Έριχ Φρομ – Ο φόβος του θανάτου η επιβεβαίωση της ζωής…


rockfear

Ο φόβος ότι μπορεί να χάσουμε τ’ αποκτήματά μας είναι αναπόφευκτη συνέπεια ενός αισθήματος ασφάλειας που στηρίζεται σ’ αυτά που έχουμε. Θα ήθελα να προχωρήσω αυτή τη σκέψη λίγο περισσότερο.

Μπορεί να καταφέρουμε να μη δεθούμε με την ιδιοκτησία κι έτσι να μη φοβόμαστε ότι θα τη χάσουμε. Αλλά τι γίνεται με το φόβο μήπως χάσουμε την ίδια τη ζωή —το φόβο του θανάτου; Αυτός ο φόβος υπάρχει μόνο στους γέρους ή τους άρρωστους; Ή όλοι φοβούνται το θάνατο; Μήπως το γεγονός ότι μια μέρα θα πεθάνουμε διαποτίζει ολόκληρη τη ζωή μας; Μήπως ο φόβος του θανάτου γίνεται πιο έντονος και πιο συνειδητός μονάχα όταν φτάνουμε στην άκρη της ζωής, είτε από γηρατειά είτε από αρρώστια;

Χρειαζόμαστε πλατιές και συστηματικές μελέτες από ψυχαναλυτές που θα ερευνήσουν αυτό το φαινόμενο από την παιδική ηλικία ως τα γεράματα και θ’ αντιμετωπίσουν τόσο τις ασυνείδητες όσο και τις συνειδητές εκδηλώσεις του φόβου του θανάτου. Αυτές οι μελέτες δε χρειάζεται να περιοριστούν σε ατομικές περιπτώσεις: μπορούν να εξετάζουν μεγάλες ομάδες, χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες μεθόδους της κοινωνιοψυχανάλυσης. Μια και τέτοιες μελέτες δεν υπάρχουν τώρα, θα πρέπει να βγάλουμε μερικά δοκιμαστικά συμπεράσματα από πολλά σκόρπια στοιχεία.

Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η βαθιά χαραγμένη επιθυμία για αθανασία, που εκδηλώνεται μέσα από τις πολλές τελετουργίες και δοξασίες που έχουν σαν σκοπό τη διατήρηση του ανθρώπινου σώματος. Από την άλλη μεριά, η σύγχρονη, ειδικά η αμερικανική, άρνηση του θανάτου με την «ωραιοποίηση» του σώματος φανερώνει το ίδιο καθαρά την καταπίεση του φόβου του θανάτου με το καμουφλάρισμά του.

NO_FEAR_IN_THE_SUNSET

Υπάρχει μονάχα ένας τρόπος —αυτός που δίδαξαν ο Βούδας, ο Ιησούς, οι Στωικοί, ο Meister Eckhart— για να ξεπεράσουμε πραγματικά το φόβο του θανάτου: αυτός ο τρόπος είναι να μη γαντζωνόμαστε στη ζωή, να μην αισθανόμαστε τη ζωή σαν κτήμα μας.

Ο φόβος του θανάτου δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που μοιάζει να είναι, ο φόβος δηλαδή ότι, θα πάψουμε να ζούμε. Ο θάνατος δε μας αφορά, είπε ο Επίκουρος, «γιατί όσο υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι ακόμα εδώ: αλλά όταν ο θάνατος είναι εδώ εμείς δεν υπάρχουμε πια» (Διογένης ο Λαέρτιος).

Βέβαια, μπορεί να έχουμε το φόβο ότι θα υποφέρουμε και θα πονέσουμε πριν πεθάνουμε, αλλά αυτός ο φόβος είναι διαφορετικός από το φόβο του θανάτου. Γιατί ενώ έτσι ο φόβος του θανάτου μοιάζει παράλογος, αν η ζωή βιώνεται σαν απόκτημα δεν είναι καθόλου παράλογος. Τότε ο φόβος δεν είναι για το θάνατο, αλλά γιατί χάνω αυτό που έχω: είναι ο φόβος ότι χάνω το σώμα μου, το εγώ μου, την περιουσία μου και την ταυτότητά μου · είναι ο φόβος ν’ αντιμετωπίσω την άβυσσο της μη ταυτότητας, το να χαθώ.

Στο μέτρο που ζούμε για να έχουμε, αναγκαστικά φοβόμαστε το θάνατο. Καμιά λογική εξήγηση δε θα μας απαλλάξει απ’ αυτό το φόβο. Αλλά μπορεί να ελαττωθεί, ακόμα και την ώρα του θανάτου, όταν διεκδικήσουμε ξανά το δεσμό μας με τη ζωή, όταν ανταποκριθούμε στην αγάπη των άλλων, που θα ξυπνήσει τη δική μας αγάπη.

Η προσπάθεια ν’ αποβάλουμε το φόβο του θανάτου δεν πρέπει ν’ αρχίσει σαν προετοιμασία για τον ίδιο το θάνατο, αλλά σαν μια προσπάθεια να εξαφανίσουμε το έχει και ν’ αναπτύξουμε το είναι. Όπως λέει ο Spinoza, οι σοφοί σκέφτονται τη ζωή και όχι το θάνατο.

Οι οδηγίες για το πώς να πεθάνουμε είναι ακριβώς οι ίδιες για το πώς να ζήσουμε. Όσο πιο πολύ ελευθερωνόμαστε από την επιθυμία για κατοχή σε όλες της τις μορφές, και ειδικά από την εγωμανία μας, τόσο πιο αδύνατος γίνεται ο φόβος του θανάτου, αφού δεν υπάρχει πια τίποτα να χάσουμε.

************

Από το βιβλίο του Έριχ Φρομ – Να έχεις ή να είσαιer from

Έριχ Φρομ Γερμανός φιλόσοφος και ψυχαναλυτής (1900 – 1980). Γεννήθηκε στη Γερμανία και σπούδασε κοινωνιολογία και ψυχολογία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, της Φρανκφούρτης και του Μονάχου. Ο Έριχ Φρομ προσπάθησε με το έργο του να “συμφιλιώσει” τον Φρόιντ με τον Mαρξ, να συνδυάσει δηλαδή την ψυχανάλυση με τον “ουμανιστικό” μαρξισμό. Ως ψυχαναλυτής ο Φρομ υπέβαλε σε κριτική τον Mαρξ γιατί είχε υποτιμήσει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων παθών και τη σημασία του ψυχολογικού παράγοντα. Παράλληλα όμως επέκρινε τον Φρόιντ γιατί υπογραμμίζοντας τις βιολογικές εξαρτήσεις ­και επομένως το αμετάβλητο­ της ανθρώπινης φύσης δεν μπόρεσε να φτάσει σε μιαν ορθή ερμηνεία των ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων.


Από: http://antikleidi.com

Η ντροπή των πραγμάτων…


tss1

–ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Θεοχάρη–

στην παρέα της 26ης Δεκεμβρίου

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ: Δεν έπρεπε να γεράσεις προτού βάλεις μυαλό.
–Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ, I.5

Παραμονή

Στέκεται για πρώτη φορά στη ζωή του σε ουρά αναξιοπαθούντων: και μόνο η λέξη τον κάνει να αισθάνεται αξιολύπητος. Μπροστά του ένας νεαρός διαβάζει από ένα βιβλίο κουνώντας τα χείλη του άηχα, σαν να προσεύχεται. Για να στρέψει την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τη δυσάρεστη συγκυρία, παίζει ένα παλιό αγαπημένο παιχνίδι: προσπαθεί να δει τον τίτλο του βιβλίου που διαβάζει ο νεαρός. Η θέση του δεν τον ευνοεί – δεν μπορεί να δει το εξώφυλλο. Το βιβλίο έχει κεφαλίδες, αλλά αδύνατον να τις διαβάσει: η όραση τον εγκαταλείπει καλπάζοντας τώρα τελευταία – ομοίως και οι άλλες αισθήσεις, με την εξαίρεση της πιστής αφής. Ο νεαρός, που ίσως να αισθάνθηκε την ανάσα του περίεργου στον σβέρκο του, τον διευκολύνει: του δείχνει το εξώφυλλο. Η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν.

«Έχετε κι εσείς την ψυχαναγκαστική συνήθεια να κοιτάζετε τι διαβάζει ο κόσμος σε δημόσιους χώρους, ε;»

Ο λαθραναγνώστης αιφνιδιάζεται.

Ο νεαρός, φύσει εξωστρεφής κατά τα φαινόμενα, κλείνει τα μάτια και απαγγέλει: «Ήταν τότε που βολόδερνα πεινασμένος στη Χριστιανία, αυτή τη θαυμαστή πόλη που δεν εγκαταλείπεις χωρίς να έχει αφήσει τα σημάδια της πάνω σου».

Ηθοποιός, συμπεραίνει ο άλλος. Κάτω από τα τριάντα, άρα ελπίζει ακόμα.

«Μα τι κάνετε; Το αποστηθίζετε;» τον ρωτάει, δήθεν εντυπωσιασμένος.

«Μόνο την πρώτη παράγραφο. Έχω αποστηθίσει τις πρώτες παραγράφους άπειρων βιβλίων. Σαν άσκηση, ξέρετε».

«Ξέρω. Φοβερό!»

Καθόλου φοβερό. Το φοβερό είναι ότι βρίσκονται ώρα τώρα, παραμονή Χριστουγέννων, σ’ έναν διάδρομο στο Ταμείο Αλληλεγγύης Εργατών Θεάτρου, περιμένοντας τη σειρά τους για να πάρουν ένα δέμα τροφίμων.

«Είναι νέα έκδοση, δεν θυμάμαι να την έχω δει. Καλή η μετάφραση;»

«Δεν έχω με τι να τη συγκρίνω. Καλή μού φαίνεται».

Η συζήτηση παγώνει. Κανείς από τους δύο δεν συνηθίζει να πιάνει κουβέντα με αγνώστους σε ουρές. Αυτή η ουρά, όμως, διαφέρει – ως προς την ντροπή των πραγμάτων.

Ο νεαρός μπαίνει κάποτε, με τη σειρά του, στο γραφείο όπου γίνεται η διανομή των τροφίμων. Είμαι ο επόμενος. Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Τώρα! Η γη δεν του κάνει το χατίρι.

Συνέχεια ανάγνωσης

τζακ κέρουακ – οι αλήτες του ντάρμα…


Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is likelocating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

__________________________________________________________

Aπό:https://pandoxeio.com/2016/06/20/kerouac3/

Charles Bukowski: “Ο μόνος τίμιος αγώνας που υπάρχει”…


cebccf80cebfcf85cebacf8ccf86cf83cebaceb9

Τσαρλς Μπουκόφσκι: “Ο μόνος τίμιος αγώνας που υπάρχει”

Θυμάμαι ότι ήμουν έφηβος όταν πρωτοδιάβασα κάποια συλλογή διηγημάτων. Δυο φίλες μου είχαν πει ότι ο Μπουκόφσκι δεν είναι παρά ένας μεθύστακας που γράφει. Τότε είχα διαφωνήσει, αλλά τώρα πια καταλαβαίνω ότι ο ίδιος θα συμφωνούσε απόλυτα μ’ αυτόν τον ορισμό.

Νομίζω ότι ένας καλομαθημένος νέος που ζει με τους γονείς του δεν μπορεί να καταλάβει τον Μπουκόφσκι. Πρέπει να φας σκατά για να εκτιμήσεις τη δουλειά του. Πρέπει να μείνεις άφραγκος, άνεργος, να δουλέψεις σε όποια μαλακία δουλειά βρεις, να γίνεις λιώμα πολλές νύχτες και να περιφέρεσαι στους δρόμους κοιτώντας κάτω, ψάχνοντας για δέκα σέντς, προκειμένου να συμπληρώσεις το ποσό που χρειάζεσαι για να πάρεις ένα σάντουιτς.

Πρέπει να πονέσεις, να φτάσεις στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, πρέπει να τρελαθείς και να σκέφτεις ότι είσαι σκουπίδι. Κι από ‘κει μέσα, στο βούρκο όπου τσαλαβουτάς, να βρεις το θάρρος να γράψεις τρεις λέξεις.

Είχα ακούσει την είδηση του θανάτου του στις ειδήσεις.

– Τον ξέρεις; με ρώτησε ο πατέρας μου.

– Λιγάκι, είχα πει.

Θα τον μάθαινα καλύτερα με τα χρόνια.

Κι ενώ τον ήξερα ως πεζογράφο, κάποια στιγμή ένας φίλος μου έδωσε να διαβάσω την ποίηση του. Είναι το ίδιο βρώμικη και λυρική, τα γραπτά ενός δαίμονα που σιχαινόταν την εξουσία, είτε θεός λέγεται είτε κράτος είτε αυτό-που-πρέπει-να-κάνεις.

Δαιμονισμένος άγγελος μάλλον, αφού μπορείς να διακρίνεις πίσω απ’ τις βωμολοχίες, τα μεθύσια και τα γαμήσια, έναν ποιητή που αγαπάει τους ανθρώπους -ειδικά του θηλυκού γένους.

Ο Μπουκόφσκι δεν ήταν μισάνθρωπος ούτε κοιτούσε το πλήθος αφ’ υψηλού. Πώς να το κάνει; Αφού πάντα ήταν εκεί κάτω, χαμηλά, με τους κουρασμένους άντρες και τις γελασμένες γυναίκες.

Δεν ζούσε σε φιλντισένιους πύργους, ζούσε σε ξεχαρβαλωμένα επιπλωμένα δωμάτια του Λος Άντζελες, και συνήθως απέφευγε τη σπιτονοικοκυρά, γιατί της χρωστούσε το νοίκι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Όσκαρ Ουάιλντ … Δεν είναι ο αμαρτωλός η ντροπή μας, αλλά ο ηλίθιος…


Γιώργος X. Παπασωτηρίου

 

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία; «Η δημοσιογραφία δεν διαβάζεται με τίποτα και τη λογοτεχνία δεν τη διαβάζουν» απαντά ο Όσκαρ Ουάιλντ! Και συνεχίζει λέγοντας πως «Η σύγχρονη δημοσιογραφία… δικαιώνει την ύπαρξή της χάρη στη δαρβίνεια αρχή της επιβίωσης των πιο χυδαίων». Αντίθετα, η λογοτεχνία είναι η vita contemplativa, είναι η τέχνη εκείνη η οποία πληρέστερα καθρεφτίζει τον άνθρωπο στην απεριόριστη πολυμορφία του…». Ο Σαίξπηρ θα μπορούσε να δει τον Άμλετ και τον Ρωμαίο ή κάποιους που να τους μοιάζουν στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου, να γίνει ένας «ρεπόρτερ του πταισματοδικείου της λογοτεχνίας», αλλά όμως ο Άμλετ βγήκε από την ψυχή του και ο Ρωμαίος από το πάθος του. Και οι δύο ήρωες ήταν στοιχεία της φύσης του Σαίξπηρ στα οποία αυτός έδωσε ορατή μορφή, ήταν «παρορμήσεις δικές του που τον συντάραξαν» και πραγματώθηκαν «όχι στο κατώτερο επίπεδο της πραγματικής ζωής» αλλά «στο φανταστικό επίπεδο της τέχνης όπου ο Έρωτας μπορεί πράγματι να βρει την τέλεια πλήρωσή του στο Θάνατο…».

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσκαρ Ουάιλντ

Συνέχεια ανάγνωσης

Κ. Καστοριάδης – Η μόνη αξία…


Cornelius-Castoriadis

[….] Δηλαδή αυτή τη στιγμή ζούμε σε μια κοινωνία μες στην οποία ο καθένας προσπαθεί να φάει όσον το δυνατόν περισσότερο -με την γενικότατη έννοια του όρου- είτε καπιταλιστής είναι, είτε απλώς μισθωτός ‘ να μου αγοράσει ένα καλύτερο αυτοκίνητο ή κ.τ.λ., να πάει διακοπές αν θέλει, και αδιαφορεί για όλα τα άλλα.

Η μόνη αξία που υπάρχει, είναι η ανάπτυξη της παραγωγής και της οικονομίας.

Αυτή η αφηρημένη φράση, συγκεκριμένα μεταφράζεται: κάντε ο καθένας όσο μπορείτε περισσότερα λεφτά ,αρκεί να μην παραβιάζετε ,δήθεν, τους νόμους…

Εντάξει…κάντε όσο το δυνατόν περισσότερο λεφτά, αρκεί να μην παραβιάζετε τους νόμους… Όχι διότι η μη παραβίαση των νόμων είναι ηθικό πρόσταγμα, αλλά διότι υπάρχουνε οι νόμοι.
– Ε ,κι αν μπορώ να τους παραβιάσω και να κάνω λεφτά ;
– Εντάξει, αν τους παραβιάσεις θα σε βάλουνε φυλακή.
– Ε, και ποιος θα με βάλει φυλακή ;
– Ο δικαστής
– Μα ο δικαστής κι ο ίδιος θέλει να κάνει λεφτά.
– Ναι, υπάρχει ο Άρειο Πάγος.
– Και γιατί οι Αρεοπαγίτες δεν θέλουν να κάνουν λεφτά, γιατί οι χωροφύλακες δεν θέλουν να κάνουν λεφτά, γιατί δεν μπορώ να διαφθείρω τον καθένα δηλ.; εν ονόματι τίνος;
Γιατί οι άνθρωποι οι οποίοι εργάζονται ,ας πούμε, πρέπει να εργάζονται ευσυνείδητα;
– Διότι αν δεν εργάζονται ευσυνείδητα ,θα τους διώξουμε.
– Εντάξει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ντοστογιέφσκι – Ένα υπέροχο απόσπασμα από το «Υπόγειο»…


to_ipogeio

Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.

Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.

Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».

Συνέχεια ανάγνωσης