Η πατριαρχία και η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα…


Η παρακάτω ενδιαφέρουσα και αξιόλογη έρευνα αναδημοσιεύεται για την αποδόμηση κάθε αφηγήματος εθνικισμού, πατριωτισμού και πατριαρχίας.

Α’

Αν επισκοπήσουμε τη μισή χιλιετηρίδα που κύλησε από τον Όμηρο ως τον μέγα Αλέξανδρο, δε θα βρούμε πουθενά αλλού στην ιστορία μια τόσο συνεπή απόρριψη της γυναίκας όσο στους πατέρες του «πολιτισμού» μας.
«Δεν υπάρχει στη γη πιο απαίσιο, πιο ξεδιάντροπο πλάσμα από τη γυναίκα», λέει ο Όμηρος. Όταν ο κυνικός Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά, αναφώνησε: «Μακάρι να είχαν όλα τα δένδρα τέτοιους καρπούς!» Ο Ησίοδος λέει ότι τα κυριότερα δώρα που έκανε η Αφροδίτη στη γυναίκα είναι η φλυαρία, το μοχθηρό γέλιο της και οι πονηριές της. Και σε ένα άλλο σημείο: «Ποτέ μην αφήσεις να σε ξεμυαλίσει η γυναίκα η κουνοκώλα, ούτε οι κολακείες της, που με αυτές να σε τυλίξει θέλει!» Στο σημαντικότερο έργο του Ησίοδου, τη Θεογονία, η αφήγηση για το πλάσιμο της γυναίκας καταλαμβάνει μεγάλη έκταση (στίχοι 570 ως 612). Αφού ο Ησίοδος υπαινιχτεί ότι αυτή έφερε στον κόσμο όλα τα κακά, η ιστορία για τη γέννηση της Πανδώρας του δίνει μπολικες ευκαιρίες να «θεμελιώσει» την πεποίθηση πως οι έννοιες «γυναίκα» και «κακό» ταυτίζονται. Χαρακτηριστικά στον στίχο 591 και αφού έχει χρίσει την Πανδώρα γενάρχισα όλων των γυναικών αναφέρει: «κι έτσι ήρθε στον κόσμο το συφοριασμένο γένος των γυναικών, μεγάλη γρουσουζιά για τους άνδρες». Σύμφωνα με τον Πλάτων, στην αρχή όλες οι ψυχές φώλιαζαν σε ανδρικά κορμιά. Ο Θουκιδίδης μας λέει ότι: «αν τη γυναίκα την δημιούργησε θεός, ξέρει αυτός, όπου και αν βρίσκεται, ότι είναι ο πρόξενος της μεγαλύτερης συμφοράς». Ο Μένανδρος, εκπρόσωπος της παρακμής του αρχαιοελληνικού δράματος γράφει σε ένα έργο του: «Φύτρο κακό είν’ η γυναίκα στη ζωή, αλλά σαν αναγκαίο κακό την αγοράζουμε!» και σε ένα άλλο σημείο: «Κανείς δε βρήκε αντίδοτο να μας φυλάει απ’ τις κακές γυναίκες: τέτοιο βάσανο είναι οι γυναίκες!» Ο βραβευμένος Ευριπίδης γράφει: «Πάντα οι γυναίκες στέκουν εμπόδιο στην ευτυχία των ανδρών, πάντα ζημιά τους κάνουν» και κάπου αλλού βάζει μια γυναίκα να λέει για το ίδιο της το φύλο: «Εμείς οι γυναίκες δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι ανώτερο αλλά το κακό με πονηριά περίσση και εύκολα το κάνουμε». Ο Αντιφάνης λέει και αυτός ανάλογα πράγματα: «μονο σε ένα εμπιστεύομαι τη γυναίκα: πως σαν πεθάνει δε θα ξαναζήσει. Σε τίποτα άλλο δεν της έχω εμπιστοσύνη, ώσπου να πεθάνει». Ο ποιητής Καρκίνος από τη Ναύπακτο κάνει την εξής επίκληση: «Ω Δία, τι χρειάζονται άλλες βρισιές για τις γυναίκες; Πέρα για πέρα είν’ αρκετή η ίδια η λέξη «γυναίκα».
Ο Theodor Hopfner λέει στο έργο του «Η σεξουαλική ζωή των Ελλήνων και των Ρωμαίων»: «Γενικά λοιπόν η γυναίκα εμφανιζόταν κατώτερη, τόσο από σωματική όσο και από ψυχική και ηθική άποψη, πράγμα που οδηγούσε στον εκτοπισμό της από τη δημόσια ζωή, ακόμα μάλιστα και από την πνευματική και κοινωνική ζωή. Και αναρωτιέται: «γιατί άραγε ο έλληνας παραγκώνιζε τη γυναίκα; Όχι επειδή ήταν πραγματικά κατώτερη ούτε επειδή τη θεωρούσε κατώτερη, παρα ακριβώς για το αντίθετο: Επειδή φοβόταν την ανωτερώτητα της και επειδή οι αιώνες καταπίεσης, στους οποίους την είχε καταδικάσει, δεν ήταν δυνατόν παρά να εντείνουν τις ενοχές του και το φόβο του για την ΕΚΔΙΚΗΣΗ της.

Συνέχεια

Βασίλης Ραφαηλίδης…Η δυσκολία να είσαι Έλληνας…


Greece Expiring on the Ruins of Missolonghi by Eugène Ferdinand Victor Delacroix

ΚείμενοΒασίλης Ραφαηλίδης*

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ Επανάσταση του 1821 ήταν όντως επανάσταση. Αλλά με μια έννοια εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που της δίνουν τα σχολικά εγχειρίδια και οι επίσημες Ιστορίες, που φαίνεται πως αγνοούν τη ση­μασία της λέξης. Επανάσταση, λοιπόν, σημαίνει εξέγερ­ση μέρους του λαού μιας συγκεκριμένης εθνότητας εναντίον μέρους του ίδιου λαού της ίδιας εθνότητας.

Η Γαλλική Επανάσταση, για παράδειγμα, ήταν επανά­σταση, γιατί κάποιοι Γάλλοι ξεσηκώθηκαν εναντίον άλ­λων Γάλλων. Το ίδιο και η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο πόλεμος που τελείται στη διάρκεια μιας επανά­στασης η οποία, σημειωτέον, δεν καταλήγει αναγκα­στικά σε πόλεμο, αφού οι διαφορές μπορούν να διευ­θετηθούν και με διαπραγματεύσεις, είναι αναγκαστικά εμφύλιος (πόλεμος ανάμεσα σε μέλη της ίδιας φυλής). Γιατί, λοιπόν, η Ελληνική Επανάσταση ονομάστηκε· επανάσταση; Αν οι Έλληνες πολεμούσαν τους Τούρκους, θα έπρεπε να έχουμε, απλώς, έναν «απελευθε­ρωτικό πόλεμο», με στόχο την εκδίωξη του κατακτητή από εδάφη που κατοικούνταν από μια συγκεκριμένη εθνότητα, που επιθυμούσε να αυτοδιοικηθεί και να αυτονομηθεί (να θεσπίζει η ίδια τους νόμους).

Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ δεν είναι αίτημα επαναστατικό, αλ­λά εθνικό, που το βάζει μια ετερονομούμενη εθνότητα (που υπακούει στους νόμους που θέσπισε μια άλλη εθνότητα). Σε τελική ανάλυση, το «εθνικό κράτος» δεν είναι τίποτα περισσότερο από το σύνολο των Κανόνων Δικαίου, που συνιστούν την έννοια του Κράτους και που είναι προσαρμοσμένοι στα ήθη και τον πολιτισμό μιας συγκεκριμένης εθνότητας. (Διευκρινίζουμε πως η εθνότητα είναι έννοια πολιτιστική και το κράτος έννοια νομική).

Το γεγονός, λοιπόν, πως η Ελληνική Επανάσταση εξαρχής ονομάστηκε επανάσταση και όχι «απελευθε­ρωτικός πόλεμος», δηλώνει πως αυτοί που εξεγέρθη­καν κατά των Τούρκων, δεν ήταν μόνο τα μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας, π.χ. οι Έλληνες, αλλά όλες οι εθνότητες που κατοικούσαν στη γεωγραφική περιο­χή της Ελλάδας.

Η Ελλάδα, η οποία ποτέ δεν ήταν ενιαίο κράτος, ού­τε καν στην περίοδο της κλασικής αρχαιότητας που στηριζόταν στο διοικητικό σύστημα της πόλης- κρά­τους, κατοικούνταν από μια πανσπερμία εθνοτήτων, περίπου όμοιας εθνολογικής σύνθεσης μ’ αυτή που εί­χε ολόκληρη η πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το γεγονός πως οι κάτοικοι αυτής της περιοχής μιλού­σαν ελληνικά, δε σημαίνει τίποτα από εθνολογική άποψη. Η ελληνική γλώσσα, εξαιτίας ακριβώς της τελειότητάς της, ήταν για αιώνες διεθνής.

Και θα ήταν και σήμερα, αν δεν έχανε για λίγους ψή­φους στο Κογκρέσο των πρώτων Πολιτειών που συναποτέλεσαν τις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, όταν μπή­κε το πρόβλημα ποια γλώσσα έπρεπε να μιλούν οι κά­τοικοι του υπό σύστασιν νέου πολυεθνικού κράτους. Τελικά, κέρδισε η αγγλική εξαιτίας της κυριαρχίας των αγγλικής καταγωγής αποίκων -κι αυτό ήταν το πιο σοβαρό ατύχημα που συνέβη ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα και της πολυεθνικής Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των πολυεθνικών κρατών των επιγόνων του και της πολυεθνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, κάποτε η ελληνική γλώσσα και το ελληνικό έθνος, που δε μιλούσε ολόκληρο και κατ’ ανάγκη την ελληνική γλώσσα, κατάντησαν να γίνουν δολίως συνώ­νυμα. Αργότερα, στο διεθνιστικό πολιτιστικό χαρακτη­ριστικό της ελληνικής γλώσσας προστέθηκε και το διε­θνιστικό χαρακτηριστικό της ορθοδοξίας. Και, ω του θαύματος, από δύο διεθνιστικά χαρακτηριστικά γεννή­θηκε ένα εθνικό: Ο «ελληνοχριστιανισμός». Πρόκειται σαφέστατα περί λαθροχειρίας.

Οι λαοί, λοιπόν, που ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρ­κων, είχαν συνείδηση πως δεν ανήκαν στην ίδια εθνό­τητα και πως, αντίθετα, ανήκαν στο ίδιο καταπιεστικό Κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν μπορού­σαν, συνεπώς, να ονομάσουν την εξέγερσή τους «απε­λευθερωτικό πόλεμο», γιατί δεν ήταν μία και μόνο η εθνότητα που ζητούσε τη δημιουργία αυτόνομου κρά­τους, που κατ’ ανάγκη δε θα μπορούσε να είναι εθνι­κό. Την ονόμασαν, λοιπόν, εξαρχής επανάσταση (ή «αγώνα για την ελευθερία»), γιατί η εξέγερση κατά της οθωμανικής εξουσίας (προσοχή: όχι μόνο κατά των Τούρκων, που άλλωστε πολέμησαν μαζί με τους Άρα­βες υποτακτικούς τους υπό τον Μοχάμεντ ‘Αλι), ήταν όντως ένας πολυεθνικός εμφύλιος πόλεμος, όπου μια πολυεθνική ενότητα λαών ξεσηκώθηκε ενάντια σε ένα άλλο κομμάτι ταυ ίδιου πολυεθνικού λαού.

ΠΡΑΓΜΑ που γίνεται φανερό, μεταξύ άλλων, κι από το γεγονός πως οι ‘Ελληνες Κοτζαμπάσηδες (οι προ­στατευόμενοι των Τούρκων προύχοντες – φεουδάρχες). καθώς και ο ανώτερος ορθόδοξος κλήρος σούρθηκαν στην επανάσταση με το ζόρι, και αφού καιροσκόπησαν για πολύ. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, πως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, μετά την απελευθέρωση, ζη­τούσε για φέουδό του ολόκληρη την Εύβοια κι ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, που έγινε κατά λάθος εθνικός ήρωας, κρεμάστηκε απ’ τους Τούρκους εντε­λώς τυχαία, προς παραδειγματισμόν και μόνο και χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα, αφού ήταν φίλος εγκάρδιος των Τούρκων. Η πολιτική σκαρώνει συχνά τέτοια αστεία. Και η τούρκικη πολιτική ήταν πάντα αδίστακτη – και πάντα αποτελεσματική.

Το ότι έχασαν, τελικά, τον πόλεμο οι Τούρκοι στη γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, δεν οφείλεται μόνο στον αναμφισβήτητο ηρωισμό των λαών που κατοικού­σαν εδώ, αλλά κυρίως στην απόφαση των μεγάλων δυνά­μεων της εποχής να δώσουν οπωσδήποτε μια λύση στο περίφημο «ανατολικό ζήτημα», δηλαδή στο πρόβλημα που δημιούργησε η καταρρέουσα πολυεθνική Οθωμα­νική Αυτοκρατορία. Κάτι έπρεπε να γίνει με τα συν­τρίμμια αυτής της Αυτοκρατορίας. Και η δημιουργία κρατών απ’ τα περιτρίμματα της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας ήταν πράγματι ένα τόσο πολύπλοκο πρό­βλημα, που δε βρήκε ακόμα την οριστική του λύση. Από δω και οι σημερινές διεκδικήσεις των Τούρκων στο Αιγαίο. Από δω επίσης και η επικράτηση στη γλώσσα του λαού της έκφρασης «ανατολικό ζήτημα» για κάθε μακρόχρονη και άλυτη περιπλοκή. (Λέμε, «μην το κάνεις ανατολικό ζήτημα» ή «ανατολικό ζήτη­μα το έκανες».)

Ζήτημα δημιουργήθηκε όχι μόνο για την περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και για το κέν­τρο της: Πού έπρεπε να περιοριστεί το υπό διαμόρφωσιν νέο τουρκικό κράτος; Στην αρχή, οι μεγάλες δυνά­μεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και Αυστρο­ουγγαρία) αποφάσισαν να αυτονομήσουν το Κουρδι­στάν και την Αρμενία. ‘Εγινε, μάλιστα, λόγος και για τα παράλια της Μικρός Ασίας. Όμως, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής αποφάνθη­καν πως η πρώην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία θα μίκραινε πάρα πολύ. Και χάρισαν στο νέο τουρκικό κράτος τις παραπάνω περιοχές. ‘Ετσι, το «ανατολικό ζή­τημα» διαιωνίζεται πάντα και είναι ακόμα ενοχλητικό για όλους τους λαούς της πρώην Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, μηδέ των Τούρκων εξαιρουμένων. Όλα τα σύνορα των κρατών που προέκυψαν απ’ τη σωριασμέ­νη σε ερείπια Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι λίγο ως πολύ τεχνητά. Όπως ήδη καταλάβαμε τεχνητά είναι και τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων με το πάντα ακανθώδες «ανατολικό ζή­τημα», καλό θα ήταν τα σύνορα των κρατών που προέ­κυψαν απ’ την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας να μείνουν εκεί που έτυχε να βρίσκονται σή­μερα. Γιατί κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά πού θα έπρεπε να τοποθετηθούν τα σύνορα του κάθε εθνικού ή τεχνητά εθνικού κράτους, ειδικότερα σε τού­τη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι λα­οί και οι εθνότητες συμφύρονται από αρχαιοτάτων χρό­νων.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, που με το τρομερό βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκ­δοση του συγγραφέα) μας προμήθευσε τα ερεθίσματα και για το σημερινό έκτο ομοθεματικό κείμενο, λέει πως στην Ελληνική Επανάσταση πήραν μέρος όχι μόνο Αρβανίτες και Βλάχοι (αυτό δεν αμφισβητείται) αλλά και 430.000 περίπου μωαμεθανοί κατά το θρήσκευμα, που άλλοι απ’ αυτούς ήταν Τούρκοι στην καταγωγή, πλήρως εξαθλιωμένοι απ’ την αυταρχικότητα του Οθωμανικού Κράτους και άλλοι Έλληνες που ασπά­στηκαν το μωαμεθανισμό και που δεν ήταν λίγοι.

Βέβαια, η πολιτική ηγεσία της επανάστασης έμεινε στα χέρια των πλούσιων Ελλήνων εμπόρων αστών της διασποράς. Αλλά αυτοί δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε χωρίς τη μάχιμη συμμετοχή όλων των λαών, όλων των εθνοτήτων που κατοικούσαν στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ελλάδας. Πράγμα που γίνεται φανερό κι από το γεγονός πως πάρα πολλοί απ* τους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης δεν ήταν Έλ­ληνες, από φυλετική άποψη. ‘Ηταν όμως ‘Ελληνες από πολιτιστική άποψη, μιας και είχαν διαμορφώσει ήδη έναν πολιτισμό, που ωστόσο δεν είναι αμιγώς ελληνι­κός, αλλά προϊόν ανάμειξης πολλών και ποικίλων πολι­τιστικών στοιχείων.

ΣΗΜΕΡΑ δεν μπορούμε να μιλούμε σε τούτο τον τό­πο για «φυλετική καθαρότητα». Οι «καθαροί Έλλη­νες»είναι αποκύημα της φαντασίας ακαθάρτων εγκε­φάλων, που συνεχίζουν να μας εξαπατούν με ανύπαρ­κτα και φασίζοντα «αιματολογικά επιχειρήματα». ‘Αλ­λωστε, μόνο ο Χίτλερ τόλμησε να μιλήσει ηλιθίως περί «καθαρότητας του αίματος». Γιατί, λοιπόν, τον μιμούν­ται τόσοι πολλοί σε τούτο τον πολυεθνικό τόπο; Μα, διότι είναι καθησυχαστικό από -ψυχολογική άποψη να νιώθει κανείς πως είναι μέλος μιας «μεγάλης οικογένει­ας» που λέγεται έθνος. ‘Ολοι φαίνεται πως έχουν ξεχά­σει τον άψογο ορισμό του Ισοκράτη, σύμφωνα με τον οποίο Έλληνες είναι αυτοί που μετέχουν της Ελληνι­κής Παιδείας.

Απ’ αυτή την άποψη δεν καταλαβαίνω γιατί είναι περισσότερο ‘ Ελληνας ο ελληνικά απαίδευτος δημαγω­γός Χ από τον Βιλαμόβιτς και τον Τζορτζ Τόμψον, για παράδειγμα. Θάψαμε πρόσφατα με τιμές τον Αγγλοεβραίο Κάρολο Κουν, αλλά δεν τολμήσαμε να πούμε πως η αγγλοεβραιοελληνική του καταγωγή (η μάνα του ήταν Ελληνίδα) δεν τον εμπόδισε καθόλου να μετέχει της ελληνικής παιδείας όσο λίγοι «καθαρόαιμοι».

Τηρουμένων των αναλογιών πολιτιστικής προσφοράς και πολιτιστικού μεγέθους, ανάμεσα στον Κουν και τους άλλους «φυλετικά νόθους» αυτού του τόπου, θα ήταν ηλίθιος όποιος αντιμετώπιζε π.χ. τον Τέρενς Κουίκ ως Άγγλο, γιατί Άγγλος είναι ο πατέρας του, και τη Μαρίζα Κωχ ως Γερμανίδα, γιατί Γερμανός είναι ο πατέρας της. Κι αν αυτούς τους επισημαίνει κανείς εύ­κολα απ’ τα ονόματά τους, τους Αρβανίτες, τους Βλά­χους και τους Σλάβους τους επισημαίνει δυσκολότερα, κυρίως γιατί είναι από αιώνες εγκατεστημένοι σε τούτo τον τόπο.

ΩΣΤΟΣΟ, πολλά επίθετα είναι αδιάψευστοι μάρτυ­ρες της φυλετικής προέλευσης τουλάχιστον των μισών Νεοελλήνων. Τα ονόματα Γκίκας, Γκέκας, Τόσκος και Κιοσές είναι τυπικά αρβανίτικα. Αρβανίτικο είναι επί­σης και το κοινότατο όνομα Σιδέρης, που δινόταν ως επαγγελματικός προσδιορισμός στους σιδεράδες Αρβα­νίτες, καθώς και όλα τα ονόματα που έχουν ως πρόθε­μα τη λέξη Αρβανίτης, όπως Αρβανιτάκης, Αρβανιτόπουλος κτλ.

Ομοίως, υπάρχει μια τεράστια σειρά ελληνικών επιθέ­των με πρόθεμα τη λέξη Βλάχος, όπως Βλαχόπουλος, Βλαχάκης, Βλαχογιάννης, Βλαχομήτρος κτλ. Εύκολα ξε­χωρίζουν επίσης ονοματολογικά και οι έχοντες προγό­νους Σλάβους: Στογιάννης, Στάϊκος κτλ. Η γλώσσα ήταν και παραμένει πάντα η πιο έγκυρη πηγή για την επιστήμη της Εθνολογίας. Όλοι ξέρουμε άλλωστε πως οι μισές από τις νεοελληνικές λέξεις είναι αρβανίτικες, τούρκικες, βλάχικες και σλάβικες. Κατά ποια λογική, λοιπόν, μιλούμε για «φυλετικήκαθαρότητα» σ’ έναν τό­πο που όλοι μας έχουμε στο γενεαλογικό μας δέντρο περισσότερους του ενός «αλλόφυλους» προγόνους; Και τι μπορεί να σημαίνει να είσαι Έλληνας  αν δε μετέ­χεις της ελληνικής παιδείας, κατά τον iσοκράτειο ορισμό;

Στην Ελλάδα, λέει ο Κακλαμάνης, λόγω της πολυε­θνικής της κοινωνικής σύνθεσης δεν υπήρχαν καταστά­σεις κοινές σε μεγάλες μάζες ανθρώπων, διότι η κατά­σταση μιας εθνότητας δεν είναι η κατάσταση της άλλης. Και η κατάσταση που ένωνε τους λαούς που εξεγέρθη­καν κατά των Τούρκων σε τούτο τον τόπο ήταν η υπο­δούλωση ανθρώπων διαφορετικής εθνολογικής προέ­λευσης, μηδέ των φτωχών Τούρκων εξαιρουμένων. στον ίδιο δυνάστη – και πέραν τούτου ουδέν. Ούτε καν η ελληνική παιδεία. Διότι παιδεία δεν είναι τα κολλυβογράμματα του Κρυφού Σχολειού. Ούτε η αποστήθιση παραγράφων από την Αγία Γραφή. Άλλωστε, στο Κρυφό Σχολειό μάθαιναν γράμματα – στα παιδιά – όσα  τους μάθαιναν, τέλος πάντων – όχι, βέβαια, για να διαβάζουν τους κλασικούς στο πρωτότυπο, ή έστω σε με­τάφραση, αλλά για να «κοινωνούν της Αγίας Γραφής» στην έτσι κι αλλιώς ακατανόητη για τους πολλούς μετά­φραση των Εβδομήκοντα στην αλεξανδρινή διάλεκτο.

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία έκανε καλά τη δουλειά της από εκκλησιαστική άποψη. Και έκανε πολύ καλά που έκανε καλά τη δουλειά της. Αλλά είναι τερατώδες να βαφτίζουμε εθνικό ένα έργο που εί­ναι μόνο θρησκευτικό, βάζοντας έτσι τα «ιστορικά θε­μέλια» για τη φριχτή απάτη που πήρε το ψευδώνυμο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός». Πρέπει να καταλά­βουμε επιτέλους πως «Έλληνες εισί, οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες» – και τίποτα περισσότερο.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (1987)


Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/05/08/%CE%B7-%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82/

Ο Αριστοτέλης για τη μεγαλοψυχία…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Σχετικά με την μεγαλοψυχία ο Αριστοτέλης αναφέρει: «Η μεγαλοψυχία, όπως δείχνει και η ίδια η λέξη, έχει για αντικείμενό της μεγάλα πράγματα». (1123a 3, 38-39). Και για να γίνει πιο σαφής θα δώσει και τον ορισμό του μεγαλόψυχου ανθρώπου: «Μεγαλόψυχος […] είναι, κατά την κοινή αντίληψη, ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων και είναι πράγματι άξιος μεγάλων πραγμάτων· γιατί ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων χωρίς στην πραγματικότητα να το αξίζει, είναι ανόητος – κανένας όμως ενάρετος άνθρωπος δεν είναι ηλίθιος ή δίχως νου». (1123b 3, 2-5).

Κι επειδή η μεσότητα είναι και πάλι (όπως σε κάθε περίπτωση) το κριτήριο της ενάρετης συμπεριφοράς, η μεγαλοψυχία δεν πρέπει να εκληφθεί ως ακρότητα από την άποψη ότι αφορά τις μεγάλες πράξεις: «Ο μεγαλόψυχος λοιπόν από μεν την άποψη του μεγέθους αυτών των οποίων θεωρεί τον εαυτό του άξιο βρίσκεται στην ακρότητα, ενώ από την άποψη της ορθότητάς τους βρίσκεται στη μεσότητα, αφού θεωρεί τον εαυτό του άξιο αυτών των οποίων είναι άξιος· οι άλλοι βρίσκονται στο χώρο της υπερβολής ή της έλλειψης». (1123b 3, 15-18).

Η μεσότητα, δηλαδή, έχει να κάνει με την εξισορρόπηση των αληθινών δυνατοτήτων σε σχέση με τις ευθύνες που αναλαμβάνει κανείς. Στην ουσία πρόκειται για την επίγνωση των ικανοτήτων, ώστε η ανάληψη καθηκόντων και οι φιλοδοξίες να εναρμονίζονται μ’ αυτά που πράγματι μπορεί κάποιος να φέρει σε πέρας. Ο μεγαλόψυχος έχοντας πλήρη γνώση των υψηλών του δεξιοτήτων είναι σε θέση να αναλάβει μεγάλα σε μέγεθος έργα χωρίς φόβο ή δισταγμούς, κι αυτό όχι από αλαζονεία, αλλά από σωστή εκτίμηση του εαυτού. Κι όταν γίνεται λόγος για έργα μεγάλου μεγέθους δεν εννοούνται οι υλικές διαστάσεις (χωρίς, όμως, και να εξαιρούνται), αλλά το μέγεθος της αξίας ή της σπουδαιότητας ή της δυσκολίας που υπάρχει σε κάθε έργο.

Νίκος Εγγονόπουλος – Δύο Φιλόσοφοι και Ένας Στρατιωτικός Ήρωας

Νίκος Εγγονόπουλος – Δύο Φιλόσοφοι και Ένας Στρατιωτικός Ήρωας

Συνέχεια

Η Στάση του Σωκράτη στον Επερχόμενο Θάνατο…


Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

«Εμένα δε με ενδιαφέρει ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μη διαπράξω κάτι άδικο κι ανόσιο.»[1]σελ.67

«Δεν υπάρχει για τον καλό άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει.»[1]σελ.91

Ο Σωκράτης ίσως έγινε πιο γνωστός για αυτά που έκανε, παρά για αυτά που έλεγε. Η θανάτωσή του συχνά θεωρείται σαν ένα μεγάλο έγκλημα των Αθηναίων κατά της ελευθερίας του λόγου και μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας. Γιατί ακόμα και να εντάξουμε την δίκη και την εκτέλεσή του στο ιστορικό πλαίσιο μιας δημοκρατίας που προσπαθούσε να επανακαθοριστεί, έχοντας μόλις βγει από την άκρως απολυταρχική κυριαρχία των Τριάντα Τυράννων, και που γι’ αυτό ήθελε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του τραγικού πρόσφατου παρελθόντος της με την εξόντωση κάθε ύποπτου για αντι-δημοκρατικά πιστεύω πνευματικού ανθρώπου (ο Σωκράτης είχε κακές παρέες), πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε ένα τόσο αχρείαστο θάνατο, ενός φιλοσόφου που θα κατέληγε να θεωρείται ο πατέρας της δυτικής φιλοσοφίας; Η εκτέλεσή του σημάδεψε τους μαθητές του, και πιο σημαντικά, τον Πλάτωνα, στο έργο του οποίου η παρουσία του δασκάλου του κυριαρχεί. Η κύρια πηγή που έχουμε για το τι ειπώθηκε στη δίκη είναι η Απολογία Σωκράτους που έγραψε ο Πλάτωνας. Το έργο γράφτηκε λίγα χρόνια μετά τη δίκη, και φυσικά δεν είναι μια ακριβής λέξη προς λέξη περιγραφή της ομιλίας του Σωκράτη, αλλά επειδή κατά τη συγγραφή του το θέμα ήταν νωπό στη μνήμη των Αθηναίων και πολλοί από τους παρόντες στη δίκη σίγουρα είχαν πρόσβαση στο Πλατωνικό κείμενο, θεωρείται αξιόπιστη πηγή, όσον αφορά τα κεντρικά σημεία υπεράσπισης και το πνεύμα των περιστατικών που εξελίχτηκαν.

Giambettino Cignaroli - The Death of Socrates (18ος αιώνας)
Giambettino Cignaroli – The Death of Socrates (18ος αιώνας)

Μεγάλο ρόλο στην επιρροή που είχαν τα τελευταία γεγονότα της ζωής του φιλοσόφου έπαιξε η στάση του απέναντι στον θάνατο που ήξερε ότι ερχόταν. Ο Σωκράτης είχε πολλές ευκαιρίες να γλιτώσει. Θα μπορούσε να φύγει από την πόλη με το που έμαθε την κατηγορία εναντίον του, αφού σίγουρα ήξερε ότι δεν είχε πολλές ελπίδες ενάντια σε ένα καθεστώς που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την αλήθεια όσο για το πώς θα βρει τρόπο να εξωραΐσει τα δικά του εγκλήματα και να καλύψει την εκδικητικότητά του με την πρόφαση της κατηγορίας του αθεϊσμού. Η φυγή ήταν συνηθισμένη ενέργεια όταν η αθώωση ήταν αμφίβολη˙ αυτήν επέλεξε και ο Αριστοτέλης αργότερα, όταν κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδων τον Ιεροφάντη για ασέβεια προς τους θεούς αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και έφυγε για την Χαλκίδα.

Ο Σωκράτης λοιπόν εμφανίστηκε στη δίκη του για να αντιμετωπίσει το κατηγορητήριο αλλά και αυτό που παρουσιάζει ο ίδιος σαν την πραγματική αιτία της θανάτωσής του, την κακοφημία και τις συκοφαντίες που λέγονταν εις βάρος του, που προέρχονταν από μίσος επειδή έδειχνε, για αυτούς που παρίσταναν τους σοφούς, ότι δεν ήξεραν τίποτα. Στην απολογία του (όπως μας την αφηγούνται ο Πλάτωνας αλλά και ο Ξενοφώντας), έδειξε προκλητική και ειρωνική στάση απέναντι στους κατήγορούς του και στους δικαστές, αλλά και περηφάνια και θάρρος.

Δικαιολόγησε τον βίο του λέγοντας πως ο θεός τον πρόσταζε να έχει τη στάση ζωής που είχε, και πάντα έκανε ό,τι αυτός όριζε, κατά τη δική του πάντα αντίληψη, όπως του φανερώνονταν «με χρησμούς και με όνειρα και με κάθε τρόπο, με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν»[1]σελ.69, είτε όταν ζούσε φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό του και τους άλλους είτε κατά τη δίκη του. «Υπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο… Πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα.»[1]σελ.65. «Εκείνοι ονομάζουν αυτούς που προλέγουν το μέλλον με σημεία ‘πουλιά’, ‘μύθους’, οιωνούς’ και ‘μάντεις’, ενώ εγώ το ονομάζω ‘δαιμόνιο’»[3]σελ.135. Το δαιμόνιό του πάντα τον εμπόδιζε αν ήταν να κάνει κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά δεν τον σταμάτησε ούτε όταν ξεκίνησε από το σπίτι του για να πάει στη δίκη, ούτε κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ενώ πολλές φορές ενώ μιλούσε τον ανάγκαζε να σωπαίνει. Γι’ αυτό και δεν ετοίμασε λόγο από πριν για να τον εκφωνήσει μπροστά στους δικαστές. «Δυο φορές κιόλας, που προσπάθησα να σκεφτώ την απολογία μου, το δαιμόνιο με απέτρεψε»[3]σελ.131. Γιατί να προετοιμαστεί εξάλλου αφού, όπως λέει, μιλάει στους δικαστές όπως μιλάει στην αγορά, με λόγια απλά και λέγοντας ειλικρινά αυτά που σκέφτεται; «Δε σου φαίνομαι ότι έχω περάσει τη ζωή μου μελετώντας την απολογία μου;…Επειδή έχω ζήσει χωρίς να κάνω ποτέ κάτι άδικο»[3]σελ.129. «Σωστά λοιπόν, οι θεοί με απέτρεψαν τότε να σκεφτώ τον λόγο μου»[3]σελ.133.

Σύμφωνα με αυτόν, ό,τι του συμβαίνει, είναι για το καλό του (και θέλημα θεού), κι ας θεωρείται από άλλους κακό. Και όπως θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει τη θέση του στον πόλεμο (είχε πολεμήσει στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη και στο Δήλιο) αφού του το είχε ορίσει ο θεός αλλά και οι εκλεγμένοι από τους Αθηναίους άρχοντες, έτσι και τώρα θα έκανε πολύ άσχημα να ξεφύγει από τη δίκη του. Η συνεχείς αναφορές του στον θεό, φυσικά δεν είναι τυχαία, αφού ήθελε να διαψεύσει το κατηγορητήριο, που μιλούσε για αθεΐα.

Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)
Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)

Όσο για τον φόβο του θανάτου (όπως είδαμε κι αλλού), αυτός δεν αρμόζει στην φιλοσοφική ζωή, αφού υποδηλώνει ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο κακό, κάτι που ένας φιλόσοφος δεν μπορεί να νομίζει ότι γνωρίζει. Το να φοβάσαι τον θάνατο λοιπόν είναι σαν να παριστάνεις ότι ξέρεις κάτι που δεν ξέρεις («Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει;»[1]σελ.57). Γιατί ένα από τα δύο είναι ο θάνατος: Είτε δεν είναι τίποτα και απλά όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση του γεγονότος, είτε συμβαίνει κάποια «μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλο». Είτε δηλαδή είναι σαν ύπνος χωρίς όνειρα, και η αιωνιότητα έτσι φαντάζει σαν μία μόνο νύχτα, είτε η αναχώρηση σε άλλο τόπο θα τον πάει εκεί που είναι όλοι οι νεκροί και όπου θα έβρισκε την παρέα του Ομήρου, του Ορφέα και του Ησίοδου. «Εγώ πάντως, πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν»[1]σελ.89. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Σωκράτης αδιαφορούσε για τη ζωή ή ότι δεν την χαιρόταν, αντιθέτως έλεγε πως έζησε την καλύτερη δυνατή ζωή και μάλιστα χάρη στους νόμους και τους πολίτες της Αθήνας (και την αυτοκτονία τη θεωρούσε ανεπίτρεπτη). Καλωσόριζε όμως τον θάνατο επειδή ήταν η κλιμάκωση της ζωής του, μένοντας συνεπής στην φιλοσοφία του και σε αυτά που έκρινε ότι ο θεός απαιτούσε από αυτόν. «Για μένα είναι φυσικό ένας άνθρωπος που αφιέρωσε πραγματικά τη ζωή του στη φιλοσοφία να μη λιποψυχεί την ώρα που πρόκειται να πεθάνει και να ευελπιστεί πως, όταν πεθάνει, θα έχει εκεί τα μεγαλύτερα αγαθά»[4]σελ.81.

Αυτό που θέλει είναι, όσο μπορεί, να ωφελήσει τους συμπολίτες του χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι αν η συμπεριφορά του είναι του καλού ή του κακού ανθρώπου˙ όχι η γνώμη του κόσμου. «Δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου»[1]σελ.65.

«Αν με θανατώσετε, και είμαι πράγματι αυτός που λέω εγώ, δεν θα με βλάψετε τόσο όσο θα βλάψετε τους εαυτούς σας. Γιατί εμένα σε τίποτα δεν θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος [κατήγοροί του]. Δεν θα είχαν τη δυνατότητα, γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται ο χειρότερος άνθρωπος να βλάψει έναν καλύτερο. Θα μπορούσε βέβαια να με σκοτώσει ίσως ή να με εξορίσει ή και να μου στερήσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αυτά τα πράγματα ίσως αυτός ή και κάποιος άλλος να τα θεωρεί μεγάλα κακά. Όχι όμως εγώ. Θεωρώ πολύ χειρότερο να κάνει κανείς ό,τι κάνει αυτός τώρα, προσπαθώντας να σκοτώσει άδικα έναν άνθρωπο. Τώρα λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν απολογούμαι καθόλου για χάρη του εαυτού μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για χάρη σας, για να μην αμαρτήσετε, καταδικάζοντάς με, προς τον θεό, περιφρονώντας αυτό που σας έδωσε»[1]σελ.63.

Πηγή
Πηγή

Λίγο πριν κλείσει την υπεράσπισή του, και αφού έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον των κατηγοριών, εκφράζει την περιφρόνησή του για τα παρακάλια που συνηθίζεται να κάνουν οι κατηγορούμενοι σε αυτό το σημείο. Κάποιος άλλος, λέει, και ίσως και οι ίδιοι αυτοί στους οποίους απευθύνεται, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του, για να γλιτώσει τις κατηγορίες, ότι «θα παρακαλούσε και θα ικέτευε τους δικαστές με πολλά δάκρυα, φέρνοντας στο βήμα και τα παιδιά του, για να τον λυπηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, και άλλους πολλούς συγγενείς και φίλους ενώ εγώ δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά, παρόλο που διατρέχω, όπως φαίνεται, τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ίσως λοιπόν κανείς, αν αναλογιστεί αυτά τα πράγματα, να γίνει πιο σκληρός απέναντί μου και να οργιστεί γι’ αυτά και να δώσει με οργή την ψήφο του»[1]σελ.71. Ξέρει πολύ καλά λοιπόν ότι τα λεγόμενά του μπορεί να εξοργίσουν το ακροατήριό του και να είναι εις βάρος του. Αναφέρει ότι έχει τρεις γιους, «αλλά όμως κανέναν απ’ αυτούς δεν ανέβασα στο βήμα για να σας παρακαλέσω να με αθωώσετε. Γιατί λοιπόν δεν κάνω τίποτα απ’ αυτά; Όχι από υπεροψία, άνδρες Αθηναίοι, ούτε για να σας ντροπιάσω. Αν αντιμετωπίζω τον θάνατο θαρραλέα είναι άλλη υπόθεση. Για τη φήμη όμως, και τη δική μου και την δική σας και ολόκληρης της πόλης, δεν νομίζω ότι είναι πρέπον να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν είναι πρέπον στην ηλικία μου αλλά και στο όνομα που έχω αποκτήσει, αληθινό ή ψεύτικο. Γιατί, υπάρχει η γνώμη ότι ο Σωκράτης σε κάτι διαφέρει από το πλήθος των ανθρώπων…Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους, που όταν δικάζονται, ενώ πριν φαίνονταν σπουδαίοι, κάνουν πράγματα ανάρμοστα, σα να θεωρούν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό αν πεθάνουν, ως εάν επρόκειτο να είναι αθάνατοι αν δεν τους σκοτώνατε εσείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου φαίνεται πως ντροπιάζουν την πόλη»[1]σελ.73.

«Εκτός από το θέμα της φήμης, άνδρες, δεν μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλεί κανείς τον δικαστή, ούτε παρακαλώντας τον να αθωώνεται, αλλά εξηγώντας του και πείθοντάς τον»[1]σελ.75. Γιατί ο δικαστής δεν βρίσκεται στη θέση που κατέχει για να απονείμει δικαιοσύνη κάνοντας χάρες, αλλά για να κρίνει και να εφαρμόζει τους νόμους. «Αν σας έπειθα παρακαλώντας σας, θα σας έκανα να παραβείτε τον όρκο σας, και θα ήταν σα να σας δίδασκα να μην πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί»[1]σελ.75. Ούτε στην ηλικία του αρμόζουν τα παρακάλια. Αν καταδικαστεί τώρα, το τέλος του θα είναι πιο εύκολο και ανώδυνο για αυτόν και τους φίλους του. Γιατί αν δεν πεθάνει τώρα, 70 χρόνων, τα γηρατειά θα τον κάνουν να ξεχνάει ό,τι έχει μάθει και να μαθαίνει δυσκολότερα, και θα τον βρουν οι αρρώστιες. Και αφού μέχρι τώρα έχει ζήσει ενάρετα και όπως αυτός ήθελε, και δεν θα αφήσει τίποτα δυσάρεστο ή άσχημο πίσω του, οι φίλοι του δεν θα έχουν κάτι για να λυπηθούν για το χαμό του. Προτιμάει το θάνατο από το να συνεχίσει να ζει ανελεύθερος, ή να ζητιανέψει για να κερδίσει χειρότερη ζωή από τον θάνατο[3]σελ.133.

Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την απολογία του, έχει δείξει ανωτερότητα σε ένα δικαστήριο που έχει συνηθίσει να δέχεται παρακάλια (κάτι που ίσως φάνηκε υπεροπτικό και άρα προσβλητικό), έχει αντιμετωπίσει τον κατήγορό του Μέλητο με περιφρόνηση και ειρωνεία στην σύντομη ανάκρισή του (σε μια επιχειρηματολογία που μπορεί οι δικαστές να εξέλαβαν ως ρητορική επιδεξιότητα ενός ενόχου που θέλει να αποπροσανατολίσει το ακροατήριό του) και έχει κατηγορήσει τη δημοκρατικότητα του τότε πολιτεύματος και άρα, έμμεσα, και την αξίωση των δικαστών του να αποφασίσουν σωστά για τη μοίρα του (και είδαμε ότι στο φόντο της δίκης υπήρχε η υποψία σύμπλευσης του Σωκράτη με τους Τυράννους και με τον προδότη Αλκιβιάδη).

Ana Maria Edulescu - Socrates 3
Ana Maria Edulescu – Socrates 3

Η ψηφοφορία των 500 δικαστών έρχεται εις βάρος του με μόνο 30 ψήφους διαφορά, οπότε αποφασίζεται η ενοχή του Σωκράτη. Τώρα, απευθύνεται άλλη μια φορά στους ίδιους δικαστές για να προτείνει την ποινή που πιστεύει ότι του αξίζει, προσπαθώντας να τους πείσει να του την αποδώσουν (ο νόμος δεν όριζε ποινή για το αδίκημά του). Όμως αυτό δεν μπορεί να το κάνει, γιατί η πρόταση οποιασδήποτε ποινής θα ισοδυναμούσε με παραδοχή της ενοχής του.

Και τι εναλλακτική ποινή θα μπορούσε να προτείνει άλλωστε; Φυλάκιση; Αυτό θα σήμαινε να ζει σαν δούλος εκείνων που θα ορίζονταν φύλακές του. Χρηματική ποινή; Λεφτά ο ίδιος δεν είχε, άρα μέχρι να βρει θα έπρεπε να μείνει φυλακισμένος, που σημαίνει ότι θα έμενε στη φυλακή σαν δούλος μέχρι να πεθάνει. Εξορία; Όπου και να πήγαινε θα συναντούσε την ίδια αντιμετώπιση, και μάλιστα σε λιγότερο ευνομούμενη πόλη της Ελλάδας. Δεν θα μπορούσε να φύγει από την Αθήνα και «να ζήσει κάπου ήσυχα σωπαίνοντας», γιατί αυτό θα σήμαινε ότι παρακούει τον θεό «και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος.»[1]σελ.81. Ακόμα και αθώο να τον κρίνανε, και να τον αφήνανε ελεύθερο χωρίς ποινή, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα ξαναενοχλήσει κανέναν με τις ερωτήσεις του, πάλι δε θα σταματούσε να γυρίζει τους δρόμους και να εξετάζει τον εαυτό του και τους Αθηναίους. «Εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω σ’ ό,τι κάνω, ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνω πολλές φορές»[1]σελ.61.

Και για να δείξει ότι δεν αλλάζει γνώμη για τη στάση ζωής του ούτε έχει την διάθεση να αναγνωρίσει την ενοχή του μετά την απόφαση των δικαστών, προτείνει σαν αντίτιμο των ενεργειών του, αντί για κάποια ποινή, την δωρεάν ισόβια σίτισή του στο Πρυτανείο. Αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να ιδωθεί σαν τιμωρία, αλλά ήταν μια μεγάλη τιμή που οι Αθηναίοι επιφύλασσαν στους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων και στους ευεργέτες της πόλης. Οι δικαστές σίγουρα αυτό το πήραν σαν μεγάλη προσβολή και πρόκληση, αλλά και ένδειξη υπεροψίας και εγωισμού, αφού ο Σωκράτης τους έδειχνε ότι δεν αναγνώριζε την ενοχή του ακόμα κι όταν είχε ήδη αποφασιστεί από το αρμόδιο δημοκρατικό δικαστικό όργανο.

Για να μην φανεί όμως ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή ή ότι επιθυμεί τον θάνατο, λέει πως αν είχε χρήματα θα πρότεινε ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να πληρώσει, και έτσι προτείνει το πολύ μικρό ποσό της μίας ασημένιας «μνας», που μπορούσε να διαθέσει. Ξέροντας ότι το ποσό θα φανεί ανεπαρκές (και άρα πρόκληση όπως το αίτημά του για δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο), και ότι οι φίλοι του θα εγγυηθούν για αυτόν, προτείνει στο τέλος 30 μνες.

Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) - Λούβρο
Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) – Λούβρο

Μάλλον ήταν πολύ αργά για μια ειλικρινή πρόταση εναλλακτικής ποινής ων μετά από όλα όσα είπε κατά την απολογία του και την ειρωνική του στάση, που φαίνεται ότι δεν άρεσε στους δικαστές. Ο Ξενοφώντας μας δίνει τη γνώμη του για την καταδίκη: «Εκθειάζοντας τον εαυτό του στο δικαστήριο, προκάλεσε φθόνο κι έκανε επομένως τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο»[3]σελ.145. Το αίτημά του για αποπληρωμή της ενοχής του δεν έγινε δεκτό (πόσο μάλλον το αίτημα για δωρεάν σίτιση), και η νέα ετυμηγορία ζητούσε τον θάνατο του φιλοσόφου, και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη διαφορά στις ψήφους αυτήν την φορά. Έχει τώρα μια τελευταία δυνατότητα να μιλήσει στους παρευρισκόμενους, πριν μεταφερθεί στο κελί του. Βρίσκει την ευκαιρία να επιπλήξει τους δικαστές και να τους αποδώσει ενοχές για την άδικη καταδίκη, να εξηγήσει τη στάση του στη δίκη και στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και να μιλήσει ξανά για την σωστή αντιμετώπιση ενός επικείμενου θανάτου.

Αν περίμεναν, λέει στους δικαστές, λίγο ακόμα και δεν τον θανατώνανε, λίγο καιρό μετά αυτό θα είχε γίνει από μόνο του (ήτανε πια 70 χρονών). Κάνανε κακό στους εαυτούς τους γιατί τώρα οι εχθροί τους, για να τους κακολογήσουν και μόνο, θα πουν ότι «ο Σωκράτης είναι σοφός» και ότι τον αδικήσανε, σκοτώνοντας έναν μεγάλο Αθηναίο. Και να μην νομίζουν, λέει, ότι ο λόγος της καταδίκης του ήταν η αποτυχία του να τους πείσει, λέγοντάς τους ό,τι θα ήθελαν να ακούσουν και κάνοντας τα πάντα για να γλιτώσει το θάνατο. «Καταδικάστηκα…επειδή δεν μπόρεσα να φανώ θρασύς και αναιδής, και επειδή δεν θέλησα να σας πω πράγματα που θα ακούγατε πολύ ευχαρίστως, να κλαίω και να οδύρομαι, να πράττω και να λέω πολλά άλλα, κατά τη γνώμη μου ανάξιά μου, σαν αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε από άλλους»[1]σελ.83.

«Ούτε σε δίκη ούτε σε πόλεμο ούτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρέπει εγώ ή άλλος κανένας να μηχανεύεται πώς, με κάθε μέσο, θα αποφύγει το θάνατο…γιατί μπορεί κανείς να αποφύγει το θάνατο εγκαταλείποντας τα όπλα του και ικετεύοντας τους εχθρούς» Υπάρχουν πολλοί τρόποι να γλιτώσει κανείς το θάνατο, αν έχει το θράσος να πει και να πράξει οτιδήποτε. Είναι πολύ δυσκολότερο να αποφύγει την κακή ζωή. «Γιατί το κακό τρέχει γρηγορότερα από τον θάνατο. Εμένα τώρα, αργό και γέροντα, με έχει προφτάσει το πιο αργό από τα δύο˙ τους κατήγορούς μου όμως, που είναι φοβεροί και γρήγοροι, το χειρότερο, η κακία…Εγώ θα υπομείνω την ποινή μου, το ίδιο κι εκείνοι»[1]σελ.85. Αναφερόμενος στον Άνυτο λέει «να ένας άνδρας πολύ περήφανος, λες κι έχει κάνει κάποιο μεγάλο και λαμπρό κατόρθωμα…δεν ξέρει ότι όποιος από τους δυο μας έχει κάνει, κάτω από το βλέμμα της αιωνιότητας, τα πιο ωφέλιμα και τα πιο όμορφα πράγματα, αυτός είναι και ο νικητής»[3]σελ.145. Τον χαρακτήρισε ασθενική ψυχή με δουλοπρεπή ενασχόληση, και προφήτευσε την κακή τύχη του γιου του, αφού αυτός θα έχει μόνο κακές συμβουλές να του δώσει. «Δεν κρατάω καμιά κακία…αλλά επειδή πίστευαν [οι κατήγοροι] ότι έτσι θα με έβλαπταν, γι’ αυτό τον λόγο είναι αξιοκατάκριτοι»[1]σελ.91.

Όταν κατάλαβε ότι οι φίλοι του ήταν δακρυσμένοι, τους ρώτησε: «αλήθεια δακρύζετε τώρα; Δεν ξέρατε από παλιά πως αφότου γεννήθηκα ήμουν από τη φύση καταδικασμένος σε θάνατο; Αν, βέβαια, πέθαινα πριν την ώρα μου, τη στιγμή που τα αγαθά έρρεαν προς το μέρος μου, τότε είναι φανερό πως εγώ και οι φίλοι μου θα έπρεπε να λυπόμαστε. Αν όμως τελειώνω τη ζωή μου, τη στιγμή που δεν προσδοκώ πια παρά δυσκολίες, τότε νομίζω πως όλοι μας πρέπει να χαιρόμαστε για την καλή μου τύχη»[3]σελ.143. Ο Απολλόδωρος του είπε «Αυτό που με στενοχωρεί τρομερά, Σωκράτη, είναι που σε βλέπω να πεθαίνεις άδικα» -«Αγαπημένε μου Απολλόδωρε, θα προτιμούσες λοιπόν να με δεις να πεθαίνω δίκαια;»[3]σελ.143

Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)
Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)

Απέχοντας από το να παραδεχτεί δικό του φταίξιμο ακόμα και τώρα που το τέλος ήταν σίγουρο, είπε στους παρόντες Αθηναίους: «τους γιους μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τους τιμωρήσετε» ενοχλώντας τους όπως και ο ίδιος αυτούς, και αν οι γιοι του νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι, να τους επικρίνουν. Δεν έδειξε κανένα ίχνος μετάνοιας, και επιδοκίμασε το φιλοσοφικό του έργο, λέγοντας πως ό,τι έκανε αυτός, αυτό ευχόταν να κάνουν άλλοι και στα παιδιά του, για να γίνουν καλύτεροι.

Τα τελευταία λόγια του στη δίκη, ίσως με μία διάθεση υστεροφημίας, ήταν: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό»[1]σελ.93.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, όταν ο Κρίτων πηγαίνει να επισκεφτεί τον φίλο του μια μέρα πριν εκτελεστεί, τον βρίσκει να κοιμάται ήρεμα και εκπλήσσεται «με πόση ευκολία και πραότητα» υπομένει την καταδίκη που του αποδώσανε άδικα οι Αθηναίοι. «Και άλλοι Σωκράτη, σε μεγάλη ηλικία πέφτουν σε τέτοιες συμφορές, αλλά η ηλικία δεν τους κάνει να μην αγανακτούν με την κακή τους τύχη.» «Έχεις δίκιο», του απαντάει, αλλά «θα ήταν ανόητο να αγανακτώ στην ηλικία μου, επειδή πρέπει πια να πεθάνω»σελ.111. Πιστεύει ότι δεν έχει πραγματικό λόγο να ανησυχεί. Είδε ένα όνειρο με «κάποια γυναίκα με ωραίο σώμα και όμορφο πρόσωπο, ντυμένη στα άσπρα, που ήλθε κοντά μου, με φώναξε και μου είπε: Σωκράτη, σε τρεις μέρες θα φτάσεις στην εύφορη Φθία»σελ.113. Πρόκειται για Ομηρική αναφορά, όπου ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα (Ι:363) μιλάει για επιστροφή σε τρεις μέρες «στη Φθία την πλούσια», η οποία θεωρείται μια ονειρική γη, μια ιδεατή, εύφορη χώρα, καλλιγύναικος και ευτυχισμένη.

Όταν ο Κρίτων του λέει πως θα ήταν εύκολο να δραπετεύσει με τη βοήθεια των φίλων του, δεν τους ακολούθησε «ρωτώντας τους σε ποιο μέρος εκτός της Αττικής, δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος»[3]σελ.141. Εξάλλου, αν πήγαινε στη Θεσσαλία όπου ο Κρίτων είχε φίλους, «εκεί είναι γνωστό ότι επικρατεί πολύ μεγάλη αταξία και ακολασία»[2]σελ.145 και οι ντόπιοι ίσως να διασκέδαζαν και να τον περιγελούσαν ακούγοντας με ποιο γελοίο τρόπο απέδρασε μεταμφιεσμένος, φορώντας δέρμα ζώου όπως συνηθίζουν να μεταμφιέζονται όσοι δραπετεύουν. Η ντροπή του θα μεγάλωνε από το γεγονός ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, και τόλμησε να εξευτελιστεί με τέτοιο τρόπο ενώ του είχαν μείνει λίγα χρόνια ζωής έτσι κι αλλιώς. Για να αποφύγει τέτοια σχόλια λοιπόν, θα κατέφευγε σε κολακείες, με το να γίνεται ευχάριστος σε όλους, καταντώντας να ζει δουλικά. Κανένας πουθενά δεν θα του έδειχνε εμπιστοσύνη, αφού θα τον θεωρούσαν εχθρό που περιφρόνησε την πρώτη του πατρίδα, άρα ίσως περιφρονήσει και τη δεύτερη.

Και όταν ο Φαίδων τον είδε την τελευταία μέρα της ζωής του, αναφέρει: «Δε με κατέλαβε οίκτος. Μου έδινε, βλέπεις, την εντύπωση ανθρώπου ευτυχισμένου»[4]σελ.65. Αφού ήπιε το κώνειο και το σώμα του άρχισε να παγώνει, είπε τα τελευταία του λόγια: «Χρωστάμε, Κρίτωνα, έναν κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε»[4]σελ.267. Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής, και ο Σωκράτης εδώ μάλλον εννοεί πως χρωστάει ευγνωμοσύνη στον θεό για την θεραπεία από την ασθένεια του σώματος, τώρα που απαλλάσσεται η ψυχή του από αυτό.

Ο Ξενοφώντας κλείνει την αφήγησή του με το εξής: «Και εύκολο θάνατο πέτυχε και το πιο δύσκολο κομμάτι της ζωής απέφυγε. Μπροστά στον θάνατο δεν αποχαυνώθηκε, αλλά καλοδιάθετος τον δέχτηκε και τον αντιμετώπισε»[3]σελ.145.

Πηγές:

[1] Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1992)

[2] Πλάτων – Κρίτων (ή περί του πρακτέου) (Κάκτος, 1994)

[3] Ξενοφών – Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1993)

[4] Φαίδων (ή περί ψυχής) (εκδ. Κάκτος, 1993)


Από:http://eranistis.net/wordpress/2015/01/22/socrates-against-death/

Κορνήλιος Καστοριάδης – Πλάτων: Ένας μεγαλοφυής… εχθρός της δημοκρατίας …


Άρθρο δημοσιευμένο στην Ελευθεροτυπία, 15/12/2001

Σας έλεγα την προηγούμενη φορά ότι ο Πλάτων έπαιξε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε καταστροφή του ελληνικού κόσμου: η καταστροφή των Αθηνών που δυνάμει εμπεριεχόταν στα πράγματα μετατράπηκε και πέρασε στην ιστορία ως νομοτελειακή καταστροφή.

Ο Πλάτων παρουσίασε την κατάρρευση της αθηναϊκής δημοκρατίας ως φαινόμενο που υπάγεται τελικά στην τάξη των πραγμάτων. Και αυτό όχι με την έννοια που έδινε ο Ηρόδοτος στη φράση: «Ό,τι είναι μεγάλο πρέπει να γίνει μικρό» και αντιστρόφως, αλλά γιατί, κατά τον Πλάτωνα, επρόκειτο για εκ θεμελίων σαθρό πολίτευμα, για πολίτευμα που κυριαρχούνταν από ένα πλήθος αμαθές, εμπαθές και έρμαιο των παθών του -ένα πλήθος που τοποθετείται στους αντίποδες του σοφού και της σοφίας, του δίκαιου και της δικαιοσύνης. Έτσι, η πτώση της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν εμφανίζεται ως ιστορική τραγωδία, αλλά ως περίπτωση εγγενούς φιλοσοφικής δικαιοσύνης.

Αυτό το επιχείρησε αφ’ ενός θετικά, αν μου επιτρέπεται το οξύμωρον• προτάσσοντας δηλαδή την ιδέα ότι μπορεί και πρέπει να υπάρχει επιστήμη της πολιτικής, σίγουρη και ασφαλής γνώση που επιτρέπει τον προσανατολισμό στο χώρο της πολιτικής. Προτάσσοντας την ιδέα ότι τελικά η επιστήμη της πολιτικής στηρίζεται σε μια υπερβατική γνώση και, μάλιστα, στην ίδια την υπερβατικότητα…

…Τελικά ο Πλάτων ανατρέπει εντελώς την ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η δικαιοσύνη εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό ζήτημα στους κόλπους της πόλης: ποιος οφείλει να δώσει τι και ποιος οφείλει να έχει τι; Πράγμα που θέτει διαρκώς το πρόβλημα της κατανομής μεταξύ των πολιτών και κατ’ αυτόν τον τρόπο ανοίγει ταυτόχρονα τον δρόμο στην ερώτηση. Ανατρέπει λοιπόν αυτό τον ορισμό και μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί ιδιότητα του όλου -ολιστική ιδιότητα ονομάστηκε, εξάλλου, στους νεότερους χρόνους. Για τον Πλάτωνα η δικαιοσύνη έγκειται στο να είναι το σύνολο της πόλης καλά διαιρεμένο, καλά διαρθρωμένο, και μέσα σ’ αυτό το σύνολο της πόλης καθένας έχει τη θέση του και δεν προσπαθεί να την αλλάξει -αυτή είναι η κεντρική ιδέα της Πολιτείας, είναι επίσης και η κεντρική ιδέα των Νόμων. Σύμφωνα με την περίφημη φράση της Πολιτείας (433a), η δικαιοσύνη έγκειται στο τα αυτού πράττειν και μη πολυπραγμονείν. Να ασχολείται κανείς με τις υποθέσεις του, με ό,τι του ανήκει, με αυτό που κατέχει, που αντιστοιχεί στη θέση του και να μην προσπαθεί να ασχοληθεί με τα πάντα, να μην είναι busybody, όρος που αποτελεί εξάλλου την καλύτερη απόδοση του πολυπραγμονείν.

Όμως, ταυτόχρονα, στον Πλάτωνα ακριβώς θα βρούμε για πρώτη φορά την προσπάθεια να θεμελιωθεί δικαίω και λόγω η ιεραρχία μέσα στην πόλη. Στην ελληνική πόλη η ύπαρξη ελεύθερων και σκλάβων ή πλούσιων και φτωχών αποτελεί γεγονός. Με τον Πλάτωνα αυτό ανάγεται σε οιονεί δίκαιο• δηλαδή κάτι που στηρίζεται στη διαφορετική φύση των ατόμων που συγκροτούν την πόλη.

…Πού οφείλεται η επίδραση που άσκησε ο Πλάτων; Θα επανέλθω στο τέλος σ’ αυτή την ερώτηση. Πρόκειται πάντως για επίδραση της οποίας οι ρίζες, όπως είδαμε ήδη, βρίσκονται από τη μια μεριά στον ίδιο τον Πλάτωνα, δηλαδή σ’ όλη τη σειρά επιχειρήσεων και στη στρατηγική την οποία στήνει. Υπάρχουν όμως και όλα όσα οφείλονται στις μετέπειτα εποχές. Εδώ τα πράγματα είναι σχετικώς απλά. Δεν θα μιλήσω για τον Popper που δημιούργησε ένα είδος αντιπροκατάληψης, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να αποκαλέσει κανείς τον Πλάτωνα ολοκληρωτικό ή να τον θεωρήσει πατέρα του ολοκληρωτισμού.

Το μίσος του όμως για τη δημοκρατία είναι γεγονός, καθώς και όσα αποπνέει το έργο του ως μόνιμη επιθυμία του: να παγιώσει τις υποθέσεις της πόλης, να σταματήσει την ιστορική εξέλιξη, να σταματήσει την αυτοθέσμιση, να εξοβελίσει την αυτοθέσμιση. Και ως εκ τούτου, προφανώς, ο Πλάτων γίνεται κατά κάποιον τρόπο ο εμπνευστής και το οπλοστάσιο όλων όσων θα αντιπροσωπεύσουν μέσα στην ιστορία μια τέτοια στάση. Διατυπωμένο απλοϊκά, αυτό σημαίνει ότι θα εμπνεύσει στο μέλλον κάθε τι το αντιδραστικό, κάθε τι που επικροτεί την καθεστηκυία τάξη, κάθε τι που αντιστέκεται στο δημοκρατικό κίνημα.

Τέλος, πρέπει βεβαίως να κρατήσουμε ζωντανό κατά νου το τεράστιο στοιχείο της αυθεντικής πλατωνικής δημιουργίας, δημιουργίας που διαθέτει αναμφισβήτητη διιστορική αξία, άρρηκτα συνδεδεμένη με το έργο του, η οποία αποτελεί επίσης έναν άλλο πυρήνα του έργου του, έναν άλλον πόλο. Δεν μου πολυαρέσει να μιλάω για πόλο, διότι εδώ δεν υπάρχει αντιπαράθεση· οι σχέσεις είναι εξαιρετικά περίεργες ανάμεσα στη φιλοσοφική και τη λογοτεχνική, την καλλιτεχνική δημιουργία του Πλάτωνα και όσα συνεπιφέρει, όσα προφανώς περιέχει ως πολιτικό και φιλοσοφικό φαντασιακό.

Υπάρχει επίσης το άλλο στοιχείο, η δημιουργία, το ον του Πλάτωνα ως απαράμιλλη ιδιοφυΐα που συνδυάζει ταυτόχρονα το φιλοσοφικό βάθος, τη λογικοδιαλεκτική δύναμη, τη λογοτεχνική δεινότητα και την τεχνογνωσία στο χώρο της πολιτικής των ιδεών, για την οποία μίλησα προηγουμένως. Σε κάθε βήμα σκοντάφτουμε και εκστασιαζόμαστε από την ανακάλυψη ενός φιλοσοφικού ή άλλου ψήγματος, ανακαλύπτουμε τελικά μία ακόμα από τις ρίζες των σημερινών μας σκέψεων και του τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2018/03/07/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%B5/

Ηρόδοτος – Μάντεις και απατεώνες…


από 

Οι αθάνατοι

Στις αφηγήσεις του Ηρόδοτου είναι πολλές οι αναφορές σε χρησμούς, κυρίως από το μαντείο των Δελφών. Δεν είναι όμως αφελής ο Ηρόδοτος να δέχεται άκριτα οποιοδήποτε αποτέλεσμα κάποιας πληρωμής στις, εκτός απ’ όταν πρόκειται για την αποδοχή δώρων, αποκομμένες από τον υπόλοιπο κόσμο ιέρειες.

Στον τόμο Γ σελ. 49 των Ιστοριών από τις εκδόσεις Ωκεανίδα σε μετάφραση Άγγελου Βλάχου βρίσκουμε αυτήν την παράγραφο (6.66):

«Τέλος, επειδή προκλήθηκαν μεταξύ τους μεγάλες φιλονικίες, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να ρωτήσουν το Μαντείο των Δελφών αν ο Δημάρατος ήταν παιδί του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης, προβλέποντας αυτήν την κίνηση, κατόρθωσε να πάρει με το μέρος του την Πυθία Περίαλλα, χάρη στον Κόβωνα, γιο του Αριστοφάντου, ο οποίος, έχοντας μεγάλη ισχύ τότε στους Δελφούς, την έπεισε να πει ό,τι ήθελε ο Κλεομένης. Έτσι, όταν οι απεσταλμένοι την ρώτησαν, η Πυθία απάντησε ότι ο Δημάρατος δεν ήταν παιδί του Αρίστωνος. Αργότερα αποκαλύφθηκε η απάτη, έδιωξαν τον Κόβωνα από τους Δελφούς και η Πυθία Περίαλλα στερήθηκε το αξίωμά της.»

Και στον τόμο Γ σελ. 105 (7.6) παρουσιάζει τον μάντη του Ξέρξη (Ονομάκριτος) ο οποίος έδινε συμβουλές στον βασιλιά για το πώς να ενεργήσει ώστε να νικήσει τους Έλληνες: «Εάν υπήρχε χρησμός που προέλεγε κάποιο πάθημα για τους βάρβαρους, τον παρασιωπούσε και διάλεγε τους χρησμούς που προέλεγαν μεγάλες επιτυχίες», με αποτέλεσμα ο Ξέρξης να υποφέρει τα γνωστά αποτελέσματα του πολέμου.

Αν και ο Ηρόδοτος λοιπόν ήταν ενήμερος για το πόσο κάλπικη μπορεί να ήταν η προφητεία κάποιου μάντη, καταλάβαινε τη δύναμή τους, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι τις δέχονταν με σεβασμό ή με δέος και παραδέχονταν τους προφήτες όταν έβλεπαν πως φαινομενικά έβγαιναν αληθινές. Και ο ίδιος βέβαια δε φαίνεται να είναι ειρωνικός όταν περιγράφει εκ των υστέρων πώς μια προφητεία αποδείχτηκε σωστή· η «κριτική» του λοιπόν δεν αφορούσε την ουσία του ζητήματος –την ύπαρξη της θεϊκής πρόνοιας ή το αν οι θεοί ασχολούνται με τα ανθρώπινα ζητήματα- αλλά μάλλον τις προφητείες εκείνες που αποδεδειγμένα ήταν αποτέλεσμα μοχθηρίας και κακής προδιάθεσης ορισμένων ατόμων.

Adrien Guignet – Xerxes at the Hellespont (1845) (πηγή)

Παρακάτω, η αφήγηση για τον Κροίσο όταν προσπαθούσε να βρει ποιο είναι το καλύτερο μαντείο.

Τόμος Α σελ. 52:

«Δυο χρόνια κράτησε ο Κροίσος βαρύ πένθος για το παιδί του. Έπειτα όμως η καταστροφή της ηγεμονίας του Αστυάγη, γιου του Κυαξάρη, από τον Κύρο, τον γιο του Καμβύση, και η αύξηση της δύναμης των Περσών, απέσπασαν τον Κροίσο από το πένθος του και τον ανάγκασαν να φροντίσει για το πώς θα περιορίσει την αυξανόμενη δύναμη των Περσών, προτού μεγαλώσει ακόμη περισσότερο. Με την πρόθεση αυτή σκέφθηκε να δοκιμάσει τα μαντεία της Ελλάδος και της Λιβύης. Έστειλε αντιπροσώπους, άλλους στους Δελφούς, άλλους στις Άβες της Φωκίδος και άλλους στη Δωδώνη· άλλους στα Μαντεία του Αμφιαράου και του Τροφωνίου και στους Βραγχίδες της Μιλήτου. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία στα οποία ο Κροίσος απευθύνθηκε για να ζητήσει χρησμό. Πήγαν, όπως ανέφερα, αντιπρόσωποί του και στον ναό του Άμμωνος της Λιβύης. Έστελνε στα μαντεία για να μάθει τι φρονούν, και όποιο αποδεικνυόταν περισσότερο αληθινό, σ’ αυτό να απευθυνθεί δεύτερη φορά προκειμένου να μάθει αν έπρεπε να επιχειρήσει την εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Για να ελέγξει λοιπόν την ακρίβεια των χρησμών έστειλε τους Λυδούς με την εντολή να ζητήσουν χρησμό την εκατοστή μέρα από την αναχώρησή τους από τις Σάρδεις, ρωτώντας: «Τι κάνει αυτή την ώρα ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος, ο γιος του Αλυάττη;» Την απάντηση του κάθε μαντείου έπρεπε να την γράψουν και να του την φέρουν πίσω οι αντιπρόσωποι. Κανείς δεν ξέρει τι είπαν τα άλλα μαντεία. Στους Δελφούς, όμως, μόλις οι Λυδοί μπήκαν στον ναό και ρώτησαν αυτό που τους είχε πει ο Κροίσος, η Πυθία τούς απάντησε τα εξής σε εξάμετρους στίχους:

Γνωρίζω τον αριθμό της άμμου και τα μέτρα της θάλασσας.

Καταλαβαίνω τον κωφάλαλο και τον άλαλο ακούω.

Μου ήρθε μυρωδιά σκληροκέλυφης χελώνας

που ψήνεται σε χάλκινο δοχείο μαζί με αρνίσια κρέατα.

Χαλκός αποπάνω, χαλκός αποκάτω.

Οι Λυδοί έγραψαν τα λόγια της Πυθίας κι έφυγαν για τις Σάρδεις. Όταν έφτασαν όλοι οι απεσταλμένοι και έφεραν τους χρησμούς των μαντείων, ο Κροίσος άνοιξε τα γράμματα και τα διάβασε. Από τους άλλους χρησμούς κανένας δεν προσείλκυσε την προσοχή του, μόλις όμως άκουσε τον χρησμό των Δελφών, αμέσως προσευχήθηκε και τον δέχτηκε, γιατί πείσθηκε ότι το Μαντείο των Δελφών είναι το μόνο αληθινό. Αυτό μονάχα βρήκε τι έκανε ο Κροίσος την ώρα που είχε ρωτηθεί. Την εκατοστή μέρα μετά την αναχώρηση των αντιπροσώπων του μηχανεύτηκε κάτι που δεν θα ήταν δυνατόν να το υποψιαστεί κανείς. Κομμάτιασε μια χελώνα και ένα αρνί, τα έβαλε σ’ ένα χάλκινο καζάνι να τα βράσει και τα σκέπασε με χάλκινο καπάκι.

Αυτός ήταν ο χρησμός των Δελφών. Όσο για την απάντηση του Μαντείου του Αμφιαράου, δεν ξέρω τι είπε στους Λυδούς όταν έκαναν και κει τα όσα έπρεπε. Τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό, παρά μόνον ότι ο Κροίσος και τον χρησμό του Μαντείου αυτού βρήκε σωστό.»

Τόμος Α σελ. 57:

«Ο Κροίσος έδωσε διαταγή στους Λυδούς, που επρόκειτο να μεταφέρουν τα δώρα στα δύο μαντεία, να ζητήσουν χρησμό αν έπρεπε να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών και εάν για τον σκοπό αυτό ήταν χρήσιμο να συμμαχήσει με κάποιον. Όταν οι απεσταλμένοι έφθασαν στα μαντεία, πρόσφεραν τα αναθήματα και ζήτησαν χρησμό με τα ακόλουθα λόγια: «Ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδών και άλλων εθνών, θεωρεί ότι τα μόνα αληθινά μαντεία στον κόσμο είναι τα δικά σας. Σας πρόσφερε αντάξια δώρα και τώρα σας ρωτάει αν πρέπει να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών και αν πρέπει να χρησιμοποιήσει συμμαχικά στρατεύματα». Αυτά ρώτησαν οι απεσταλμένοι και τα δυο μαντεία έδωσαν στον Κροίσο την ίδια ακριβώς απάντηση: Ότι αν εκστρατεύσει εναντίον των Περσών θα καταστρέψει μια ισχυρή αυτοκρατορία. Τον συμβούλευσαν να επιδιώξει να βρει ποιοι από τους Έλληνες ήσαν οι ισχυρότεροι για να συμμαχήσει μαζί τους.

Όταν ο Κροίσος πληροφορήθηκε τους χρησμούς υπερευχαριστήθηκε γι’ αυτά που του έλεγαν, ελπίζοντας ότι θα καταλύσει την βασιλεία του Κύρου. Έστειλε πάλι στους Δελφούς ανθρώπους του, και αφού έμαθε προηγουμένως πόσος ήταν ο πληθυσμός τους, δώρισε στον κάθε κάτοικο των Δελφών δύο στατήρες χρυσάφι. Οι κάτοικοι των Δελφών, σ’ ένδειξη ευγνωμοσύνης, έδωσαν στον Κροίσο και στους Λυδούς το προβάδισμα για την υποβολή ερωτήσεων στην Πυθία, φορολογική ατέλεια, πρωτοκαθεδρία στα θεάματα και απεριόριστο δικαίωμα να ανακηρύσσονται πολίτες των Δελφών.

Αφού έκαμε τα δώρα αυτά στους Δελφούς, ο Κροίσος ζήτησε για τρίτη φορά χρησμό, επειδή, από τότε που έλαβε από το Μαντείο σωστή απάντηση, το εκτιμούσε πολύ. Ρώτησε λοιπόν το Μαντείο αν θα διατηρηθεί πολλά χρόνια η δυναστεία του. Η Πυθία αποκρίθηκε με τον ακόλουθο χρησμό :

Όταν βασιλιάς των Μήδων γίνει ένα μουλάρι, τότε, Λυδέ, με τα αβρά πόδια, κοντά στον Έρμο με τα πολλά χαλίκια φύγε· μη σταθείς καθόλου και μην ντραπείς να φανείς δειλός.

Μόλις έφθασε ο χρησμός αυτός, ο Κροίσος χάρηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, βέβαιος ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν αντί άνθρωπος να γίνει βασιλιάς των Μήδων ένα μουλάρι και επομένως ούτε ο ίδιος ούτε οι απόγονοί του θα έπαυαν να είναι στην εξουσία. Έπειτα φρόντισε να μάθει ποιοι από τους Έλληνες ήσαν οι πιο ισχυροί για να τους προσεταιρισθεί. Από την έρευνά του πληροφορήθηκε ότι ξεχώριζαν οι Λακεδαιμόνιοι που ήσαν Δωριείς και οι Αθηναίοι που ήσαν Ίωνες. Και οι δύο υπερείχαν από τους άλλους: οι Αθηναίοι κρατούσαν από το πελασγικό γένος και οι Λακεδαιμόνιοι από το ελληνικό. Οι πρώτοι δεν μετακινήθηκαν ποτέ από τα μέρη τους, οι δεύτεροι όμως είχαν περιπλανηθεί πολύ. Όταν βασίλευε ο Δευκαλίων κατοικούσαν την Φθιώτιδα και όταν βασίλευε ο Λούρος, γιος του Έλληνος, είχαν κατοικήσει την χώρα γύρω από την Όσσα και τον Όλυμπο, η οποία λέγεται Ιστιαιώτις. Αφού οι Κάδμειοι τους έδιωξαν από κει, πήγαν να κατοικήσουν στην Πίνδο, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί. Από κει πάλι πήραν στην Δρυοπίδα και από την Δρυοπίδα, όταν ήρθαν στην Πελοπόννησο, ονομάστηκαν Δωριείς.»


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/02/20/%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%82/

Ο… φόβος κάνει τον εθνικόφρονα…Βασίλης Ραφαηλίδης…


Βολανάκης Κωνσταντίνος (Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907), Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy. Ελαιογραφία. 110x150 εκ.,

Βολανάκης Κωνσταντίνος
(Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907),
Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy.
Ελαιογραφία. 110×150 εκ.,

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

ΣΤΗΝ προσπάθεια του να δημιουργήσει το νεοελλη­νικά κράτος εθνική συνείδηση εκ του μη όντος, άσκη­σε μια τόσο βάναυση τρομοκρατία επί των υπηκόων του, που κατάφερε στο τέλος να φτιάξει από τους αλ­λοεθνείς τους πιο φανατικούς και μαζί τους πιο αστεί­ους «εθνικόφρονες». Προκειμένου να κρύψουν, δια τον φόβον των Ιουδαίων, την πραγματική εθνική τους ταυτότητα οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και κυρίως οι Σλάβοιυπερέβαλαν σε τεχνητό εθνικισμό και τους επαγγελμα­τίες «εθνικόφρονες».

Από την άλλη μεριά, οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι, που είναι πάρα πολλοί σε τούτον τον τόπο και οι Αρμέ­νιοι, που κατά μάζες εξελλήνισαν τα ονόματά τους, μπήκαν άτσαλα στο χορό της εθνικής πλειοδοσίας από το φόβο μη χαρακτηριστούν «εθνικοί μειοδότες».

ΤΑ ΠΙΟ αστεία πράγματα για το «μεγαλείο της φυ­λής» και τα ηχηρά παρόμοια ακούστηκαν από ανθρώ­πους που αποδειγμένα ανήκαν σε άλλη φυλή.

Λοιπόν, ο φόβος κάνει τον «εθνικόφρονα». Και η «εθνικοφροσύνη» δεν είναι παρά η εκδήλωση του απέ­ραντου φόβου των δύσμοιρων κατοίκων αυτού του τό­που, που -θέλουν σώνει και καλά να είναι ‘Ελληνες, για­τί ξέρουν πως το τεχνητό ελληνικό κράτος αμείβει καλύ­τερα τους τεχνητά σκεπτόμενους και τεχνηέντως φερό­μενους.

Κι έτσι, η ελληνική επικράτεια γέμισε από κρυψίνοες και καιροσκόπους, από δόλιους και απατεωνίσκους, από κοψομεσιασμένους και κωλοσφογγάριους. Η ανα­ξιοπρέπεια που κυριαρχεί απ’ άκρου εις άκρον σε τού­το τον τόπο έχει τη ρίζα της στο τεχνητό ένδυμα της ελληνικότητας, που το φόρεσαν σε όλους μας με τη βία και επί ποινή αποκλεισμού από τα αγαθά του κρατικού κορβανά.

Μ’ αυτά, και μ’ άλλα πολλά, το ίδιο κατάπτυστα, σχεδόν όλοι ψάχνουν για «ρίζες» σ’ ένα χώμα ακατάλ­ληλο πια για πολιτιστική καλλιέργεια. Πώς να πιάσουν ρίζες σ’ έναν τόπο άνθρωποι που δεν τολμούν να κά­νουν φανερή την πραγματική τους ρίζα, με αποτέλεσμα γνήσιο Βλάχο να σπέρνεις και «γνήσιος» Έλληνας να σου φυτρώνει στα καλά καθούμενα; Μέχρι το τέλος του βίου του ο Τσιτσάνης ντρεπόταν να πει πως είναι Βλάχος. Ήταν, βλέπεις, ο «λαϊκός βάρδος όλων των Ελλήνων» κι αυτό τον εμπόδιζε να καταλάβει πως ‘ Ελ­ληνες είναι και οι Βλάχοι. Καθώς κι όλοι όσοι κατοι­κούν σε τούτο τον τόπο, άσχετα από τη φυλετική τους καταγωγή, που στο κάτω κάτω δε σημαίνει απολύτως τίποτα και από θεωρητική και από πρακτική άποψη. Σήμερα, μάλιστα, με την ανάπτυξη των επικοινωνιών, αλλά και το συνεχές μπέρδεμα των αλλοεθνών πληθυ­σμών, φαντάζει γελοίο το να μιλάει κανείς για «φυλετι­κή καθαρότητα». Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι κι όσοι πέρασαν απ’ αυτόν τον τόπο ως κατακτητές, ως προσκυνητές και ως τουρίστες μαζί με το σπέρμα τους άφησαν και τον πολιτισμό τους.

ΣΤΙΣ παραπάνω τυχαίες επιμειξίες πρέπει να προ­σθέσουμε και τους γάμους μεταξύ αλλοεθνών, που ολοένα και περισσότερο πολλαπλασιάζονται, καθώς και τους βιασμούς, που δεν τους συνηθίζουν μόνο οι Τούρκοι, όπως θέλουν να λένε. Αλίμονο στους λαούς αν δεν ανανεώνονται συνεχώς και φυλετικά και πολιτιστι­κά. Σε τούτο τον κόσμο, καθαρή ράτσα μπορεί να βρει κανείς μόνο στον… ιππόδρομο, χωρίς να αποκλείονται και κει οι επιμειξιακές λαθροχειρίες. ‘Υστερα από όλα αυτά, μόνο εμείς ξέρουμε γιατί συνεχίζουμε να «νιώ­θουμε υπερήφανοι» που είμαστε Έλληνες, τη στιγμή μάλιστα που μετέχουμε ολοένα και λιγότερο στην ελλη­νική παιδεία.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο σπουδαίο βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) που θα μας απασχολήσει και σήμερα για έβδομη κατά σειρά Κυριακή (θα υπάρξουν κι άλλες κακλαμάνειες Κυριακές, γιατί πιστεύουμε πως αν δεν ταρακουνηθούν το συντομότερο κάποιοι ελληνοσκληρυμένοι εγκέφαλοι, η νέα Ελλάδα σε λίγα χρόνια θα εί­ναι ένα σχήμα λόγου, εντελώς ανάξιο λόγου σε διεθνές επίπεδο), ο Κακλαμάνης, λοιπόν, πιστεύει βάσιμα πως το κριτήριο της εθνικοφροσύνης αποσκοπεί στο να επανδρωθεί ο κρατικός μηχανισμός με απολιτικούς. Γιατί μόνο «χυτοί θα μπορούσαν να κινήσουν όπως-όπως τα γρανάζια μιας κρατικής μηχανής που προσπα­θεί να κρύψει το σήμα του εργοστασίου της κατασκευ­ής της.

Η ελληνική κρατική μηχανή έχει τα χάλια που έχει γιατί δεν είναι ούτε ελληνική ούτε μηχανή. Είναι, απλού­στατα, ένας καταπιεστικός μηχανισμός που τον κατα­σκεύασαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» γύρω στα 1840 και τον έβαλαν σε λειτουργία με την ελπίδα πως κάποιο κράτος θα ξεπεταχτεί μέσα από τα γρανάζια της. Προς το παρόν όμως κράτος δεν μπόρεσε να κατασκευάσει η κρατική μηχανή. Γιατί τα κράτη δεν τα φτιάχνουν οι κρατικές μηχανές, αλλά οι εθνότητες. Και ενώ οι πολ­λές εθνότητες που κατοικούσαν και συνεχίζουν να κα­τοικούν εδώ θα μπορούσαν να φτιάξουν όλες μαζί ένα αξιοπρεπές καπιταλιστικό κράτος, η μία και μόνη εθνό­τητα που επιλέχθηκε, οι Έλληνες, όντας ανύπαρκτοι ουσιαστικά, έφτιαξε τελικά ένα ανύπαρκτο κράτος, δύσμορφο, ανίκανο, αναξιόπιστο, τραμπούκικο, χωροφυλακίστικο, ασφαλίτικο, μαυραγορίτικο, ρουσφετοκρατούμενο, καχύποπτο, μίζερο, ελεεινό και τρισάθλιο, που κανείς, ούτε ντόπιος ούτε ξένος, δε λέει να το πά­ρει στα σοβαρά.

Η περίφημη «εθνική υπερηφάνεια» δεν είναι παρά μια δημαγωγική «διακήρυξη». Ποιος τίμιος και ευαί­σθητος άνθρωπος που κατοικεί σε τούτο τον τόπο θα μπορούσε να είναι υπερήφανος, όταν ξέρει πως ο ένας στους δύο δημόσιους υπάλληλους κλέβει το κράτος, δηλαδή όλους μας; Πώς να νιώθεις καλά ως ‘Ελλην όταν η Ελλάδα κατέχει παγκόσμιο ρεκόρ στις ακάλυ­πτες επιταγές; Πώς να κυκλοφορήσεις στους δρόμους της πρωτεύουσας όταν πρέπει συνεχώς να έχεις, με βροχή και με ήλιο, ανοιγμένη την ομπρέλα για να προ­φυλαχτείς από τα μικροβιοφόρα σάλια των νεοβαρβάρων, οι ελληνικότατες ροχάλες των οποίων πυκνώνουν όσο προχωρείς από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια;

Και αυτό διότι στο Σύνταγμα υπάρχουν περισσότεροι τουρίστες, πράγμα που καθιστά τούτη την πλατεία την πιο υγιεινή γωνιά ολόκληρης της Ελλάδας.

Δε ζητάμε λοιπόν από την Ελλάδα να εφαρμόσει το σοσιαλισμό. Ζητάμε προς το παρόν να κάνει σωστό καπιταλισμό. Γιατί, αν νομίζετε πως η Ελλάδα είναι κα­πιταλιστικό κράτος, μάλλον κάνετε λάθος. Είναι, απλώς, ένα κράτος «δύσμορφου καπιταλισμού» (πρό­κειται για όρο της Πολιτικής Οικονομίας). Κι αυτό ση­μαίνει πως ο ‘Ελληνας καπιταλιστής συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι του χωρίς κανόνες. Είναι απροσχημάτιστα ένα αρπαχτικό, όχι μόνο ως προς τους εργαζόμενους, αλλά και ως προς τους συνέλληνες συνκαπιταλιστές. Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να είσαι ακόμη και καπιτα­λιστής. Πόσο μάλλον σοσιαλιστής.

ΑΣ δούμε σύντομα πόθεν κατάγεται ..τούτη η δυ­σπλασία του νεοελληνικού κράτους.

Ο Κακλαμάνης λέει πως η Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων είναι η τυπική περίπτωση χώ­ρας, όπου το Δίκαιο δε συνιστά Κράτος. Γιατί το κατ’ ουσία Δίκαιο των Ελλήνων ήταν και παραμένει το εθι­μικό. Οι ‘Ελληνες καταφεύγουν πάρα πολύ συχνά στη Δικαιοσύνη γιατί το Δίκαιο το αντιλαμβάνονται ως υποκατάστατο του αυθόρμητου και άγραφου Εθιμικού Δικαίου. Και επειδή το Εθιμικό Δίκαιο εδώ δεν μπορεί να είναι ενιαίο, εξαιτίας της πολυεθνικής σύστασης του ελληνικού λαού, ο καθένας αντιλαμβάνεται το Δίκαιο κατά το δοκούν.

Ακόμα και οι δικαστές, που υποτίθεται πως ξέφυγαν από τον αυθορμητισμό του Εθιμικού Δικαίου.

Δεν μπορούν να υπάρξουν Κανόνες Δικαίου σ’ έναν τόπο όπου ο καθένας κουβαλάει μνήμες από το κλει­στό Εθιμικό Δίκαιο της φυλής του. ‘Αλλωστε, το Εθιμι­κό Δίκαιο (δηλαδή το έθιμο που λειτουργεί ως νόμος), ελάχιστα απέχει από την αυτοδικία. Η μορφή Δικαίου που ταιριάζει περισσότερο στους χαοτικούς Έλληνες είναι λοιπόν η χαοτική αυτοδικία, που στην ηπιότερη μορφή της εκδηλώνεται ως νταηλίκι.

Οι ‘Ελληνες, όπως και όλοι οι ημιβάρβαροι, παραμέ­νουν νταήδες γιατί κουβαλούν αταβιστικά στη μνήμη τους το γεγονός πως κάποτε οι άνθρωποι έλυναν όλες τις διαφορές τους με τις γροθιές. Λοιπόν, τι «άλλην χρείαν δια τον βαρβαρισμόν μας έχομεν», αφού υπάρ­χει και λειτουργεί το νταηλίκι, που μάλιστα κάποιοι εν­τελώς κρετίνοι το έκαναν συνώνυμο της λεβεντιάς;

Η βεντέτα και το έθιμο της αδελφοποίησης είναι κα­τάλοιπα του πρωτόγονου Εθιμικού Δικαίου. Όπως λέ­ει παραστατικά ο Κακλαμάνης, αποτελούν τα υπολείμ­ματα σχέσεων μεταξύ αλλοφύλων, δηλαδή κανόνες «Διεθνούς Δικαίου» υπό στοιχειώδη μορφή για τη δυνατό­τητα επικοινωνίας των χωριών μεταξύ τους!!! Είναι εντελώς εκπληκτική, και νομίζουμε εντελώς καινούρια, η άποψη πως η βεντέτα και η αδελφοποίηση είναι πρωτόγονες μορφές Διεθνούς Δικαίου. Ιδού, λοιπόν, πεδίο έρευνας λαμπρό για τους διεθνολόγους: Η Ελλά­δα της σήμερον, της οποίας το εσωτερικό δίκαιο είναι… διεθνές, εξαιτίας της συνεχιζόμενης εχθρότητας ανάμεσα στους αλλοφύλους!

Η Ελλάδα, λοιπόν, των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων βρέθηκε προ ολικής αδυναμίας εξευρέσεως κοινού Δικαίου. Να μερικές αποδείξεις: Στην περίφημη «Διάταξη των Σαλώνων» κάθε επαρχία χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής επικράτεια, με δικούς της νόμους. Σε μια επανάσταση που ξεκίνησε μωαμεθανική (με τον Αλή Πασά) και τέλειωσε χριστιανική, ήταν φυσικό να μπερ­δευτούν το οθωμανικό με το εγχώριο εθιμικό δίκαιο.

Και πώς να σκαρφιστεί ευρωπαϊκούς κανόνες δικαί­ου ένας νομοθέτης που δεν είχε ευρωπαϊκή νομική παιδεία, και που το μόνο δίκαιο που γνώρισε ήταν αφενός το εθιμικό και αφετέρου το μωαμεθανικό;

Ο δύστυχος αγωνιστής – νομοθέτης, στην αγωνία του να σκαρώσει όπως όπως κανόνες δικαίου για το νεοσύ­στατο και σαστισμένο κράτος, έφτιαξε έναν αχταρμά από τσόντες Δικαίου που τις πήρε από δω κι από κει. Πάντως, ο νομοθέτης εκείνης της πανέντιμης «Διάτα­ξης των Σαλώνων», της πρώτης μορφής ελληνικού Επαναστατικού Δικαίου, σκέφτηκε πολύ νηφάλια και χτύπησε το στόχο στο κέντρο: Αποφάνθηκε πως η κά­θε επαρχία πρέπει να έχει το δικό της δίκαιο, πράγμα που σημαίνει πως είχε στο νου του την ομοσπονδιακή μορφή κράτους. Όμως, έπεσε έξω. Διότι, άλλα μεν οι ‘ Ελληνες κελεύουν, άλλα δε οι ξένοι προστάζουν.

Αλλά ούτε οι συνταγματολόγοι της εποχής τα κατά­φεραν καλύτερα. Στο άρθρο 4 του Συντάγματος της Τροιζήνας επισημαίνουμε έναν περίεργο συνταγματικό ορισμό του Έλληνα: «Έλληνες είναι όσοι έλαβαν και όσοι θα λάβουσιν τα όπλα». Το «όσοι έλαβαν» είναι απολύτως νοητό: Το Σύνταγμα χαρακτηρίζει, ορθότατα ως ‘Ελληνες μόνο τους μαχητές. Σαν να λέμε, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο να χάνουν την ελληνική υπηκοότητα τόσο οι δοσίλογοι της εποχής (οι συνεργά­τες των Τούρκων) όσο και οι δειλοί και άκαπνοι. (Αν υπήρχε τούτο το άρθρο και στο σημερινό Σύνταγμα όλα θα πήγαιναν καλύτερα σ’ αυτόν τον έρμο τόπο).

Όμως ο συνταγματολόγος της εποχής σπεύδει αμέ­σως να ανοίξει ένα πονηρότατο παραθυράκι: Τι σημαί­νει εκείνο το «και όσοι θα λάβουσιν»; Πότε θα τα λάβουοιν; Τι νόημα θα είχε να τα λάβουσιν μετά το πέρας του αγώνα; Και εναντίον ποίου θα τα στρέψουσιν αφού τα λάβουσιν; Εναντίον των Τούρκων σε άλλες περιοχές, ώστε να μεγαλώσει το Κράτος; Αλλά κάτι τέτοιο φαινό­ταν εντελώς απίθανο τότε. Και μεγαλοϊδεάτης τότε ήταν μόνο ο δολιότατος Κωλέττης.

(Τον όρο Μεγάλη Ιδέα τον οφείλουμε σ’ αυτόν τον τρομερό δημαγωγό).

Το πιο πιθανό, λοιπόν, είναι εκείνο το «λάβουσιν τα όπλα» σε χρόνο μέλλοντα να αναφέρεται στους διαφαι­νόμενους εμφυλίους πολέμους. Ήξεραν λοιπόν οι αγωνιστές πως το τεχνητό Κράτος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις, από τη στιγμή που δεν πήρε τη μορφή της ομοσπονδίας, όπως αρχικά προτάθηκε, θα αντιμετώπιζε εξεγέρσεις παρακινημένες από κάποια εθνότητα ενάντια σε κάποια άλλη. Μ’ άλλα λόγια, οι αλλεπάλληλοι εμφύλιοι πόλεμοι που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης, εξαιτίας και της πολυφυλε­τικής συγκρότησης των εξεγερμένων, τώρα κατοχυρώ­νονταν και συνταγματικά!!

ΣΤΗΝ πραγματικότητα, ο υπερταξικός εμφύλιος πό­λεμος στην Ελλάδα δεν τελείωσε ποτέ’. Και οι κυρίως ειπείν εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι παρά οι κορυφές του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα, ο εμφύλιος πόλε­μος στην Ελλάδα είναι μια κατάσταση καθημερινή, δια­βρωτική, καταστροφική. Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του Έλληνα παραμένει ο παραδίπλα Έλληνας. Κι αν δε μας πετούσαν κάθε τόσο φανταστικούς και μισο- φανταστικούς εχθρούς για να εκτονωνόμαστε και να αποκτούμε τεχνητά «ομοψυχία», με τις γνωστές στην ψυχολογία της μάζας μεθόδους, τότε οι Πελοποννήσιοι θα εκστράτευαν κατά των υπολοίπων Ελλήνων κάθε τρεις και πέντε και ο αρχαίος Πελοποννησιακός πόλε­μος δε θα είχε τελειώσει ακόμα.

Κι όλα αυτά γιατί απορρίφθηκε η λύση του Ομο­σπονδιακού Κράτους. Και αντ’ αυτού προκρίθηκε η λύ­ση του «ομοιογενούς» Εθνικού Κράτους. Για τις μεγά­λες δυνάμεις της εποχής, ήταν πιο βολικό να ελέγχουν ένα μικρό κράτος παρά δέκα μικροσκοπικά κρατίδια. Και με τα χρόνια και με το πες πες, μας έπεισαν τελικά πως είμαστε όλοι καθαρόαιμοι ‘Ελληνες. Και μας έκα­ναν να μην τολμούμε να ξεχωρίζουμε την εθνικότητά μας από τη θρησκεία μας. ‘Ετσι, ο καθένας που βαφτί­ζεται χριστιανός ορθόδοξος, μαζί με τη «θεία χάρη» παίρνει εντός της κολυμβήθρας και το «χάρισμα» του να νιώθει ‘Ελληνας κι ας μην έχει ιδέα τι σημαίνει το να είσαι Έλληνας. Μ’ αυτές και μ’ άλλες πολλές λαθρο­χειρίες καλοί Έλληνες θεωρούνται πλέον οι καλοί χρι­στιανοί. Καιρός να σταματήσει αυτή η βρωμερή απάτη.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (29.3.87). O πίνακας του Βολονάκη είναι από εδώ: http://www.hmmuseum.gr/portal/page?_pageid=33,108754&_dad=portal&_schema=PORTAL

 ____________________________________________________________

Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/05/11/%CE%BF-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1/