζισμού στη Γερμανία, πριν απειλήσει όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, είναι για τους ιστορικούς ένα καλό παράδειγμα για τον εντοπισμό των συμπτωμάτων. Μια φωνή, που έζησε και δημιούργησε στην Γερμανία του Μεσοπολέμου ήταν κι ο Kurt Tucholsky (Κουρτ Τουχόλσκι)∙ δημοσιογράφος, σατιρικός κειμενογράφος, ποιητής και συγγραφέας. Έγραφε συχνά, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα και έζησε στο Βερολίνο, το Παρίσι και τη Σουηδία. Θεωρούνταν απ’ τους σημαντικότερους δημοσιογράφους της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και πίστευε σ’ αυτήν. Ήταν εβραϊκής καταγωγής κι απ’ τους δυο γονείς του και με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, ενώ ο ίδιος είχε προλάβει να το σκάσει, έχασε την υπηκοότητά του απ’ τους ναζί και τα έργα του κάηκαν όπως και τόσων άλλων καλλιτεχνών.

Συνέχεια

ΑΡΙΣΤΕΑ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ


STATHIS

Η στήλη αποχαιρετάει σήμερα την Αριστέα Μπουγάτσου. Μια απ’ τις καλύτερες δημοσιογράφους που είχε ο συντάκτης της την τιμή να γνωρίσει.

Η Αριστέα ήρθε πριν από λίγα χρόνια στην «Ελευθεροτυπία» κυνηγημένη (δηλαδή απολυμένη) από την «Καθημερινή». Ήταν ήδη πολύ γνωστή στο επάγγελμα και βεβαίως στους αναγνώστες, εξ αιτίας των δημοσιογραφικών επιτυχιών που σημείωσε σωρηδόν στη σοβαρή ερευνητική δημοσιογραφία, καθώς κι εξ αιτίας του ήθους και του ακέραιου χαρακτήρα της. Στην «Ελευθεροτυπία», ώσπου έκλεισε, καθόμασταν σε αντικρυστά γραφεία κι έτσι γνωριστήκαμε καλά.

Δεν θα κλάψω για την Αριστέα Μπουγάτσου, δεν μπορείς να κλάψεις για μια Μπουμπουλίνα, παρά να αισθάνεσαι υπερήφανος για τον τρόπο που έζησε και για την παρακαταθήκη που άφησε. Ούτε πιστεύω ότι η ζωή της ήταν σύντομη διότι ήταν απολύτως γεμάτη από ευγένεια, ευαισθησία, εργατικότητα και υπερηφάνεια.

Άνθρωπος απλός και λαϊκός η Αριστέα, γυναίκα με αρχές, τίμησε την καταγωγή και την αγωγή της, οπλίζοντας μια ψύχη γεμάτη καλοσύνη με τα άρματα της αναζήτησης της αλήθειας και του δίκιου. Ήταν αυστηρή με τον εαυτό της, αλλά μέσα της έκρυβε όλην εκείνη την τρυφερότητα που την εμπόδιζε να γίνει ο Ιαβέρης των υποθέσεων που έφερνε στο φως. Η Αριστέα ήταν υπερασπιστής και όχι διώκτης.

Χαλκέντερη ξεψείριζε τα πάντα, αφιερώνοντας ώρες και ώρες, ώσπου να αποδείξει τα ζητούμενα στα θέματά της, θυμίζοντας σε πολλά την αμερικανική ερευνητική δημοσιογραφία μακρυά από ευκολίες, τσαπατσουλιές και κιτρινισμούς. Δεν διαψεύσθηκε σε όσα έγραψε ούτε μία φορά.

Παρ’ ότι, λόγω των ερευνών της η Αριστέα έρχονταν σε επαφή με τους Δυνατούς, ούτε εκμαυλίσθηκε, ούτε ποτέ ακκιζόταν με τους ανθρώπους ενός κόσμου διαφορετικού απ’ όσα η ίδια ποθούσε, πράγματα ταπεινά, αγαθά και ωραία. Ίσως για αυτό και ορισμένοι  -όχι πολλοί- απ’ τον κόσμο των ισχυρών του χρήματος και της πολιτικής την εκτιμούσαν ως χαρακτήρα. Οι υπόλοιποι την φοβούνταν.

Γράφω τώρα για την Αριστέα και ξέρω ότι ταυτοχρόνως γράφω και έναν έπαινο για εκατοντάδες δημοσιογράφους που κάνουν τίμια τη δουλειά τους με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση.

Πολλοί απ’ αυτούς, γυναίκες και άνδρες γνώριζαν την Αριστέα κι άλλοι όχι, αλλά όλοι άκουγαν για αυτήν και τον τρόπο που έκανε τη δουλειά της. Δεν πρόλαβε να γίνει πρότυπο , αλλά θα γίνει πρότυπο η παρακαταθήκη της.

Όπως κάθε άνθρωπος που κάνει καλά τη δουλειά του έτσι και η Αριστέα δεν έμεινε χωρίς κόστος. Ιδιαιτέρως με την κρίση στην «Ελευθεροτυπία» δεν έμεινε η πλάτη της χωρίς συναδελφικές μαχαιριές. Κακολογήθηκε από μωρές γλώσσες, ρηχές, ξηρές και πονηρές καρδιές – τί να κάνουμε; σε κάθε μικρόκοσμο ευδοκιμούν οι μικρότητες, στον δικό μας μάλιστα τον δημοσιογραφικό ανθούν, όσο πιο μικρός είσαι τόσο πιο μεγάλες οι κακίες που λες. Πλην όμως κούφιες.

Η Αριστέα φεύγει, έφυγε στεφανωμένη με την αγάπη του κλάδου, των αναγνωστών, των φίλων και των οικείων της. Μεσσήνια μεν, Λάκαινα δε.

Ξέρω ότι για αυτά που γράφω τώρα θα με απόπαιρνε – «άστα, ρε Σταθούλη, τί τα θες τα ωραία λόγια;» – σωστό! Ήταν ωραία έτσι κι αλλιώς, χωρίς χρεία για παινέματα, είχε το χιούμορ!

Το λαϊκό αλλά και το καλλιεργημένο. Δηλαδή το χιούμορ της καθαρής καρδιάς, το χιούμορ εκείνου που ενδιαφέρεται για τους άλλους, τίποτα δεν ένιωθε αφ’ υψηλού, με τίποτα δεν ήταν κυνική, αλλά έτρεχε αρωγός στις ανάγκες πολλών ανθρώπων γύρω της, πάντα με το χαμόγελο. Διότι είχε συναίσθηση. Κι ως εκ τούτου βοηθούσε, συγχωρούσε, συνέπασχε, φρόντιζε. Η Αριστέα δεν έδινε απ’ το υστέρημά της μόνον, «έδινε και το βρακί της» όπως λέμε στα χωριά μας.

Τη χάρηκα τη ζωή μαζί με την Αριστέα Μπουγάτσου. Είχε τη μοσχοβολιά της γυναίκας προμάχου, λεβέντισσα θα την έλεγαν στα καφενεία, φυλαχτό για τα στρουθία ήταν.

Στην αρρώστια της στάθηκε όρθια, πολέμησε με τσαγανό και παρηγορούσε η ίδια όσους γύρω της κλονίζονταν. Δεν νίκησε. Πήρε μαζί της τον νικηφόρο βίο της κι έφυγε.

Στο καλό, Αριστάκι μου, αριστερό μου Αριστάκι.

http://www.enikos.gr/stathis/119471,ARISTEA_MPOYGATSOY.html

email: stathis@enikos.gr

Σ.απ.γαλ.: Καλό ταξίδι Αριστέα. Με δίδαξες πάρα πολλά, μέσα από την γραφή σου.Και ανεκτίμητα.

Ταπεινά σε ευχαριστώ.