VAR: Από το χέρι του θεού στο μάτι του συστήματος…


Γιάννης Κτενάς, Στέφανος Μπατσής

Η απέχθεια που νιώσαμε για την εισαγωγή του Video Assistant Referee (VAR) στους αγώνες του Μουντιάλ –και την επέκτασή του, σύμφωνα με τα σχέδια της FIFA, και στα εθνικά πρωταθλήματα μέσα στα επόμενα χρόνια– ήταν σχεδόν ενστικτώδης. Όπως είπε ένας φίλος, κοινωνιολόγος της καθημερινής ζωής, συλλαμβάνοντας την ουσία του θέματος, το ποδόσφαιρο «είναι να βάλεις μια γαμημένη μπάλα σε ένα γαμημένο δίχτυ. Γιατί το κάναμε ολόκληρη επιστήμη;»

Συζητώντας όμως σε παρέες, ακούγοντας σχόλια στον δρόμο και τα καφενεία και βλέποντας τα αποτελέσματα σχετικών διαδικτυακών ψηφοφοριών,[1] συνειδητοποιήσαμε ότι η αντίδρασή μας απέναντι σε αυτή τη νέα τεχνολογία δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ποδοσφαιρόφιλοι, ποδοσφαιρόφιλες, ακόμη και άνθρωποι που ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει να αγωνίζεσαι στο τερέν ή να πηγαίνεις στο γήπεδο, φαίνονται γοητευμένοι από τη νέα σύλληψη της FIFA, η οποία ήδη έχει αλλάξει τον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι. Γι’ αυτόν τον λόγο, θελήσαμε να παρουσιάσουμε την κριτική μας στο VAR κάπως πιο αναλυτικά και συγκροτημένα.

Το πνεύμα της (νεοφιλελεύθερης) γραφειοκρατίας

Ξεκινώντας, είναι αξιοσημείωτο το πόσο μοιάζουν τα επιχειρήματα υπέρ του VAR με τα επιχειρήματα που ιστορικά σημάδεψαν την ανάδυση της γραφειοκρατίας. Γραφειοκρατία, όπως έχει δείξει ο Μαξ Βέμπερ, δεν σημαίνει χαρτούρα και αναμονή σε ατελείωτες ουρές, αλλά πρώτα και κύρια: αντικατάσταση του προσωπικοκεντρικού τρόπου διευθέτησης των υποθέσεων από απρόσωπους και φορμαλιστικούς κανόνες, καθώς και έμφαση στην υπολογισιμότητα, την ποσοτικοποίηση και την εξειδίκευση. Για όλους αυτούς τους λόγους η γραφειοκρατία διατείνεται ότι επιφέρει μια ασύγκριτη αποτελεσματικότητα και ότι εξασφαλίζει τη δημοκρατία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη: δεν αποφασίζει ο άρχοντας (εν προκειμένω: ο άρχοντας του αγώνα) όπως του καπνίσει, αλλά ο ειδικός με βάση τυπικούς κανόνες που ισχύουν για όλους.

Την ίδια ακριβώς λογική βλέπουμε και πίσω από το VAR. Η προσωπική κρίση του διαιτητή πρέπει να αντικατασταθεί από την απρόσωπη κρίση του video,[2] το οποίο μπορεί να καταγράψει όλη την αλήθεια, «αντικειμενικά», μετρήσιμα, ίδια και απαράλλαχτα για όλους.

Ταυτόχρονα, η εμπιστοσύνη στα νέα τεχνολογικά μέσα, φέρνει τη λογική και την επιχειρηματολογία που υποστηρίζει το VAR κοντά σε αυτή του νεοφιλελευθερισμού. Η τεχνολογία καλείται να εξαλείψει το τυχαίο, το αυθόρμητο, το ανθρώπινο και να λύσει προβλήματα πάσης φύσεως, στο όνομα της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας. Όλα μπορούν και πρέπει να γίνουν ρητά· γι’ αυτό χρειαζόμαστε όχι διαιτητές, αλλά τεχνοκράτες. Δεν θα κυβερνούν πια οι άνθρωποι, οι οποίοι κατά περιόδους μπορεί να μην είναι ορθολογικοί, να παρασύρονται από τα πάθη τους, από τα λάθη της στιγμής. Θα κυβερνούν «τα στοιχεία», η ίδια η αλήθεια, η αντικειμενικότητα αυτοπροσώπως.

Το τι σημαίνει γραφειοκρατία και νεοφιλελευθερισμός, το ποιες είναι οι καταστροφικές τους συνέπειες για την κοινωνία, το έχουμε δείξει αλλού και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε. Ας μείνουμε στα του ποδοσφαίρου. Φυσικά, δεν αρνούμαστε ότι ορισμένες φορές το VAR μπορεί να πάρει μια σωστή απόφαση εκεί που ένας διαιτητής θα έπαιρνε μια λανθασμένη, όπως άλλωστε και ένας γραφειοκράτης μπορεί υπό όρους να διεκπεραιώσει μια υπόθεση «αποτελεσματικότερα» από έναν ερασιτέχνη. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η γραφειοκρατία δεν «βελτίωσε» απλώς κάποιες ήδη υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Προκειμένου να κάνει τη δουλειά της, αναδιάρθρωσε ριζικά ολόκληρη την κοινωνία, σημαδεύοντας το πέρασμα από έναν πιο κοινοτικό σε έναν κρατικό τρόπο ζωής. Το ίδιο ισχύει και με την τεχνολογία. Όπως σημειώνει προσφυώς ο Langdon Winner, τα διάφορα τεχνολογικά μέσα δεν είναι απλώς βοηθήματα για την ανθρώπινη δραστηριότητα· είναι επίσης ισχυρές δυνάμεις που δρουν προς την αναμόρφωση αυτής της δραστηριότητας και του νοήματός της.

Έτσι, θα πρέπει να σκεφτούμε ποιο θα είναι το τίμημα του VAR και αν θέλουμε πράγματι να το πληρώσουμε. Ίσως πράγματι κάποιες αποφάσεις να γίνουν πιο «δίκαιες» από ορισμένες απόψεις. Είναι όμως πολύ πιθανό αυτές οι αποφάσεις και αυτή η δικαιοσύνη να αφορούν ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι.

Άλλωστε, τόσο το VAR όσο και άλλες τεχνολογίες υποβοήθησης της διαιτησίας στο ποδόσφαιρο δεν απηχούν μια αναγκαιότητα αλλά μια επιθυμία. Οι λόγοι που επιτάσσουν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναζητούνται στη φύση, την ουσία του «όμορφου παιχνιδιού», καθώς εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως όσοι διοικούν το ποδόσφαιρο ενδεχομένως χρειάζονται το VAR, το ίδιο το ποδόσφαιρο όμως όχι.

Φαινομενολογία του αθλήματος, φαινομενολογία του γηπέδου

Φυσικά, όπως συμβαίνει και με τη γραφειοκρατία, έτσι και η αποτελεσματικότητα και η αλήθεια του VAR είναι στην πραγματικότητα πολύ περιορισμένες. Κι αυτό γιατί και οι δύο βασίζονται αναγκαστικά, ακριβώς προκειμένου να εξορίσουν τον προσωπικό παράγοντα, στον φορμαλισμό, στην τυπική μέτρηση, στην ποσοτικοποίηση. Όμως –ευτυχώς– ούτε η ζωή ούτε το ποδόσφαιρο μπορούν να αναχθούν στις ποσοτικές τους διαστάσεις. Ίσα ίσα, αυτό που μένει έξω από τη φορμαλιστική υπολογισιμότητα είναι και το πλέον σημαντικό.

Έτσι, οποιοσδήποτε έχει παίξει ποδόσφαιρο, ξέρει ότι το κάθε ματς έχει έναν δικό του, ιδιαίτερο ρυθμό, που προσδιορίζει ασυνείδητα το επίπεδο της έντασης των διεκδικήσεων, της δύναμης, της μαχητικότητας και της σκληρότητας των μαρκαρισμάτων. Αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ούτε να μετρηθεί λογικά: βιώνεται και μετριέται από παίκτες, οπαδούς και διαιτητές εμπειρικά, με το μάτι, τη στιγμή του αγώνα και μάλιστα στα διάφορα σκαμπανεβάσματα της ροής του αγώνα. Γι’ αυτό ακριβώς όλοι γνωρίζουν ότι πολλές φορές η τυπική εφαρμογή του κανόνα είναι πιο άδικη από τη μη εφαρμογή του (παράδειγμα: το εντελώς άδικο, αν και ενδεχομένως τυπικά ορθό πέναλτυ που δόθηκε στη Ρεάλ στο 93ο λεπτό του ημιτελικού του Champions League με τη Γιουβέντους).[3]Αυτή είναι η συγκεκριμένη, βιωμένη αλήθεια του ποδοσφαίρου.

Διόλου τυχαία, οι Αμερικανοί, οι οποίοι πάντοτε επεφύλασσαν νεωτερικές ιδέες για το εξωτικό γι’ αυτούς ποδόσφαιρο, αποτέλεσαν τους θερμότερους υποστηρικτές της τεχνολογίας του VAR και το εφάρμοσαν στο εθνικό τους πρωτάθλημα (MLS). Τυχαία δεν είναι ούτε και η μεγάλη στήριξη που βρήκε το VAR στο πρόσωπο του Τζιάνι Ινφαντίνο, του προέδρου της FIFA. Ο Ινφαντίνο, ένας τεχνοκράτης νομικός γεννημένος στην Ελβετία, συνοψίζει άριστα την πίστη στην πρόοδο μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας αλλά και την τάση παγκόσμιας διακυβέρνησης του ποδοσφαίρου εντός του γραφειοκρατικού και νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, ερήμην των πρωταγωνιστών του παιχνιδιού.

Από την άλλη πλευρά, ο Μισέλ Πλατινί, πρώην πρόεδρος της UEFA αλλά και πρώην αθλητής με σπουδαίες παραστάσεις στο κορυφαίο επίπεδο, αντιτάχθηκε στην προϊούσα διείσδυση της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο, θεωρώντας πως αλλοιώνει το χαρακτήρα του παιχνιδιού, δηλαδή το ενδεχομενικό πάντρεμα τύχης και ικανότητας. Πιθανώς αντιλαμβάνεται διαισθητικά ο Πλατινί, όπως και άλλοι αθλητές που τάχθηκαν κατά της εφαρμογής του VAR, πως η αλήθεια του ποδοσφαίρου συγκροτείται μοναδικά και μας αφηγείται μια ιστορία την οποία δεν μπορούμε να αποσυναρμολογήσουμε στα εξ ων συνετέθη.

Η αλήθεια του video όμως είναι άλλη. Καθένας καταλαβαίνει ότι όταν βλέπουμε το βίντεο μιας γιορτής, βλέπουμε κάτι πολύ διαφορετικό από την ίδια τη γιορτή. Ακριβώς επειδή το video δεν μπορεί να πιάσει τον ρυθμό, την αίσθηση και το κλίμα της στιγμής, ο VAR μπορεί να οδηγήσει τους διαιτητές σε αποφάσεις τόσο τυπολατρικές, που να καταλήγουν άδικες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πρώτο πέναλτυ που καταλόγισε ο διαιτητής του αγώνα Αιγύπτου-Σ. Αραβίας υπέρ της τελευταίας. Ποιος δεν έφριξε βλέποντάς τον να ζητάει να γυρίσουν το βίντεο μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου πίσω, ώστε να παγώσει την εικόνα και να αποδείξει ότι υπήρξε κράτημα σε μια φάση που ο ρυθμός της καθιστούσε κάθε σκέψη για πέναλτυ γελοία; Είναι σαφές ότι όταν ο διαιτητής αναλύει τη φάση, κατακερματίζοντάς την, τεϊλορικώ τω τρόπω, σε ένα σύνολο καρέ, τα οποία μπορούν να παγώσουν, να παιχτούν γρηγορότερα ή πιο αργά, να επαναπροβληθούν κατά βούληση, δεν βλέπει πια «τη φάση», βλέπει κάτι άλλο. Έτσι, κρίνει και με διαφορετικό τρόπο, καθώς μια φάση που με «γυμνό μάτι» φαίνεται και είναι καθαρή, με το VAR μπορεί να φανεί ως πέναλτυ. Απόδειξη: στο τρέχον Μουντιάλ έχει ήδη σημειωθεί ρεκόρ καταλογισμών της εσχάτης των ποινών. Ως γνωστόν, το βλέμμα, το είδος του βλέμματος, επηρεάζει σε έναν όχι ασήμαντο βαθμό και το αντικείμενο του βλέμματος.

Κατανοούμε λοιπόν ότι, σε πείσμα του νεωτερικού και τεχνολατρικού φαντασιακού, το λάθος, η ατυχία και βαθύτερα το κακό, η τραγωδία, δεν μπορούν να ξεριζωθούν από τη ζωή, καθώς είναι εγγενή σ’ αυτήν. Το μόνο που κάνει η «πρόοδος της τεχνολογίας», τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και γενικά, είναι να μετατοπίζει –ή να απωθεί– την εστία του κακού και του λάθους, έχοντας στο μεταξύ αναδιαρθρώσει ολόκληρο το πεδίο και σαρώσει ό,τι καλό υπήρχε στην προηγούμενη κατάσταση.

Άλλωστε, το VAR όχι μόνο δεν μπορεί να πιάσει τον ρυθμό του αγώνα, αλλά επιπρόσθετα τον σπάει κιόλας. Στον πρώτο γύρο αυτού του Μουντιάλ είδαμε διαιτητή να διακόπτει αντεπίθεση για να κοιτάξει το video. Τι πρόοδος για το ποδόσφαιρο! Κι όμως, όλοι ξέρουν ότι το μεγαλύτερο παράπονο των οπαδών είναι ότι το ματς «δεν έχει ρυθμό».

Σε ένα άλλο, συναφές επίπεδο, η εφαρμογή του VAR είναι ασεβής απέναντι στην εμπειρία του γηπέδου και της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης του αθλήματος, οδηγώντας σε μια συνθήκη ακραίας τηλεοπτικοποίησής του. Ας μην ξεχνάμε πως, σε αντίθεση με το μπάσκετ, που είναι ένα άθλημα μεγάλης ταχύτητας, πολλών επαφών και λεπτομερειών, το ποδόσφαιρο παρακολουθείται καλύτερα από κάποιο σημείο της κερκίδας, παρά από την τηλεόραση. Αυτό διότι αφενός η ανάγκη για πολλά replay είναι μικρή –συνήθως όσα διαλαμβάνονται είναι ευχερώς αντιληπτά με γυμνό μάτι– κι αφετέρου διότι η τηλεοπτική κάλυψη ακολουθεί ως επί το πλείστον το ταξίδι της μπάλας εντός ενός αχανούς χώρου, στον οποίο συμβαίνουν πράγματα τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει στην ολότητά τους ο προσηλωμένος στην μπάλα και την πορεία της τηλεοπτικός φακός. Οι διατάξεις των δύο αντίπαλων ομάδων, οι κινήσεις που γίνονται μακριά από τη μπάλα, τα στιγμιότυπα εκτός της κύριας φάσης του παιχνιδιού, όλα αυτά είναι στοιχεία ενός ποδοσφαιρικού παιχνιδιού στα οποία μπορεί να σταθεί το ανθρώπινο μάτι κατά την παρακολούθηση εντός γηπέδου.

Το ποδόσφαιρο δεν είναι άθλημα αυστηρά κανονικοποιημένων κι επαναλαμβανόμενων φάσεων και μοτίβων. Είναι αυτό αλλά και κάτι περισσότερο, καθώς η ομορφιά του συχνά εκδηλώνεται αναπάντεχα με περίεργους, ακαθόριστους τρόπους. Είναι ένα παιχνίδι στην ουσία του συναισθηματικό και η γηπεδική εμπειρία παραμένει ιδιαίτερα σημαντική, για να παραβλέπεται. Αυτονοήτως, δεν είναι καθόλου συμβατό με την εμπειρία του γηπέδου να περιμένεις γεμάτος φόρτιση στην κερκίδα την αξιολόγηση ενός replay σε μια οθόνη στο κέντρο του γηπέδου. Να συγκρατείς ένα ποτάμι συναισθημάτων μέχρι την τελική απόφαση ή να σβήνεις κακήν κακώς πυρσούς και καπνογόνα –εάν τυχαίνει να βρίσκεσαι σε κάποιο οπαδικό πέταλο–, διότι ένα γκολ ακυρώνεται μισό ή ένα λεπτό μετά την επίτευξή του.

Σε όλους μας μοιάζει λάθος, όταν ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι γίνεται με άδειες εξέδρες, χωρίς το τραγούδι, τις φωνές και τη συλλογική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι θεατές. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος Simon Critchley, «το κλειδί στο ποδόσφαιρο είναι η σύνθετη διάδραση μεταξύ μεγαλειώδους μουσικής και όμορφης εικόνας. Ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας, οι θεατές και η ομάδα».[4] Έτσι, θεωρούμε πως η δραματική εισαγωγή τεχνολογιών όπως το VAR πιθανώς να οδηγήσει και σε μια αφυδατωμένη γηπεδική εμπειρία, ενδεχομένως με θεατές που θα κοιτάνε με το ένα μάτι μία οθόνη και με το άλλο τα τεκταινόμενα στον αγωνιστικό χώρο.

Το κοινωνικό νόημα του ποδοσφαίρου

Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και τις αλλαγές που θα επιφέρει το σύστημα VAR στις κοινωνικές σχέσεις που διαρθρώνονται γύρω από το ποδόσφαιρο. Παρόλη την παρακμή που έχουν επιφέρει τα εκατομμύρια των εταιρειών, το ποδόσφαιρο, όπως βιώνεται από τους οπαδούς, διασώζει μια έντονη αίσθηση λαϊκότητας, κοινής γιορτής, πάθους, έκστασης, νοήματος που υπερβαίνει το ορθολογικό.

Έτσι, οι λαϊκές πρακτικές γύρω από το ποδόσφαιρο –στην Αγγλία οι Pub, στην Ελλάδα οι συζητήσεις, τα πειράγματα και οι αναλύσεις με τον προπατζή, τον ψιλικατζή αλλά και την κυρία με το χαρτοπωλείο– αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του αθλήματος. Με τη σειρά του, αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των πρακτικών αποτελεί ο σχολιασμός των διαιτητικών αποφάσεων. Στα καφενεία, σχετικοί και άσχετοι με το άθλημα καταθέτουν τις απόψεις τους όχι μόνο γύρω από τους επερχόμενους πρωταθλητές, αλλά και γύρω απο τη μαλακία ή τη διορατικότητα του τάδε διαιτητή ή του δείνα επόπτη. Τώρα, αυτή η γόνιμη πολυφωνία θα κληθεί να σωπάσει μπροστά στην «αναντίρρητη αλήθεια» του video. Ίσως όμως και να μη σωπάσει, συναισθανόμενη διαισθητικά ότι, αν το VAR δείχνει όσα δεν είδε το μάτι, το μάτι βλέπει με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα μπορέσει το VAR.

Ο αθλητισμός και συγκεκριμένα το δημοφιλές ποδόσφαιρο αποτελούν πολιτισμικές πρακτικές με σημαντική κοινωνική διείσδυση και συμμετοχή. Συμπυκνώνουν εντός και γύρω τους σημασιακές κι αξιακές μεταβολές σύστοιχες των κοινωνικών δυναμικών. Αν αφιερώσουμε στο ποδόσφαιρο ένα σοβαρό και συνεπή στοχασμό, θα μας εκπλήξει ευχάριστα ο αναπάντεχος τρόπος με τον οποίο θα φωτιστούν πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας οι οποίες παρέμεναν θολές και αδιάβατες. Νομίζουμε πως εάν ο πρώτος στόχος αυτού του κειμένου είναι μια δομημένη κριτική πάνω στην εφαρμογή του VAR, ένας δεύτερος υπόρρητος στόχος θα μπορούσε να είναι η απόδειξη ότι μελετώντας και σκεπτόμενοι πάνω στο κοινωνικό και πολιτικό νόημα των σπορ και την οπαδική κουλτούρα, μπορούμε να οξύνουμε τα ερμηνευτικά μας σχήματα και να κατανοήσουμε εναργέστερα τις αντινομίες της εποχής.

~

Καθώς τελειώνει αυτό το κείμενο, ακόμη και αφήνοντας στην άκρη το αναντίρρητο γεγονός ότι οι τεχνολογίες έχουν την τάση να διαχέονται και να επεκτείνονται (χθες το goal line technology, σήμερα το VAR, αύριο τι;), ας μη σπεύσει κανείς να χαμογελάσει με τον «ρομαντισμό» μας για την υπεράσπιση της δυνατότητας του λάθους, του τυχαίου, του αυθόρμητου, του ακαθόριστου, του ανθρώπινου.[5] Ολόκληρες ποδοσφαιρικές μυθολογίες έχουν χτιστεί γύρω από μια λανθασμένη απόφαση. Υπερασπιζόμαστε αυτούς τους μύθους, γιατί είναι πιο αληθινοί από την «αλήθεια» του pause και του fast forward, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουμε το χέρι του θεού να αντικατασταθεί από το μάτι του συστήματος.

 Σημειώσεις

[1] Βλ. https://twitter.com/sombrerogr/status/1014538595909160960

[2] Στην πραγματικότητα, όπως φανερώνει και ο τίτλος της τεχνολογίας, ο στόχος είναι να κρίνει το video και όχι οι πέντε ή εφτά (!) διαιτητές που είναι τοποθετημένοι στο ειδικό δωμάτιο. Αυτοί απλώς παίζουν τον ρόλο των εξειδικευμένων υπαλλήλων, σύμφωνα με τον νέο καταμερισμό των καθηκόντων που επιβάλλει το VAR.

[3] Απολύτως σχετικές με όσα συζητάμε είναι και οι δηλώσεις του Μπουφόν, ο οποίος είχε αποβληθεί μετά τις διαμαρτυρίες του για το εν λόγω πέναλτυ: «Ο διαιτητής δεν έχει καρδιά» (δηλαδή, ακριβώς, του έλειπε το προσωπικόβιωματικό, συναισθηματικό στοιχείο) και, τις επόμενες μέρες, πιο ψύχραιμα: «Δεν έπρεπε να σφυρίξει. Ένας πιο έμπειρος διαιτητής δεν θα το είχε κάνει. Δεν θα είχε γίνει ο πρωταγωνιστής στο πάρτι. Έπρεπε να γυρίσει από την άλλη μεριά και να αφήσει τις δύο ομάδες να παίξουν παράταση.»

[4] Simon Critchley, What we think about when we think about Football, 2017.

[5] Εξάλλου, δεν είναι μόνο η δυνατότητα του λάθους, αλλά και η δυνατότητα του «σωστού». Πού θα πάει η αξιοπρέπεια του παίκτη που δεν βούτηξε, αν και θα μπορούσε, η περηφάνια του οπαδού που ξέρει ότι η ομάδα του πήρε δίκαια το πρωτάθλημα, από επιλογή κι όχι επειδή την επιτηρούσε η κάμερα; Πού θα πάει αυτό;

Πηγή: Kaboom

image_pdfimage_print
_____________________________________________________________

O ΠΑΟΚ και η επιθυμία τού μη κράτους…


του Άκη Γαβριηλίδη

 

Μεταξύ των διανοουμένων του ελληνικού εθνικισμού, ιδίως όσων προέρχονται από την αριστερά, ιδιαίτερη φρίκη προκαλεί τα τελευταία χρόνια το σκιάχτρο τού «νεοοθωμανισμού». Τον όρο αυτό οι εθνικιστές τον εκτοξεύουν και ως κατηγορία με ιδιαίτερη φόρτιση, με ιδιαίτερη απόλαυση θα έλεγα, εναντίον όσων αναγορεύουν εκάστοτε σε υπ’ αριθμόν 1 εχθρούς τους, και εχθρούς του έθνους· μια φόρτιση συγκρίσιμη μόνο με την αντίστοιχη κατηγορία «εθνομηδενιστής», με την οποία άλλωστε είναι περίπου συνώνυμα.

Οι φόβοι αυτοί είναι αδικαιολόγητοι. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη νεοοθωμανισμού όταν ο παλιός κλασικός οθωμανισμός είναι ζωντανός και μια χαρά στην υγεία του στην ψηφιακή μας εποχή.

Αυτό απέδειξε, μεταξύ άλλων, το πρόσφατο κείμενο συλλογής υπογραφών που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, με τίτλο «Κάτω τα χέρια σας από τον ΠΑΟΚ!» και με το εξής λιτό και περιεκτικό περιεχόμενο:

 

Αν τολμήσετε να επιβάλλετε μεθοδευμένη εξοντωτική ποινή στον ΠΑΟΚ προς τέρψιν των Μαφιόζων της Αθήνας, αυτομάτως να θεωρήσετε τα φύλλα πορείας μας, σε περίπτωση επιστράτευσης, ως απλά κουρελόχαρτα.
Κανένας οπαδός του ΠΑΟΚ σε μάχες για τη δικιά σας Ελλάδα.
Εμείς πολεμάμε ΜΟΝΟ για τον ΠΑΟΚ.

(οι υπογραμμίσεις και τα κεφαλαία στο πρωτότυπο).

 

Σε αυτές τις πέντε σειρές, βλέπουμε σε πλήρη λειτουργία μία λογική διαπραγμάτευσης με το κράτος(τους), για κάτι που ωστόσο αποτελεί μία από τις πιο αυτονόητες υποχρεώσεις, και έναν από τους πυλώνες, του νεωτερικού έθνους κράτους: την καθολική υποχρεωτική στράτευση όλων των ενηλίκων ανδρών. Για όσους υπογράφουν τη δήλωση, οι οποίοι τη στιγμή που γράφω ανέρχονται ήδη σε αρκετές χιλιάδες, η σχέση τους με το έθνος κράτος δεν διέπεται από τη λογική των αφηρημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ισχύουν αυτονόητα για όλους, αλλά από τη λογική τού παζαρέματος: δώσε μου για να σου δώσω.

Με αυτή την έννοια, γίνεται αντιληπτό ότι αυτό το οποίο παραμένει ζωντανό στην ελληνική κοινωνία το αποκάλεσα μεν «οθωμανισμό», αλλά εξίσου ορθό θα ήταν να το αποκαλέσουμε βυζαντινισμό. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποια συμπάθεια προς μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα ή προς ένα άλλο σύγχρονο κράτος· οι άνθρωποι που (υπο)γράφουν αυτό το κείμενο δεν εγκατέλειψαν τα ιδανικά του «δικού μας» έθνους, αλλά εγκατέλειψαν –ή δεν υιοθέτησαν ποτέ- τα ιδανικά του έθνους γενικά, οποιουδήποτε έθνους. Το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για το κράτος –το οποίο περιγράφουν ως το κράτος κάποιων άλλων: «την Ελλάδα σας»- δεν το βλέπουν ως μια αυτονόητη και απροϋπόθετη υποχρέωση (αν όχι τιμή), όπως υποτίθεται ότι συμβαίνει με τον πατριωτισμό της νεωτερικότητας, αλλά ως μια αγγαρεία, στην οποία υποτασσόμαστε απρόθυμα και μόνο όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Οι εθνικιστές, σε αγαστή εν προκειμένω συμφωνία με τους κατά τα άλλα ασυμφιλίωτους αντιπάλους τους, τους εκσυγχρονιστές, συνήθως αρνούνται καν να δουν την επίμονη παρουσία αυτού του στοιχείου στην ελληνική κοινωνία, και όποτε το βλέπουν το απορρίπτουν μετά βδελυγμίας ως επαίσχυντο «αρχαϊκό κατάλοιπο» κληρονομημένο από την «τουρκοκρατία», το οποίο θα πρέπει κάποτε να εκλείψει ώστε να επιτρέψει στη χώρα «μας» να βαδίσει επιτέλους προς τα ευρωπαϊκά της πεπρωμένα.

Θεωρώ ότι αυτή η εθελοτυφλία είναι λάθος και πρέπει αυτή να εγκαταλειφθεί, για δύο τουλάχιστον λόγους· έναν θεωρητικό και έναν πολιτικό.

Ο θεωρητικός είναι ότι, αν λάβουμε υπόψη αυτή την εμμονή του πλήθους να σκέφτεται και να ενεργεί με βάση τη λογική της αυτοκρατορίας, (της αυτοκρατορίας όχι φυσικά ως εξουσιαστικής μορφής, αλλά ως ενός πεδίου ελευθερίας κινήσεων και δυνατών γραμμών φυγής), θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα διάφορα φαινόμενα που εμφανίζονται κάθε τόσο στην ελληνική κοινωνία και τα οποία κάνουν τις διανοητικές και πολιτικές ελίτ να πέφτουν από τα σύννεφα και να τα καταδικάζουν ομοφώνως και σκανδαλισμένες ως ανορθολογικά, οπισθοδρομικά και ακατανόητα. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ίδια τη διαδρομή, και την απήχηση, του ανθρώπου που πρωταγωνίστησε στο επεισόδιο για το οποίο τίθεται ακριβώς ζήτημα εάν η «Ελλάδα τους» θα τιμωρήσει ή όχι τον ΠΑΟΚ. Και το οποίο είχε επίσης σχέση με την οπλο-φορία ενός ιδιώτη, δηλαδή με μία απείθεια προς την επιταγή μονοπώλησης της ένοπλης βίας από το κράτος.

Ο δεύτερος και συναφής λόγος είναι ότι αυτό θα μας επιτρέψει να πάμε παραπέρα από έναν τοίχο στον οποίο αργά ή γρήγορα προσκρούει κάθε πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα· τον τοίχο μίας φράσης που πάντοτε, με μαθηματική ακρίβεια, ξεπροβάλλει μετά από τρεις ή τριάντα ανταλλαγές, και, μόλις ξεστομιστεί, προκαλεί γενική ομοφωνία, αλλά ως εκ τούτου και α-φωνία, επειδή κανείς δεν αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι περαιτέρω να ειπωθεί: ότι «δεν θα γίνουμε ποτέ κράτος».

Η ανακοίνωση των οπαδών της ομάδας που στα ίδια τα αρχικά της περιέχει την ονομασία της πρωτεύουσας των δύο αυτοκρατοριών, και που ως έμβλημά της έχει το έμβλημα της μιας εξ αυτών, είναι σαν να μας λέει: ναι, δεν θα γίνουμε ποτέ κράτος, αλλά τι πειράζει; Στο κάτω κάτω, ποιος θέλει να γίνει κράτος; Το να γίνεις κράτος δεν είναι η σημαντικότερη και η μόνη φιλοδοξία που μπορεί να έχει κανείς στη ζωή του.

Και ίσως δεν έχει άδικο.

ivan-savvidis


Aπό:https://nomadicuniversality.com/2018/03/18/o-%CF%80%CE%B1%CE%BF%CE%BA-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%8D-%CE%BC%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82/

Παγκόσμιο ρεκόρ στο… άθλημα της αρπαχτής η τότε κυβέρνηση του Σημίτη! Το μεγάλο φαγοπότι του «Αθήνα ’97″. – Και ο Σημίτης απλώς προήδρευε! Η δικαιοσύνη; τι είναι τούτο, φρούτο ή ανέκδοτο;


Χρυσοπληρώθηκε η διοργάνωση του παγκόσμιου πρωταθλήματος κλασσικού αθλητισμού «Αθήνα ’97» που είχε αναλάβει η χώρα μας. Πρόκειται για άλλο ένα έργο Σημίτη και τελικά αποδεικνύεται ότι η διασπάθιση δημοσίου χρήματος και διαφθορά επί των ημερών των κυβερνήσεων των εκσυγχρονιστών, που και τώρα έχουν αναλάβει τα ηνία, δεν είχε όριο. Μπορεί να μην έκαναν παγκόσμια ρεκόρ οι έλληνες πρωταθλητές σε εκείνους τιυς αγώνες στίβου, που έγιναν από 1 μέχρι 10 Αυγούστου 1997, όμως  πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ στο… άθλημα της αρπαχτής η τότε κυβέρνηση του Σημίτη.
Η έκθεση ελέγχου που υπογράφει η επικεφαλής της ομάδας Ελέγχου Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είναι φωτιά για όλους εκείνους που διαχειρίστηκαν τα δισεκατομμύρια δραχμών σαν να ήταν του… πατέρα τους.
Η σύμβαση που υπέγραψε ο… ΣΕΓΑΣ με την IAAF πρόβλεπε έξοδα 2.150.000.000 δρχ. και σε έναν μήνα εκτινάχθηκαν στα 5.180.626.000 δρχ. και σύμφωνα με τον απολογισμό ανέβηκαν στα 19.119.427.013 δρχ. (!), χωρίς εγκρίσεις και παραστατικά!
Όλοι μοίραζαν λεφτά, με τον τότε πρωθυπουργό κ. Σημίτη απλό θεατή, που βέβαια είχε και έχει και σήμερα την πρώτη και κύρια ευθύνη για το πάρτι του «Αθήνα ’97», το οποίο ήταν ένα μέρος από το ασύδοτο φαγοπότι που έγινε επί των κυβερνήσεών του και οι ζωντανές αποδείξεις βρίσκονται στον Κορυδαλλό, όπου αναμένονται και άλλοι από τους συμμετέχοντες στο πλούσιο τραπέζι… Συνέχεια