Darkest Hour | η τρομαχτική αγιογραφία του Τσόρτσιλ… Όταν ο αντικομμουνιστής, ρατσιστής, «αποικιολάγνος» μετατρέπεται σε εικόνισμα…


Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

… θα πολεμήσουμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους αιθέρες, θα υπερασπίσουμε το νησί μας, ό,τι και να μας κοστίσει, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους. Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!

Το ακούσαμε στην «Δουνκέρκη» του Nolan πριν κάποιους μήνες και το ακούμε ξανά. Σε πιο μουγκρισμένη εκδοχή αυτή την φορά και από τον «άλλοτε-κινηματογραφικό-χαρακτήρα-της-εργατικής-τάξης-που-μετατρέπεται-στο-ακριβώς-αντίθετο-της-για-λεφτά-και-Όσκαρ-Gary-Oldman» (σ.σ. με συγχωρείται για τον υπερβάλλων νεολογισμό) στην «Πιο σκοτεινή ώρα». Εκεί όπου η πασίγνωστη τούτη μορφή με το πούρο στο χέρι και το scotch ουίσκι του είναι στρεσαρισμένος στο πατρικό του ανάκτορο(!) λίγο πριν την συνάντηση με τον βασιλιά του, λίγο πριν πάρει το χρίσμα του πρωθυπουργού και μεταπλασθεί στους αιώνες των αιώνων αμήν από κτηνώδη αστό σε… χαρισματικό ηγέτη. «Η πιο σκοτεινή ώρα» ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε πως είναι η στιγμή που ο Τσόρτσιλ παίρνει την έγκριση της επίσημης και κυρίαρχα γραμμένης Ιστορίας και ταυτόχρονα της επίσημης και κυρίαρχα ευπώλητης τέχνης του 21ου αιώνα.

Εμείς ωστόσο δεν τον εγκρίνουμε εξαρχής και μεροληπτούμε. Πίσω από τον χαρισματικό Ουίνστων Τσόρτσιλ βλέπουμε μια πολιτική μορφή της Ιστορίας που πάνω του συγκρούονται δυο αλήθειες ή καλύτερα δυο αντικρουόμενα συμφέροντα. Ο Τσόρτσιλ συμβολίζεται στην Ιστορία διττά: Από την μία είναι προσωποποιημένος ο αντικομμουνισμός, ο ρατσισμός, ο «αποικιολάγνος» ιμπεριαλισμός, ο βαθύς αντεργατισμός και η εφιαλτική «αστικότητα» και από την άλλη η πλήρης αθώωση του και η ανάδειξη του σε ήρωα της ηπείρου και του κόσμου ολόκληρου που «δεν παραδόθηκε ποτέ» στον ναζισμό με το πούρο πάντοτε στο χέρι, την υπεροπτική του αυθάδεια ευθύβολη στα πορτρέτα του. Εμείς μεροληπτούμε γιατί διαλέγουμε την πρώτη εκδοχή. Διότι δεν δεχόμαστε να ξεχάσουμε τους τόνους εγκλημάτων και υποκρισίας που κουβαλάει στις αποσκευές του. Μεροληπτούμε όπως ακριβώς κάνουν και οι παραγωγοί της ταινίας και διάφοροι καλοθελητές διαλέγοντας την δεύτερη. Κατασκευάζοντας το απόλυτα αγιοποιημένο και εξωραϊσμένο πορτρέτο του Τσόρτσιλ υποκρύπτοντας τα ουσιώδη αλλά και τα φαινομενικά. Η προσέγγιση τους είναι χυδαία, είναι εκνευριστική και ταυτόχρονα γελοία. Κάθε σοβαρότητα άλλωστε θα ακύρωνε de facto τον σκοπό τους.

Δεν χρειάζονται πολλαπλές γνώσεις και αναγνώσεις του κινηματογραφικού μέσου για να γίνει κατανοητή η πιο αισχρή λαθροχειρία που λαμβάνει χώρα μπρος στα μάτια του θεατή. Η άποψη που πλασάρεται είναι τόσο εσκεμμένα τραβηγμένη νοηματικά και κινηματογραφικά που δεν μπορεί παρά να είναι κατακριτέα αμφότερα (νοηματικά και κινηματογραφικά). Άλλωστε οι νικητές (και εδώ μιλάμε για τους Βρετανούς και τον Τσόρτσιλ) γράφουν την παγκόσμια ιστορία. Τόσο που αντλούν κάθε δικαίωμα για τον ηγέτη τους να τον καταγράψουνε στο παρελθόν και να τον μεταφέρουνε στον παρόν κατά πως τους βολεύει. Η παραπλάνηση αποτελεί λοιπόν πέρα από κοινή γνώση, με αφορμή τούτη την κινηματογραφική υπερπαραγωγή και κάτι το απόλυτα προφανές. Δεν θα τοποθετηθούμε, λοιπόν, αν η ταινία επιζητεί ιστορικές ή βιογραφικές αξιώσεις.

Ο Τσόρτσιλ δηλώνει υπεροπτικά την νίκη του: στην Ιστορία όπως και στην συνείδηση του κοινού


Ο Τσόρτσιλ μια persona προσόντων και προτερημάτων ως δηλωμένος στόχος της ταινίας


Ο Τσόρτσιλ ανάβει πούρο. Ο Τσόρτσιλ προχωρά σκυφτός και σκεπτικός με το βάρος της παγκόσμιας ευθύνης στους ώμους του προς το υπόγειο πολεμικό συμβούλιο και ελέγχει τους χάρτες των επιχειρήσεων. Ο Τσόρτσιλ φιλάει την γυναίκα του στα χείλη, η γυναίκα του βάφεται σκεπτόμενη τον Τσόρτσιλ ενώ δίπλα του είναι καλοσιδερωμένη η στρατιωτική στολή του Τσόρτσιλ. Ο Τσόρτσιλ κατοχυρώνει, συμβολοποιεί και τεκμηριώνει το V της νίκης. Ο Τσόρτσιλ δίνει πύρινους λόγους, έχει ταυτόχρονα χιούμορ (κάνει και καμιά γκάφα) αλλά ο Τσόρτσιλ αυθεντικά αντιπαθεί τους ναζί. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει τους συνεργάτες του και εκτιμά την γραμματέα του και σέβεται τους εχθρούς του. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει το έθνος του και ο Τσόρτσιλ δέχεται επευφημίες σύσσωμα από αυτό. Ο Τσόρτσιλ είναι μια persona προσόντων και προτερημάτων. Γυρνάς από εδώ ο Τσόρτσιλ. Γυρνάς από την άλλη ο Τσόρτσιλ και πάλι… Αυτή πράγματι θα μπορούσε να είναι η σύνοψη της πλοκής της ταινίας και ως εκ τούτου το «Darkerst Hour» -που δεν επιτρέπει να παρεισφρήσει στην αφήγηση του τίποτε άλλο πέρα από την ανάδειξη και τον εξωραϊσμό του Τσόρτσιλ- θα μείνει στην μνήμη και την συνείδηση μας ως μια από τις πιο σκοτεινές ώρες της κινηματογραφικής τέχνης εφάμιλλο –και καθόλου με το συμπάθιο- με τον ναζιστικό «Θρίαμβο της Θέλησης». Εξάλλου η ίδια θέληση θριάμβευσε, ή προσπάθησε να θριαμβεύσει, και τις δυο φορές: Από την μία η (αποτυχημένη) θέληση της συντήρησης και μεγέθυνσης του Τρίτου Ράιχ και η εξόντωση της ανθρωπότητας και από την άλλη η (επιτυχημένη σε ένα βαθμό) θέληση για συντήρηση και μεγέθυνση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η (πάλι) εξόντωση της ανθρωπότητας. «Να μείνουμε, λοιπόν, πιστοί στο καθήκον μας και να αντέξουμε ώστε αν η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Κοινοπολιτεία της διαρκέσουν χίλια χρόνια, η ανθρωπότητα θα λέει πως “αυτή ήταν η ωραιότερη στιγμή τους”» μας… απειλεί (ιστορικά, όχι φιλμικά) ο Τσόρτσιλ σε έναν από τους περίφημους, περισπούδαστους και προβαρισμένους λόγους του. Πόσο διαφέρει τούτη η υπεροπτικά νοσηρή δήλωση από τη παρομοίως νοσηρή επιδίωξη των χιτλερικών για μια χιλιόχρονη «Νέα Ευρώπη»; Ίδια η ρητορεία, ίδια τα όνειρα και ίδια… τα εγκλήματα. Ο ένας καταγράφηκε ως Βρετανός αστός και ήρωας και ο άλλος καταγράφηκε σαν τρελός ναζί και εγκληματίας. Δυο παραπλανητικά στημένες και συντηρημένες εικόνες από την τέχνη και την ιστορία που αμφότερες στηρίζουν βολικά τις πολιτικές προθέσεις του συστήματος. Και άντε ο θεατής του σήμερα να βγάλει άκρη. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Ο σεβασμός προς τον θεατή οφείλει καλλιτεχνικές αξιώσεις από τον δημιουργό. Εδώ ωστόσο αποζητά μονάχα την ιδιοτελή χειραγώγηση του. Βραβεία, εισιτήρια και παραμυθιασμένους θεατές που χειροκροτούνε τους θύτες τους. Τα καταφέρνει: Η οθόνη έχει γεμίσει ασφυκτικά από το πορτρέτο του Τσόρτσιλ για ένα δίωρο όπου αδυνατούμε να εκφράσουμε αμφιβολίες. Μετατρεπόμαστε σε θαυμαστές και σε ακραίο βαθμό καταγοητευμένοι. Οτιδήποτε άλλο έξω από την θριαμβευτική του παρουσία και υπεροχή απλώς ξεχνιέται. Το συγκεκριμένο σινεμά είναι παράδειγμα της δυναμικής του: χειραγωγεί συναισθήματα και συνειδήσεις.

Και πάλι… Δουνκέρκη. Έγνοιες, πράγματι, βρέθηκαν να έχουν οι Βρετανοί και επανέρχονται σε αυτή την ιστορία εις διπλούν την ίδια χρονική συγκυρία. «Που πρέπει να είμαστε στο τέλος αυτού του πολέμου;» ρωτάει κάποια στιγμή στο Κοινοβούλιο ο Τσόρτσιλ. Και ο θεατής αναζητά μια απάντηση στην σημερινή πραγματικότητα: η πιο σοβαρή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών έχει χτυπήσει την Ευρώπη δίχως να αφήνει απ’ έξω μήτε την Μεγάλη Βρετανία. Η δύναμη της άλλοτε ευημερούσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας γεωπολιτικά μειώνεται. Προϋποθέσεις ενός γενικευμένου πολέμου αναβιώνουν από στιγμή σε στιγμή και έτσι μοιάζει να υπάρχει μια επείγουσα «πατριωτική» ανάγκη: η μυθική συντήρηση του δοξασμένου παρελθόντος της και η υλική διατήρηση των σύγχρονων προνομίων της. Ένας νέος ηγέτης πρέπει να κατασκευασθεί. Ένας ηγέτης κατασκευασμένος όπως και ο Τσόρτσιλ που θα μπορέσει να υπερασπιστεί το έθνος.

Και ορίστε ο Gary Oldman με την βραχνή φωνή του και το αγέρωχο ύφος του ηγέτη που δεν έχει τίποτα να «προσφέρει παρά αίμα, κόπο, δάκρυα και ιδρώτα» πείθοντας την σκοτεινιασμένη Βουλή –που αποκτά αναγκαστικά κι αυτή προς άγρα κινηματογραφικής ταύτισης κινηματογραφικό κλίμα της πιο σκοτεινής ώρας- να συμμετάσχει η Βρετανία στο πόλεμο. Και να υπερασπιστεί την Δουνκέρκη. Προφανώς σε αυτή την μάχη, δεν μάτωσε, δεν κόπιασε, δεν δάκρυσε και δεν ίδρωσε ο Τσόρτσιλ μα ούτε και ο Gary Oldman. Η ταινία δεν αναπαριστά τον πόλεμο παρά σε μετρημένα πλάνα. Απεικονίζει μονάχα τις επαύλεις, τα ανάκτορα και τα στρατιωτικά συμβούλια. Οι φαντάροι και αίμα και δάκρυα και κόπο και ιδρώτα ρίξανε. Μακελεύτηκαν. Όσο προλαβαίνουμε φυσικά να το δούμε σε αυτά τα μετρημένα πλάνα. Μακελεύτηκαν όπως επίσης και οι αποικιοκρατούμενοι λαοί της Αφρικής και της Ασίας καθ’ όλη την διάρκεια της παντοκρατορίας του και που παρομοίως δεν βλέπουμε ποτέ μας. Η μουσική –ακριβώς την στιγμή του φημισμένου λόγου του- δραματική. Σχεδόν επική. Πομπώδης. Είναι πομπώδες έπος άλλωστε να καταφέρνεις να υποκρίνεσαι για τις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές προθέσεις σου εξοντώνοντας στρατιώτες και λαούς, γινόμενος τελικά και εκ των υστέρων ήρωας.

Ο Τσόρτσιλ αφουγκράζεται τον αγγλικό λαό και παίρνει την σωστή «πατριωτική» απόφαση


Η ευτελή χυδαιότητα πάνω στην πραγματικότητα


Έτσι είναι τα παραμύθια. Καλομαγειρεμένα και καλοταΐστα. Το είπαμε: Τον αγαπάει η γυναίκα του. Τον σέβονται οι εχθροί του. Σε slow motion τον λατρεύει ο αγγλικός λαός. Όρθιο και συγκινημένο τον χειροκροτεί το Κοινοβούλιο. Ο ίδιος ο βασιλιάς άναυδος «λιώνει» με δέος μπρος στην περπατησιά του και η βροχή, ο καιρός και η ίδια η πραγματικότητα συνάδει με την «ιστορικής κλίμακας» παρουσία του. Σε μια τέτοια απεικόνιση ο θεατής τι μπορεί να κάνει πρακτικά; Να αποτελέσει εξαίρεση; Αναγκάζεται κι αυτός να τον λατρέψει. Νιώθει ρίγος μπρος στις δηλώσεις του. Ευγνώμων. Γιατί αυτός είναι ο στόχος της ταινίας και ο πολιτικός στόχος των καιρών. Να αναζητούμε ηγέτες. Ο φιλμικός Τσόρτσιλ δεν σταματά διόλου την νικηφόρα του πορεία. Υπερβαίνει και το έσχατο: παρατάει την λιμουζίνα του, μπαίνει δίχως σωματοφύλακες –και για πρώτη φορά στην ζωή του όπως τονίζει- στο υπόγειο μετρό του Λονδίνου. Έχει έρθει η ώρα της μεγαλύτερης απόφασης της Ιστορίας και στέκεται δίπλα δίπλα με την… πλέμπα. Για να την αφουγκραστεί. Ο Τσόρτσιλ της ταινίας μετατρέπεται σε μια θυμόσοφη πατρική φιγούρα αγγίζοντας το πατριωτικό αίσθημα του λαού του. Το feedback με τους χαμογελαστούς εργάτες και έναν(!) μαύρο που τους δίνει χειραψία και τους χτυπά την πλάτη είναι καθοριστικό. Η απόφαση πάρθηκε: Η Βρετανία σύσσωμη, με εθνική ενότητα μπαίνει στον πόλεμο. Η δημοκρατικότητα του Τσόρτσιλ επιβεβαιώθηκε. Αθωώθηκε και… μυθοποιήθηκε όσο ποτέ άλλοτε κινηματογραφικά.

Τι κι αν μακέλεψε εργατικές απεργίες στέλνοντας 50000 ένοπλους εναντίον τους στηρίζοντας τις σιδηροδρομικές εταιρίες ή δολοφονώντας εργάτες στο Λίβερπουλ; Τι κι αν έφερνε ως σκλάβους αυτούς «τους κτηνώδεις ανθρώπους με την κτηνώδη θρησκεία» από τις αποικίες ή που πρότεινε λίγα χρόνια νωρίτερα πως «η αναπαραγωγή των διανοητικά ασθενέστερων αποτελεί τρομακτικό κίνδυνο για την φυλή μας»Τι κι αν έστειλε στην αποικία του την Ινδία το 1943 με προμελετημένο λοιμό 5 εκατομμύρια ανθρώπους στο τάφο; Ή που χαιρέτησε τον Μουσολίνι λέγοντας του κατ’ ιδίαν πως «το κίνημα σας πρόσφερε υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο και αν ήμουν Ιταλός, θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την αρχή μέχρι το τέλος στον θριαμβευτικό σας αγώνα ενάντια στα κτηνώδη πάθη του λενινισμού»; Τι, τέλος, κι αν άνοιξε πυρ στον λαό της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944 και «έτσι ετελείωσε η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες και που έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό» που έγραφε στην αυτοβιογραφία του; Η ταινία δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Είναι μια κυνική, για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, τοποθέτηση και στήνει προσκυνητάρι για αποδοχή και λατρεία του: κάνει την πιο λαθραία αγιογραφία του που ούτε ίσως το ίδιο το υποκείμενο δεν θα επιδίωκε…

Το «Darkest Hour» επιδιώκει, προαναγγέλοντας τον, τον θάνατο του κινηματογράφου. Η ίδια αφηγηματική λειτουργία που έκανε τις ναζιστικές προπαγανδιστικές ταινίες εχθρικές προς τον πολιτισμό και την κουλτούρα άλλο τόσο εχθρική πρέπει να νοηθεί και η συγκεκριμένη. Η ιστορική τούτη αναπαράσταση μεταλλάσσει τόσο πολύ την πραγματικότητα που την εξαγοράζει και την σερβίρει με φαινομενικά τα πιο φίνα και γκουρμέ υλικά:έξοχη σκοτεινή και ομιχλώδη φωτογραφία, τσορτσιλική πομπώδη ερμηνεία (μιας και ο ίδιος ο Τσόρτσιλ την υποκριτική την είχε «σπουδάσει» και απεχθανόταν κάθε δημόσια προσέγγιση της realpolitik), αφηγηματική ενότητα και αριστοτελική ανάπτυξη της πλοκής σε τέμπο αλάνθαστο. Ταύτιση, συγκίνηση, χειραγώγηση.Καθώς Ιστορία της ρητορείας έτσι και σινεμά της ρητορείας. Μια σκόπιμη ιδεολογική και αισθητική επίθεση άνευ όρων όπως μονάχα θα μπορούσαν να σκεφτούν και να υλοποιήσουν οι αστοί, αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές όλου του κόσμου ενωμένοι. Και όποιος μείνει ζωντανός ή αλώβητος. Πράγματι έτσι είναι δυστυχώς. Το πούρο του θα συνεχίσει να σιγοκαίει υστερόφημα και υπεροπτικά σε μια γωνία της παγκόσμιας Ιστορίας.

 

___________________________________________________________

Ο Χίτλερ, η Γερμανία και η αφετηρία του πολέμου στην Ευρώπη…


από

Του Alastair Parker*

ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ αποτέλεσαν τον «Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»: ένας στην Ευρώπη και ένας στηνΆπω Ανατολή. Μετά το 1941, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετείχαν και στους δύο. ενώ οι αντίπαλοί τους διεξήγαν ξεχωριστούς πολέμους και, μέχρι τις τελευταίες μέρες, η Σοβιετική Ένωσημαχόταν μόνο στην Ευρώπη. Αυτοί οι δύο πόλεμοι προκλήθηκαν από τις αντιθέσεις που γεννήθηκαν ανάμεσα στις ενέργειες των ηγετών της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, και σε ό,τι οι κυβερνήσεις και οι πολιτικώς ισχυρές ομάδες της Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να αποδεχτούν. Το 1939 η κυβέρνηση της Πολωνίας, με την ενθάρρυνση της Βρετανίας και της Γαλλίας, επέλεξε να πολεμήσει παρά να αφήσει να χαθεί η ανεξαρτησία της Πολωνίας· το 1940, o Μουσολίνι ενέπλεξε με τη θέλησή του την Ιταλία στον ευρωπαϊκό πόλεμο, αλλά μόνον επειδή υπέθεσε ότι ο πόλεμος είχε ήδη κερδηθεί. Οι υπόλοιπες -πολυάριθμες- χώρες που πολέμησαν ή έγιναν αντικείμενο διαμάχης δεν είχαν άλλη επιλογή. Προς το τέλος του πολέμου συνέπραξαν κι άλλα κράτη στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, προκειμένου να νομιμοποιηθούν ως ιδρυτικά μέλη των Ηνωμένων Εθνών: η συμμετοχή τους, συνήθως, ήταν κατ’ όνομα μόνον συμμετοχή.

Οι ενέργειες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας και οι αντιδράσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Πολωνίας και των ΗΠΑ εξηγούν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σημαντικότερο είναι να μελετηθεί η Γερμανία· η γερμανική κυβέρνηση άρχισε τον πόλεμο στην Ευρώπη. Αν δεν είχε ήδη ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο η Γερμανία, οι Ιάπωνες δεν θα μπορούσαν να επιτεθούν στη Βρετανική Αυτοκρατορία και στις ΗΠΑ. Το παράδοξο της ναζιστικής εξουσίας στη Γερμανία ήταν ότι η χιτλερική κυβέρνηση ήταν ταυτόχρονα μη αντιπροσωπευτική και δημοφιλής. Μόνο ένα μικρό ποσοστό Γερμανών θα ενέκρινε προκαταβολικά τις επεκτατικές, βίαιες και φονικές ενέργειες του Χίτλερ, παρ’ ότι το δικτατορικό του καθεστώς είχε κερδίσει προφανώς την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας για αρκετά χρόνια και τη σχεδόν πλήρη συναίνεση μέχρι το τέλος. Η υποστήριξη των Γερμανών προς τον Χίτλερ οφειλόταν στην άγνοιά τους για τα δεινά που έμελλε να προκαλέσει το καθεστώς του. Βέβαια, οι εθνικοί στόχοι που συγκινούσαν τους περισσότερους Γερμανούς δύσκολα θα μπορούσαν να επιτευχθούν ειρηνικά· όμως αυτό δεν καθιστούσε αναπόφευκτο έναν πανευρωπαϊκό πόλεμο. Χρειάστηκε η ιδιαίτερη σκληρότητα και επικινδυνότητα που προσέδωσαν οι ναζί στη γερμανική εξωτερική πολιτική.

Συνέχεια

«Εδώ είναι η κόλαση. Οι Ρώσοι δεν θέλουν να φύγουν από την Μόσχα»…


Για τα 75 χρόνια από την έναρξη της Μάχης της Μόσχας, την πρώτη ήττα των ναζί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%b77

Επιμέλεια – μετάφραση: Γρηγόρης Τραγγανίδας

Στις 30 Σεπτέμβρη του 1941, η 2η ίλη τεθωρακισμένων του στρατηγού Γκουντέριαν περνά σε επίθεση στην περιοχή Σόστκι. Ηταν η αρχή μιας από τις σημαντικότερες μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Της Μάχης της Μόσχας.

Στις 6 Σεπτέμβρη του 1941, ο Χίτλερ υπογράφει την διαταγή Νο35, για την προετοιμασία ισχυρού χτυπήματος στην Μόσχα, με την υπερφίαλη, ως είθισται στην ναζιστική ρητορική, ονομασία…«Επιχείρηση Τυφώνας». Από τον προηγούμενο Ιούλη, η φασιστική αεροπορία βομβάρδιζε ήδη την σοβιετική πρωτεύουσα, με τον λαό της να συμμετέχει με αυταπάρνηση στην αντιαεροπορική άμυνα, καθώς και στο καμουφλάρισμα σημαντικών κτιρίων και υποδομών. Ωστόσο, η πραγματική απειλή θα ερχόταν τον Σεπτέμβρη, μετά το σπάσιμο του σοβιετικού αμυντικού μετώπου στο Μπριάνσκ από τον γερμανικό στρατό.

Ο «Τυφώνας» προέβλεπε τα εξής: Οι μονάδες του «Κέντρου», υπό την διοίκηση του στρατάρχη φον Μποκ, υποβοηθούμενες από την 2η ίλη τεθωρακισμένων και άλλους σχηματισμούς, θα έπρεπε, «σε σύντομο χρόνο», να διαλύσει την άμυνα του Κόκκινου Στρατού στις περιοχέςΝτουχοβσίνι, Ροσλαβλιά και Σόστκι. Στην συνέχεια, να περικυκλώσει και να εξοντώσει τις μονάδες του Κόκκινου Στρατού του Δυτικού μετώπου και των μετώπων του Μπριάνσκ και τουΡεζέρβνοβο, στις περιοχές Βιάζμι και Μπριάνσκ. Αν πήγαιναν όλα βάσει σχεδίου, τότε η Μόσχα θα περικυκλωνόταν από Βορρά μέχρι Νότο.

Συνέχεια

Π.Βόγλης: Ο εμφύλιος ήταν η μοναδική επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία…


Συνέντευξη: Αγγελική Μπούμπουκα, το βυτίο | Φωτογραφίες: το βυτίο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, NARA

6

Αντί για το ερώτημα «ποιος φταίει» για τον ελληνικό εμφύλιο, που επικράτησε επί δεκαετίες, στην«Αδύνατη Επανάσταση» ο Πολυμέρης Βόγλης θέτει ένα άλλο ερώτημα: «τι ήταν» ο εμφύλιος πόλεμος. Μελετώντας την κοινωνική δυναμική που διαμορφώθηκε εκείνη την περίοδο στη χώρα και εστιάζοντας στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, ο ίδιος συμπεραίνει ότι  ο ελληνικός εμφύλιος ήταν μια επανάσταση, έστω κι αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα, συνεπώς ήταν μια αδύνατη επανάσταση.

Διαβάζοντας μια τέτοια προσέγγιση σήμερα, μετά το καλοκαίρι του 2015, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πώς θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος η δυναμική που διαμορφώνεται στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Πάντως ο Π.Βόγλης, αναπληρωτής καθηγητή κοινωνικής ιστορίας  στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μας τραβάει το μανίκι -σαν καλός ιστορικός-, συνιστώντας να αποφεύγουμε αναλογίες με το παρελθόν και να προσπαθούμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα.

Τον συναντήσαμε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου και μιλήσαμε για τον εμφύλιο και για τις αφηγήσεις γύρω από αυτόν, για τους παραλληλισμούς του παρελθόντος με το σήμερα, για την αριστερά και τις διαμάχες μεταξύ ιστορικών. Καταλήξαμε με μια υπενθύμιση: πως όπως τα κύματα των προσφύγων σήμερα στην Ευρώπη, περίπου 700 χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες εντός ή εκτός Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου, καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου.


Συνέχεια

Τι τρομερά μυστικά κρύβει στα ντουλάπια της η Ευρώπη των Γερμανών; …


Τι τρομερά μυστικά κρύβει στα ντουλάπια της η Ευρώπη των Γερμανών;

Εάν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε κοινωνική συνείδηση, συλλογικό εγώ και συλλογική μνήμη, τότε σίγουρα το παρελθόν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους. Ποτέ κανένας δεν είναι ίδιος με κάποιον προηγούμενο. Μπορεί να είναι καλύτερος ή χειρότερος, αλλά ποτέ ίδιος. Μέσα, όμως, και στον καλύτερο και τον χειρότερο άνθρωπο, το παρελθόν είναι ενεργό, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, με θετική ή αρνητική κατεύθυνση. Και στην κοινωνία σαν σύνολο.

Πριν από λίγες μέρες, είδα στην Ντόιτσε Βέλε (Deutsche Welle), στην εξαιρετική σειρά D-File, ένα πρόγραμμα με τίτλο «Η αποτυχία της δικαιοσύνης μετά τον πόλεμο». Μια καινούργια συγκλονιστική έρευνα του Christoph Weber, με τη συνδρομή πολλών ερευνητών, ιστορικών και δικαστικών, όπως οι Falco Werkentin, Jochen Kuhlmann, Norbert Frei κ.ά., για το πώς ενσωματώθηκαν μετά τον πόλεμο στη γερμανική δικαιοσύνη οι ναζί και πώς τα εγκλήματα των υπευθύνων για μαζικές εκτελέσεις συγκαλύφθηκαν από το καθεστώς της Δυτικής Γερμανίας. Μού θύμισε πώς ενσωματώθηκαν οι δοσίλογοι και οι συνεργάτες των ναζί στην Ελλάδα, αντί να λογοδοτήσουν για τις προδοτικές εγκληματικές τους ενέργειες. Μόνο που στη Γερμανία, η κλίμακα των εγκλημάτων και ο αριθμός των εγκληματιών αποτελούν ποιοτικά και ποσοτικά πολύ μεγαλύτερα μεγέθη.

Ίσως, 70 χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εγκλήματα αυτά και η ατιμωρησία που έδωσε άφεση στους δράστες, να μην είχαν μεγάλη σημασία εάν οι συνέπειές τους δεν ανιχνεύονταν στις σημερινές κοινωνίες και εάν οι σύγχρονες πολιτικές δεν κουβαλούσαν μέσα τους στοιχεία από τα εγκλήματα, τις ιδέες που τα προκαλούσαν, τα συστήματα που τα εφάρμοσαν, τους ανθρώπους που τα εκτέλεσαν. Και δεν αναφέρομαι μόνο, ούτε κυρίως, στα νεοφασιστικά κινήματα που δυναμώνουν σε όλη την Ευρώπη. Αναφέρομαι στα δημοκρατικά καθεστώτα που ακολουθούν πολιτικές που δείχνουν πόσο δύσκολο ή/και ανεπιθύμητο σε σημαντικό βαθμό είναι να απαλλαγούν οι κοινωνίες από την επιρροή του σκοτεινού τους παρελθόντος.

Και μια και το πρόγραμμα της Deutsche Welle αναφέρεται στη Γερμανία, άθελά μου έκανα τη σύγκριση ανάμεσα στο πως μεταχειρίζεται η Γερμανία τους Τούρκους αγωνιστές που συλλαμβάνονται και εκδίδονται στην Τουρκία με κατηγορίες για συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση ή σε συνδικάτο και πως μεταχειρίστηκε χιλιάδες ναζί εγκληματίες που βαρύνονταν με την εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων με τον πιο κτηνώδη τρόπο. Και δεν μπορώ να αποφύγω να σκεφτώ πώς αντιμετωπίζει το γερμανικό καθεστώς ολόκληρη την Ελλάδα, μια χώρα που ο λαός της πρωτοστάτησε στον αγώνα εναντίον των ναζί.

(Παρακάτω, παραθέτω τα στοιχεία που κατέγραψα από την εκπομπή της Deutsche Welle)

Στέλιος Ελληνιάδης

Συνέχεια

Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος: Ένα πεδίο καθολικής σύγκρουσης…


των Πάνου Κορφιάτη και Νεφέλης Σαμιακού


Η έννοια του «ολοκληρωτικού πολέμου» βρήκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο την πλήρη αποτύπωσή της. Από τα πεδία των μαχών που απλώνονταν σε χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα μέχρι τα χωριά και τις πόλεις που πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος στην ιστορία των πολέμων με τους νεκρούς να προσεγγίζουν τα 40-45.000.000 και μέχρι φυσικά τα πεδία των μαχών όπου οι νεκροί στρατιώτες υπολογίζονται περί τα 20-25.000.000. Η αναλογία (που ποικίλει ελαφρώς αναλόγως των εκτιμήσεων περί ακριβών αριθμών) μεταξύ νεκρών αμάχων και στρατιωτών δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την έννοια του «ολοκληρωτικού πολέμου», ειδικά αν την συγκρίνουμε με την αντίστοιχη αναλογία για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου το 95% όσων σκοτώθηκαν σε αυτόν ήταν στρατιωτικοί ενώ ο άμαχος πληθυσμός που έχασε τη ζωή του αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο 5%1.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε, λοιπόν, ένα πεδίο καθολικής σύγκρουσης όπου το σύνολο της κοινωνίας είχε καθοριστικό ρόλο. Από το επίπεδο της ιδεολογίας μέχρι το επίπεδο του καθημερινού αγώνα και της εργασίας στα πολεμικά εργοστάσια η κοινωνία ήταν παρούσα. Από την συμμετοχή των πολιτών του Λονδίνου που έδωσαν πρόθυμα κάθε μεταλλικό τους σκεύος προκειμένου να ενισχυθεί η αντιαεροπορική άμυνα στη «Μάχη της Αγγλίας» μέχρι τους σοβιετικούς εργάτες που εργάζονταν νυχθημερόν στα πολεμικά εργοστάσια προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις πολεμικές απαιτήσεις, ο πόλεμος διεξαγόταν παντού.

Συνέχεια

Η μάχη του Στάλινγκραντ. 72 χρόνια από το Βατερλώ των ναζί και τη νίκη του Κόκκινου Στρατού…


sovietposterww2
Γράφει ο Κώστας Αρβανίτης
_______________________

Στις 22 Φλεβάρη του 1942 γράφτηκε το τέλος της μάχης του Στάλινγκραντ, μιας από τις δραματικότερες μάχες όλων των εποχών. O ιστορικός υλισμός θα βλέπει πάντοτε σκεπτικά δηλώσεις όπως ότι το τάδε ή το δείνα γεγονός άλλαξε την ιστορία. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να στερήσει από συγκεκριμένα γεγονότα την κολοσσιαία καθοριστικότητα που είχαν για την εξέλιξη της ιστορίας των ανθρώπων και των κοινωνιών. Εδώ λοιπόν θα αποδώσουμε την δέουσα σημασία και τιμή στην σημαντικότερη και πιο πολυσυζητημένη ίσως μάχη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου.

Συνέχεια