Η κλειτοριδεκτομή και οι εθνολόγοι…


του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο αριθμός των κοινωνιών που διατήρησαν έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, και στις οποίες μπορούν ακόμη σήμερα να «βοσκάνε» οι εθνολόγοι, μειώθηκε κατά πολύ. Το ίδιο διάστημα, ο συρμός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών την επαύριο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ερευνητών. Ήδη πριν από πενήντα χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έλεγαν χάριν αστειότητας ότι η ινδιάνικη οικογένεια αποτελείται από τουλάχιστο τρία άτομα: το σύζυγο, τη γυναίκα και τον εθνολόγο … Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη έκτοτε, και διάφορες ομάδες ιθαγενών, που απηύδησαν να γίνονται λεία των εθνολόγων, αγανακτούν. Για να μας επιτρέψουν να εισέλθουμε στους καταυλισμούς τους, κάποιοι απαιτούν να συμπληρώσουμε κάθε είδος εγγράφου που κρίνουν σκόπιμο. Άλλες απλούστατα απαγορεύουν την εθνογραφική έρευνα: μπορούμε να τις επισκεφθούμε με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή του υγιεινολόγου, υπό την προϋπόθεση να δεσμευτούμε εγγράφως ότι δεν θα θέσουμε καμία ερώτηση σχετικά με την κοινωνική τους οργάνωση ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Πληροφορητές φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν ότι δεν θα διηγηθούν ένα μύθο παρά μόνο αφού συναφθεί με όλους τους τύπους συμβόλαιο που να τους αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Εκδυτικισμός: Μια παλιά συνταγή σε νέα συσκευασία…


Τον Ιούλιο του 1942, επτά μήνες αφ’ ότου οι Ιάπωνες βομβάρδισαν τον αμερικανικό στόλο στο Πέρλ Χάρμπορ, μερικοί διακεκριμένοι ιάπωνες ακαδημαϊκοί συναντήθηκαν στο Κυότο στα πλαίσια ενός συνεδρίου, με τίτλο: «Πώς να υπερβούμε το μοντέρνο;». Ένας από τους συνέδρους, ο Χαγιάσι Φουσάο, πρώην μαρξιστής που εξελίχθηκε σε εθνικιστή, έγραψε ότι η επίθεση ενάντια στη Δύση τον είχε ενθουσιάσει. Κάποιος υποστήριξε ότι ο εκδυτικισμός έμοιαζε με επιδημία που είχε προσβάλει την ιαπωνική ψυχή. Πολλά ειπώθηκαν σχετικά με την βλαβερή εξειδίκευση της γνώσης, που είχε θρυμματίσει την ολότητα του ανατολικού πνευματικού πολιτισμού. Πολλά από αυτά δίδονταν μέσα από μια καθαρά εθνικιστική σκοπιά της ιαπωνικής αυτοκρατορικής τάξης, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι για τους ασιάτες εκείνη την εποχή, η «Δύση» ταυτιζόταν με την «αποικιοκρατία».

Συνέχεια ανάγνωσης

Η απαγόρευση του μπουρκίνι, πέρα απ’ τη θρησκεία και το ντύσιμο…


της Αμάντα Τάουμπ

 

Υπάρχει κάτι εγγενώς παράλογο με τις λεγόμενες απαγορεύσεις τού μπουρκίνι που ξεφυτρώνουν στις ακτές της Γαλλίας. Η προφανής αντίφαση –θεσπίζουμε κανόνες για το τι μπορούν να φοράνε οι γυναίκες με την αιτιολογία ότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στις γυναίκες τι θα φοράνε- δείχνει ότι κάτι βαθύτερο πρέπει να συμβαίνει.

Όταν ο Βαλς δηλώνει ότι η σπάνια αυτή περιβολή αποτελεί μέρος της «υποδούλωσης των γυναικών», το πραγματικό ζήτημα δεν είναι βέβαια τα μαγιό. Για τους κοινωνικούς επιστήμονες, δεν είναι πρωτίστως ούτε η προστασία των μουσουλμάνων γυναικών από την πατριαρχία. Είναι η προστασία της μη μουσουλμανικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γαλλίας από έναν κόσμο που αλλάζει: μια κατάσταση που απαιτεί απ’ αυτούς να διευρύνουν την αίσθηση της ταυτότητάς τους, τη στιγμή που πολλοί θα προτιμούσαν να την διατηρήσουν όπως ήταν.

«Δηλώσεις αυτού του είδους είναι ένας τρόπος να αστυνομεύσουμε τι είναι γαλλικό και τι όχι», λέει ο Terrence G. Peterson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, που μελετά τη σχέση της Γαλλίας με τον μουσουλμανικό κόσμο.

Αυτή η μάχη περί ταυτότητας έχει ενταθεί τώρα στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων, αλλά μαίνεται υπό άλλη μορφή στη γαλλική κοινωνία εδώ και δεκαετίες, λέει ο Πήτερσον. Αυτό που φαίνεται να είναι ένας αγώνας πάνω από το στενό θέμα της ισλαμικής ένδυσης, στην πραγματικότητα αφορά το τι σημαίνει να είσαι Γάλλος.

«Κατά την αποικιακή περίοδο της Γαλλίας, τότε που ήλεγχε τεράστιες μουσουλμανικές περιοχές, το πέπλο έγινε ένα έντονα φορτισμένο σύμβολο», συνεχίζει. Η κάλυψη του σώματος θεωρήθηκε ως σύμβολο της καθυστέρησης των μουσουλμάνων, ενώ τα πιο ευέλικτα πρότυπα ένδυσης των Γαλλίδων θεωρήθηκαν ως ένδειξη πολιτιστικής ανωτερότητας –απόψεις που βοήθησαν για να δικαιολογηθεί η αποικιοκρατία.

Συνέχεια ανάγνωσης