Ξεδιψώ βαθιά…


 

τα μάτια μου τα χέρια μου όλο το βασίλειό μου

τα μάτια μου το στόμα μου και oι χούφτες μου

οι  φυλακισμένες λέξεις  μου

η πλατιά ατέρμονη σκέψη μου

μιλούν για ένα συμβόλαιο σε καμιά σελίδα εμπιστευμένο

μα σε ενός φορέματος στο στρίφωμα κρυμμένο

μια συμφωνία που λέει πως τόσο πολύ έχω ονειρευτεί τόσο που πια δεν είμαι

που λέει πως …

το σπίτι μας θα άνοιγε διάπλατο σε περιπλανώμενους

τα χέρια μας κλαδιά θα ψήλωναν σαν φλόγες

αεράκι παράξενο θα φύσαγε στην μικρή αυλή μας

απέραντες μηδαμινές οι πνοές μας θα συνενώνονταν μαζί του

η απόσταση των ονομάτων μας από τους εαυτούς θα μηδενιζόταν

η καρδερίνα μας θα τραγούδαγε για να ανοίξουν τα βλέφαρά μας

τα φρούτα μας θα ωρίμαζαν με θόρυβο την άνοιξη

τα αγριολούλουδα θα ξώφλαγαν το χρέος τους τον χειμώνα

το πήγαινε έλα των μελισσών θα σταμάταγε ξοδεμένο σωστά

θα περπατούσαμε στη σκιά με βήματα αργά

οι αγωνίες μας θα καρφώνονταν πίσω από την γραμμή του ορίζοντα

οι ελπίδες μας θα ξαπόσταιναν στην όχθη των τραγουδιών μας

στον κόρφο μου θα φώλιαζε πάντα ένα φτερούγισμα

στο στόμα σου θα γεννιόταν πάντα μια δροσερή πηγή

χιλιάδες τραγούδια τον ύπνο δε θα άφηναν να μας πάρει

δε θα καταλαβαίναμε τις ώρες

δε θα ξέραμε να υπολογίζουμε

δε θα μπορούσαμε να συνηθίζουμε

τα σκοτάδια θα τα ανταμώναμε μεσημεράκι

και το φως στη μέση της μαύρης νύχτας

οι ύπνοι μας πράοι πραότατοι

τα σεντόνια μας μυρωμένες λωρίδες

το κρεβάτι μας χωρίς κουπιά βάρκα ξύλινη

και πιο πέρα το μέγας φάρδος του κόσμου

κι όλα τα αναλώσιμα

η ύπαρξή μας θα εναπόθετε την ευδαιμονία της στην γύρη των ανθέων

και η ευδαιμονία μας θα ήταν μια ιστορία που μόλις προσπάθησα να πω και μόλις προσπάθησες να ακούσεις

μα τίποτα δε θα γινόταν αν πίστευες πως είμαι ένα τίποτα για σένα


Από:https://katabran.wordpress.com/2018/01/16/%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CF%88%CF%8E-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CE%AC/

Advertisements

Καζαντζάκης – Τι είναι ο θάνατος; Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της!…


Περπατώ μέσα στην αμμούδα, ο ήλιος τρυπάει το κρανίο, όλη η έρημος ως πέρα αχνίζει, αστράφτει ο αέρας και σαλεύει πάνου από την άμμο. Μεσημέρι. Είναι η πανική ώρα όπου βγαίνει από τη μεγάλη πυραμίδα η πεντάμορφη θυγατέρα του Χέοπα και τριγυρίζει μέσα στη φαντασία ακόμα των φελάχων και φωνάζει τους άντρες

Ο πατέρας της, για να χτίσει τη μεγάλη πυραμίδα, καταξόδεψε όλα τα πλούτη της Αιγύπτου και πια δεν είχε και πουλούσε στους ξένους τη θυγατέρα του. Μα από κάθε άντρα έπαιρνε δώρο και μια πέτρα, κι από τις πέτρες αυτές έχτισε κι αυτή μια δική της μικρή πυραμίδα! Μα η πυραμίδα της φαίνεται πάντα πολύ μικρή και ζητάει ακόμα πέτρες…

Η φιληδονία, η σκλαβιά, η βία, που τόσο αρμονικά φυτρώνουν στο υγρό αυτό, θερμό, όλο γονιμότητα, τριγυρισμένο από φρικιαστικήν έρημο, χώμα!

Ο θάνατος είναι από παντού -αν κοιτάξουν πέρα από τα πράσινα φύλλα, θα δουν την έρημο- αν σταματήσουν μια στιγμή να δουλεύουν πειθαρχικά όλοι μαζί, ο ποταμός θα τους πνίξει- αν σηκώσουν κεφάλι στους αφέντες, χάθηκαν.

Ο Αιγύπτιος, έξω από σπάνιες στιγμές της Ιστορίας του, ποτέ δεν έθεσε ως ιδανικό την ελευτερία- στην πολιτική ζωή του υπάκουε τους άρχοντες, στην τέχνη ακολουθούσε πιστά τους καθιερωμένους κανόνες, στη σκέψη την παράδοση των αιώνων. Ένα ήταν, επί χιλιάδες χρόνια, το μέγα πάθος του -να νικήσει το θάνατο. Να συνεχίσει και μετά θάνατο τη ζωή του, την ίδια, την απαράλλαχτη. Να βρει τρόπο να συντηρήσει το πτώμα του, για να το αναγνωρίσει η ψυχή του και να το πάρει πάλι στην κατοχή της.

Τα σπίτια και τα παλάτια είναι από χώμα, γιατί είναι εφήμερα τσαντίρια- μα οι τάφοι είναι από πέτρα σκληρή, γιατί είναι οι αιώνιες κατοικίες. Χιλιάδες εργάτες της αθανασίας αδειάζουν τα σωθικά του νεκρού, τον γιομίζουν χόρτα αρωματικά και κατράμι, του κρεμούν χαϊμαλιά, του απιθώνουν κατάσαρκα το Βιβλίο των Νεκρών-να ξέρει πως ν’ απαντήσει, ποια στράτα να πάρει, τι ξόρκι να πει.

Cezanne – Pyramid of Skulls

Στους υπόγειους κρυψώνες, στις μούμιες πάνου, στους ιερούς σκαραβαίους, οι νεκροί φωνάζουν:

«Δεν αμάρτησα, δε σκότωσα, δεν έκλεψα! Δεν είπα ψέματα, δεν έγινα αφορμή να κλάψει μάτι ανθρώπου! Είμαι καθαρός! Είμαι καθαρός! Δε σκότωσα κανένα ιερό ζώο, δεν πάτησα καλλιεργημένο χωράφι! Δε συκοφάντησα, δε θύμωσα, δε μοίχεψα! Δε φέρθηκα άπρεπα μήτε στον πατέρα μου μήτε στο βασιλιά! Δεν έκλεψα στο ζύγι- δεν πήρα το γάλα από το στόμα των παιδιών δεν παραστράτισα το νερό από τ’ αυλάκι! Είμαι αγνός! Είμαι αγνός! Είμαι αγνός!»

Μα η ανήλεη ζωγραφιά είναι μπροστά του- οι σαράντα δυο, θεοί γύρα του δικάζουν. Η θεά Δικαιοσύνη ξεκορμίζει από το νεκρό την καρδιά του και την αφήνει στο παλάγγι της ζυγαριάς- κι ο νεκρός περίτρομος φωνάζει στην καρδιά του:

«Καρδιά της μάνας μου, καρδιά που με συντρόφεψες από τη γέννησή μου, μη μαρτυρήσεις με αυστηρότητα τα έργα μου, λυπήσου με μπροστά στους θεούς του Άδη !»

Αν σωθεί, αρχίζει η αιώνια υπόγεια ζωή. Η ψυχή είναι τριγυρισμένη από τροφές, από έπιπλα, από ζώα. Στην αρχή οι απόγονοι έφερναν στον τάφο αυτούσιες τροφές- ύστερα έκαιαν απλώς τις τροφές και με τη μυρωδιά θρεφόταν η ψυχή- τέλος ζωγράφιζαν μονάχα τις τροφές, τα έπιπλα και τα ζώα. Η φωνή των ιερέων έχει τη δύναμη να ζωντανέψει τις ζωγραφιές -τα ζώα, τα κρέατα, τα ψωμιά, τα φρούτα παίρνουν ζωή, κατεβαίνουν από τους τοίχους, απλώνονται πάνου στο τραπέζι, κι η πεινασμένη ψυχή τρώει και χαίρεται. Κι ύστερα τα ζωγραφισμένα αμάξια με τ’ άλογα ζεύουνται μονάχα τους και παίρνουν την ψυχή, χορτάτη, ευτυχισμένη, και την πηγαίνουν να δει τα χωράφια της, τα παιδιά της και να περπατήσει στον αγαπημένο ήλιο, δίπλα στον ποταμό.

«Βγαίνεις έξω κάθε πρωί» αναγράφει το Βιβλίο των Νεκρών «ξαναγυρίζεις στο μνήμα το βράδυ- για χατίρι σου ανάβουν τις λαμπάδες τη νύχτα, ωσότου πάλι ξαναλάμψει πάνου στο σώμα σου ο ήλιος. Σου φωνάζουν: Καλώς όρισες! Καλώς όρισες στο σπίτι σου!»

Η δίψα αυτή της αθανασίας κυβερνά την Αίγυπτο, ρυθμίζει τη ζωή της, οικονομική, πολιτική, κοινωνική, υποτάζει τη φιλολογία και την τέχνη, παρηγορά τους σκλάβους και τους δίνει υπομονή, τη χρησιμοποιούν ως όργανο πλουτισμού και βίας οι ιερείς κι οι βασιλιάδες.

Άκουγα την κραυγή αυτή της αθανασίας, φρίσσοντας. Οι βάναυσες πυραμίδες ξάφνου μου φάνηκαν σαν τσαντίρια πέτρινα, που έχουν κατασκηνώσει μέσα στην έρημο του θανάτου και φρουρούν την ψυχή να μην πεθάνει. Μια τραγική αναλαμπή τις φώτισε, μου αποκαλύφτηκαν σαν υψηλά, δονκιχωτικά φρούρια που μάχουνταν απελπισμένα να κρατήσουν αιώνια πάνου στη γης τη μικρή πνοή του ανθρώπου.

Ένα θαμαστό τραγούδι μάς σώθηκε χαραγμένο με ιερογλυφικά για το θάνατο:

Τι είναι αθάνατος; Λέω κάθε μέρα στο νου μου: Όπως εκείνος που σηκώνεται από μεγάλη αρρώστια, έτσι είναι ο θάνατος. Λέω στο νου μου κάθε μέρα: Όπως όταν μυρίζεσαι μια μυρωδιά, όπως όταν κάθεσαι σε μια χώρα μέθης, τέτοιος είναι ο θάνατος. Λέω στο νου μου κάθε μέρα: Όπως όταν μια στιγμή ο ουρανός καθαρίζει κι ένας άνθρωπος βγαίνει με το δίχτυ του να πιάσει πουλιά, και ξαφνικά βρίσκεται σε άγνωστη χώρα, τέτοιος είναι ο θάνατος!

Τι είναι ο θάνατος; Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της!

Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της! Τέτοια μου αποκαλύφτηκε η Σφίγγα, όταν, λίγο πιο πέρα από τις πυραμίδες, την αντίκρισα σήμερα για πρώτη φορά.

Πελεκημένη σε κίτρινο βράχο, τεράστια, ανασηκώνει το κεφάλι πάνου από την άμμο, κατά την ανατολή, με αγωνία, σα να μάχεται να διακρίνει, πρώτη αυτή, τον ήλιο. Χτες είχε πεθάνει και κατέβηκε στη σκιά, και σήμερα τον προσδοκά ν’ αναστηθεί, ν’ ανασηκωθεί παντοδύναμος από τη Λιβυκήν έρημο και να ζεστάνει τις καρδιές των φυτών και των ανθρώπων.

Είναι το αρχαιότερο άγαλμα της Αιγύπτου. Τέσσερεις χιλιάδες χρόνια πριν Χριστού υψώνουνταν ακόμα εδώ στην άμμο και περίμενε, κάθε πρωί, την ανατολή με αγωνία. Ήταν βαμμένη κόκκινη. Τα χείλη της είναι πλατιά, φιλήδονα, ζωώδη, σα φελάχας. Ένας αέρας πίστης και τρόμου στη φαρδιά, ακρωτηριασμένη της όψη. Τα μάτια της κοιτάζουν με φρίκη, εκστατικά, ολάνοιχτα, στην έρημο.

Όταν ήταν πνιγμένη, ως το λαιμό, μέσα στην άμμο, το κεφάλι αυτό θα ήταν φρικιαστικό, σαν προάγγελμα της μελλούμενης μοίρας του ανθρώπου. Δυστυχώς τώρα την καθάρισαν από την άμμο, λευτέρωσαν το λιονταρίσιο της σώμα και τα μακριά ξαπλωμένα πόδια και το ναό ανάμεσα στα σκέλη της. Φάνηκαν τα μεγάλα ανάγλυφα στα στήθη της να φωνάζουν: «Βοήθεια! Εσύ που είσαι γιος μου, γλίτωσέ με απ’ την άμμο !»

Έτσι, χιλιάδες χρόνια, φωνάζει στον άνθρωπο. Κι ο άνθρωπος ολοένα τη λευτερώνει, μα η άμμος ξανάρχεται και την πνίγει. Η έρημος την πολιορκεί και θα τη φάει. Σωτηρία δεν υπάρχει. Το νιώθει, και γι’ αυτό είναι τα μάτια της τόσο έντρομα, και γι’ αυτό φωνάζει.

Θυμούμαι τους στίχους που αφιέρωσε στη Σφίγγα ένας σύγχρονος ποιητής της Αιγύπτου:

Με το πρόβλημά σου έμπλεξες το νου των ανθρώπων. Μίλησε και φώτισέ μας με τις διδαχές της Ιστορίας. Δεν είσαι εσύ που είδες τη δόξα του Αλεξάνδρου και τα αίσχη του Καίσαρα; Σήμερα τα μάτια σου δε βλέπουν παρά ένα ταπεινό χωριό.

Μα για έναν άνθρωπο που γλίτωσε από τα πρόχειρα αυτά ιστορικά και μεταφυσικά ρωτήματα, η Σφίγγα είναι βουβή, κουφή, τυφλή -ούτε κι υπάρχει ρώτημα (αυτό ειν’ η ευγένεια κι η ματαιότητα του ανθρώπου), όμως ούτε απόκριση υπάρχει.

Νίκος Καζαντζάκης – Ταξιδεύοντας: Ιταλία – Αίγυπτος – Σινά – Ιερουσαλήμ – Κύπρος – Ο Μοριάς


Από: http://antikleidi.com

Εξιλέωση…


Συμβαίνει συχνά, οι άνθρωποι που γεννήθηκαν φτωχοί και μεγάλωσαν στη φτώχεια, αν γίνονται πλούσιοι να συμπεριφέρονται χειρότερα απ’ αυτούς που γεννήθηκαν με το χρυσό κουτάλι στο στόμα.

Οι εκ γενετής πλούσιοι αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά τους φτωχούς, πολλές φορές δεν τους βλέπουν καν και σίγουρα δεν μπορούν να τους καταλάβουν, όπως η Αντουανέτα με το παντεσπάνι της.

Όμως οι νεόπλουτοι απεχθάνονται όσο τίποτα άλλο τους φτωχούς, γιατί τους θυμίζει τι αφήσαν πίσω τους. Άλλωστε εκείνοι έχουν πιο πολύ τη στρεβλωμένη ιδέα ότι πλούτισαν μόνο επειδή ήταν ικανοί, σε αντίθεση με τους εκ γενετής που απλώς ήταν τυχεροί να γεννηθούν απ’ τους σωστούς γονείς.

Έτσι κι ο Αλέξης Δόγκας, πολύ γρήγορα έγινε χειρότερος δυνάστης απ’ τον πεθερό του. Γιατί ήξερε πώς σκέφτονταν οι υποτακτικοί του, ότι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να του κλέψουν κάτι, να του κρύψουν κάτι. Και γνώριζε τις μεθόδους τους, τις κρυψώνες, τα ψέματα, ό,τι έκαναν για να εξασφαλίσουν λίγη παραπάνω τροφή για την οικογένεια τους -παίρνοντας ‘την απ’ τον Αφέντη.

Ναι, ο Αλέξης γρήγορα έγινε ο «Αφέντης» κι αλίμονο σ’ εκείνους που νόμιζαν ότι μπορούσαν να τον κοροϊδέψουν.

Μέσα σε δύο μόλις χρόνια έμαθε να ντύνεται σαν πλούσιος, να τρώει σαν πλούσιος, να διατάζει σαν πλούσιος. Πήγαινε από κτήμα σε κτήμα με το αυτοκίνητο του και κατσάδιαζε τους επιστάτες που δεν πίεζαν περισσότερο τους εργάτες.

Στη Θάλαττα, το χωριό του, δεν ξαναπάτησε ούτε και είδε τη μάνα του ξανά. Ήταν ευτυχισμένος με την περιουσία του και την οικογένεια του, δεν ήθελε να θυμάται τίποτα απ’ τα παλιά.

~~

Η Λήδα, η γυναίκα του, με τον καιρό μαλάκωσε. Σιγά σιγά κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τον χωρίσει, δεν της το επέτρεπε ο αδελφός της, έπρεπε να μάθει να ζει με κείνον που διάλεξε.

Κι αφού δεν μπορούσε ν’ αποφύγει τις νυχτερινές συνευρέσεις αποφάσισε να τις κάνει πιο απολαυστικές -για τον Αλέξη κυρίως. Σταμάτησε να του αντιστέκεται. Στην αρχή τον δεχόταν με απάθεια, αλλά μετά κατάλαβε το πάθος του για τα πόδια της και έκανε ό,τι μπορούσε για να το ικανοποιήσει.

Μέχρι που έστειλε την υπηρέτρια στο Κατάκωλο, στο λιμάνι με τα κακόφημα μαγαζιά, για να της αγοράσει κάλτσες. Όχι σαν αυτές που φορούσαν οι κυρίες, μα απ’ τις άλλες, αυτές που έβαζαν οι γυναίκες του λιμανιού. Διχτυωτές και με σχέδια, σε όλα τα χρώματα, με ζαρτιέρες και στολίδια, τις «πουτανίστικες».

Κάθε βράδυ φορούσε διαφορετικές κι ο Αλέξης αποθέωνε τα πόδια της, φλεγόμενος αλλά μη καιόμενος. Τον έπαιζε και τον χάιδευε με τις πατούσες της ώρες πολλές, μα μόλις τον έβλεπε ότι ήταν έτοιμος να τελειώσει τον τραβούσε να μπει μέσα της.

Έτσι σύντομα, μετά από μερικούς μήνες πάθους, η Λήδα έμεινε έγκυος. Γέννησε ένα αγοράκι κι η ευδαιμονία του Αλέξη ολοκληρώθηκε. Είχε καταφέρει να έχει όλα όσα ήθελε.

~~

Αποφάσισε να βαφτίσουν το παιδί στις 17 Μαρτίου, την ημέρα του Οσίου Αλεξίου, του ανθρώπου του θεού. Και φυσικά θα του έδινε το όνομα του πατέρα του -και δικό του.

Στον παπά της ενορίας, που ήταν λίγο προληπτικός, δεν άρεσε αυτή η επιλογή.

«Είναι κακοτυχία να δώσεις στο παιδί το όνομα του πατέρα σου, που πέθανε τόσο νέος.»
«Κακοτυχία;» είπε ο Αλέξης. «Για δες εμένα, παπά. Σου φαίνομαι για κακότυχος;

Κι αφού του είπε ότι αυτή ήταν η απόφαση του κι ότι δεν υπήρχε λόγος να το συζητάνε, τον ενημέρωσε ότι είχε αποφασίσει να χτίσει παρεκκλήσι σ’ ένα απ’ τα κτήματα του, μια εκκλησία του Άγιου Αλέξη, που θα λειτουργούσε για πρώτη φορά στη βάφτιση του πρωτότοκου γιου του.

Πρωτότοκος, γιατί η Λήδα ήταν πάλι έγκυος, κι όπως φαινόταν απ’ την κοιλιά της, που ήταν μυτερή στον τρίτο μήνα, θα γεννούσε πάλι αγόρι. Όλοι έτσι έλεγαν κι ίσως να είχαν δίκιο.

Ο παπάς ευαρεστήθηκε και του δωσε την ευχή του. Το παρεκκλήσι χτίστηκε γρήγορα, αφού οι υποτακτικοί δούλευαν νυχθημερόν -και αμισθί- για τη χάρη του.

Ο Αλέξης οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή. Το μεγαλύτερο φαγοπότι που ‘χε δει το Χελιδόνι και τα περίχωρα. Όλοι ήταν καλεσμένοι. Προύχοντες και πολιτικοί, δάσκαλοι και χωροφυλάκοι, χωρικοί και βιοπαλαιστές. Όλοι έπρεπε να ‘ναι ‘κει, για να τιμήσουν τον Αλέξη τον Τρίτο.

Μόνο η γιαγιά, η Αρβανίτισσα, δεν θα ‘ταν.

~~

Λίγες μέρες πριν τη βασιλική βάφτιση βρέθηκε στην πόρτα του αρχοντικού η γητεύτρα απ’ τη Θάλαττα και ζήτησε να δει τον Αφέντη.

«Η μάνα σου είναι στα τελευταία της», του είπε χωρίς να μπει μέσα.

Ο Αλέξης πήγε κι έφερε δυο χρυσές λίρες.
«Αυτά αρκούν για την κηδεία της», είπε κι έκανε να κλείσει την πόρτα.
«Περίμενε!» πρόλαβε να του πει η γητεύτρα.

Ο Αλέξης στήθηκε να την ακούσει. Η γητεύτρα έβαλε τα χρυσά στην ποδιά της και του είπε:
«Ξέχασες τη μάνα σου. Ξέχασες τη συμφωνία μας. Ξέχασες τον διάβολο. Αλλά ο διάολος δεν σε ξεχνάει.»

Ο Αλέξης την κλώτσησε στα μούτρα και την γκρεμοτσάκισε απ’ τα σκαλιά.
«Αν σε ξαναδώ στα κτήματα μου, στρίγγλα, θα βάλω να σου σπάσουν όλα σου τα κόκαλα», της είπε και μπήκε μέσα.

Η γητεύτρα δεν μίλησε. Έκανε μόνο, με το αριστερό της χέρι, τα κέρατα του διαβόλου. Και γύρισε στο χωριό για να θάψει τη Σοφία.

~~

Η βάφτιση έγινε κι ήταν πραγματικά βασιλική. Το μωρό δεν έκλαιγε, ο ήλιος έλαμπε, όλοι έφαγαν και ήπιαν, κι ο Αλέξης ένιωθε ότι όλος ο κόσμος του άνηκε. Και δεν πρόσεξε το πρόσωπο της Λήδας, το χαμόγελο της που θύμιζε την παλιά αρχόντισσα.

Ήταν λυκόφως όταν ξεκίνησαν με το αμάξι για το σπίτι. Κάποια στιγμή, κι ενώ πήγαιναν παράλληλα με το ποτάμι, του είπε να σταματήσει για λίγο, να κατέβει με το μωρό να του δείξει τις λιβελούλες.

Ο Αλέξης δέχτηκε, αλλά της είπε να κάνει γρήγορα, γιατί ήταν και πιωμένος.

Ο Ενιππέας, το ποτάμι, είναι ρηχός και ήρεμος όλο το χρόνο. Εκτός απ’ την άνοιξη που γίνεται χειμαρρώδης.

Ο Αλέξης είδε απ’ τον καθρέφτη την εγκυμονούσα Λήδα, με το νεοβάφτιστο αγκαλιά, να πηγαίνει στην όχθη. Εκεί έκατσε σ’ έναν βράχο, έβγαλε τα παπούτσια της και ξεκίνησε να βγάζει τις κάλτσες. Εκείνος έσκυψε να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα του και καθώς άναβε το τσακμάκι τον φώτισε ο τρόμος.

Βγήκε γρήγορα απ’ το αμάξι και φώναξε τη γυναίκα του. Εκείνη δεν απάντησε κι έτρεξε να την προλάβει.

«Λήδα!» ξαναείπε βλέποντας ‘την να πηγαίνει ξυπόλητη στην άκρη του νερού.
«Ποιος φοβάται τώρα, χωριάτη;» του είπε η Λήδα.

Και πήδηξε στο ποτάμι, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά κι ένα μες στην κοιλιά. Τους κατάπιε χωρίς ν’ ακουστεί κλάμα.

Βούτησε κι ο Αλέξης, κολύμπησε για να τους σώσει, και παραλίγο να πνιγεί κι ο ίδιος. Τελικά πιάστηκε από ένα κλαδί και βγήκε έξω ξέπνοος.

~~

Δεν γύρισε στο αρχοντικό. Επί του ποταμού Ενιππέα έκατσε κι έκλαψε. Το πρωί κρέμασε σε μια ιτιά το σακάκι του και μπήκε στο αυτοκίνητο. Πήγε κοντά στον Καράτουλα και στη Θάλαττα, σ’ ένα απομακρυσμένο μέρος όπου του άνηκε μια παράγκα, κι έμεινε εκεί.

Στην αστυνομία δεν ήθελε να μιλήσει. Και στην κηδεία της γυναίκας του και του παιδιού, που ξέβρασε ο ποταμός λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, δεν πήγε. Την περιουσία του και τα δικαιώματα του τα εγκατάλειψε. Πούλησε μόνο το αυτοκίνητο κι αγόρασε μερικά τραπέζια και καρέκλες, κονιάκ, ελληνικό καφέ και παξιμάδια.

Κάποιους αγρότες που περνούσαν απ’ έξω και μπήκαν να τον συλλυπηθούν τους κέρασε τα δέοντα. Εκείνοι ντραπήκαν να φύγουν χωρίς να πληρώσουν κάτι, κι άφησαν λίγες δραχμές. Το ίδιο έκαναν κι οι επόμενοι -κι όσοι πήγαν μετά.

Έτσι, χωρίς να το θέλει κι ο ίδιος, δημιουργήθηκε το καφενείο του Πεντακόσια, και κανείς δεν ξέρει γιατί τον λέγαν έτσι.

~~

Το παράξενο είναι ότι με τα χρόνια το καφενείο του, που είχε μόνο κονιάκ, σκέτο καφέ και παξιμάδια, έγινε σταθμός για τους άντρες της περιοχής -και για κείνους που ‘χαν φύγει στις πόλεις.

Κάθε άντρας με οικογένεια έπρεπε να πηγαίνει εκεί όταν μπορούσε, ίσως για να διώχνει την κακοτυχία απ’ τη ζωή του. Ή μπορεί να το έκαναν για να συλλογίζονται πόσο μάταια ήταν όλα και πόσοι τυχεροί ήταν που είχαν όσα είχαν.

~~

Κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί το κάνει. Ούτε κι εγώ.

Γιατί όποτε βρίσκομαι στη Θάλαττα, σπάνια τώρα πια, πηγαίνω στο θλιμμένο καφενείο του Πεντακόσια, πίνω τον καφέ μου και το κονιάκ, κι ύστερα φεύγω χωρίς να μιλήσω.

Αλλά βγαίνω εξιλεωμένος.

~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Η φωτογραφία είναι του Robert Frank, «Funeral, South Carolina, 1955»


Aπό:https://sanejoker.info/2017/12/sad-cafe-end-atonement.html

The Walking Dead: Η Άνοδος του Κυβερνήτη (βιβλίο πρώτο)…


γράφει η Αγγελική Δρακάκη

Η πρώτη μου επαφή με τα ζόμπι ήταν όταν ακόμα πήγαινα Δημοτικό. Τότε στο playstasion έπαιζα το θρυλικό παιχνίδι Resident evil με πρωταγωνίστρια την Άλις. Αφού είχα εξοικειωθεί με τον φόβο των απέθαντων τεράτων, ακολούθησαν τα υπόλοιπα παιχνίδια της ίδιας σειράς και η κινηματογραφική μεταφορά. Έπειτα, όταν βγήκε η τηλεοπτική σειρά The Walking Dead, ξεκίνησα να την παρακολουθώ με λαχτάρα, αλλά ποτέ δεν την ολοκλήρωσα. Όπως καταλαβαίνετε μετά από τόσα video games, ταινίες και μία σειρά, έστω μισή, με θέμα τα ζόμπι, δεν θα μπορούσα να μην διαβάσω το βιβλίο The Walking Dead.

twd.jpg

Το βιβλίο περιγράφει την ζωή του Φίλιπ Μπλέικ σε ένα κόσμο που το τέλος έχει ήδη φτάσει. Τα ζόμπι έχουν κάνει την εμφάνισή τους σκορπώντας τον θάνατο και τον τρόμο παντού. Το μόνο που ενδιαφέρει τον Φίλιπ είναι να προστατέψει την κόρη του, Πένι, και είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτό. Μαζί με τον αδερφό του και δύο φίλους του θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι επιβίωσης όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Η αλήθεια ήταν πως στην αρχή, μετά το πρώτο κύμα ενθουσιασμού, είχα ενδοιασμούς για το αν θα διαβάσω το συγκεκριμένο έργο, διότι δεν ήξερα αν οι συγγραφείς θα μπορούσαν να αποτύπωναν στο χαρτί την αίσθηση που είχαν ήδη δημιουργήσει η σειρά, τα παιχνίδια και οι ταινίες. Όμως αποφάσισα να πάρω το ρίσκο και αυτές είναι οι εντυπώσεις μου.

Ξεκινώντας το διάβασμα, συνειδητοποίησα ότι ήταν σαν να βλέπω μια καλογυρισμένη ταινία να εξελίσσετε μπροστά στα μάτια μου. Το συγγραφικό δίδυμο Kirkman και Bonansinga δημιούργησαν μια καινούργια ιστορία με πολύ φόβο, αγωνία, αίμα, στενοχώρια και ένα ανατρεπτικό τέλος. Με τις περιγραφές τους βάζουν τον αναγνώστη τόσο πολύ μέσα στην ιστορία, που σε μερικές σκηνές νιώθει και εκείνος ότι θα πεταχτεί κανένα ζόμπι από την επόμενη γωνία. Νιώθει την θλίψη τους, την αγωνία, την ανάγκη για επιβίωση, την αγάπη, την απελπισία και την τρέλα βαθιά που βιώνουν και εκείνοι. Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι με έντονη προσωπικότητα, μερικούς θα τους αγαπήσεις και άλλους θα τους μισήσεις.

Συνολικά στην ιστορία η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι τα ζόμπι, εκείνα απλά υπάρχουν στο παρασκήνιο, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την λογική από την τρέλα, το σωστό από το λάθος. Αυτό το μοτίβο θα το δούμε έντονα στο βιβλίο, καθώς οι ήρωες κάνουν τα πάντα για να μην χάσουν τα αγαπημένα τους άτομα, αλλά και για την ίδια την ζωή τους. Πράγματα τρελά και επικίνδυνα σε πολλές περιπτώσεις, πράγματα έξω από τον ανθρώπινο νου, που όμως είναι απόλυτα δικαιολογημένα για μένα.

the_walking_dead___fan_art__video_game__by_zhoujiasheng-d7aowqh

Το The Walking Dead είναι ένα βιβλίο που δεν μπορεί να αφήσει κανείς εύκολα από τα χέρια του, παρά μόνο όταν φτάσει την τελευταία σελίδα. Εκεί, το ανατρεπτικό τέλος νομίζω θα βρει απροετοίμαστους τους περισσότερους αναγνώστες και θα τους στοιχειώσει για τα καλά κάνοντας τους να περιμένουν με ανυπομονησία τα επόμενα βιβλία της σειράς.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται καινούργιοι χαρακτήρες και διαφορετικές ιστορίες, οπότε δεν είναι απαραίτητο να έχει δει κανείς την τηλεοπτική σειρά για να το διαβάσει. Το The Walking Dead κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell και τα επόμενα τρία μέρη του δεν έχουν έχουν ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά.


Aπό:https://stylerivegauche.wordpress.com/2017/12/28/the-walking-dead-%CE%B7-%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84/

αντίδωρο…


By katabran

Θεατή κράτα την πνοή σου , μην τυχόν βέβηλο χνότο καταστρέψει την μαγική επιφάνεια

Χνότο γίνε αεράκι και χάιδεψε τη σάρκα την κρουστή που μυρμηγκιάζει μονομιάς

Αμέτρητες γραφές σε δύο χιλιάδες άγραφες σελίδες απλώθηκαν στα συρτάρια σε συστοιχίες

Αδύναμο αραιωμένο αλκοόλ περπάτησε στις φλέβες των ποδιών και λιώσε σαν κερί την τέχνη όλων των χορών

Άπληστε εσύ, τη στέρηση γης και ουρανού φυλάκισες σε δρύινα βαρέλια καιρό τώρα

Είναι τέχνη να ζει κανείς αξιοπρεπώς με τα σφάλματά του δε λέω, αλλά δεν είναι σαν να μην έγιναν καλά αν τα έχουμε κρυμμένα

Λάμπουν και καθρεφτίζονται εξαίσια  στο βλέμμα, ανεβαίνουν στο στήθος σαν κόμποι από ναυτικά σκοινιά,  τα λυτά μαλλιά βρέχουν σαν φουσκωμένα αφρισμένα κύματα,  σαν νότες από ζωγραφιστό δοξάρι τυλίγονται σε πόδια ανοιχτά κι ανθίζουν στον ποδόγυρο σαν ρόδα και αγκάθια

Η στάση ύπτια, αιχμάλωτη απροσδιόριστα μες στο μηδέν το ευρυγώνιο , με εντάφια αταραξία, ξεγυμνώνει τα λόγια, ξεφτίζει την κενή ηδονή, κοιμάται ή κυματίζει

Λαμπρό καμπύλο κορμό, το σώμα κισσός, σαν ζώνη αλήτικη, λυμένο παρόν απόν, τρυφερό μα και με ταπείνωση, σε αναίσθητο σημείο οδηγεί με αρχιτεκτονική μυστική

Το πήγαινε έλα, χαρίεν, ελαφρύ, ταιριαστό, ρεμβάζει και συμπληρώνει το κάδρο

Εκείνη, ανοίγει τα μάτια, με φωτίζει, με σπαράζει, με ικετεύει, μούσα είναι, μου υφαρπάζει τις λέξεις, τις νότες, την προετοιμασία

Θα πάμε πιο μακριά χωρίς να προχωράμε, έλα, μου λέει, γύρε, άκου, σιώπα

Την σιωπηλή μου σκέψη πώς να εκφράσω, οι λέξεις μου απλώθηκαν στην ποδιά της, αντίδωρο

DSC000722-1

Μπέρτολτ Μπρεχτ: ”Φτάνουν Χριστούγεννα”…


Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν! Παραμονή
κι εμείς σαν όλους ετοιμάσαμε γιορτή.
Μα δεν είν’ άνετα σαν φάτνη εδώ μέσα:
Μπαίνει το κρύο από παντού, δεν έχει μπέσα.
Χριστούλη, κόπιασε, γεννήσου αν θες, μα κοίτα:
Σου στρώσαμε, δεν έχει τζάκι όμως και πίττα.
Τρέμουμε κι όλοι αγκαλιαζόμαστε σφιχτά
σαν τους πρωτόγονους σε σκοτεινή σπηλιά.
Το χιόνι πέφτει στο κορμί μας, το παγώνει•
το χιόνι εισβάλει στην καλύβα και σαρώνει.
Κόπιασε, χιόνι, μπες, θα βρεις φίλους εδώ:
Κι εμάς μας έδιωξαν από τον ουρανό.
Κρασί ζεσταίνουμε, παλιό και δυνατό•
κάνει καλό με τέτοιον άγριο καιρό.
Ζεστό κρασί, ξύλα στην πόρτα καρφωμένα.
Έξω, ουρλιάζουνε αγρίμια θυμωμένα.
Κοπιάστε, αγρίμια, να κρυφτείτε απ’ το χιονιά:
Ούτε τ’ αγρίμια έχουνε ζεστή φωλιά.
Θα ρίξουμε τα πανωφόρια στη φωτιά,
να γίνει η φλόγα της για λίγο πυρκαγιά,
να ζεσταθούμε ενώ θα καίγεται η στέγη,
να ζούμε όταν το σκοτάδι πια θα φεύγει.
Κόπιασε, άνεμε–εκεί έξω πως αντέχεις;
Κι εσύ κουράστηκες, κι εσύ σπίτι δεν έχεις.
Μπέρτολντ Μπρεχτ
_______________________________________________________

Ο μάγος του John Fowles…


Ίσως τελικά ένα πράγμα δεν χρειάζεται να έχει το βιβλίο και ας περιμένουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτό ακριβώς, ένα τέλος. Πρώτος διδάξας στην ανατροπή ήταν ο μέγιστος Dickens με τις Μεγάλες Προσδοκίες. Ποτέ δεν θα μάθουμε, εμείς οι θνητοί, αν τελικά οι σκιές θα χωριστούν κάποτε. Από το πλέον κλασικό παράδειγμα μέχρι την φευγάτη Καρδερίνα της Tartt, η οποία επίσης πέταξε χωρίς να τιτιβίσει, έχουν μεσολαβήσει πολλά και ευρέως αγαπητά βιβλία που ακολουθούν την συγκεκριμένη γραμμή. Ένα από αυτά είναι ο Μάγος του John Fowles. Στις οχτακόσιες σχεδόν σελίδες αυτού του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος το ανύπαρκτο τέλος είναι το λιγότερο που έχει να αντιμετωπίσει ο αναγνώστης. Είναι μεγάλο το ταξίδι που έχει να διανύσει.

Ο John Fowles γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1926 στην Αγγλία. Σε ηλικία εικοσιενός ετών, επηρεασμένος από τα έργα του Sarte και του Camus, αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο ήρθε στην Ελλάδα για να διδάξει ως καθηγητής αγγλικών στη Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, από όπου απολύθηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν μαζί με άλλους καθηγητές επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν αλλαγές στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τα χρόνια που πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικότερα η ζωή στην κλειστή κοινωνία του νησιού και η επαφή με την μεσογειακή φύση, θα τον βοηθήσουν να γράψει χρόνια αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα έργα του, τον Μάγο. Έφυγε από την ζωή πλήρης ημερών τον Νοέμβρη του 2005 αφήνοντας πίσω του έναν σεβαστό αριθμό έργων.

«Ξέρω πως είναι όταν φεύγει κάποιος. Για μια εβδομάδα είναι αγωνία, μετά για μια βδομάδα πονάει, μετά αρχίζεις να ξεχνάς και μετά είναι σαν να μην έγινε ποτέ, σαν να συνέβη σε κάποιον άλλον, και αρχίζεις να αδιαφορείς. Λες, ουφ, αυτή είναι η ζωή, έτσι είναι τα πράγματα. Τέτοιες βλακείες. Σαν να μην έχασες κάτι για πάντα.»

«Δεν θα ξεχάσω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ.»

«Θα ξεχάσεις και θα ξεχάσω.»

«Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε. Όσο θλιβερό και αν είναι «

Ύστερα από αρκετή ώρα είπε: «Νομίζω πως δεν ξέρεις τι θα πει λύπη.» (σελ.50)

Λίγο μετά τον Δ.Π.Π. ο εικοσιπεντάχρονος Νίκολας Έρφ αποφασίζει να αλλάξει παραστάσεις και να κυνηγήσει την τύχη του μακριά από την πατρίδα Αγγλία. Κάνει τα χαρτιά του λοιπόν και διορίζεται ως καθηγητής αγγλικών σε ένα ιδιωτικό σχολείο αρρένων στη Φράξω, ένα μικρό ελληνικό νησί. Φεύγοντας, άφησε πίσω του μια νεαρή αυστραλέζα, την Άλισον, με την οποία συνδεόταν ερωτικά, αλλά το πάθος και η ένταση της σχέσης τους είχαν αρχίσει να τον κουράζουν. Στο νησί η μονοδιάστατη καθημερινότητα θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, μέχρι που θα γνωρίσει ένα πολύ ενδιαφέρον και μυστηριώδες πρόσωπο, τον Κόγχις. Ο αινιγματικός Κόγχις θα τον συστήσει σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που γνωρίζει ο Νικόλας, γεμάτο νεφέλες και ζωντανά φαντάσματα.

«Χρόνια αργότερα, είδα την «γκάμπια» στην Πιατσέντσα: ένα τραχύ μαύρο κλουβί καναρινιού, δεμένο πάνω ψηλά στο πλάι του κωδωνοστασίου, μέσα στο οποίο άφηναν τους φυλακισμένους να πεθάνουν από την πείνα και να σαπίσουν, σε πλήρη θέα από την πόλη κάτω. Και κοιτάζοντας την, θυμήθηκα εκείνον τον χειμώνα στην Ελλάδα, εκείνη την «γκάμπια» που είχα χτίσει για μένα από φως, μοναξιά και αυταπάτες. Το να γράφω ποίηση και να αυτοκτονώ, φαινομενικά τόσο αντίθετα, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο, απόπειρες φυγής. Και τα συναισθήματά μου, στο τέλος του θλιβερού αυτού εξαμήνου, ήταν τα συναισθήματα ενός που ξέρει πως είναι σε κλουβί, εκτεθειμένος στον περίγελο όλων των παλιών του φιλοδοξιών έως τον θάνατο.» (σελ. 74)

Το 1965, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ο Μάγος, ο Fowles ήταν ήδη πετυχημένος συγγραφέας δύο άλλων έργων. Παρόλα αυτά, ήταν το πρώτο βιβλίο που είχε προσπαθήσει να γράψει μετά την επιστροφή του στην Αγγλία και η επιρροή από την διαμονή του στην Ελλάδα είναι πασιφανής. Φανερές επίσης είναι και η αναγνωστικές επιρροές του συγγραφέα, από τον ντικενσιανό μαγικό ρεαλισμό μέχρι τις ερωτικές σκηνές του μυθιστορήματος που θυμίζουν έντονα τον αισθησιασμό του D. H. Lawrence.

Καθόλη την διάρκεια του βιβλίου ο Fowles παίζει με το μυαλό μας, δημιουργεί πολλά πιθανά σενάρια στην πλοκή εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη μαζί με τον πρωταγωνιστή του στο λαβύρινθο της αλήθειας και του ψεύδους. Θα ακουστεί υπερβολικό, αλλά είναι αλήθεια: διαβάζεις και δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Κάθε νέο κεφάλαιο αποτελεί μια έκπληξη. Είναι αδύνατο να προβλέψεις το τέλος ή έστω κάποια πιθανή εναλλακτική κοντά σε αυτό. Η χαρισματική γραφή του Fowles, πότε φειδωλή και πότε ασυγκράτητη, απογειώνει το σύνολο του βιβλίου.

Edited with Afterlight (3).jpg

Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε τον Μάγο ως ένα μυθιστόρημα εφηβείας γραμμένο από έναν καθυστερημένο έφηβο, πολύ αμφιβάλω αν απευθύνεται πράγματι σε εφήβους. Στο σύνολό του είναι ένα δύσκολο βιβλίο, που διαβάζεται μεν γρήγορα, αλλά απαιτεί δε προσοχή και συγκέντρωση από τον αναγνώστη. Προσωπικά, το μεταμοντέρνο είδος δεν με συγκινεί, περίεργο αν υπολογίσει κανείς την αγάπη μου για τους Ou.li.po.,  για την ακρίβεια περισσότερο με κουράζει. Ομολογώ πως υπήρχαν μέρη στον Μάγο που μέχρι και τώρα δεν έχω αποκωδικοποιήσει και πιθανόν να μην το κάνω και ποτέ, αλλά δεν μπορώ να μην υποκλιθώ σε αυτό το συνολικά εξαιρετικό έργο του Fowles.

Κατά την άποψή μου απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, που δεν τους επηρεάζει η έλλειψη τελικής σκηνής στην υπόθεση. Ο Μάγος κυκλοφορεί  από τις εκδόσεις «Εστία» και αριθμεί μονάχα 775 σελίδες. Ένα ωραιότατο βαρύ χριστουγεννιάτικο δώρο!

____________________________________________________________

Από:https://stylerivegauche.wordpress.com/2017/12/12/john-fowles-the-magus/