Το αποικιοκρατικό κράτος του Ισραήλ στον 21ο αιώνα …


του Ιλάν Παππέ

Το 2017, η ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας συμπληρώνει πενήντα χρόνια. Μετά από τόσον καιρό, ο όρος «κατοχή» αρχίζει να γίνεται κάπως περιττός και άτοπος. Δύο γενιές Παλαιστινίων έχουν ήδη ζήσει υπ’ αυτό το καθεστώς. Αν και οι ίδιοι το αποκαλούν ακόμα κατοχή, αυτά που περνάνε είναι ριζωμένα σε κάτι άλλο, πολύ πιο δύσκολο να κατανικήσεις ή να αλλάξεις: τον αποικισμό. Ο όρος αποικισμός δεν είναι εύκολο να εφαρμοστεί στο παρόν –τις περισσότερες φορές συνδέεται με γεγονότα του παρελθόντος. Για το λόγο αυτό, με τη συμβολή πρόσφατων και συναρπαστικών ερευνών, αναλυτές που γράφουν για το Ισραήλ χρησιμοποιούν συχνότερα έναν άλλο όρο: εποικιοκρατία[1].

H αποικιοκρατία μπορεί να περιγραφεί ως η μετακίνηση Ευρωπαίων σε διάφορα μέρη του κόσμου, η οποία δημιούργησε νέα «λευκά» έθνη εκεί όπου ιθαγενείς λαοί είχαν άλλοτε τα δικά τους βασίλεια. Τα έθνη αυτά μπορούσαν να δημιουργηθούν μόνο αν οι έποικοι χρησιμοποιούσαν δύο λογικές: τη λογική της εξάλειψης –να ξεφορτωθούν τους ιθαγενείς λαούς με όλα τα δυνατά μέσα, μέχρι και τη γενοκτονία· και τη λογική της απανθρωποποίησης –να θεωρούν τους μη Ευρωπαίους ως κατώτερους και άρα ανάξιους να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους εποίκους. Στη Νότιο Αφρική αυτές οι δίδυμες λογικές οδήγησαν στη δημιουργία του συστήματος του Απαρτχάιντ, το οποίο επίσημα θεσπίστηκε το 1948 –την ίδια χρονιά που το σιωνιστικό κίνημα μετέφρασε τις ίδιες λογικές σε μία επιχείρηση εθνοκάθαρσης στην Παλαιστίνη.

Όπως προσπάθησε να δείξει αυτό εδώ το βιβλίο, από μια εποικιοκρατική οπτική, συμβάντα όπως η κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, η διαδικασία του Όσλο και η απαγκίστρωση από τη Γάζα το 2005 είναι όλα τμήματα της ίδιας τακτικής του Ισραήλ να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερη Παλαιστίνη με όσο το δυνατόν λιγότερους Παλαιστίνιους μέσα της. Τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου έχουν αλλάξει με τον καιρό, και παραμένει ημιτελής. Ωστόσο, αυτός είναι το κύριο καύσιμο που τροφοδοτεί τη φωτιά της σύγκρουσης.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η φρικτή σύνδεση ανάμεσα στις λογικές της απανθρωποποίησης και της εξάλειψης, τόσο εμφανής στη διάδοση της ευρωπαϊκής εποικιοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεπήδησε πρώτα μέσα στα αυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής. Ήταν απροκάλυπτα εμφανής, μεταξύ πλήθους άλλων παραδειγμάτων, στην σφαγή των Κούρδων από τον Σαντάμ Χουσεΐν καθώς και στις εκκαθαρίσεις που διεξήγαγε το καθεστώς Άσσαντ το 2012. Μετά χρησιμοποιήθηκε και από ομάδες αντίθετες προς το καθεστώς αυτό: το χειρότερο σχετικό παράδειγμα είναι οι γενοκτονικές πολιτικές του Ισλαμικού Κράτους.

Ο εκβαρβαρισμός των ανθρώπινων σχέσεων μπορεί να τερματιστεί από τους ίδιους τους λαούς της περιοχής. Ωστόσο, θα πρέπει και ο έξω κόσμος να τους βοηθήσει. Η περιοχή θα πρέπει να επιστρέψει μαζί στο όχι τόσο μακρινό της παρελθόν, όταν καθοδηγητική αρχή ήταν η φράση «ζούμε και αφήνουμε τους άλλους να ζήσουν». Καμία σοβαρή συζήτηση γύρω από τον τερματισμό των παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνολικά στην περιοχή δεν μπορεί να παρακάμψει μια εξέταση των παραβιάσεων ενός αιώνα στην Παλαιστίνη. Τα δύο θέματα συνδέονται άμεσα. Η εξαιρετική μεταχείριση της οποίας απολαύει το Ισραήλ, και πριν απ’ αυτό το σιωνιστικό κίνημα, καθιστά γελοία οποιαδήποτε κριτική της Δύσης προς τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στον αραβικό κόσμο. Κάθε συζήτηση για τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων απαιτείται να περιλάβει μια κατανόηση της αναπότρεπτης κατάληξης εποικιοκρατικών προταγμάτων όπως ο σιωνισμός. Οι Ισραηλινοί έποικοι είναι πλέον οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της χώρας. Δεν μπορούν να απομακρυνθούν και δεν θα απομακρυνθούν. Το μέλλον θα πρέπει να τους περιλαμβάνει, αλλά όχι στη βάση της διαρκούς καταπίεσης και αποστέρησης των Παλαιστινίων που ζουν εκεί.

Συνέχεια

Η επανάσταση των νέγρων…


των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομήνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνειπαγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε νικήσει τον ισπανικό και τον αγγλικό στρατό. Από την πρώτη εξέγερση του 1791 μέχρι την ανακήρυξη ανεξαρτησίας την 1η Ιανουαρίου 1804, σε μια περίοδο δώδεκα χρόνων, η νέγρικη επανάσταση των 500.000 σκλάβων του Αγίου Δομήνικου που έγινε Αϊτή, βγαίνει πολιτικά και στρατιωτικά νικήτρια από τη σύγκρουσή της με τις τρεις κυρίαρχες αποικιακές δυνάμεις της κοσμο-οικονομίας. Πολύ πριν τον σοβιετικό και τον κινεζικό κόκκινο στρατό, ο «μαύρος στρατός» είναι η πρώτη προλεταριακή δύναμη που επαναστατικοποίησε τόσο βαθιά την τέχνη του πολέμου. «Είχανε την οργάνωση και την πειθαρχία ενός στρατεύματος εξασκημένου, αλλά ταυτόχρονα αξιοποιούσαν όλες τις πονηριές και τις επιδεξιότητες που προσιδιάζουν στον ανταρτοπόλεμο. […] Όταν οι πολυάριθμες γαλλικές δυνάμεις έφταναν για να τους συντρίψουν, εξαφανίζονταν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα στις φλόγες· μόλις οι Γάλλοι, καταβεβλημένοι από την κούραση, αποσύρονταν, εκείνοι ξανάρχονταν να καταστρέψουν άλλες φυτείες και να επιτεθούν στις γαλλικές γραμμές»[3]. Το ύφος που υιοθετεί ο Τζέιμς είναι πολύ κοντά στον Κλάουζεβιτς, αλλά δεν θα έπρεπε να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι εδώ αγγίζουμε κάτι αδιανόητο για τον Πρώσσο αξιωματικό, ο οποίος είχε συνυπολογίσει πολύ σοβαρά την ισπανική αντίσταση στην ευρωπαϊκή γεωπολιτική. Πραγματικά, υπερβαίνει τη νόηση ότι αγράμματοι σκλάβοι, «εκ φύσεως ανίκανοι για πειθαρχία και ελευθερία», μπόρεσαν να μάθουν τόσο γρήγορα τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές πολέμου για να τις θέσουν καλύτερα στην υπηρεσία ενός ανελέητου ανταρτοπολέμου, αφού προηγουμένως επιδοθούν σε τελετές βουντού[4]!

Συνέχεια

Η κλειτοριδεκτομή και οι εθνολόγοι…


του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο αριθμός των κοινωνιών που διατήρησαν έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, και στις οποίες μπορούν ακόμη σήμερα να «βοσκάνε» οι εθνολόγοι, μειώθηκε κατά πολύ. Το ίδιο διάστημα, ο συρμός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών την επαύριο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ερευνητών. Ήδη πριν από πενήντα χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έλεγαν χάριν αστειότητας ότι η ινδιάνικη οικογένεια αποτελείται από τουλάχιστο τρία άτομα: το σύζυγο, τη γυναίκα και τον εθνολόγο … Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη έκτοτε, και διάφορες ομάδες ιθαγενών, που απηύδησαν να γίνονται λεία των εθνολόγων, αγανακτούν. Για να μας επιτρέψουν να εισέλθουμε στους καταυλισμούς τους, κάποιοι απαιτούν να συμπληρώσουμε κάθε είδος εγγράφου που κρίνουν σκόπιμο. Άλλες απλούστατα απαγορεύουν την εθνογραφική έρευνα: μπορούμε να τις επισκεφθούμε με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή του υγιεινολόγου, υπό την προϋπόθεση να δεσμευτούμε εγγράφως ότι δεν θα θέσουμε καμία ερώτηση σχετικά με την κοινωνική τους οργάνωση ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Πληροφορητές φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν ότι δεν θα διηγηθούν ένα μύθο παρά μόνο αφού συναφθεί με όλους τους τύπους συμβόλαιο που να τους αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού.

Συνέχεια

Εκδυτικισμός: Μια παλιά συνταγή σε νέα συσκευασία…


Τον Ιούλιο του 1942, επτά μήνες αφ’ ότου οι Ιάπωνες βομβάρδισαν τον αμερικανικό στόλο στο Πέρλ Χάρμπορ, μερικοί διακεκριμένοι ιάπωνες ακαδημαϊκοί συναντήθηκαν στο Κυότο στα πλαίσια ενός συνεδρίου, με τίτλο: «Πώς να υπερβούμε το μοντέρνο;». Ένας από τους συνέδρους, ο Χαγιάσι Φουσάο, πρώην μαρξιστής που εξελίχθηκε σε εθνικιστή, έγραψε ότι η επίθεση ενάντια στη Δύση τον είχε ενθουσιάσει. Κάποιος υποστήριξε ότι ο εκδυτικισμός έμοιαζε με επιδημία που είχε προσβάλει την ιαπωνική ψυχή. Πολλά ειπώθηκαν σχετικά με την βλαβερή εξειδίκευση της γνώσης, που είχε θρυμματίσει την ολότητα του ανατολικού πνευματικού πολιτισμού. Πολλά από αυτά δίδονταν μέσα από μια καθαρά εθνικιστική σκοπιά της ιαπωνικής αυτοκρατορικής τάξης, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι για τους ασιάτες εκείνη την εποχή, η «Δύση» ταυτιζόταν με την «αποικιοκρατία».

Συνέχεια

Η απαγόρευση του μπουρκίνι, πέρα απ’ τη θρησκεία και το ντύσιμο…


της Αμάντα Τάουμπ

 

Υπάρχει κάτι εγγενώς παράλογο με τις λεγόμενες απαγορεύσεις τού μπουρκίνι που ξεφυτρώνουν στις ακτές της Γαλλίας. Η προφανής αντίφαση –θεσπίζουμε κανόνες για το τι μπορούν να φοράνε οι γυναίκες με την αιτιολογία ότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στις γυναίκες τι θα φοράνε- δείχνει ότι κάτι βαθύτερο πρέπει να συμβαίνει.

Όταν ο Βαλς δηλώνει ότι η σπάνια αυτή περιβολή αποτελεί μέρος της «υποδούλωσης των γυναικών», το πραγματικό ζήτημα δεν είναι βέβαια τα μαγιό. Για τους κοινωνικούς επιστήμονες, δεν είναι πρωτίστως ούτε η προστασία των μουσουλμάνων γυναικών από την πατριαρχία. Είναι η προστασία της μη μουσουλμανικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γαλλίας από έναν κόσμο που αλλάζει: μια κατάσταση που απαιτεί απ’ αυτούς να διευρύνουν την αίσθηση της ταυτότητάς τους, τη στιγμή που πολλοί θα προτιμούσαν να την διατηρήσουν όπως ήταν.

«Δηλώσεις αυτού του είδους είναι ένας τρόπος να αστυνομεύσουμε τι είναι γαλλικό και τι όχι», λέει ο Terrence G. Peterson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, που μελετά τη σχέση της Γαλλίας με τον μουσουλμανικό κόσμο.

Αυτή η μάχη περί ταυτότητας έχει ενταθεί τώρα στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων, αλλά μαίνεται υπό άλλη μορφή στη γαλλική κοινωνία εδώ και δεκαετίες, λέει ο Πήτερσον. Αυτό που φαίνεται να είναι ένας αγώνας πάνω από το στενό θέμα της ισλαμικής ένδυσης, στην πραγματικότητα αφορά το τι σημαίνει να είσαι Γάλλος.

«Κατά την αποικιακή περίοδο της Γαλλίας, τότε που ήλεγχε τεράστιες μουσουλμανικές περιοχές, το πέπλο έγινε ένα έντονα φορτισμένο σύμβολο», συνεχίζει. Η κάλυψη του σώματος θεωρήθηκε ως σύμβολο της καθυστέρησης των μουσουλμάνων, ενώ τα πιο ευέλικτα πρότυπα ένδυσης των Γαλλίδων θεωρήθηκαν ως ένδειξη πολιτιστικής ανωτερότητας –απόψεις που βοήθησαν για να δικαιολογηθεί η αποικιοκρατία.

Συνέχεια