Για την Τιμή των Όπλων…


Κώστας Σαββόπουλος

Η επίθεση που έγινε πριν από μερικές μέρες στο Λας Βέγκας αποτελεί και την πιο αιματηρή στη σύγχρονη ιστορία των Η.Π.Α. με περισσότερους από 50 νεκρούς. Έρχεται να συμπληρώσει μια ήδη μεγάλη λίστα με περιστατικά όπως αυτό στο δημοτικό Σάντυ Χουκ το 2012, στο νυχτερινό μαγαζί “Pulse” στο Ορλάντο το 2016, στη Βιρτζίνια το 2007 και άλλες πολλές περιπτώσεις. Κάθε φορά που οι Η.Π.Α. πλήττονται από μια τέτοια αιματηρή επίθεση επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο το αίτημα για πιο αυστηρούς κανόνες έκδοσης άδειας οπλοκατοχής.

Η οπλοφορία/οπλοκατοχή είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Σε μερικές πολιτείες η νομοθεσία είναι τόσο χαλαρή που οι πολίτες μπορούν να κουβαλάνε όπλα σε ανοιχτή θέα (open carry laws), όπως για παράδειγμα στην Αλαμπάμα ή στην Αριζόνα. Στις πολιτείες που δεν εφαρμόζεται το open carry ο έλεγχος για να αποκτήσει κάποιος όπλο είναι αρκετά απλός και σχεδόν καθόλου απαιτητικός. Στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα προκύπτει εκ των υστέρων από το προφίλ των δραστών πως υπό ένα πιο αυστηρό καθεστώς δεν θα τους δινόταν άδεια οπλοκατοχής όπως στην περίπτωση του Κολοράντο το 2012 ή πάλι στο Κολοράντο στο λύκειο Κολουμπάιν το 1999.

Αν σκεφτεί κανείς πόσο απλό είναι να αγοράσει κάποιος όπλο στις Η.Π.Α., θα καταλάβει πως ο αριθμός αυτών των επιθέσεων ή ο αριθμός των θυμάτων δεν είναι κάτι περίεργο. Το 2013 σύμφωνα με στατιστικές στις Η.Π.Α. υπολογίστηκε πως 270 με 310 εκατομμύρια όπλα βρίσκονται στα χέρια πολιτών. Ο πληθυσμός των Η.Π.Α. ανέρχεται σε λίγο πάνω από τα 310 εκατομμύρια κατοίκους. Σύμφωνα με δεύτερη έρευνα της ίδιας χρονιάς ένα ποσοστό της τάξης του 29% είναι αυτό που κατέχει όπλα. Δηλαδή γύρω στα 100 εκατομμύρια πολίτες έχουν 300 εκατομμύρια όπλα.

Συνέχεια

Advertisements

Το «καθαρό» Hollywood και οι «βρώμικες» ταινίες…


«Καθαρές εκδόσεις» ταινιών η εκ νέου προσπάθεια λογοκρισίας στον κινηματογράφο

Herman-Makkink’s-sculpture-Rocking-Machine-in-Clockwork-Orange

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

«Οι σκηνοθέτες μας, έχουν μεγάλη σημασία για εμάς και σεβόμαστε τη σχέση μας στο έπακρο» δήλωσε ένας εκπρόσωπος της Sony προ λίγο ημερών όταν κάποιοι σκηνοθέτες και το σωματείο τους αντέδρασε στην προσπάθεια της εταιρίας να κυκλοφορήσει «καθαρές» – θα εξηγηθεί παρακάτω η έννοια της «καθαρότητας» – εκδόσεις ταινιών και έτσι έκανε ελάχιστα πίσω δίνοντας την «δημοκρατική» επιλογή (!) στους σκηνοθέτες να διαλέξουν αν δέχονται το «πείραγμα» ή όχι του έργου τους. Αυτό σαφώς δεν μας απαγορεύει – κάθε άλλο μάλιστα – να αναρωτιόμαστε, καταρχήν ποιοι είναι και ποιοι νομίζουν πως είναι και τι είναι οι σκηνοθέτες και έχουν μεγάλη σημασία για αυτούς; Υπάλληλοι τους;

Και όμως με την παραπάνω χυδαιολογία που η κάθε λέξη που περιέχει αποτελεί ατιμία, αγένεια και ασέβεια προς τους δημιουργούς κινηματογραφικών έργων, αναδεικνύεται για άλλη μια φοράτο μεγάλο πρόβλημα που από τις απαρχές του κυριαρχεί στο αμερικάνικο σινεμά. Ο δημιουργός της ταινίας μονάχα δημιουργός δεν είναι αλλά θεωρείται και είναι υπάλληλος κάποιου εργοδότη και το έργο του μονάχα έργο του δεν είναι μα ένα ξεκάθαρο πεδίο ασύδοτης εκμετάλλευσης της εταιρίας παραγωγής. Έτσι πιανόμαστε να αναρωτιόμαστε τελικά τι είναι η τέχνη, τι είναι ο καλλιτέχνης και αν είναι θεμιτό να παραμένουμε, υπό μια έννοια, ρομαντικοί μπρος στην καλλιτεχνική δημιουργία.

Από την άλλη οι διάφορου τύπου αγώνες των κινηματογραφιστών στην Ευρώπη, αγώνες συνδικαλιστικοί, αισθητικοί, πολιτικοί, αγώνες που έχουν βαθύτερες πολιτισμικές αναφορές μιας ηπείρου βαθύτερα φιλοσοφημένης με τα στοιχεία της ανεξαρτησίας του ατόμου, της ελευθερίας της έκφρασης και της σύγκρουσης για την απόκτηση τους είχε, ως λογική συνέπεια, διαφορετικά αποτελέσματα. Είναι οι ίδιοι που έχουν τον πρώτο και το τελευταίο λόγο για οτιδήποτε άπτεται της δημιουργίας τους. Τηρουμένων πάντα πολλών αναλογιών αλλά σε σύγκριση με την παραπάνω φράση του επίδοξου μοντέρ «χαρτογιακά» της Sony, υπάρχει μεγάλο χάσμα αντίληψης.

Το ζήτημα των διαφορετικών εκδόσεων δεν είναι κάτι το νέο στο χολιγουντιανό σινεμά. Έχουμε σκεφτεί πως στηρίζονται και ποιος ο λόγος ύπαρξης των «final cut», των «producer’s cut» και των… «director’s cut»; Ποιος ο λόγος να υπάρχουν διαφορετικές μονταρισμένες εκδόσεις του ίδιου έργου; Ο ζωγράφος ή ο ποιητής έχει ποτέ τέτοια προσέγγιση του έργου του; Υπάρχει «painter’s cut» της πικασικής Guernica ή «poet’s cut» του μποντλερικού «Μια εποχή στην κόλαση»; Σαφώς και όχι. Στο σινεμά γιατί έγινε κάτι τέτοιο αποδεκτό και μας αναγκάζει να επιστρέφουμε στο ίδιο ερώτημα: τι είναι λοιπόν η τέχνη; Διαχωρίζεται σε, όπως θέλουν να οριστεί ο κινηματογράφος, ως τέχνης εκ φύσεως εμπορικής φύσεως με σχέσεις παραγωγής γαλέρας ή είναι μια ειλικρινής, αδιαμεσολάβητη, ανεμπόδιστη και ελεύθερη έκφραση του καλλιτέχνη προς το κοινό του όπως είθισται και θα έπρεπε να συγκροτείται θεωρητικά και πρακτικά;

la-maja-desnuda

«Η γυμνή Μάχα» του Francisco Goya

Σε όλα τούτα όμως τα, παραδεκτώς αποδεκτά μέσα στα χρόνια, «cuts», έρχεται να προστεθεί πλέον και άλλο ένα. Το «clean cut». Μια ηθικά λογοκριμένη έκδοση του έργου, δηλαδή μια ταινία μονταρισμένη έτσι ή καλύτερα πετσοκομμένη έτσι δίχως την θέληση του δημιουργού της, που να μην περιέχει «βία, ερωτικές σκηνές και βλασφημία». Με την εξέχουσα δικαιολογία να δύναται να την παρακολουθήσει ολόκληρη η οικογένεια με τα πιτσιρίκια, τα pop corn, την ζεστή μηλόπιτα και τα χαμόγελα ευτυχίας και ικανοποίησης, – που μεταφράζεται όλη η συντηρητική πουριτανική οικογένεια, η ευνουχισμένη ηθικά οικογένεια, η μετα-ζωντανή «αγιασμένη» οικογένεια της αμερικάνικης κοινωνίας -, οι εταιρίες παίρνουν τις ήδη ολοκληρωμένες ταινίες και τις μοντάρουν εκ νέου κατά το, ηθικώς σωστό τους, δοκούν. Βαπτίζεται «ανηθικότητα» και «βρωμιά» το γυμνό σώμα, το σεξ και η βία, ενώ ολάκερη η οικογένεια είναι αποδέκτης και κατά συνέπεια στοχοπροσηλωμένη σε ένα διαδίκτυο γεμάτο και σπονσοραρισμένο με «ηθικές» τσόντες και «ηθικά» βίντεο αληθινών βασανισμών και δολοφονιών και η αμερικάνικη καθημερινότητα γεμάτη «ηθικά» σαδομαζοχιστικά πειράματα σε φυλακισμένους και σε αιχμαλώτους πολέμου, οπλοφορία και οπλοχρησία στα σχολεία και εν ψυχρώ δολοφονίες μαύρων από τα όργανα καταστολής.

Κατά συνέπεια όταν το «peeping tom» μάτι έχει συνηθίσει και υπερκαταναλώσει σεξ, βία και βλασφημία και δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί πλέον να σοκαριστεί με κάτι σε ένα κόσμο αμάσητης αισθητικής, ψυχολογικής και ηθικής τρομοκρατίας, πολέμου και υποδούλωσης, η στόχευση θα ήταν γελοίο να νοηθεί πως οφείλεται κυρίως σε μια εμπορική διαστροφή της κάθε Sony  – δηλαδή για προσέγγιση μεγαλύτερου αγοραστικού κοινού -. Είναι άκυρο. Ο σύγχρονος άνθρωπος τα έχει ήδη κάνει βίωμα και κουλτούρα του όλα τα παραπάνω. Είναι ήδη δηλαδή κατεκτημένο αγοραστικό κοινό. Τα «parental controls» είναι μια δικαιολόγηση, μια λογική «νίπτω τα χείρας» των μεγάλων ευθυνών των υπευθύνων που δημιουργούν άρρωστους συμπεριφορικά ανθρώπους που οφείλουν να συνεχίζουν να ταράζονται όμως μπρος στο γυμνό.

Στόχος είναι με ένα άλλο τρόπο η επίδειξη δύναμης και εξουσίας των ιθύνοντων, το ηθικό γαλούχημα του κόσμου, η αίσθηση ελέγχου και ασφυξίας του και η επικράτηση ή η υπενθύμιση της επικράτησης της άρχουσας ιδεολογίας όπου κράτη και εταιρίες θα δικαιούνται να αποφασίζουν ποιο πρέπει να είναι τούτο που θα μπορούμε και οφείλουμε να βλέπουμε, να ακούμε, να σκεφτόμαστε, να εκφράζουμε. Η επιβολή της μιας και «πολιτικώς ορθής» συμπεριφοράς, που έχει επικρατήσει και κυριαρχήσει στο δημόσιο λόγο τα τελευταία χρόνια, ως ένας εν δυνάμει «κοινωνικός αυτοματισμός» λογοκρισίας. Οι πάντα πρώτοι, οι πιο αρεστοί και πιο βολικοί για την λεγόμενη ηθική κατάπτωση του δυτικού ανθρώπου κατηγορούμενοι δεν είναι άλλοι από το «σεξ» ή αλλιώς η σεξουαλικότητα που ενώνει τους ανθρώπους, η «βία» ή αλλιώς η μαζική αντίσταση των ανθρώπων που αμύνονται της εξουσίας και η «βλασφήμια» ή αλλιώς η λεκτική άρνηση της δεδομένης και καθορισμένης κατάστασης των πραγμάτων που μας πνίγει και μας καταπιέζει. Την παραπάνω ερμηνεία των εννοιών αρνούνται και θέλουν να μεταλλάξουν.

"Η προέλευση του κόσμου" του Gustave Courbet

«Η προέλευση του κόσμου» του Gustave Courbet

Αν παίρναμε σφουγγάρι και «καθαρίζαμε» την τέχνη από όλα αυτά, όλα αυτά που είναι κουλτούρα, τρόπος επιβίωσης, ένστικτο και παράγωγο της ανθρώπινης κοινωνικής εξέλιξης δεν θα είχε μείνει παρά ένα μικρό ποσοστό έργων τέχνης στην ιστορία –  αν μπορούμε να αποκαλέσουμε την λογοκριμένη κλινικώς «καθαρή» τεχνική ως τέχνη. Η «Γυμνή Μάχα» του Goya, θα φορούσε σουτιέν και κιλότα. Την «Προέλευση του κόσμου» του Courbet δεν θα την γνωρίζαμε γιατί θα την κάλυπτε ένα «καθαρό» λευκό σεντόνι και «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Hieronymus Bosch θα ήταν ένα λούνα παρκ άνοστων υποχόνδριων με εισιτήριο. Το «Fur Elise» θα ήταν σαν να έχει κολλήσει η βελόνα, το 80% τη λογοτεχνίας θα αποτελούταν από λευκές σελίδες, το αρχαίο και σύγχρονο θέατρο θα είχε εξοστρακιστεί και πηγαίνοντας σε κάτι πιο σχετικό και μοντέρνο, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» θα ήταν ένα πικρό νεράτζι…

Στα πρώτα χρόνια του Hollywood είχε δημιουργηθεί ένας κανονιστικός κώδικας ηθικής, παραγωγής και σκηνοθεσίας κινηματογραφικών έργων, ο κώδικας Hays και όσο ο κινηματογραφικός κόσμος δέχεται τον έλεγχο στην δημιουργία, ο κατηργημένος εκείνος κώδικας θα συνεχίζει να επιβιώνει με κάθε φορά άλλα ονόματα, αφορμές και μάσκες αλλά με τις ίδιες πάντα προθέσεις και το σινεμά θα εκπίπτει σε αυτό που κάποτε κάποιοι λέγανε «ελάσσονα» τέχνη. Η υψηλή τέχνη δεν δέχεται μπαμπούλες, συμβουλάτορες, τραμπούκους και ελεγκτές. Και το σινεμά οφείλει να το αποδείξει μπρος στην ιστορία του και στους δημιουργούς του.

Υ.Γ. «Ψαλίδι εδώ, ψαλίδι εκεί, ψαλίδι παραπέρα» θυμάμαι τον Παύλο Σιδηρόπουλο να λέει σε μια σκηνή της ταινίας «Ο ασυμβίβαστος» όταν του κόβουν στα γυρίσματα την κάθε του πρόταση, παίρνοντας την απάντηση από τον παραγωγό: «Μην ανησυχείτε κύριε, είναι θέμα δομής και λειτουργικότητας της ταινίας. Σας παρακαλώ. Δεν πρόκειται για λογοκρισία». Καμιά λογοκρισία λοιπόν γιατί κάτι περισσότερο θα ξέρουν οι εταιρίες από δομή και λειτουργικότητα – ναι ακριβώς αυτό, λειτουργικότητα (!) – μιας ταινίας. Ε λοιπόν, δεν ανησυχώ.

El_jardín_de_las_Delicias,_de_El_Bosco

«Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Hieronymus Bosch

 ____________________________________________________________

Το αίνιγμα της Ουλρίκε Μάινχοφ…


του Ιού…

Ακόμα και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό της στο λευκό κελί του Σταμχάιμ, η Ουλρίκε Μάινχοφ παραμένει ένα ερωτηματικό για τη γερμανική κοινωνία. Η εξέχουσα δημοσιογράφος που μετατράπηκε «ξαφνικά» σε υπ’ αριθ. 1 εχθρό του γερμανικού κράτους προσφέρεται σε κάθε είδους ερμηνείες. Ο μύθος της απάνθρωπης τρομοκράτισσας δίνει τη θέση του με μεγάλη ευκολία στο μύθο της απογοητευμένης από το γάμο της μικροαστής. Και πάντα μένει απέξω το «μοντέλο Γερμανία» που όχι μόνο προκάλεσε τη δημιουργία των ένοπλων ομάδων της RAF, αλλά εξακολουθεί να τροφοδοτεί -και να αντλεί από- το μύθο της Μάινχοφ.

Μέρος Α’

Μια δημοσιογράφος στη Γερμανία του ’60

Συμπληρώνονται μεθαύριο είκοσι χρόνια από τη μέρα που η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στις φυλακές του Σταμχάιμ. Ακόμα και σήμερα, οι συνθήκες του θανάτου της αφήνουν πελώρια ερωτηματικά σ’ όσους δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την επίσημη ερμηνεία της αυτοκτονίας και δεν είναι διατεθειμένοι να παραβλέψουν τις διαπιστώσεις της διεθνούς εξεταστικής επιτροπής που κατέληξε πως «ο ισχυρισμός των κρατικών αρχών ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ έθεσε μόνη της τέρμα στη ζωή της με απαγχονισμό παραμένει αναπόδεικτος. Τα ευρήματα της εξεταστικής επιτροπής συγκλίνουν περισσότερο στο συμπέρασμα ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ ήταν ήδη νεκρή πριν την κρεμάσουν».
Οριστική απάντηση στο αίνιγμα αυτό είναι αδύνατον να δοθεί όσο περνούν τα χρόνια. Ισχύει η παρατήρηση που έκανε ο Ρολφ Πόλε τον περασμένο Ιανουάριο στο Ινστιτούτο Γκέτε της Αθήνας: «Δήλωσα το 1976 ότι η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, και το λέω και σήμερα. Γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του».
Μεγαλύτερο όμως αίνιγμα από το θάνατο της Μάινχοφ παραμένει η ίδια η ζωή της. Εχουν επιστρατευθεί αναλυτές προερχόμενοι από κάθε λογής ειδικότητες (ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, δημοσιογράφοι αλλά ακόμα και ψυχαναλυτές) για να δώσουν μια πειστική ερμηνεία στο δήθεν ανεξήγητο: πώς η επιτυχημένη τριανταπεντάχρονη δημοσιογράφος εγκατέλειψε την καριέρα και τις κόρες της για πέρασε στην παρανομία και μετατράπηκε στον «υπ. αριθμ. 1 κίνδυνο» για το γερμανικό κράτος. Η απάντηση έχει δοθεί πολύ νωρίς. Ηδη την ίδια χρονιά του θανάτου της Μάινχοφ κυκλοφορούσε στη Γερμανία το βιβλίο του Πέτερ Μπρίκνερ «Η Ουλρίκε Μαρίε Μάινχοφ και η κατάσταση στη Γερμανία». Παρακολουθώντας τα ίδια τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» μέχρι τις πρώτες διακηρύξεις της RAF, ο γερμανός συγγραφέας ανατέμνει τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας του και αντιστρέφει το ερώτημα. Στόχος του δεν είναι να ερμηνεύσει μια ατομική στάση μέσω της περιγραφής των κοινωνικών μετασχηματισμών, αλλά το αντίθετο: Παίρνοντας αφορμή από τα κείμενα περιγράφει την ιστορική εξέλιξη του γερμανικού κράτους.
Στις αρχές της δεκαετίας του 60, τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» του Αμβούργου δίνουν σημαντικές πληροφορίες στους αριστερούς αναγνώστες για τη δραστηριότητα των παλιών ναζιστών σε υπεύθυνες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και στα κόμματα της Γερμανίας. Από τότε ξεχωρίζει η ιδιαίτερη γραφή και τα στέρεα επιχειρήματα. Το «Κονκρέτ» είναι ακόμα μια πολιτική-πολιτιστική επιθεώρηση με μικρή κυκλοφορία. Παρά το γεγονός ότι είναι ημιεπίσημο όργανο του παράνομου γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος (KPD), το περιοδικό κρατά μια στάση ανεξάρτητη, γεγονός που εκφράζεται κατά τη σινοσοβιετική διαμάχη και τα πρώτα σκιρτήματα της άνοιξης της Πράγας. Το KPD αποσύρει τελικά την υποστήριξή του και το περιοδικό κινδυνεύει να κλείσει. Η Μάινχοφ υποστηρίζει τη μετατροπή του σε δελτίο πολιτικής πληροφόρησης. Ο εκδότης (και σύζυγός της εκείνη την περίοδο) Κλάους Ράινερ Ρελ προκρίνει ένα μαζικό πολιτικό εικονογραφημένο έντυπο. Το τελικό νόθο αποτέλεσμα αφήνει και τους δυο δυσαρεστημένους. Υπάρχει η πολιτική πληροφόρηση, αλλά και η προβολή «μαζικών» θεμάτων, όπως ‘το σεξ στο σχολείο’ ή ‘το σεξ στα κόμματα’ ή ‘το σεξ στην Αν. Γερμανία’. Η θεματολογία αυτή, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των λαϊκών φύλλων, έχει στόχο να λειτουργήσει απελευθερωτικά σε μια πουριτανική και υποκριτική κοινωνία. Οι «νομοταγείς πολίτες» ξεσηκώνονται: 6.000 κάτοικοι του Σβάμπαχ ζητούν να περιοριστεί η κυκλοφορία του περιοδικού. Η εκστρατεία τους έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ολη η φιλελεύθερη διανόηση και ο τύπος (μέχρι το περιοδικό «Στερν» και την τηλεοπτική εκπομπή «Πανοράμα») καταδικάζουν την απόπειρα λογοκρισίας. Το «Κονκρέτ» φτάνει το Σεπτέμβριο του 1965 τα 100.000 φύλλα.
Σ’ ολόκληρο αυτό το διάστημα, με τα άρθρα της η Μάινχοφ επιχειρεί να «αποκαλύψει» προς τους αναγνώστες τα ψέματα του κυρίαρχου τύπου. Είναι η περίοδος της ανάπτυξης του φοιτητικού κινήματος στη δυτική Ευρώπη. «Η Μάινχοφ παρέμεινε στα στερεότυπα της παραδοσιακής αριστεράς», μας λέει ο Ρολφ Πόλε. «Πίστευε ότι οι μάζες δεν έχουν συνείδηση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και φρόντιζε η ίδια να καλύψει το κενό. Δεν συμμερίστηκε το δικό μας αίτημα για επαναστατικοποίηση της καθημερινής ζωής». Μικρό δείγμα από την κριτική που άσκησε στα μέλη της «Κομμούνας 1» του Βερολίνου που υποδέχθηκαν τον αμερικάνο αντιπρόεδρο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ όχι με μολότοφ αλλά με τουρτοπόλεμο: «Δεν ήταν προετοιμασμένοι για την ξαφνική δημοσιότητα και δεν εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία να εξηγήσουν τη δράση τους στην τηλεόραση και τον τύπο. Αντί να απαντήσουν στα ερωτήματα του τύπου με αλήθειες για το Βιετνάμ, με στοιχεία, αριθμούς και πολιτική, αυτοί μιλούσαν για τον εαυτό τους.» (‘Κονκρέτ’, τ. 5, 1967)
Στο κέντρο της συζήτησης της εξεγερμένης νεολαίας της Δύσης το πρόβλημα της βίας. «Το αντιαυταρχικό κίνημα υποστήριζε ότι δεν πρέπει να καταφεύγουμε στη βία παρά μόνο για λόγους άμυνας. Η RAF, όπως το λέει και το όνομά της υποστήριζε ότι η ‘επαναστατική’ βία δίνει τη λύση απέναντι στην κρατική βία. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος αριστερού μιλιταρισμού», παρατηρεί ο κ. Πόλε. Η Μάινχοφ έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπη με την κρατική βία στις διαδηλώσεις των αρχών του 1968 κατά του εκδοτικού συγκροτήματος Σπρίνγκερ. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Ρούντι Ντούτσκε, τον Απρίλιο του 1968, φαίνεται αποφασισμένη: «Οι σφαίρες που ρίχτηκαν στον Ρούντι έβαλαν τέλος στο όνειρο της μη βίας. Οποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει. Οποιος δεν πεθαίνει, είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στις τρύπες (τις πόλεις-δορυφόρους), στις απαίσιες πέτρες των μοντέρνων κτιρίων, στους παιδικούς κήπους και τα σχολεία, στις πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες, στις κρεβατοκάμαρες-παλάτια».
Η πρώτη επίσημη συνηγορία της σε πράξεις βίας περιλαμβάνεται στο άρθρο «Εμπρησμοί καταστημάτων» με αφορμή τη δίκη του Μπάαντερ και της Ενσλιν για τον εμπρησμό στη Φρανκφούρτη: «Ο νόμος που παραβιάζεται εδώ με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την περιουσία. Το προοδευτικό στοιχείο σε έναν εμπρησμό καταστήματος δεν εντοπίζεται στην καταστροφή των εμπορευμάτων, έγκειται στην εγκληματικότητα της πράξης, δηλαδή στο γεγονός ότι παραβιάζεται ο νόμος». (‘Κονκρέτ’, τ. 14, 1968)
Μετά τη συμμετοχή της στην ένοπλη απελευθέρωση του Μπάαντερ και το οριστικό πέρασμα στην παρανομία, η Μάινχοφ θα αποκηρύξει ορθά κοφτά όλο το συγγραφικό της έργο: «το γράψιμο είναι σκατά». Ομως ακόμα και μέσα απ’ τη φυλακή, θα μας προσφέρει ένα απ’ τα σημαντικότερα κείμενά της. Την περιγραφή του λευκού κελιού: «Το αίσθημα ότι το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου: το κελί ταξιδεύει. Το απόγευμα, μόλις μπει μια ηλιαχτίδα, ξαφνικά το κελί σταματά. Δεν μπορείς να αποβάλεις αυτό το αίσθημα ότι ταξιδεύεις.» (16.6.72 – 9.2.73)

Συνέχεια

«Γυναικεία διαίσθηση», βία και ηλιθιότητα …


του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ*

Το γεγονός ότι η βία επιτρέπει να παίρνουμε αυθαίρετες αποφάσεις, και έτσι να αποφεύγουμε τις συζητήσεις, αποσαφηνίσεις και αναδιαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζουν πιο εξισωτικές κοινωνικές σχέσεις, είναι προφανώς αυτό που κάνει τα θύματά της να βλέπουν όσες διαδικασίες δημιουργήθηκαν στη βάση της βίας ως ανόητες ή άλογες. Οι περισσότεροι είμαστε ικανοί να σχηματίσουμε μια έστω επιφανειακή ιδέα για το τι σκέφτονται ή αισθάνονται άλλοι, παρατηρώντας απλώς τον τόνο της φωνής ή τη γλώσσα του σώματός τους –συνήθως δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε τις άμεσες προθέσεις και τα κίνητρα των ανθρώπων, αλλά για να πάμε πέρα από αυτό το επιφανειακό επίπεδο συχνά θέλει πολλή δουλειά. Πολλές από τις καθημερινές δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής, μάλιστα, συνίστανται στο να αποκρυπτογραφούμε τα κίνητρα και τις αντιλήψεις των άλλων. Αυτό ας το αποκαλέσουμε «ερμηνευτική εργασία». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όσοι βασίζονται στο φόβο της ισχύος δεν χρειάζεται να μπουν και πολύ στον κόπο να εργασθούν ερμηνευτικά, οπότε γενικώς δεν μπαίνουν.

Ως ανθρωπολόγος, ξέρω ότι τώρα μπαίνω σε επικίνδυνο έδαφος. Όταν –σπανίως- στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη βία, οι ανθρωπολόγοι τείνουν να υπογραμμίζουν ακριβώς την αντίθετη πτυχή: το πώς οι πράξεις βίας περιέχουν νόημα και επικοινωνία –ακόμα και το πώς μπορεί να μοιάζουν με την ποίηση[1]. Όποιος υπονοήσει το αντίθετο, θα κατηγορηθεί αμέσως για στρουθοκαμηλισμό: «δηλαδή πραγματικά εννοείς ότι η βία δεν έχει συμβολική ισχύ, ότι οι σφαίρες και οι βόμβες δεν προορίζονται να επικοινωνήσουν κάτι;». Λοιπόν, για να μην αφήνω παρανοήσεις: όχι, δεν εννοώ αυτό. Αλλά υπονοώ ότι ίσως να μην είναι αυτό το πιο σημαντικό ερώτημα. Πρώτα απ’ όλα, επειδή παίρνει ως δεδομένο ότι η «βία» αναφέρεται πρωτίστως σε πράξεις βίας –σε πραγματικά σκουντήματα, μπουνιές, μαχαιρώματα ή εκρήξεις- και όχι στην απειλή βίας, και στα είδη κοινωνικών σχέσεων που η διάχυτη απειλή βίας καθιστά δυνατά. Κατά δεύτερον, επειδή σε αυτήν την περιοχή φαίνεται ότι οι ανθρωπολόγοι, και γενικότερα οι ακαδημαϊκοί, είναι ευεπίφοροι στο να πέσουν θύμα της σύγχυσης μεταξύ ερμηνευτικού βάθους και κοινωνικής σημαντικότητας. Με άλλα λόγια, αυτομάτως υποθέτουν ότι το πιο ενδιαφέρον σχετικά με τη βία είναι και το πιο σημαντικό.

Συνέχεια

Δικαιοσύνη για τα θύματα της Γαλλικής αστυνομίας…


Marche pour la Justice et la Dignité

Ο βιασμός του Τεό στο παρισινό προάστιο Aulny-sous-bois από ομάδα τεσσάρων αστυνομικών ξυπνάει μνήμες και φουντώνει την οργή και το μίσος. Στις 19 Μαρτίου στη πλατεία Nation στο Παρίσι, θα πραγματοποιηθεί πορεία για τη Δικαιοσύνη και την Αξιοπρέπεια (Marche pour la Justice et la Dignité) από οικογένειες θυμάτων αστυνομικής βίας και συλλογικότητες. Ακολουθεί μεταφρασμένο στα ελληνικά το κάλεσμα για τη πορεία.

Οικογένειες των θυμάτων: Lahoucine Ait Omghar – Amine Bentounsi – Hocine Bouras – Abdoulaye Camara – Lamine Dieng – Wissam El Yamni – Amadou Koumé – Mourad Touat – Ali Ziri –  Jean-Pierre Ferrara – Rémi Fraisse – Babacar Gueye 


Ένας το μήνα. Αυτό είναι ο μέσος όρος των πατέρων, αδερφών και γιων που χάνουμε εξαιτίας της βίας των αστυνομικών δυνάμεων. Μία βία που παίρνει πολλές μορφές : τεχνικές ακινητοποίησης που οδηγούν το θύμα στην ασφυξία, γροθιές, πυροβολισμούς, τέιζερ, με το θάνατο σαν αποτέλεσμα στις χειρότερες περιπτώσεις.

Εδώ και 40 χρόνια, τακτικά, οι δικοί μας δολοφονούνται από το γαλλικό κράτος, από τα χέρια αυτών που ονομάζονται ειρωνικά οι «φυλακές της ειρήνης». Εδώ και 40 χρόνια, τακτικά, η απάντηση σε όσους ζητάνε την αλήθεια και την δικαιοσύνη για τους θανάτους τους έχουν ως μόνη απάντηση την πιο ντροπιαστική ατιμωρησία και καμπάνιες εγκληματοποίησης. Η συνεχής αστυνομική και πολιτική παρενόχληση εναντίον της οικογένειας Traoré, στους οποίους εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας, το αποδεικνύει. Κάθε φορά είναι το ίδιο.

Συνέχεια

Audre Lorde-Ηλικία,Φυλή,Τάξη και Φύλο…


Γραμμένο το 1980, περιλήφθηκε στο Sister Outsider (1984), p. 114-123. Μτφρ: kali-detri
Ηλικία, Φυλή, Τάξη, και Φύλο: Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν την διαφορά [1]
Η πλειοψηφία –σχεδόν– της Δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας μας αναγκάζει να βλέπουμε τις ανθρώπινες διαφορές σε απλοϊκή αντιπαράθεση μεταξύ τους: κυρίαρχος/υποτελής, καλός/κακός, πάνω/κάτω, ανώτερος/κατώτερος. Σε μια κοινωνία όπου το ορθό ορίζεται στα πλαίσια του κέρδους παρά στα πλαίσια των ανθρωπίνων αναγκών, πρέπει να υπάρχει πάντοτε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τη συστηματική καταπίεση να αισθάνονται ότι περιττεύουν, ώστε να καταλάβουν [occupy] τον ρόλο του απο-ανθρωποποιημένου κατώτερου. Μέσα σε αυτή την κοινωνία, η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Μαύρους και τους ανθρώπους του Τρίτου κόσμου, την εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις γυναίκες.
Ως μια 49χρονη Μαύρη λεσβία φεμινίστρια σοσιαλίστρια μητέρα δύο παιδιών, περιλαμβανομένου ενός αγοριού, και ως μέλος ενός διαφυλετικού ζευγαριού, βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αποτελεί κομμάτι κάποιας ομάδας που ορίζεται ως Άλλη, αποκλίνουσα, κατώτερη, ή απλά λάθος. Παραδοσιακά, στην αμερικάνικη κοινωνία, είναι τα μέλη των καταπιεσμένων, αντικειμενοποιημένων ομάδων που αναμένεται να «απλωθούν» και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας των ζωών μας και της συνείδησης του καταπιεστή μας. Διότι για να επιβιώσουμε, όσοι από εμάς βιώνουμε την καταπίεση – που είναι τόσο αμερικάνικη όσο η μηλόπιτα [apple pie] – έπρεπε να μείνουμε πάντοτε παρατηρητές, να εξοικειωθούμε με τη γλώσσα και τους τρόπους του καταπιεστή, ακόμα μερικές φορές να τους υιοθετήσουμε με αντάλλαγμα κάποια αίσθηση προστασίας. Οποτεδήποτε ανακύπτει η ανάγκη για κάποια προσποίηση επικοινωνίας, εκείνοι που κερδίζουν από την καταπίεσή μας μάς καλούν να μοιραστούμε τη γνώση μας με αυτούς. Με άλλα λόγια, είναι η υποχρέωσή του καταπιεσμένου να διδάξει στους καταπιεστές τα λάθη τους.
Είμαι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των καθηγητών που απορρίπτουν την κουλτούρα των παιδιών μου στο σχολείο. Οι Μαύροι και οι άνθρωποι του Τρίτου Κόσμου είναι αναμενόμενο να διδάξουν τους λεύκους ως προς την ανθρωπινότητά μας. Οι γυναίκες αναμένεται να διδάξουν τους άντρες. Οι λεσβίες και οι γκέι άντρες αναμένεται να διδάξουν τον ετεροσεξουαλικό κόσμο. Οι καταπιεστές διατηρούν τη θέση τους και αποφεύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Υπάρχει μια διαρκής εξάντληση ενέργειας η οποία θα ήταν καλύτερο να αξιοποιηθεί στον επαναπροσδιορισμό μας και την επινόηση ρεαλιστικών σεναρίων για την αλλαγή του παρόντος και την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Η θεσμοποιημένη απόρριψη της διαφοράς είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα σε μια οικονομία κέρδους η οποία χρειάζεται ως πλεονάζοντες πληθυσμούς τους ξένους. Ως μέλη μιας τέτοιας οικονομίας, όλοι έχουμε προγραμματιστεί να αντιδρούμε στις ανθρώπινες διαφορές μεταξύ μας με φόβο και φθόνο και να χειριζόμαστε αυτή τη διαφορετικότητα με τρεις τρόπους: να την αγνοήσουμε, και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να την αντιγράψουμε αν θεωρούμε ότι είναι κυρίαρχη, ή να την καταστρέψουμε αν θεωρούμε ότι είναι υποδεέστερη. Αλλά δεν έχουμε καθόλου πρότυπα για να συσχετιστούμε αναμεταξύ των ανθρωπίνων διαφορών μας ως ίσοι. Σαν αποτέλεσμα, αυτές οι διαφορές έχουν εσφαλμένα κατονομαστεί και καταχραστεί στην υπηρεσία του διαχωρισμού και της σύγχυσης.

Συνέχεια

Τζούντιθ Μπάτλερ: Η Πρόκληση της Χάνα Άρεντ στον Άντολφ Άιχμαν…


Τζούντιθ Μπάτλερ: Η πρόκληση της Χάνα Άρεντ στον Άντολφ Άιχμαν

Μετάφραση: Εύα Πλιάκου

Πενήντα χρόνια πριν η συγγραφέας και φιλόσοφος Χάνα Άρεντ έγινε μάρτυρας του τέλους της δίκης του Άντολφ Άιχμαν, μιας από τις σημαντικότερες φιγούρες στην οργάνωση του Ολοκαυτώματος. Καλύπτοντας τη δίκη, η Άρεντ έπλασε τη φράση «η κοινοτοπία του κακού», μια φράση που από τότε έχει γίνει κάτι σαν διανοητικό κλισέ. Αλλά τι πραγματικά εννοούσε;

Ένα πράγμα που σίγουρα δεν εννοούσε η Άρεντ ήταν ότι το κακό είχε γίνει κοινότοπο ή ότι ο Άιχμαν και τα ναζιστικά στρατεύματά του είχαν διαπράξει ένα συνηθισμένο έγκλημα. Πράγματι, πίστευε ότι το έγκλημα είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, αν όχι πρωτοφανή, και ως εκ τούτου αυτό απαιτούσε μια νέα προσέγγιση στην ίδια τη δικαστική απόφαση.

Υπήρχαν τουλάχιστον δύο προκλήσεις για τη δικαστική απόφαση που υπογράμμισε η Άρεντ και ακόμα μία για την ηθική φιλοσοφία γενικότερα. Το πρώτο πρόβλημα είναι αυτό της νομικής πρόθεσης. Έπρεπε τα δικαστήρια να αποδείξουν ότι ο Άιχμαν σκόπευε να προκαλέσει γενοκτονία για να τον καταδικάσουν για το έγκλημα; Το επιχείρημά της ήταν ότι στον Άιχμαν ενδεχομένως να έλειπαν οι «προθέσεις», στον βαθμό που δεν κατόρθωσε να σκεφτεί το έγκλημα το οποίο διέπραττε. Δεν πίστευε ότι ο Άιχμαν ενεργούσε χωρίς συνείδηση, αλλά επέμενε ότι ο όρος «σκέπτομαι» πρέπει να προορίζεται για μια πιο αντανακλαστική λειτουργία της λογικής.

Η Άρεντ αναρωτήθηκε εάν ένα νέο είδος ιστορικού υποκειμένου είχε καταστεί δυνατό με τον εθνικοσοσιαλισμό, ένα είδος στο οποίο τα άτομα εκτελούσαν πολιτικές αλλά δεν είχαν πλέον «προθέσεις», με τη συνήθη έννοια του όρου. Το να έχεις «προθέσεις», κατά τη γνώμη της, ήταν το να σκέφτεσαι αναστοχαστικά για τις πράξεις σου ως πολιτικό υποκείμενο, του οποίου η ζωή και η σκέψη είναι συνδεδεμένες με τις ζωές και τις σκέψεις άλλων ατόμων. Έτσι, σε αυτή την πρώτη φάση, φοβόταν πως αυτό που είχε γίνει «κοινότοπο» ήταν η ίδια η μη-σκέψη. Το γεγονός αυτό δεν ήταν καθόλου κοινότοπο, αλλά πρωτοφανές, σοκαριστικό και λάθος.

Συνέχεια