Τι θα έπρεπε να είχε κάνει η «κοινωνία» για να μην σκοτωθεί το μωρό στη Νέα Σμύρνη;…


του Άκη Γαβριηλίδη

Αναπόσπαστο τμήμα του εκσυγχρονιστικού-προοδευτικού κεκτημένου στο εσωτερικό της ελληνικής διανόησης, αλλά εν πολλοίς και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά, αποτελεί η πεποίθηση ότι κάθε φαινόμενο –ιδίως κάθε αρνητικό/ παθολογικό/ δυσάρεστο φαινόμενο- έχει «κοινωνικά αίτια».

Η πεποίθηση αυτή είναι καταρχήν και κατά βάση υγιής και χρήσιμη. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το αντανακλαστικό να αναζητάμε τις «ευρύτερες κοινωνικές αιτίες» βραχυκυκλώνει και απολήγει σε έναν αφελή κοινωνιολογισμό, αν όχι σε μία απολογητική ταυτολογία. Αυτό ιδίως συμβαίνει όταν, στη βιασύνη μας να απορρίψουμε την ερμηνεία μέσω «ατομικών αιτίων», καταλήγουμε απλώς να αντικαθιστούμε μία ουσιοκρατία με μία άλλη: αντί να προσφεύγουμε στο κυρίαρχο υποκείμενο ως έσχατη εξήγηση, προσφεύγουμε στην εξήγηση μέσω μιας φανταστικής οντότητας που αποκαλούμε «κοινωνία», «περίγυρο» ή «γενικότερες συνθήκες», και έτσι απλώς αναγορεύουμε αυτήν σε κυρίαρχο υποκείμενο, σε «τελευταία λέξη» ικανή να κλείσει το θέμα χωρίς υπόλοιπα.

Η πρόσφατη παιδοκτονία στη Νέα Σμύρνη είναι μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Όπως συμβαίνει με κάθε έγκλημα, (ενίοτε και χωρίς έγκλημα), και σε αυτή την περίπτωση αναμφίβολα είχαμε, στα επίσημα και στα κοινωνικά μέσα, μια έκλυση μίσους, επιθετικότητας και εκκλήσεων για παραδειγματική τιμωρία και εκδίκηση. Αντίστοιχα όμως, και προς αντίκρουση αυτών των εκκλήσεων, είχαμε την ανάπτυξη μιας άλλης σειράς αιτιο-/δικαιολογιών, οι οποίες, όσο και αν διατυπώθηκαν με καλές προθέσεις, ηχούν ελάχιστα ικανοποιητικές και πειστικές καθαυτές.

Όλες πηγάζουν από το ίδιο αυτό αντανακλαστικό: για το έγκλημα «φταίει η κοινωνία» (ή «η πολιτεία»).

Και γιατί φταίει η κοινωνία; Απ’ όσα διάβασα ή άκουσα εγώ, σταχυολογώ:

α) Διότι δεν έχει θεσπίσει επαρκή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.

β) Διότι δεν έχει δημιουργήσει αρκετούς βρεφονηπιακούς σταθμούς.

γ) Διότι είναι «πατριαρχική», και έτσι ενθαρρύνει τους (δυνάμει) πατεράδες να συμπεριφέρονται ανεύθυνα, επιρρίπτει ασύμμετρα ευθύνες στις μητέρες για μια εγκυμοσύνη που κρίνεται άτοπη και δεν τους παρέχει ηθικά και τεχνικά τη δυνατότητα να την διακόψουν.

δ) Διότι είναι «σεξιστική» και έτσι αντιμετωπίζει διαφορετικά την παιδοκτονία από την ανθρωποκτονία γενικά.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση βασίζεται εμφανώς σε άγνοια: στον ποινικό κώδικα, αυτή η διαφορετική μεταχείριση σαφώς υπάρχει, αλλά εξίσου σαφώς η διαφορά αυτή είναι υπέρ της παιδοκτονίας –η οποία τιμωρείται με ελαφρύτερη ποινή.

Αλλά και γενικά, το σύνολο των αντιρρήσεων αυτών δεν φαίνεται να συμποσούται σε κάτι περισσότερο από την παραδοσιακή σοφία «άραγε ποιος να ‘ναι η αιτία/ αχ κακούργα κοινωνία». Ή την παραλλαγή της, διατυπωμένη στη γλώσσα μιας θεωρίας της αντανάκλασης: «από την κόλασή μου σου φωνάζω/ εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω».

Κανείς όμως, και καμιά, δεν είναι «εικόνα» της κοινωνίας. Όποιος βγαίνει και βροντοφωνάζει –για λογαριασμό άλλων- κάτι τέτοιο, δεν φαίνεται να πετυχαίνει κάτι περισσότερο από μια τρύπα στο νερό: σύντομα διαπιστώνει ότι ο κόσμος το είχε τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι.

Όποιος θέλει να εγκαθιδρύσει με κάποια σοβαρότητα αιτιώδη σχέση ανάμεσα στη σύσταση της «κοινωνίας» και την πράξη της 22χρονης μητέρας, προσκρούει στην εξής προφανή δυσκολία: ότι η φερόμενη ως αιτία ήταν (και είναι) διαρκώς παρούσα, αλλά το φερόμενο ως αποτέλεσμα παρήχθη μόνον άπαξ. Η «κοινωνία» όλα αυτά τα χρόνια ήταν η ίδια, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο «πατριαρχική» ή «σεξιστική», με το ίδιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και με τον ίδιο αριθμό παιδικών σταθμών. Ωστόσο, ουδέποτε τα τελευταία πολλά χρόνια είχε συμβεί μία κοπέλα με αυτό το κοινωνιολογικό προφίλ να θανατώσει το βρέφος της διά της έκθεσης.

 

Το 17ο αιώνα, ο Σπινόζα είχε καταθέσει μία αποδομητική κριτική κατά της «βούλησης του θεού», δείχνοντας ότι η εν λόγω έννοια (μάλλον μη έννοια) λειτουργούσε ως άσυλο της άγνοιας, ως η απάντηση που δίνουμε όταν δεν έχουμε να δώσουμε καμία πραγματική απάντηση.

Στους διαφωτισμένους καιρούς μας, που λίγοι μπαίνουν στον κόπο να επικαλεστούν ερμηνευτικά το θεό και τη βούλησή του, το ρόλο αυτό έχει αναλάβει η έννοια/ μη έννοια της κοινωνίας και των «αιτίων» της. Από αυτή την άποψη, γίνεται περισσότερο ορατός ο παρηγορητικός χαρακτήρας της λειτουργίας της: αν πούμε ότι ένα γεγονός «έχει κοινωνικά αίτια», ίσως καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε, στον εαυτό μας και στους άλλους, την ψευδαίσθηση μιας κανονικότητας που καταλαγιάζει το άγχος απέναντι στην ανυπόφορη συνάντηση με το Πραγματικό. Αυτό ίσως είναι βραχυπρόθεσμα ένα κέρδος. Με τι αντίτιμο όμως, μακροπρόθεσμα; Με αντίτιμο, ακριβώς, την εξομάλυνση του φαινομένου, την ένταξή του σε μία προβλέψιμη κανονικότητα, ένα σύνολο νόμων, άρα τον εφησυχασμό και την αποφυγή κάθε περαιτέρω σκέψης περί αυτού.

Πράγμα που δείχνει ότι η ερμηνεία αυτή, όσο και αν στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται με φεμινιστικές αξιώσεις, ανάγεται μάλλον σε μία ανδροκρατική προσέγγιση –την παραδοσιακή  προσέγγιση του διαφωτισμού-μοντερνισμού: τα ξέρουμε όλα, ξέρουμε ποιες είναι οι αιτίες του προβλήματος και τι πρέπει να γίνει για να πάψει να συμβαίνει. Αφήστε τους επαΐοντες να αναλάβουν τη διαχείρισή του.

Ίσως μερικές φορές θα ήταν πιο γόνιμο να παραιτηθούμε από αυτή την ούτως ή άλλως πλασματική και ανήμπορη βεβαιότητα, και να αρκεστούμε σε μια επιθυμία (γνώσης) του μη-Όλου. Ας αφήσουμε το χάσμα να χάσκει. Οι άνθρωποι έχουν μέσα τους επιθετικότητα και καταστροφική δύναμη, και ενίοτε την εξασκούν. Το πότε και πώς δεν είναι προβλέψιμο. Δεν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ κάποια τέλεια οργανωμένη κοινωνία που να εξαλείφει κάθε ίχνος αυτής της επιθετικότητας· και δεν υπάρχει κάποιο καθολικό κυρίαρχο σημαίνον το οποίο να μπορεί να χωρέσει και να υπαγάγει αυτή την καταστροφικότητα κάτω από έναν εξαντλητικό νόμο, να συρράψει το ρήγμα από την ανάδυση του Πραγματικού.

Η εν ζωή ταρίχευση του Μίκη Θεοδωράκη ως αυτοκτονία-αυτογένεση…


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου Στον κόσμο των αυθεντικών είμαστε όλοι ξένοι, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2007. Ο τίτλος με τον οποίο εμφανίζεται εδώ είχε χρησιμοποιηθεί λίγο νωρίτερα σε μία πρώτη μορφή του κειμένου που προοριζόταν να δημοσιευθεί σε κάποιο ηλεκτρονικό περιοδικό.

 

  1. Ο άνθρωπος που έγινε ορχήστρα

To Σαββατοκύριακο 15 και 16 Ιουλίου 2006, ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μετέβη στη Χίο για να πάρει μέρος σε σειρά εκδηλώσεων με τίτλο «Θεοδωράκεια». Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» και σε αυτές εμφανίστηκε η λαϊκή ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» η οποία έπαιξε έργα Μίκη Θεοδωράκη. Επίσης, ο Δήμαρχος Μάρκος Μεννής ανακοίνωσε τη σύσταση παιδικής χορωδίας του Δήμου Χίου, η οποία θα φέρει το όνομα «Μίκης Θεοδωράκης». Tέλος, κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων απονεμήθηκε το βραβείο «Μίκης Θεοδωράκης» του οποίου νικητής ήταν ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Παραλαμβάνοντας το βραβείο, ο τιμώμενος δήλωσε: «είμαι πολύ συγκινημένος διότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση για το συνθέτη, του οποίου το όνομα φέρει το βραβείο, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παγκοσμίως συνθέτης του 20ού αιώνα, μια μοναδική προσωπικότητα, ένας από αυτούς τους ευλογημένους, που εμφανίζονται σπανίως ανά τους αιώνες των αιώνων, και διότι με το βραβείο αυτό η ελληνική πολιτεία επιτέλους αρχίζει να ξεπληρώνει ένα μικρό μέρος από το χρέος το οποίο έχει απέναντί μου».

 

Ίσως ο αναγνώστης θεωρήσει ότι η παραπάνω είδηση είναι πλαστή.

Όντως είναι. Αυτό όμως ισχύει μόνο καθόσον αφορά τη δεύτερη παράγραφο. Όσα αναφέρονται στην πρώτη είναι ακριβή μέχρι κεραίας, και έχουν δημοσιευθεί στον ελληνικό τύπο.

 

Ακόμη όμως και για τη δεύτερη παράγραφο, το να πούμε απλώς ότι είναι «ψευδής» δεν εξαντλεί το ζήτημα σχετικά με το «καθεστώς αλήθειας» που την διέπει. Διότι το περιεχόμενό της εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη σχέση με την αλήθεια. Η φράση εντός εισαγωγικών μπορεί να μην αποτελεί δήλωση του Θεοδωράκη κατά τη βράβευσή του, πλην όμως αποτελεί αυτοσχέδιο συνδυασμό λόγων που όντως έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν (και πιθανότατα θα ξαναδιατυπωθούν στο μέλλον) είτε από τον ίδιο, είτε από την κόρη του Μαργαρίτα[1].

Άρα, μολονότι είναι ψευδές ότι ο Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον εαυτό του ευλογημένο κατά την απονομή του βραβείου, είναι όμως μάλλον αληθές ότι αυτό ακριβώς πιστεύει. Και πάντως είναι γεγονός ότι, χωρίς καμία αίσθηση του γελοίου, δέχθηκε να τιμηθεί με ένα βραβείο το οποίο φέρει το όνομά του.

Πράγμα που αναμφίβολα αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Διότι δεν είναι σπάνιο να θεσπίζονται βραβεία με το όνομα κάποιου επιφανούς ή απλώς πλούσιου προσώπου. Ωστόσο, τα βραβεία αυτά κατά κανόνα αρχίζουν να απονέμονται μετά το θάνατο του εν λόγω προσώπου. Εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον, δεν έχει ποτέ συμβεί να τιμηθεί με το βραβείο «Τάδε Ταδόπουλος» ο ίδιος ο Τάδε Ταδόπουλος. Π.χ. ο Άλφρεντ Νόμπελ δεν πήρε ο ίδιος το βραβείο Νόμπελ, ούτε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν πήρε το βραβείο Λένιν.

Ο Θεοδωράκης όμως είναι υπεράνω και δεν καταδέχεται τέτοιες ψεύτικες μετριοφροσύνες.

 

2. «Αυτή η εσωστρέφεια μας θέλει χωριστά»

Οι Τσοπάνα rave, στο τραγούδι τους «Μουτοχαπεί», σκηνοθετούν μια ανάλογη κατάσταση απόλυτης μεγαλομανίας, την κατάσταση μιας αυτοαναφορικότητας τόσο αχόρταγης που καταπίνει ολόκληρο τον εξωτερικό κόσμο –αλλά αυτοί βέβαια κάνουν απλώς πλάκα. Ωθώντας στις ακραίες λογικές/ παράλογες συνέπειές της αυτή τη βασική ιδέα, παράγουν μια αίσθηση καρικατούρας ή παραδόξου, η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι το ίδιο γραμματικό «εγώ» παίζει όλους τους ρόλους, άρα το υποκείμενο είναι πάντοτε ταυτόχρονα και αντικείμενο. Έτσι, μέσα από τον αναδιπλασιασμό, ο ολοκληρωτικός αυτισμός καταλήγει να συμπίπτει με την ολοκληρωτική σχιζοφρένεια –ή το αντίστροφο.

 

 

Το τραγούδι αυτό μας δείχνει επιτελεστικά γιατί «ο τέλειος αυτοερωτισμός είναι θάνατος»[2]: με τον απόλυτο διχασμό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη ενοποίηση του υποκειμένου (και του υποκειμένου με τον κόσμο), καταργούνται εδώ τα όρια ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, τις ερωτικές και τις επιθετικές ενορμήσεις, την επιθυμία και το νόμο, τη ζωή και το θάνατο.

 

Ο Μαρξ, παραφράζοντας τον Χέγκελ, έλεγε ότι οι τραγωδίες συχνά επαναλαμβάνονται ως φάρσες[3]. Ο Θεοδωράκης, παραφράζοντας εμπράκτως και άθελά του την τραγουδιστική φάρσα των Τσοπάνα rave, παράγει μία παρωδία της παρωδίας τους, μια επανάληψή της στην «πραγματική ζωή» η οποία είναι πραγματικά στα όρια της τραγωδίας –αν όχι του μεταφυσικού θρίλερ. (Άλλωστε, ακόμα και ετυμολογικά, η παρ-ωδία είναι εύλογο να καταλήγει σε παρατράγουδα).

Το τραγικό στοιχείο συνίσταται σε αυτή την αιμομικτική κατάσταση στην οποία συγχέονται ανεπανόρθωτα οι ρόλοι. Στη γνωστή τραγωδία του Αισχύλου, από την ύβρη της επαφής του ήρωα με τη μητέρα του γεννιούνται μία σειρά πρόσωπα για τα οποία δεν ξέρουμε ακριβώς να πούμε τι είδους υποκείμενα είναι, ποια θέση καταλαμβάνουν μέσα στους κώδικες της συγγένειας –διότι ακριβώς καταλαμβάνουν περισσότερες της μίας θέσεις: είναι ταυτόχρονα παιδιά και εγγόνια, αδελφοί και θείοι … Με την αυτοβράβευση του Θεοδωράκη, και γενικά με την ολοκληρωτική στράτευση και απορρόφηση τόσο του ίδιου όσο και των απογόνων του[4] στον υπέρτατο στόχο της αποθέωσής του, αναπόφευκτα καταλήγουμε σε μια ανάλογη ύβρη η οποία καταργεί την απόσταση μεταξύ των όρων, δεν τους αφήνει χώρο να αναπνεύσουν και τους πνίγει· έτσι, οδηγούμαστε σε μια ανάλογη κατάρρευση του νοήματος όπου δεν ξέρουμε πλέον ποιος είναι ποιος. Έχουμε μπροστά μας έναν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) άνθρωπο-ορχήστρα ο οποίος θέλει να διαιωνίσει την ύπαρξή του θανάτω θάνατον πατήσας, καθιστάμενος ο ίδιος κληρονόμος του εαυτού του, δίνοντας ο ίδιος ένα δώρο στον εαυτό του, λέγοντας επιτελεστικά στον εαυτό του αυτό που έλεγε παλιότερα, σε στίχους του Κώστα Ψυχογιού και στο ύφος του ελαφρολαϊκού κιτς της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Φλωρινιώτης:

 

Μεγάλε

είσαι ο πρώτος, μεγάλε

μετά από σένα το χάος,

μετά το χάος πάλι εσύ.

 

Και η τραγωδία ευλόγως καταλήγει σε μια αντεστραμμένη επανάληψη της «Αντιγόνης»: εκεί, ένας νεκρός πρέπει να μείνει άταφος. Εδώ, ένας ζωντανός πρέπει να ταφεί.

Η ταφή αυτή δεν είναι λιγότερο πραγματική εκ του γεγονότος ότι ο ήρωας θάβεται κάτω από τόνους ύμνων, παρασήμων, ομιλιών, συνεδρίων, τιμητικών τόμων, δίσκων και συναυλιών. Όλα αυτά δεν αναιρούν –το αντίθετο μάλιστα- το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο ενδιαφερόμενος, και η ζωή του, καθίστανται μουσειακό έκθεμα, δηλαδή εκ-τίθενται, τίθενται εκτός (της ζωής, του φυσικού κύκλου της δημιουργίας και της φθοράς). Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά –εφόσον ήδη έχει ιδρυθεί στη Ζάτουνα της Αρκαδίας το «Μουσείο Θεοδωράκη» με την ενθουσιώδη συμμετοχή και παρουσία του ενδιαφερομένου. Φαίνεται ότι η προϋπόθεση για να παραμείνει στη ζωή είναι να τεθεί κατά έναν τρόπο εκτός αυτής, να «παγώσει».

Γι’ αυτό λοιπόν μίλησα παραπάνω για «μεταφυσικό θρίλερ»: αυτό συνίσταται στο φαραωνικό, σχεδόν μακάβριο θέαμα, να ταριχεύεται κάποιος επιφανής προκειμένου να απολαύσει ήδη εν ζωή τιμές τεθνεώτος, να ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά, και σε πολλαπλή επανάληψη, τον επικήδειό του.

bdr

[1] Σε συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία, 19.11.2006.

[2] Αριστείδη Μπαλτά, Φιλοξενώντας τον Ζακ Ντεριντά … Στο περιθώριο επιστήμης και πολιτικής, Εκκρεμές, Αθήνα 1999, σ. 28.

[3] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σ. 15.

[4] Στην προαναφερθείσα συνέντευξή της, η Μαργαρίτα Θεοδωράκη, απαντώντας στην ερώτηση αν τα παιδιά της θα «κληρονομήσουν» τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης», απάντησε: «Ηδη βρίσκονται πολύ κοντά μου και οι τέσσερις». Στη συνέχεια, αφού εξήγησε αναλυτικότερα πώς η επόμενη από αυτήν γενιά συμμετέχει στην προσπάθεια προβολής του έργου τού «μεγαλύτερου συνθέτη των αιώνων», διερωτήθηκε ρητορικά και μεγαλοφώνως, ίσως με μία δόση ασυνείδητης ειρωνείας: «αν το νέο αίμα δεν έρθει από την οικογένεια Θεοδωράκη, από πού θα έρθει;».

Κυριάκος Μητσοτάκης: το τζακ ποτ της αντιδραστικής σκέψης …


images

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο τού Άλμπερτ Ο. Χίρσμαν Η αντιδραστική ρητορική. Αντίστροφο αποτέλεσµα, µαταιότητα, διακινδύνευση. Στο σημείωμα παρουσίασης του βιβλίου, οι εκδότες ισχυρίζονται ότι «αποτελεί έναν μοναδικό –και άκρως απολαυστικό– πιλότο στα θολά νερά του δημόσιου διαλόγου του καιρού μας». Ίσως ούτε κι οι ίδιοι όμως φαντάζονταν πόσο σύντομα, και πόσο πανηγυρικά, επρόκειτο να επιβεβαιωθεί αυτή η εκ πρώτης όψεως τετριμμένη επαινετική φράση.

Στο δημόσιο διάλογο αυτών των ημερών κυριαρχεί μια δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η εξής:

Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση. Όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα.

Η δήλωση αυτή αποτελεί την καλύτερη σύνοψη που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για το βιβλίο· αν την είχε υπόψη του ο Χίρσμαν, σίγουρα θα τη χρησιμοποιούσε ως αρχετυπικό παράδειγμα που συνδυάζει σε μια πρόταση και τις τρεις βασικές γραμμές αντιδραστικής επιχειρηματολογίας τις οποίες αναλύει στις διακόσιες σελίδες του πονήματός του.

Όπως συνοψίζονται στο οπισθόφυλλο, οι τρεις αυτές γραμμές είναι:

1) το επιχείρημα του αντίστροφου αποτελέσματος – κάθε απόπειρα βελτίωσης των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στην πραγματικότητα προκαλεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα·

2) το επιχείρημα της ματαιότητας – καμιά προσπάθεια αλλαγής της κοινωνίας δεν επηρεάζει έστω και ελάχιστα το status quo·

3) το επιχείρημα της διακινδύνευσης – οι νέες μεταρρυθμίσεις πρέπει να αποτρέπονται, γιατί θέτουν σε κίνδυνο σημαντικά επιτεύγματα του παρελθόντος.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η δήλωση Μητσοτάκη λέει ακριβώς αυτά, και τίποτε άλλο από αυτά. Το μόνο στοιχείο που κάπως ξεφεύγει είναι η αναχρονιστική ανάσυρση της ανθρώπινης φύσης, μιας έννοιας που γνώρισε δόξες την εποχή των θεωριών κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή το 17ο αιώνα, αλλά έχει εγκαταλειφθεί πλέον εδώ και καιρό στη δυτική –και στην παγκόσμια- σκέψη. Ο Χίρσμαν δεν μιλάει πολύ γι’ αυτή, αλλά μιλάει για άλλες αυθαίρετες υποθέσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι αντιδραστικοί στοχαστές ως συνώνυμο ενός αδήριτου νόμου ή μιας ασυμπίεστης νομοτέλειας η οποία καταδικάζει σε αποτυχία και σε αναποτελεσματικότητα όποιον την αγνοήσει και επιχειρήσει να δράσει ερήμην της –όπως την «θεία πρόνοια» (ντε Μαιστρ) ή διάφορους «νόμους της κοινωνίας» που θεωρούσαν ότι είχαν ανακαλύψει διάφοροι αυτόκλητοι κοινωνικοί επιστήμονες (Παρέτο, Μίχελς, Στίγκλερ κ.λπ.). Ο Μητσοτάκης δεν επικαλείται τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά μας διαβεβαιώνει ότι με κάποια επιφοίτηση έλαβε γνώση της «ανθρώπινης φύσης» και διαπίστωσε ότι αυτή είναι αντίθετη προς την ισότητα, άρα δε γίνεται τίποτε.

 

Το να εντάξουμε τον Μητσοτάκη σε ένα κουτάκι αυτής της γενεαλογίας, είναι κάτι χρήσιμο και διασκεδαστικό ίσως, αλλά είναι αλήθεια ότι δεν μας μαθαίνει κάτι που δεν ξέραμε.

Μια πιο ουσιαστική βοήθεια που θα μπορούσε να μας δώσει το βιβλίο του Χίρσμαν είναι η εξής: ότι μας δείχνει έναν τρόπο να χρησιμοποιήσουμε εμείς τη δύναμη της αντιδραστικής ρητορείας, τον καταιγισμό των λόγων της, εναντίον των σκοπών της και υπέρ των δικών μας.

Σε μία πολύ σημαντική ενότητα ακριβώς στο κέντρο του βιβλίου του, ο Χίρσμαν αναδεικνύει πόσο η εμμονική επανάληψη αυτών των μονολεκτικών αποφάνσεων –«οι εξισωτικές προσπάθειες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, ή έχουν αρνητικά αποτελέσματα, καταστρέφουν προηγούμενες κατακτήσεις»- υποτιμά η ίδια τον εαυτό της και τη δραστικότητα που έχει η κριτική της σε υπαρκτές και εν εξελίξει τέτοιες προσπάθειες.

Γιατί η περιγραφή αυτού του ολοένα διευρυνόμενου χάσματος ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και στα πραγματικά κοινωνικά αποτελέσματα δεν είναι χωρίς συνέπειες. Καθώς οι ακροατές υιοθετούν αυτή την περιγραφή, γεννιέται μέσα τους ένταση που ενεργοποιεί μια δυναμική η οποία οδηγεί είτε στην αυτοεκπλήρωση είτε στην αυτοακύρωση. Η δυναμική οδηγεί στην αυτοεκπλήρωση όταν ο ισχυρισμός πως οι προτεινόμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις είναι μάταιες εξασθενίζει κάθε αντίσταση στην περαιτέρω περιστολή τους ή και στην εγκατάλειψή τους –υπό την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Μόσκα και Παρέτο συνέβαλαν στην άνοδο του φασισμού στην Ιταλία χλευάζοντας και απαξιώνοντας τους νεοσύστατους δημοκρατικούς θεσμούς της. Και, αντίστροφα, η δυναμική αυτή μπορεί να οδηγεί στην αυτοακύρωση, καθώς η ίδια η ένταση που γεννά το επιχείρημα της ματαιότητας ωθεί τους ανθρώπους σε καινούριες, πιο αποφασιστικές και πιο συγκροτημένες προσπάθειες να επιτύχουν την πραγματική αλλαγή (σ. 102-3· η πρώτη υπογράμμιση του συγγραφέα, η δεύτερη δική μου).

Θα είχε τη χρησιμότητά του να αναρωτηθούμε μήπως ο χλευασμός και η απαξίωση του Μητσοτάκη προς τις εξισωτικές προσπάθειες συμβάλλει στην άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα εξίσου όσο και η αντίστοιχη προπολεμική στάση των Μόσκα και Παρέτο. Πιο επείγον, όμως, θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να δουλέψουμε για αυτή την αυτοακύρωση της αντιδραστικής του ρητορείας, να την μπλοκάρουμε και μάλιστα να την αξιοποιήσουμε σε μια μετασχηματιστική-χειραφετητική κατεύθυνση.

 

Στο συγκεκριμένο σημείο της δήλωσης του Μητσοτάκη, θέμα είναι τα κοινωνικά επιδόματα και η απαίτηση να δοθούν «σε όσους τα έχουν πραγματικά ανάγκη» («το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο … θέλουμε να περάσουμε από μια Ελλάδα των επιδομάτων σε μια Ελλάδα των ευκαιριών. Χρειαζόμαστε μια δίκαιη και αποτελεσματική επιδοματική πολιτική» … κ.ο.κ.).

Σε άλλο σημείο του βιβλίου του, αναφερόμενος στις κριτικές των αντιδραστικών της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής κατά, ακριβώς, των κοινωνικών επιδομάτων, κατά τις οποίες τα επιδόματα αυτά δόθηκαν «άδικα» και κατέληξαν στις τσέπες ανθρώπων που δεν τα δικαιούνταν, (κριτικές που θυμίζουν εντυπωσιακά λόγους περί των «τυφλών της Ζακύνθου» και άλλων ακαμάτηδων και προσοδοθήρων που «απομυζούν τον κοινωνικό πλούτο»), ο Χίρσμαν γράφει τα εξής:

Στην περίπτωση του επιδόματος ανεργίας, το γεγονός ότι επωφελήθηκαν και όσοι δεν ήταν φτωχοί οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε έναν παράπλευρο παράγοντα, την εξαίρεση των επιδομάτων από τον προοδευτικό φόρο εισοδήματος, ο οποίος ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα εξελίξεων που επήλθαν μετά τη θέσπιση του επιδόματος. Στην περίπτωση των προγραμμάτων κατοικίας χαμηλού κόστους, πρέπει πρώτα απ’ όλα να πούμε ότι ακόμα και οι κατοικίες που δεν απευθύνονταν εντέλει στους φτωχούς εκπλήρωσαν έναν υπαρκτό κοινωνικό σκοπό, αφού ανακούφισαν τα πολύ πιεσμένα κατώτερα μεσαία στρώματα των λατινοαμερικανικών πόλεων. Δεύτερον, τα προγράμματα κατασκευής κατοικιών χαμηλού κόστους και η κριτική που ασκήθηκε στα προβληματικά τους σημεία αποτέλεσαν πολύτιμη και διδακτική εμπειρία για τους δημόσιους λειτουργούς και τις υπηρεσίες στέγασης. Τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές διαστάσεις της φτώχειας στον αστικό χώρο. (…) επινοήθηκαν άλλοι τρόποι δημόσιας παρέμβασης που είχαν αυξημένες πιθανότητες να φτάσουν στους «φτωχότερους από τους φτωχούς», τους οποίους παρέβλεπαν τα προηγούμενα σχήματα.

Σε μας λοιπόν εναπόκειται να επινοήσουμε άλλους τρόπους δημόσιας παρέμβασης και να κάνουμε την αντιδραστική κριτική του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην έχει αυτή κανένα αποτέλεσμα, ή –ακόμα καλύτερα- να έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Τόσο του Μητσοτάκη όσο και άλλων, σε μερικούς από τους οποίους ίσως αναφερθώ σε μελλοντικό σημείωμα.

images

Η μεταναστολαγνεία της Ουρανίας Μιχαλολιάκου …


Image result for gay Arab migrants struggles

Η κατά υπερήφανη δήλωσή της «στρέιτ και Ελληνίδα» Ουρανία Μιχαλολιάκου, με το γνωστό βίντεο που γύρισε, έκανε μία φιλότιμη απόπειρα να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο πέρα από τους γνωστούς ηλιθίους με τα φουσκωμένα μπράτσα και μυαλά στους οποίους μέχρι τώρα περιοριζόταν η απήχησή της. Ωστόσο, το μόνο που κατάφερε ήταν να μας δώσει ακόμα ένα παράδειγμα για τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και αδιέξοδα που συναντά ο ρατσιστικός/ σεξιστικός λόγος κάθε φορά που επιχειρεί να υποδυθεί την καθολικότητα, ενώ είναι ο ορισμός του ιδιομορφισμού [particularism]. Αυτός ο «διπλός δεσμός» του ρατσιστικού λόγου έχει ως αποτέλεσμα ένα αρνητικό δίπορτο: προσπαθώντας να γίνει κάπως γενικότερα αποδεκτός, αναγκάζεται να αποδεχθεί κάποιες γενικότερες αρχές και κριτήρια, τα οποία όμως διαλύουν και ακυρώνουν την ουσία του.

Στο λογύδριό της, η κα Μιχαλολιάκου απευθύνει παράπονο προς τις Ελληνίδες αντιρατσίστριες που δεν την αγαπάνε όσο αγαπάνε τις μετανάστριες, και τις καταγγέλλει για «υποκρισία» (αυτό είναιμάλιστα το τρίτο χαρακτηριστικό που επιλέγει για την αυτοπαρουσίασή της: ότι «δεν γουστάρει την υποκρισία»). Ποια είναι αυτή η υποκρισία; Ότι, κατ’ αυτήν, ο αντιρατσισμός δεν συμβιβάζεται με τον αντισεξισμό. Και γιατί δεν συμβιβάζεται; Διότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες είναι σεξιστές· πάντως δεν αισθάνονται άνετα εάν πάμε και μιλήσουμε, σε αυτούς και τα παιδιά τους, για το πώς είναι «να νιώθεις και άντρας και γυναίκα».

Το πρόβλημα όμως είναι ότι, με αυτή την κίνηση, ανοίγει ένα ρήγμα στο εσωτερικό του ρατσιστικού λόγου, μεγαλύτερο απ’ αυτό που φιλοδοξούσε να αναδείξει στο λόγο των αντιπάλων του.

Το αντιρατσιστικό/ αντισεξιστικό κίνημα, γνωρίζει ήδη, και μάλιστα αποδέχεται ως καταστατική αρχή του, ότι οι ταυτότητες δεν είναι ομοιογενείς και στεγανές, αλλά ρευστές· έχει μάθει ότι η συναρμογή και η συμβίωση των ετερογενών προελεύσεων και επιθυμιών των ανθρώπων, εάν και όποτε επιτυγχάνεται, είναι πάντοτε ένα (εύθραυστο) αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συνεννόησης. Και σχεδόν πάντα αφήνει κάτι απέξω, ένα υπόλοιπο. Και αυτή την αρχή το αντιρατσιστικό κίνημα προσπαθεί να εφαρμόσει, άλλοτε με λιγότερη και άλλοτε με περισσότερη επιτυχία.

Ο ρατσισμός, όμως, δεν γνωρίζει και δεν αποδέχεται αυτή τη συνθήκη. Μπορεί φραστικά να δηλώνει ότι «δε γουστάρει την υποκρισία», αλλά αυτό το οποίο γουστάρει ακόμα λιγότερο είναι η ρευστότητα των ταυτοτήτων: ο ρατσισμός γουστάρει «ξεκάθαρα πράματα»· άσπρο ή μαύρο.

Όταν λοιπόν αποδίδει φαντασιακά την ίδια απολυτότητα και τον ίδιο σεξισμό στους «πρόσφυγες», όπως τους έχει κατασκευάσει στο μυαλό της, η Μιχαλολιάκου δεν αντιλαμβάνεται ότι εκφράζει όχι πλέον (μόνο) μίσος και απόρριψη γι’ αυτούς, αλλά μάλλον φθόνο και θαυμασμό· δηλαδή ταύτιση, ή πάντως οικειότητα και επιδοκιμασία. «Δες ρε παιδί μου τι λεβέντες και τι ξεκάθαροι που είναι οι μουσουλμάνοι! Σε αυτούς ο άντρας είναι άντρας και η γυναίκα γυναίκα, όχι αυτά τα αδερφίστικα που μας λέτε εσείς».

Έτσι, η Μιχαλολιάκου πέφτει η ίδια στο λάκκο που νομίζει ότι σκάβει για τους άλλους: εκφράζεται θετικά για ξένους πρόσφυγες, και απορριπτικά για Έλληνες. Καταγγέλλει την υποκριτική «μεταναστολαγνεία» των αντιρατσιστών, αλλά αντιπροτείνει τη δική της, γνήσια μεταναστολαγνεία.

 

του Άκη Γαβριηλίδη


Από:https://nomadicuniversality.com/2017/02/12/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%B1/