Morrissey – Viva Hate…


morrissey_88

Του Γιάννη Μπάκου

Viva Hate (26.3.1988), 29 χρόνια μετά

Ρατσιμός, ξενοφοβία, φανταμενταλισμός, οικονομικός ιμπεριαλισμός. Έννοιες και καταστάσεις που γεννούν συναισθήματα σε όλους μας, πάνω από όλα όμως γεννούν την ανάγκη του διαλόγου και της έκφρασης.

Καθένας από μας μεγαλώνοντας έμαθε να εκφράζεται ποικιλοτρόπως, έμαθε να ξέρει ή να μην ξέρει να διαφωνεί, να δέχεται την διαφορετική άποψη, να την φιλτράρει ή απλά να περιμένει να ειπωθεί για να πει την δική του αλήθεια. Κι αυτή η προσωπική αλήθεια δείχνει και το μέγεθος της ευφυίας του κάθε ανθρώπου.

Ο δυτικός κόσμος τα τελευταία 20 χρόνια, έχοντας προστατεύσει την κοινωνική συνοχή και ηρεμία στο εσωτερικό του, δεν προσφέρει στις τέχνες και ειδικότερα στην μουσική, που έχει την δυνατότητα να εκφράζει ευκολότερα, πιο άμεσα και μαζικά τις κοινωνίες, τον ρόλο που είχε παλαιότερα, μέσω των κινημάτων προηγούμενων δεκαετιών.

Αυτό κάνει ακόμα πιο δύσκολη την ανάδειξη των ιδιοφυιών ανάμεσα στους μουσικούς του σήμερα, γεγονός που δημιουργεί και την ψευδαίσθηση της ανεπάρκειας της εποχής μας.

Στις 26 Μαρτίου του 1988 κυκλοφόρησε το πρώτο solo album του ο πιο ευφυής, εμβληματικός και σημαίνων δημιουργός της Μεγάλης Βρετανίας της δεκαετίας του ’80. Ο Morrissey κυκλοφόρησε το “Viva Hate” λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία της τελευταίας δουλειάς των The Smiths “Strangeways here we come”, βάζοντας τα θεμέλια μιας σπουδαίας solo καριέρας που ανάγκασε το BBC να το χαρακτηρίσει ως “One of the most influential artists ever”.

Η γραφή του έχει αναγκάσει την ακαδημαϊκή κοινότητα της Μεγάλης Βρετανίας να χωριστεί στα δύο, με την μία πλευρά να θεωρεί τους στίχους ποίηση. Ο Steven Patrick Morrissey ποτέ δεν άφησε εκτός ατζέντας την Margaret Thatcher, την Βασίλισσα Elisabeth και την μάχη κατά της Βιομηχανίας Κρέατος και της κακοποίησης των ζώων. Από το ντεμπούτο του με τους Smiths και το κλασικό “The queen is dead” μέχρι το πιο πρόσφατο album του που περιλαμβάνει το καταπληκτικό “The bullfighter dies” ο Moz δεν αφήνεται ποτέ στην μετριοπάθεια και το “Viva Hate” μας είχε προειδοποιήσει.

Το ντεμπούτο του Morrissey ήρθε σε μια εποχή όπου η Αγγλία βίωνε μια γκρίζα περίοδο, με κοινωνικές ανισότητες, συντηρητισμό και την κορύφωση του Θατσερισμού. Κομμάτια όπως τα “Margaret on the Guillotine” και “Every day is like Sunday” λένε όλα όσα ο θολωμένος και καταπιεσμένος Βρετανός, που πνιγόταν σε μια παρηκμασμένη κοινωνία, δεν μπορούσε να εκφράσει. Ήρθε σε μια δεκαετία που ξεκίνησε με τον θάνατο του Bobby Sands στις φυλακές, λόγω της απάνθρωπης και εγκληματικής στάσης της Θάτσερ, υπό την σιωπηρή ανοχή της βασίλισσας και ολοκληρώθηκε με την παραίτηση της σιδηράς κυρίας τον Νοέμβριο του 1990.

Είκοσι εννέα χρόνια μετά ο Steven Patrick Morrissey δίνει με το ίδιο πάθος την δική του μάχη για την ζωή, την πτώση της βασίλισσας και την παγκόσμια ειρήνη, με ακλόνητη την πίστη για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, δηλώνοντας…

“I am cursed with the gift of foresight…”


Από:http://www.nostimonimar.gr/morrissey-viva-new/

Ανδρέας Κεντζός, Μετά τον πόλεμο…


Μετά τον πόλεμο δεν γύρισα πίσω. Έμεινα στην Αθήνα κι έπιασα δουλειά, κλητήρας σε τεχνικό γραφείο. Είχα ένα ταλέντο στο σχέδιο, σκεφτόμουν να δώσω εξετάσεις στην Αρχιτεκτονική. Η τύχη μου συνέχιζε να δουλεύει- το αφεντικό με πήρε με καλό μάτι. Με φώναζε το πρωί να πιούμε καφέ παρέα. Μ’ έβλεπε σαν γιο του. Μου δάνεισε και τα λεφτά να πάρω τη μηχανή, «για να βγάζω βόλτα τα κορίτσια». Ήμουν είκοσι χρονών και τα μαλλιά μου ανέμιζαν και κάθε βράδυ είχα άλλη.

Έφτιαξα μια ωραία παρέα με αγόρια και κορίτσια από τα καλύτερα σπίτια της Αθήνας. Ωραία εποχή, μετά τον πόλεμο οι άνθρωποι ήθελαν να ζήσουν. Κοιμόμασταν ελάχιστα. Γυρίζαμε στα καφέ και στα μπαρ και στα κέντρα και ο κόσμος μάς χάζευε. Ήμασταν τα λουλούδια της άνοιξης που έβγαιναν μετά τον βαρύ χειμώνα και μας καμάρωναν και μας ζήλευαν την ίδια στιγμή.

Γρήγορα βαρεθήκαμε, την πόλη την εξαντλήσαμε και αρχίσαμε τις εκδρομές, ολόκληρη πομπή κάθε φορά με τα αμάξια και τις μηχανές μας. Αξέχαστες μου έχουν μείνει όλες. Ιδίως εκείνη η παραλία στον Μαραθώνα που σήμερα είναι ένας βούρκος με ομπρέλες, ξαπλώστρες και κωλοβακτηρίδια. Τότε ήταν παράδεισος, τα νερά κρυστάλλινα, να τα πιεις στο ποτήρι. Μόνοι μας μες στο καταμεσήμερο, πετάξαμε τα ρούχα και βουτήξαμε όπως μας γέννησε η μάνα μας.

Γυρίσαμε έτσι όλη την Αττική και μετά πήγαμε και παραπέρα. Εγώ υποστήριζα Πελοπόννησο. Η γνώμη μου μετρούσε- πήγαμε στην Κόρινθο, πήγαμε στο Ναύπλιο και στις Μυκήνες, κάναμε και μια τετραήμερη μέχρι την Ολυμπία. Μετά κάποιος έριξε ιδέα «να δούμε και τα βόρεια»- πρότεινε Παρνασσό, Δελφούς, Αράχοβα.

Έγινε συζήτηση. «Εκεί δεν είναι τα μέρη σου;» με ρώτησαν.

«Από την άλλη μεριά», την έκοψα την κουβέντα.

Συνέχεια

Αντίο κι ευχαριστώ για τα ψάρια…


Σήμερα, καθώς πήγαινα τον γιο μου στο μάθημα Κουνγκ Φου, άκουσα μια γριά να πλησιάζει στο ανοικτό παράθυρο μιας κρεπερί και να ρωτάει τον νεαρό που δούλευε εκεί:
«Πώς πάει;»
«Ε, πώς να πάει, καλά, τι να λέει…»
«Ζεις;» τον ρώτησε η γριά.
«Τι;»
«Ζεις;»
«Ζω. Δεν με βλέπεις, ζω, τι κάνω;» είπε αυτός ειρωνικά.
«Τότε είσαι μια χαρά», του είπε η γριά κι έφυγε.

Είχα κοντοσταθεί για ν’ ακούσω τη συζήτηση. Ο Τηλέμαχος με σκούντηξε να περπατήσουμε.

~~

Η ζωή μας είναι θέμα εστίασης. Γεννιόμαστε με γιγάντιους μεγενθυντικούς φακούς. Ως μωρά βλέπουμε μόνο αυτό που υπάρχει τώρα-εδώ.

Καθώς μεγαλώνουμε ο κόσμος διευρύνεται, χωρικά και χρονικά.

Εμφανίζεται το βυζί της μάνας και μετά το πρόσωπο της. Έπειτα τα πρόσωπα των άλλων συγγενών, το σπίτι, τα παιχνίδια, η μέρα και η νύχτα.

Ανοίγει ο χώρος, ανοίγει και ο χρόνος. Η γειτονιά, το σχολείο, οι φίλοι, η βδομάδα, οι γιορτές κι οι εποχές, το καλοκαίρι, το υπέροχο καλοκαίρι χωρίς σχολείο.

Κι όλο μεγαλώνει το οπτικό πεδίο. Καταλαβαίνουμε πού ζούμε, σε ποια πόλη-χώρα-εποχή, καταλαβαίνουμε ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος, πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον γυρίσουμε ολόκληρο, να τον αλλάξουμε ολάκερο.

Νέες εμπειρίες, γνωριμίες, ταξίδια, όνειρα, γνώσεις, υποσχέσεις, επαναστάσεις, το οπτικό πεδίο διαρκώς διευρύνεται, χωρικά, χρονικά, αλλά όχι για πολύ.

Είσαι αθάνατος μέχρι την αρχή της νεότητας. Μετά δοκιμάζεις τα πρώτα δείγματα θανάτου.

Μπορεί να είναι κάποιες αποτυχίες, η συνειδητοποίηση ότι το γαμημένο σύμπαν του Κοέλιο, αυτό που νόμιζες ότι συνωμοτεί για να κάνεις ό,τι θέλεις, δεν δίνει δεκάρα για σένα και τις επιθυμίες σου.

Τα χρόνια περνάνε και κάποιες μέρες αρχίζουν να γίνονται επαναλαμβανόμενες, όχι τόσο seize the fuckin day όσο νόμιζες ότι θα ‘ναι η ζωή σου.

Μπορεί να κάνεις και παιδιά, μπορεί και να μην ήθελες ή να μην έτυχε, αλλά ούτως η άλλως, τότε τα όρια στενεύουν, το οπτικό σου πεδίο παύει να διευρύνεται, αρχίζει η πρεσβυωπία των σαράντα.

Γκρίζα μαλλιά και κυτταρίτιδα, πονεμένες αρθρώσεις και χοληστερίνη, εμμηνόπαυση και συμβαίνει-σε-όλους-τους-άντρες-αγάπη-μου, μια γενική βαρεμάρα και χαμομήλι με σπόρια το βράδυ, και δεν έχεις γίνει τόσο πλούσιος ή διάσημος όσο νόμιζες ότι θα γινόσουν, άσε που χρωστάς και στην εφορία-ΔΕΗ-τράπεζα.

Αλλά συνεχίζεις να προχωράς. Γίνεσαι 60-70-80 κι εστιάζεις περισσότερο. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει σε δέκα-πέντε-δύο χρόνια. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει του χρόνου. Το μόνο που σε νοιάζει είναι το πεζοδρόμιο μπροστά σου και το επόμενο βήμα με το ΠΙ

~~

Μια ώρα αργότερα, καθώς περίμενα να πάρω τον Τηλέμαχο είδα έναν γέρο να βγαίνει απ’ το καφενείο που είναι δίπλα στο κουνγκ φου. Έμοιαζε λίγο με τον Μπίλμπο Μπάγκινς -όταν έδωσε το δαχτυλίδι στον Φρόντο και γέρασε. Περπατούσε με το ΠΙ, ένα βήμα ανά λεπτό, τόσο γρήγορα.

Τον παρακολούθησα να περνάει (αργά, απελπιστικά αργά) και σκεφτόμουν ότι αυτός κάποτε ήταν ένα δεκάχρονο παιδί που ίσως να διάβαζε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας -τον Αόρατο Άνθρωπο, του H.G. Wells σε μετάφραση Παπαδιαμάντη (υπάρχει, δεν είναι δική μου επινόηση, δείτε link Ο αόρατος).

Στάθηκα και τον κοιτούσα να προχωράει, μάλλον λιγάκι αδιάκριτα. Ίσως να φορούσε πάνες, ξανά. Τι όνειρα για το μέλλον να κάνεις αν ζεις έτσι;

Σίγουρα κανείς άνθρωπος δεν θέλει ν’ αφήσει τη ζωή, αλλά τα γηρατειά, όταν σε καταπλακώνουν, όταν γίνονται αμείλικτα, τότε μοιάζουν λίγο καλύτερα απ’ το τίποτα, απ’ τον θάνατο (και την ελπίδα του ποτέ-δεν-ξέρεις-τι-μπορεί-να-υπάρχει-μετά).

~~

Τα παιδιά βγήκαν απ’ το κουνγκ φου και ξεκίνησαν να τρέχουν, μιλώντας για online παιχνίδια. Τους φώναξα να προσέχουν καθώς προσπερνούσαν τον γερο-Μπίλμπο. Εκείνος δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τίποτα απ’ ό,τι συνέβαινε γύρω του, λες κι ήταν ένα απ’ τα αποτυχημένα (γραφιστικά) ανδροειδή της πρώτης τριλογίας του Star Wars.

Ώσπου ξαφνικά και αναπάντεχα, τα μάτια του έλαμψαν! Μια κοπέλα, με πολύ κοντή φούστα, και καλσόν που είχε το σχέδιο ζαρτιέρας-κάλτσας, μας προσπέρασε καλπάζοντας.

Εκείνος σταμάτησε να σέρνει το ΠΙ και την παρακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι που έστριψε στη γωνία. Μάλλον θα σκεφτόταν: «Αν ήμουν εξήντα χρόνια νεότερος…»

~~

Ο παράδοξος άνθρωπος. Τη μια στιγμή ο κόσμος δεν υπάρχει. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να φτάσεις στο σπίτι σου όρθιος, στο σπίτι όπου είσαι μόνος, να ξαπλώσεις, να κοιμηθείς και να ξημερωθείς. Άλλος χρόνος δεν υπάρχει, είσαι εδώ. Τώρα.

Όταν πλησιάζει το τέλος, αν είσαι τυχερός, τόσο τυχερός ώστε να το τερματίσεις το μηχάνημα, αποφεύγοντας όλα τ’ αυτοκινητιστικά κι όλα τα πρόωρα εμφράγματα, τ’ ατυχήματα στο μπάνιο και τους βομβαρδισμούς νατοϊκών και τζιχαντιστών, αν είσαι αρκετά τυχερός ώστε να μην πάθεις καρκίνο απ’ τα τριάντα, μ’ όλες τις αηδίες που τρως και αναπνέεις και βάζεις στο δέρμα σου, μ’ όλες τις στιγμές που γεμίζουν άγχος τους πόρους σου, κι αν δεν πνιγείς τρώγοντας καραμέλες βουτύρου, κι αν δεν σε χτυπήσει το ρεύμα ένα πρωί πριν ξεκινήσεις για τη βαρετή δουλειά, αν αποφύγεις όλες τις πιθανότητες πρόωρου θανάτου που σίγουρα δεν είναι και λίγες, και φτάσεις αισίως εκείνα τα μυθικά ενενήντα του Μπάγκινς και του Γιόντα, τότε καταλαβαίνεις πόσο παροδικά κι ασήμαντα ήταν όλα εκείνα που θεωρούσες παντοτινά και σπουδαία.

Όλα σου φαίνονται ασήμαντα. Και τότε σε προσπερνάει καλπάζοντας το κορίτσι με το μίνι.

Τότε κάτι εκρήγνυται μες στο μυαλό σου. Είναι το τελευταίο σήμα που κατεβαίνει την ταλαιπωρημένη σου ραχοκοκαλιά ως τα μαραμένα περβόλια των αρχιδιών σου. Βαράει έναν άκυρο συναγερμό (οι στρατιώτες βγήκαν στη σύνταξη πριν πολλά χρόνια) και γυρνάει τρέχοντας στο ύστατο καταφύγιο, την αμυγδαλή, το κέντρο των αναμνήσεων.

Στέκεσαι και χαμογελάς ανάποδα. Τα πιτσιρίκια με τις στολές σε προσπερνάνε τιτιβίζοντας, οι μανάδες τους πιο πίσω, κι απέναντι άντρες ή αγόρια που παριστάνουν τους άντρες, ένας τύπος με μια γκρίζα τούφα στα μαλλιά που σε κοιτά αδιάκριτα, και δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο.

Σκέφτεσαι και χαμογελάς ανάποδα: «Η Σμαρώ φορούσε τέτοιες κάλτσες… Ο Γιαννάκης όταν γεννήθηκε έκλαιγε πολύ… Πώς το λέγανε το σκυλί μου; Δεν είχα γράψει καλά στα μαθηματικά… Η θάλασσα στο νησί… Σαρδέλες στα κάρβουνα…»

Σ’ ένα λεπτό στοιβάζονται 90 χρόνια μες στο μυαλό σου. Έπειτα κλείνεις τα μάτια, λες ευχαριστώ για τα ψάρια, και σωριάζεσαι.

Κόσμος τρέχει γύρω σου, τους ακούς από μακριά, από ψηλά, να φωνάζουν «έπεσε-φωνάξτε ασθενοφόρο-έπεσε», αλλά δεν σε νοιάζουν πια οι φωνές τους.

Και καθώς σβήνει ο κόσμος φωτίζεται μια άλλη εικόνα, μια παραλία, όπου οι φίλοι ψήνουν ψαράκια στα κάρβουνα, όπου τα κορίτσια δεν φοράνε το πάνω μέρος του μαγιό, κάποιος παίζει κιθάρα, γυρνάνε μπύρες και τσιγάρα, μια γαλανομάτα σε κοιτάει, κι είναι καλοκαίρι.

~~

Ο εγκέφαλος, είπαν οι επιστήμονες πρόσφατα, λειτουργεί μέχρι και δέκα λεπτά μετά τον θάνατο. Αυτά τα δέκα λεπτά μπορεί να είναι ένα αιώνιο καλοκαίρι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΥΓ προς τον αναγνώστη:
Νομίζεις, αγαπητέ, ότι αυτό το τέλος είναι μακριά. Συγχώρεσε με, που δεν θα γεμίσω την καρδιά σου αισιοδοξία, αλλά το τέλος είναι πάντα πιο κοντά απ’ όσο νομίζεις.

Ακόμα κι αν φτάσεις τα ενενήντα ή τα εκατό, αυτό θα γίνει πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζεις.

Όταν το κοιτάς απ’ την αρχή προς το τέλος μοιάζει σαν παραγωγή του Τζορτζ Λούκας, που πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να γίνει.

Όταν το δεις απ’ το τέλος είναι σαν ένα τρέιλερ της ζωής που έζησες.

Αυτή είναι η ζωή σου. Ένα τρέιλερ που τελειώνει πριν προλάβεις να καταλάβεις ότι είσαι (ήσουν) ο πρωταγωνιστής.

Καλό ξημέρωμα, λοιπόν, και να ‘σαι ευγνώμων για την ψαριά της

Η φωτογραφία είναι του Alex Webb
Alex Webb, Nuevo Laredo, Tamaulipas, 1996, © Alex Webb / Magnum Photos

Ο τίτλος είναι από το βιβλίο του Ντάγκλας Άνταμς, «So long and thanks for all the fish».

 ___________________________________________________________

Κέρουακ: Ο κόσμος αλλάζει …Απόσπασμα από το On the road …


Το απόσπασμα δεν είχε συμπεριληφθεί αρχικά από τον Κέρουακ στο On the road και είδε το φως της δημοσιότητας αργότερα. Ο Νιλ, που αναφέρει, είναι ο φίλος του συγγραφέας Νιλ Κάσαντι, ο Χανκ είναι ο ντίλερ Χέρμπερτ Χανκ και η Λουάν είναι η πρώτη σύζυγος του Κάσαντι.

«Στη λίμνη μείναμε καθισμένοι στο αυτοκίνητο σαν δύο συνηθισμένοι ερωτευμένοι. «Και αν δοκιμάζαμε οι δυό μας για πρώτη ή για τελευταία φορά, πες το όπως θέλεις». «Μη λες βλακείες». Θύμωσα και πήγα να «σκεφτώ» πλάι στο νερό. Παλιά αυτό είχε πάντα επιτυχία, εκείνη με ακολουθούσε και με καθησύχαζε. Τώρα αρκέστηκε στο να κάνει όπισθεν και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί, αφήνοντας με να διανύσω εφτά μίλια νυχτερινού Ντιτρόιτ, διότι δεν περνούσαν λεωφορεία από εκείνα τα μέρη.

Περπάτησα τέσσερα μίλια μέχρι την πρώτη στάση του τραμ. Ήταν σαν τους περιπάτους στο σκοτάδι που έκανα στην λεωφόρο Αλαμέντα στο Ντένβερ όταν έβλεπα το κεφάλι μου στην άσφαλτο που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Είχαμε τελειώσει, ο Νιλ έλεγε ότι έπρεπε να φύγουμε για τη Νέα Υόρκη. Εγώ ήθελα να κάνω άλλη μια προσπάθεια.

Πήγαμε στης Έντι το άλλο απόγευμα και περάσαμε πέντε ώρες χαζεύοντας με τα παιδιά και καταβροχθίζοντας ό,τι υπήρχε στο ψυγείο, όσο έλειπε η μητέρα της στη δουλειά. Μετά η Έντι μας είπε να πάμε να περιμένουμε στο μπαρ του Μακ Άβε. Εκείνο με τον αδιάκριτο μπάρμαν, όπου θα ερχόταν και εκείνη αργότερα.

Μόλις στρίψαμε τη γωνία γύρισα το κεφάλι μου και την είδα να χαιρετάει έναν άντρα, που ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου, να βγαίνει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο έκανε όπισθεν για να μην έρθει προς την κατεύθυνση μας και έφυγε. Είπα «τι στο διάολο συμβαίνει; Ήταν πράγματι η Έντι αυτή; Δεν έπρεπε να μας συναντήσει στο μπαρ;».

Ο Νιλ έμεινε σιωπηλός. Περιμέναμε καμιά ώρα και μετά εκείνος με αγκάλιασε και είπε «Τζακ το ξέρω ότι δεν θέλεις να το πιστέψεις αλλά γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια; Δεν καταλαβαίνεις ότι έχει ένα αγόρι, έναν αρραβωνιαστικό στο Ντιτρόιτ, που  μόλις ήρθε να την πάρει; Εάν θέλεις να την περιμένεις εδώ θα την περιμένεις όλη τη νύχτα».

«Μα αυτή δεν φέρεται έτσι!» «Δεν θα  καταλάβεις τις γυναίκες ούτε μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια. Είναι ακριβώς σαν τη Λουάν, φίλε, είναι όλες  πόρνες -και εσύ γνωρίζεις ότι χρησιμοποιώ τη λέξη πόρνη με μια εντελώς διαφορετική έννοια από τη γενική. Σε σβήνουν από το μυαλό τους και αδιαφορούν για σένα σαν να ήσουν μια παλιά γούνα που θέλουν να αλλάξουν. Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ικανές από τους άντρες στο να ξεχνάνε. Σε έχει ξεχάσει, φίλε. Αλλά εσύ δεν το πιστεύεις».

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει. Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μπαρ -τι στο καλό κάναμε στο Ντιτρόιτ;- και είχε αρχίσει να κάνει κρύο. Ήταν το πρώτο κρύο δειλινό της Άνοιξης. (…)

«Ο κόσμος αλλάζει, φίλε, αυτό πρέπει να καταλάβεις». «Ελπίζω ότι εσύ και εγώ δεν θα αλλάξουμε ποτέ».

O Τζακ Κέρουακ (12 Μαρτίου 1922 – 21 Οκτωβρίου 1969) ήταν Αμερικανός λογοτέχνης, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της Μπητ γενιάς (Beat Generation) και εισηγητής του ομώνυμου όρου. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους μείζονες Αμερικανούς συγγραφείς, αν και κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν έτυχε της ίδιας αναγνώρισης από τους κριτικούς. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν τα μυθιστορήματα Στο Δρόμο και Οι Αλήτες του Ντάρμα και το Οράματα του Κόντυ το οποίο λόγω του τρόπου γραφής του θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα πεζογραφικά έργα του εικοστού αιώνα, και ήταν το έργο που κατέστησε τον Κέρουακ έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της αγλλόφωνης λογοτεχνίας.

Πηγή: Τάσος Γουδέλης

__________________________________________________________

[Από: www.doctv.gr]

Γέλιο Κονσέρβα…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

gelion

Υπάρχει ένα σημείο καμπής στην αρχαία θεατρογραφία, εκεί όπου το γέλιο εξορίστηκε από την τραγωδία και ο θρήνος από την κωμωδία.

Εκεί που ο πολιτισμός μπλέχτηκε σ’ έναν δυισμό μεροληψίας υπέρ του νοικοκυριού. Σε μια απόχη σύγχυσης και σιωπής κεντημένη με το μελόδραμα της άρχουσας τάξης.

Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι κακορίζικες ψυχές και τα ανεξήγητα συμπλέγματα που παλαιόθεν προκαλούσαν γέλιο τώρα μασκαρεύονται την πονετική μουζικούλα της μελαγχολίας του θεατή.

Η τραγωδία που ήτο τρυγωδία και γιορτή την εποχή του τρύγου και του ερωτισμού έγινε μια τέχνη αυτόνομη και κερδοφόρος για τηλεθέαση και διοπτροφόρους μύωπες κριτικούς θεάτρου. Από λαϊκή τέχνη του αγροβουκολικού αισθήματος έγινε προίκα των ακαδημαϊκών και των τσαρλατάνων.

Άρχισε να εκλογικεύει τις συγκινήσεις, να χειραγωγεί και να ταμιεύει θραύσματα κυριαρχίας στα ανοιχτά μυαλουδάκια των θεατών που θέλαν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα για να διαβούν το Ρουβίκωνα της ψευδαίσθησης.

Εκεί που πρώτα όλοι ήταν ηθοποιοί και θεατές μαζί, υπακούοντας στον οργασμικό ρεαλισμό της φυσικής ζωής τώρα το μελόδραμα της κυρίαρχης τάξης κούμπωνε πάνω στο διψασμένο πνεύμα για συγκινήσεις.

Όλοι οι δαίμονες της συνείδησης ξυπνούσαν για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Αντί για τη γελοιοποίηση της δικαιοσύνης που μεροληπτούσε υπέρ του δυνατού έφτασε η θεία δίκη και ο από μηχανής θεός.

Η τέχνη γινόταν τότε το πρώτο οχυρό εναντίον κάθε εξωτερικού εχθρού. Οι πολίτες τότε και οι εθνικοί σήμερα αντί για σπαρταριστά γέλια ζητούσαν έπος και καταστροφή. Δύναμη και επίδειξη δύναμης.

Η κωμωδία και το ευτράπελο θαφτήκαν κάτω απ’ τη λάσπη της Αθηναϊκής δημοκρατίας για να έρθει μια και καλή ο Βυζαντινός βόθρος και να την εκφυλίσει ακόμα περισσότερο.

Όλα τα επιτεύγματα της μεγάλης τέχνης του θεάτρου της αρχαιότητας ήταν η παράγωγη λαϊκή κουλτούρα, χωνεμένη στα λαμπρά μυαλά των ποιητών.

Την εποχή που όλοι οι δημοκράτες-όπως και σήμερα άλλωστε-διέθεταν τη σαπιοκοιλιά της μνησικακίας, το θέατρο διαμόρφωνε τη νέα ηθική και την νέα τάξη πραγμάτων.

Απ’ τους κυνικούς που διακήρυσσαν πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όρθιο έντερο που απ’ τη μια τρώει κι απ’ την άλλη χέζει περάσαμε στον εσωτερικό κόσμο και τον ψυχολόγο. Κάθε μαλάκας έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και κάθε κόπανος μανιοκατάθλιψη.

Οι αμερικάνοι ως συμπαθητικοί βλαχοφασίστες εκτός τού ότι καυλώνουν τη Σώτη Τριανταφύλλου επινόησαν το τρομερό γέλιο κονσέρβα.

Μια μνημειώδη ιδέα που καταδεικνύει τον ιλαρό κονστρουκτιβισμό της διασκέδασης του σύγχρονου κόσμου. Γελάστε γιατί γελάνε. Διασκεδάστε γιατί διασκεδάζουν.

Το συλλογικό αυτεξούσιο φαιδρύνεται σε βαθμό παροξυσμού.

Μα το γέλιο έχει να κάνει με σπλάχνα και αρτηρίες. Με εισόδους και εξόδους αέρα.

Το γέλιο βγαίνει από τ’ άντερα, γι’ αυτό και η Συλβί Πλάθ στο γερό-Πανικό της, ακούει το γέλιο του Διευθυντή της κλινικής να σφυρίζει ανεβαίνοντας απ’ τα βάθη του εντέρου που είναι διπλωμένο σαν τις φέτες του ακορντεόν.

Αερικό…


Ben Lamberty- Photography

Η καύλα είναι αγνή, καθολική και αναμάρτητος. Αγνή γιατί πηγάζει κατευθείαν από την ψυχή χωρίς να μπορούν να την τιθασεύσουν τα ανεριστικά φίλτρα του μυαλού. Καθολική γιατί την νιώθει κάθε ον σε αυτή τη γη. Αναμάρτητος γιατί δε λαθεύει ποτέ, δεν αμφισβητείται: την καύλα πολλοί την περνούν για έρωτα, τον έρωτα δεν τον περνά για καύλα κανείς.
Η καύλα είναι πανταχού παρούσα: στροβιλίζει το μυαλό σου και χορεύει με τα σώψυχά σου. Σε κάνει να περπατάς, να ονειρεύεσαι, να σκέφτεσαι και να δρας.
Η καύλα σε ωθεί να ζεις.
Η καύλα δεν είναι μόνο σεξουαλική· είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Η καύλα είναι ενθουσιασμός, μεράκι και δίψα για ζωή. Η καύλα είναι όρεξη, ελευθερία κι ευχαρίστηση.
Η καύλα είναι δύναμη.
Η καύλα είναι παρεξηγημένη. Έχει κατηγορηθεί ως φτηνή, ζωώδης και στιγμιαία. Της φόρεσαν ψεύτικες φορεσιές ρομαντικών ιδεών, την έκαψαν στην πυρά, προσπάθησαν να την τιθασεύσουν με μαστίγια, μετάνοιες και ηθικοκοινωνικούς φραγμούς.
Η καύλα, όμως, δεν είναι εξιδανικευμένη. Βρίσκεται στο εδώ και στο τώρα, χωρίς να αναλώνεται σε υποθέσεις, αναλύσεις και εμμονές. Η καύλα δε γουστάρει να κοιτάει πράγματα κι ανθρώπους με το τηλεσκόπιο, απεχθάνεται τα αδειανά πουκάμισα και τα τινάγματα των πεταλούδων.
Η καύλα δεν είναι φτηνή, γιατί είναι ειλικρινής, ωμή και ατόφια: σιχαίνεται τα ψέματα, το φόβο, τα πρέπει και τις κάθε είδους συμβάσεις. Δε γουστάρει βολέματα, πειθαρχίες και ωχαδερφισμούς. Κάνει πέρα τους δειλούς, τους άτολμους, τους βολεμένους και τους βουτυρομπεμπέδες.
Η καύλα δεν είναι στιγμιαία: η καύλα είναι αθάνατη. Πηγάζει απ’ τη ζωή και χορεύει με το θάνατο. Όσο η γη γυρίζει, θα υπάρχει καύλα, γιατί η γη γυρίζει από καύλα. Η καύλα δεν είναι η πεταλούδα που θα καεί απ’ τη φωτιά· η καύλα ανάβει τη φωτιά. Η καύλα δεν πεθαίνει· χάνεται μόνο όταν πάψει να υπάρχει θέληση.
Η καύλα δεν είναι μία έννοια πολυσύνθετη: απλώς υπάρχει.
Βρίσκεται στα χαμόγελα των ανθρώπων και πίσω από κάθε λαμπρή ιδέα. Βρίσκεται στα κορμιά των εραστών και στις εμπνεύσεις των συγγραφέων. Βρίσκεται στις λέξεις των ποιητών, στις μελωδίες των μουσικών και στο γέλιο των παιδιών. Βρίσκεται στα πινέλα των ζωγράφων, στα “εύρηκα” των εφευρετών και στα χέρια των χτιστών. Βρίσκεται στις ιαχές των πολεμιστών και στο διαλογισμό των μυστών. Βρίσκεται στα πέταλα των λουλουδιών και στο βόμβο των μελισσών, στις στάλες της βροχής, στον κεραυνό, τη βροντή, την ελπίδα και την απελπισία.
Είσαι εδώ λόγω της καύλας και λόγω της καύλας ζεις, υπάρχεις κι αναπνέεις.Κι αφού γεννήθηκες λόγω της καύλας, ζήσε και πέθανε με καύλα.
Περπάτησε με καύλα και όλος ο κόσμος θα γίνει δικός σου.
Χαμογέλασε με καύλα και δε θα μαλώσεις ποτέ.
Δούλεψε με καύλα και δε θα κουραστείς.
Γέλα με καύλα και θ’ αργήσεις να κλάψεις ξανά.
Κλάψε με καύλα και θα γελάσεις ξανά σύντομα.
Νιώσε με καύλα και ζήσε.
Ζήσε με καύλα και πέθανε ευτυχισμένος.

Έρις Λυόμενη 

Αυτός που κάθεται μόνος…


Εκείνος που στέκει μόνος, πλέκει τον χρόνο όπως αυτός επιθυμεί.
Τον χωρίζει σε δυάδες, σε ομάδες, τον τοποθετεί στο άδειο παγκάκι, δίπλα του ακριβώς να τον κοιτάξει. Και να τον κοιτάξει και αυτός πίσω. Γιατί αυτός που στέκει μόνος έχει άλλο χρόνο απ’ τους γύρω, άλλο χρόνο απ’ τις ομάδες, τις παρέες, τα ζευγάρια. Και άλλο χρόνο από τους άλλους μόνους.
Ενας χρόνος που δεν μοιράζεται, ένας χρόνος συμπαγής και ενιαίος.
Ο μόνος χρόνος του ανθρώπου που στέκει μόνος.
Χειροποίητος, ο χρόνος παίρνει το σχήμα της αφής του.
Και κάθε στιγμή που περνά γίνεται χειραψία, επιβεβαίωση παρουσίας, κατάφαση του Τώρα στο Εδώ.
Και το παγκάκι παραμένει άδειο γιατί εκείνος στέκει μόνος.
Τώρα η ανάσα τον ανασαίνει, ο ήχος τον ακούει και η σιωπή του δεν τον σιωπά.
Τώρα ο χρόνος τον πλέκει όπως αυτός επιθυμεί. Και έτσι διαμπερής αρχίζει να γερνά.
Δεν γερνά όμως από χρόνο αλλά από χώρο. Και έτσι αρχίζει να χάνει όλα όσα ο χώρος του ζητά.
Μικρός, όλο και πιο μικρός αυτός που στέκει μόνος ζει μοναχά μια σπιθαμή ζωή. Φτάνοντας σε ένα βήμα από το εδώ στο πέρα. Από το ένα δωμάτιο στο άλλο όλος ο χρόνος του γερνά.
Αυτός που στέκει μόνος απλώνει τις εκτάσεις του στο μπαρ.
Πάνω στην μπάρα, κάτω από ποτήρια χαμηλά κι από αγκώνες. Η μοναξιά δεν πίνεται ποτέ με πάγο, μην αραιώσει και μοιάσει με εγκατάλειψη. Μη νερουλιάσει και μοιάσει με κλάψα. Η μοναξιά κρατά τη ράχη όρθια στα σύνορα του πάγκου. Ευθυτενής σαν στέκα μπιλιάρδου, η μοναξιά είναι ο ιστός της άλλης σημαίας. Αυτής που κυματίζει για έναν άνθρωπο και μία θέση.
Και αυτός που στέκει μόνος τώρα κυματίζει σε ένα ποτήρι μισοάδειο. Εκεί που εκείνοι βλέπουνε, εκεί αυτός κοιτάζει.
Εκεί που εκείνοι αποχωρίζονται εκεί αυτός αποχωρεί. Εκεί που οι άλλοι στέκονται εκείνος στέκει μόνος. Τώρα πίνει μόνος σε μια μπάρα που απλώνεται στο άπειρο. Για λίγο σταματά μπροστά στον καθρέφτη του τοίχου και ύστερα πάλι συνεχίζει. Μορφή ξεχασμένη στον καθρέφτη ώρες μετά την αποχώρηση του ίδιου. Σκυμμένη, σιωπηλή, χωρίς να βγάζει το σακάκι.
Στον καθρέφτη μένει, αφού κλείσουνε τα φώτα, αφού κλείσει το μαγαζί. Σαν να περιμένει τον ιδιοκτήτη να επιστρέψει στην αντανάκλασή του.
Αδέσποτος κατοπτρισμός ανθρώπων που δεν φαίνονται, ανθρώπων που είναι μόνοι.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει ιδιοκτησία και είναι ο σοσιαλισμός της μοναξιάς ο μόνος ιδιοκτήτης.
Και ξέρω πως υπάρχει ένα σημείο όπου μαζεύονται όλα τα ξεχασμένα είδωλά μας.
Ολοι οι κατοπτρισμοί μας που δεν επιβεβαιώθηκαν στην πλήρη ταύτισή τους με εμάς, όλες οι αντανακλάσεις που αφηρημένες δεν πρόλαβαν να ακολουθήσουν την αποχώρησή μας, όλες οι όψεις μας που ενώ κοιτάγαμε τον καθρέφτη μάς γύρισαν την πλάτη.
Ολες περιμένουν εκεί, συζητούν για εμάς και σχολιάζουν (άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά).
Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, συγκρίνουν τους αυτούς τους.
Τις χαρές που ενσαρκώνουν και τις λύπες, τις τόσες άλλες περιόδους. Εκδοχές της εκδοχής του εαυτού μας.
Προσπαθούν να καταταγούν ανάλογα με την ηλικιακή τους διαδοχή. Μάταια όμως.
Γιατί η ηλικία εδώ δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Με τη διάθεση μόνο και την αποτύπωσή της στην όψη μας.
Ολα τα είδωλά μας περιμένουν να σπάσει ο καθρέφτης και εμείς να επιστρέψουμε.
Σαν σκυλί αδέσποτο που τριγυρνά στον κήπο χρόνια, περιμένοντας το νεκρό αφεντικό του.
Κάποια στιγμή θα βρεθούμε τυχαία μπροστά σε έναν καθρέφτη θρύψαλα. Και θα συναντήσουμε εκεί τα τόσα ενδεχόμενα, τους τόσους εαυτούς.
Και μαζί τη συνειδητοποίηση πως μένουμε μόνοι από άλλους αλλά όχι μόνοι από εαυτό.
Μα ο άνθρωπος που στέκει μόνος τώρα στέκεται τυφλός από καθρέφτη και τυφλός από εαυτό.
Γιατί είναι πολλές φορές η απόσταση από τη δική σου όψη όμοια με την απόσταση που έχεις με τους γύρω.
Και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κρατώντας στα χέρια τους σφυριά.
Τώρα στέκει εδώ, δίπλα σε σένα που στέκεις μόνος.
(στην Εφημερίδα των Συντακτών)
___________________________________________________________