Φαρενάιτ 451: Τα Βιβλία Δίχως Αναγνώστες…


Αλέξανδρος Σχισμένος

Όταν ο Ray Bradbury έφυγε από τη ζωή σε βαθιά γεράματα το 2012, η θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας, αλλά και του κινηματογράφου[1], είχε εδραιωθεί πάνω σε μία διαβόητη δυστοπική αφήγηση με τον τίτλο ‘Farenheit 451’, ένα βιβλίο για το τέλος των βιβλίων, που εκδόθηκε το 1953 και έγινε κατευθείαν πασίγνωστο. Ας δούμε λίγο αυτούς τους αριθμητικούς δείκτες:

Φαρενάιτ 451, όπως δηλώνει ήδη ο υπότιτλος του βιβλίου είναι η «θερμοκρασία στην οποία το βιβλίο αναφλέγεται και καίγεται». Είναι αριθμός συμβολικός και όχι ακριβής, φυσικά, αφού η θερμοκρασία εξαρτάται από το είδος του χαρτιού και τη μέθοδο τυπώματος του βιβλίου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία παρά μόνο ως κενή ακριβολογία. Αυτό που έχει σημασία είναι ακριβώς το γεγονός ότι τα βιβλία καίγονται και καίγονταν και θα καίγονται, μία πραγματικότητα που συγκλόνισε τον νεαρό Ray, όταν έμαθε για την πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. «Έκλαψε, όταν έμαθε, σε ηλικία 9 ετών, ότι η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είχε καεί», γράφει ο μελετητής της αμερικάνικης λογοτεχνίας John Cusatis[2].

Αυτή η ανεπίστρεπτη απώλεια της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής δημιουργίας της εγγράμματης ανθρωπότητας, το αναπόφευκτο τέλος του γραπτού λόγου στην πυρά, δεν είναι φυσικό γεγονός, όπως είναι η φυσική φθορά που κάνει το χαρτί να κιτρινίζει σαν ήλιος, εκπυρώνοντας, δίχως να αφανίζει τις λέξεις και διατηρεί, σε αρχαία παλίμψηστα και παπύρους της Βύβλου τα ίχνη των φαντασιακών σημασιών μπροστά στην επερχόμενη σιωπή του παρελθόντος. Η πυρά, αντιθέτως, καταργεί τη χρονικότητα, τη διάρκεια του γραπτού κειμένου και αντιστρέφει τη βεβαιότητα ενός Derrida, πως η γραπτή έκφραση διατηρείται «παρά την πλήρη απουσία του υποκειμένου και πέρα από τον θάνατό του»[3]. Το κάψιμο ενός βιβλίου, αυτό που δηλώνεται συμβολικά από την αριθμητική έκφραση «Φάρενάιτ 451» είναι ιστορικό γεγονός, γεγονός που έχει την αρχή του στη δράση των ανθρώπων, δηλαδή πολιτικό γεγονός.

Συνέχεια

οι εκδόσεις Δώμα και η Ελευθερία του Επίκτητου…


Ο Θάνος Σαμαρτζής,  απ’ τις νεοσύστατες εκδόσεις Δώμα, μιλάει για την απόσταση που υπάρχει μεταξύ των σύγχρονων Ελλήνων και των αρχαίων κειμένων, για τον σκοπό των εκδόσεων αλλά και την επιλογή για το πρώτο βιβλίο του Δώματος, την Ελευθερία του Επίκτητου, που εκδόθηκε τον Ιούνιο.

 

PrintFriendly and PDFεκτυπώστε ή κατεβάστε σε PDF, το άρθρο


Aπό:http://thecricket.gr/2017/07/dwma-epiktitos/

λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης …


από το βυτίο

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

image-5124

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

image-5125

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

image-5126

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

image-5127

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».

Βιβλίο για τις ρίζες του ελευθεριακού κινήματος στη Λατινική Αμερική…


“Πάντα το ίδιο συμβαίνει. Παντού υψώνεται μια σημαία με λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Γύρω της ενώνονται οι ταπεινοί. Παλεύουν. Ρέει, λιγότερο ή περισσότερο άφθονο το αίμα, και αν νικήσει η επανάσταση συγκαλείται μια Συνέλευση που επιφορτίζεται να περιορίσει σε νόμους τα ιδεώδη που έκαναν το λαό να πάρει τα όπλα και να παλέψει. Στη Συνέλευση πηγαίνουν άτομα με κάθε είδους ιδανικά, άλλοι προωθημένοι, άλλοι οπισθοδρομικοί. Κάποιοι άλλοι μετριοπαθείς, και στον αγώνα ανάμεσα σε όλες αυτές τις τάσεις, οι επιδιώξεις της επανάστασης φυλλοροούν, υποβαθμίζονται και τελικά, ύστερα από καμπόσους μήνες, αν όχι σε κάποια χρόνια ψηφίζονται νόμοι που ούτε καν προβλέπονταν στα ιδανικά για τα οποία έδωσε το αίμα του ο δυστυχισμένος λαός.”

Γράμμα από τη φυλακή, Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν, 1908.

i-magon-mug

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μονοπάτι το βιβλίο Οι Ρίζες του Ελευθεριακού Κινήματος στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Το βιβλίο είναι μια συλλογή κειμένων, επιλεγμένων, μεταφρασμένων και επιμελημένων από τον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα, τα οποία αναφέρονται στην ανάπτυξη του ελευθεριακού και αναρχικού κινήματος στις λατινόφωνες χώρες της αμερικανικής ηπείρου, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ανάμεσά τους υπάρχουν γράμματα του μεξικάνου Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν από τη φυλακή, κείμενα του περουβιανού εκδότη και αγκιτάτορα Μανουέλ Γκονσάλες Πράντα, αλλά και του αγγλοϊσπανού αναρχικού Ραφαέλ Μπαρέτ, που μετανάστευσε στην Παραγουάη και συμμετείχε στο εκεί κίνημα. Παράλληλα, στο βιβλίο υπάρχουν ιστορικά κείμενα -κυρίως μαρξιστικής προέλευσης- που καταγράφουν την πορεία της ελευθεριακής επιρροής στις κοινωνίες και τα εργατικά κινήματα αυτών των χωρών. Αν και το βιβλίο δεν αποτελεί μια εξαντλητική ιστορική καταγραφή, εντούτοις ανασύρει από τη λήθη αγώνες άγνωστους στην ελληνική βιβλιογραφία και προσφέρεται ως εφαλτήριο για περαιτέρω έρευνα, ανάγνωση και προβληματισμό.

exofillo

Ακολουθεί ένα μέρος του προλόγου του βιβλίου:

Συνέχεια

Οι Δρόμοι της Πείνας…


jorgeamanto

Επιμέλεια: ofisofi //

Καθώς η Βραζιλία ήρθε στο προσκήνιο αυτές τις ημέρες με τους Ολυμπιακούς αγώνες, εμείς δεν θυμηθήκαμε κάποιον σπουδαίο αθλητή, αλλά τον μεγαλύτερο ίσως συγγραφέα της Βραζιλίας ,ο οποίος ήρθε στη ζωή στις 10 Αυγούστου του 1912 και έφυγε 89 χρόνια μετά στις 6 Αυγούστου του 2001,τον κομμουνιστή Γιόρκε ή Χόρχε Αμάντο (Jorge Amado) και το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του οι « Δρόμοι της Πείνας».

Ο Jorge Amado θεωρείται από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες παγκοσμίως και ευτύχησε να δει τα έργα του διαβασμένα από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας από το 1931 , φυλακίστηκε από τη δικτατορία του Βάργκας και αυτοεξορίστηκε το 1941. Με την επιστροφή του το 1945 εκλέχθηκε βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας και το 1948 οδηγήθηκε και πάλι στην αυτοεξορία. Το 1951 βραβεύτηκε με το βραβείο Λένιν και ήταν πολλές φορές υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μέλος της Ακαδημίας της Βραζιλίας και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης « ξόδεψε» τη ζωή του αγωνιζόμενος για τα δίκαια των φτωχών και καταπιεσμένων και τη λύτρωσή τους, για την παγκόσμια ειρήνη και τη φιλία των λαών.

Οι « Δρόμοι της Πείνας», μυθιστόρημα, μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον λογοτέχνη Κώστα Κοτζιά., ο οποίος προλόγισε την έκδοση του 1963 παρουσιάζοντας τον συγγραφέα και το έργο του:

Συνέχεια

Χατζιδάκις: Ζωή δίχως επιτήδευση…


Ναι στην αλλαγή, όχι στον συμβιβασμό των επιζώντων, λέει ο Μάνος 

 

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες.

Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς –κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες.

Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξέφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνια και γι’ ανελευθερία «εθνική». Πώς είναι δυνατό να χορεύεις tango, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το tango ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. «Σιωπή μες στη νύχτα…». Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρική.

Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…

Συνέχεια

Η μεταμοντέρνα μοναξιά της Idalia Candelas…


της Γιώτας Τζιαμουράνη

____________________________________________________________

Η φίλη περιγράφει ένα νέο μαγαζί στο Κέντρο της πόλης, με διακόσμηση που την εντυπωσίασε και θα ήθελε να είχε κάτσει για φαγητό εκείνο το μεσημέρι αλλά τελικά δεν τα κατάφερε για έναν λόγο που έθετε υπό αμφισβήτηση όλα όσα πίστευε περί γυναικείας χειραφέτησης μέχρι τότε. Μόλις που πρόλαβε να περάσει το κατώφλι για να βρει τον χώρο σχεδόν υπερπλήρη από χαρούμενα ζευγάρια και παρέες σε διάλειμμα από τη δουλειά. Αν και με κάποια δυσκολία, θα έβρισκε τραπέζι όμως παραδέχτηκε ότι δίστασε να το κάνει γιατί αναρωτήθηκε τι θα σκεφτούν οι άλλοι για το «μοναχικό» της γεύμα. Μπορεί να μην της είχε τύχει μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά εντελώς απρόσμενα διαπίστωσε ότι είχε να διαχειριστεί άλλη μια κοινωνική κατασκευή, αυτή του στίγματος της γυναικείας μοναξιάς. Ένα στίγμα που ενίοτε ξεκινάει από αδιάκριτες ερωτήσεις περί αποκατάστασης, δημιουργίας οικογένειας, συντρόφου, γονιμότητας  εντός της πατρικής οικογένειας και του χώρου εργασίας για να καταλήξει σε βλέμματα συγκατάβασης και ψιθύρους από τα διπλανά τραπέζια ή ακόμη και παρενόχληση ορμώμενη από στερεοτυπικούς συνειρμούς για το τι κάνει μια γυναίκα μόνη σε ένα μπαρ ή ένα εστιατόριο.

Συνέχεια