ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ…


Billy Collins

—μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος—

Αν αυτό εδώ ήταν μυθιστόρημα,
θα ξεκινούσε μ’ έναν χαρακτήρα,
έναν άντρα μόνο του σ’ ένα τρένο που κατευθύνεται στον νότο
ή ένα νεαρό κορίτσι σε μια κούνια έξω από μιαν αγροικία.

Και καθώς θα γυρνούσαν οι σελίδες, θα διάβαζες
ότι ήταν πρωί ή ήταν μαύρα μεσάνυχτα
κι εγώ, ο αφηγητής, θα περιέγραφα για χάρη σου
τα πολλά και διαφορετικά σύννεφα πάνω απ’ την αγροικία

και τι φορούσε εκείνος ο άντρας στο τρένο
μέχρι και το κόκκινο καρώ του κασκόλ
και το καπέλο που το ‘χε ρίξει στη σχάρα πάνω από το κεφάλι του,
ακόμα και τις αγελάδες που γλιστρούν έξω από το παράθυρο του.

Τελικά –γιατί κανείς δεν διαβάζει τόσο αργά–
θα μάθαινες πως το τρένο ή πήγαινε τον άντρα
πίσω στον τόπο που γεννήθηκε
ή κατευθυνόταν προς το απέραντο άγνωστο

κι όλα αυτά θα τα ανεχτείς πιθανότατα
καθώς θα περιμένεις υπομονετικά ν’ ακουστούν οι πυροβολισμοί
μέσα σ΄ εκείνη τη ρεματιά όπου κρύβεται αυτός ο άντρας
ή να φανεί στην εξώπορτα μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα.

Αυτό εδώ όμως είναι ποίημα, όχι μυθιστόρημα
και οι μόνοι χαρακτήρες εδώ είσαι εσύ κι εγώ,
μόνοι μέσα σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο
που θα εξαφανιστεί κι αυτό μετά από λίγους στίχους ακόμα,

έτσι που δεν έχουμε χρόνο να σημαδέψουμε ο ένας τον άλλο με το όπλο μας
ή να πετάξουμε τα ρούχα μας μες στο αναμμένο τζάκι.
Και σε ρωτώ: ποιος τον χρειάζεται τον άντρα μες στο τρένο
και ποιος νοιάζεται τι έχει μέσα εκείνη η μαύρη του βαλίτσα;

Εμείς έχουμε κάτι καλύτερο απ’ όλη αυτή τη φασαρία
που σέρνεται μπας και φτάσει σε κάποιο ολέθριο αποτέλεσμα.
Εννοώ τον ήχο που θ’ ακούσουμε

μόλις σταματήσω να γράφω κι ακουμπήσω κάτω αυτό εδώ το στυλό.

Άκουσα κάποτε κάποιον να τον συγκρίνει
με τον ήχο που κάνουν τα τριζόνια σ’ ένα χωράφι με σιτάρι
ή, πιο σωστά, με τον άνεμο στο ίδιο χωράφι
που κάνει να σαλεύουν τα πράγματα που ποτέ δεν θα δούμε.

window


Aπό:https://dimartblog.com/2017/04/30/the-great-american-poem/

Advertisements

Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη…


Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα;
Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο.
Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά – πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές.
Κίμων: Φυλακές;
Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές.
Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα;
Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο;
(Λούλα Αναγνωστάκη, Η Πόλη)

Έρχεται κάποια στιγμή που φτάνει η ώρα του απολογισμού. Η ώρα αυτή που η ζωή, το έργο μπορούν να συσσωρευτούν σε μια πυκνή φράση που θα εμπερικλείει τις αξίες, τις επιτυχίες και την ουσία, μιλώντας γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά, για την αυλακιά που αφήνει ο καλλιτέχνης στο σώμα της τέχνης που διάλεξε να υπηρετεί. Πολλές φορές η ώρα αυτή έρχεται με το θάνατο του συγγραφέα. Σε επικήδειους, άρθρα απολογισμού, αναμνηστικά αφιερώματα. Για την Λούλα Αναγνωστάκη η ώρα αυτή δεν έχει φτάσει. Πάντοτε είχα την αίσθηση πως παρά τη δημοφιλία των έργων της, τις συχνές παραστάσεις και επαναλήψεις τους, την καθολική αποδοχή της αξίας τους η σημασία της, η θεατρική και η λογοτεχνική προσφορά της δεν έχουν αναγνωριστεί στο βαθμό που τους αντιστοιχεί, παρά μόνο ως ένα βαθμό. Το όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον της νέας γενιάς για τα έργα της, ο όλο και αυξανόμενος αριθμός παραστάσεων από νεότερους σκηνοθέτες, το αγκάλιασμα του έργου της από νεότερους ηθοποιούς και συγγραφείς συντείνουν στο γεγονός πως αυτό θα αλλάξει.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έφυγε στις 8 του Οκτώβρη. Υπήρξε η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, γυναίκα του Γιώργου Χειμωνά και μητέρα του Θανάση Χειμωνά. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1965 στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1965 με την τριλογία της Πόλης, τα μονόπρακτα Η διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση σκηνοθετημένα από τον Κάρολο Κουν σε μια ενιαία παράσταση. Σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που συναντούμε στην μετέπειτα εργογραφία της είναι κυρίαρχα και εδώ. Η Αναγνωστάκη εμφανίζεται ως έτοιμη συγγραφέας με ξεχωριστή δική της γλώσσα ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.
Τα έργα της που θα ακολουθήσουν θα μας χαρίσουν μια σειρά από παραστάσεις- σταθμούς μέσα από εξαιρετικές σκηνοθεσίες. Από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν οι παραστάσεις «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (το 1987, τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν). Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και πολλές ακόμη. Τα έργα της Αναγνωστάκη μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και παίχτηκαν σε πολλές σκηνές εκτός Ελλάδας (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).

Ρεαλισμός και παράλογο 

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε το έργο της Αναγνωστάκη σε κάποια θεατρική κατηγορία αυτό θα ήταν το θέατρο του παραλόγου. Έστω ως αφετηρία. Πολύ συχνά ο χρόνος και ο χώρος (ακόμη και όταν αναφέρονται) είναι σχετικοί. Οι ήρωες βιώνουν το υπαρξιακό κενό ως ατομική, αλλά και ως συλλογική συνθήκη. Αυτό που διαχωρίζει την Αναγνωστάκη από τους υπολοίπους εκπροσώπους του είδους είναι η κοινωνική της γείωση και η πολιτική διάσταση των έργων της. Οι αναφορές σε ένα κατοχικό και εμφυλιακό παρελθόν και ένα παρόν συχνά αστυνομοκρατούμενο. Είναι σε πολλές περιπτώσεις που έχεις την αίσθηση πως η πληγή του εμφυλίου (μοτίβο κοινό σχεδόν σε όλα τα έργα της) είναι το ίδιο το παράλογο για την Αναγνωστάκη.
Σε αντίθεση με το θέατρο του παραλόγου, τα έργα της Αναγνωστάκη δεν έχασαν ποτέ το ρεαλιστικό τους περίβλημα. Πολύ συχνά ελλειπτικά, ποιητικά, με συμβάντα στα όρια του πιθανού είναι έργα αυτού του κόσμου. Το ίδιο και η γλώσσα της. Η ποιητική της Αναγνωστάκη προκύπτει από μια γλώσσα ειπωμένη, πατημένη από καθημερινές φωνές και φράσεις που ακόμα και όταν φτάνουν στο όριό τους ελέγχονται και επικοινωνούνε πλήρως. Η χαμηλόφωνη μουσική των τσεχωφικών ηρώων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η αποτύπωσή τους σε εξωτερικά γεγονότα, οι απογοητεύσεις, η μοναξιά και η μελαγχολία, ο αποκλεισμός και η πληγή του παρελθόντος έχουν κλίμακα ανθρώπινη. Ταυτόχρονα, όμως, η καθημερινή συνύπαρξη με το θάνατο και τη σκληρότητα, η διάλυση των ταυτοτήτων και η διάχυση των χαρακτήρων, η υπερβατική παρουσία της ιστορίας και ο τρόπος που ορίζει τις ανθρώπινες μοίρες γεννούν γεγονότα και καταστάσεις που ανήκουν στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του θεατρικού παραλόγου.
Ίσως σε αυτή τη συνύπαρξη ρεαλισμού και παραλόγου να οφείλεται το γεγονός πως τα καλύτερά της έργα προκύπτουν όταν τα στοιχεία του παραλόγου, του ρεαλισμού και της κοινωνίας υπάρχουν ισόποσα σε ένα αρμονικό σύνολο. Στο αριστούργημά της, την «Κασέτα» του 1982, η συνύπαρξη αυτή είναι απόλυτη. Το παράλογο συνυπάρχει με το απολύτως ρεαλιστικό, το παγκόσμιο με το απολύτως ελληνικό, το αφηρημένο με το απολύτως συγκεκριμένο σε ένα σύνολο με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών μέσων, της θεατρικής οικονομίας, της ανάπτυξης των χαρακτήρων. Καταφέρνοντας να εντυπώσει ταυτόχρονα και με απόλυτη ακρίβεια τους μεταπολιτευτικούς ελληνικούς ανθρωπότυπους με το αδιέξοδο του ανθρώπου στις δυτικές μεταπολεμικές κοινωνίες. Τον κοινωνικό αποκλεισμό ενός ήρωα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη με το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου συνολικά.

Η θέση που της αναλογεί

Όχι λοιπόν, η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη δεν έχει φτάσει. Θα έλθει μόλις λάβει τη θέση που της αξίζει, όχι μόνο στο χώρο του θεάτρου, αλλά και στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Μια ιστορία που συστηματικά υποβαθμίζει το θεατρικό κείμενο σε σχέση με μυθιστόρημα ή την ποίηση, προσπαθώντας να αγνοήσει συγγραφείς που δεν γίνεται πια να αγνοηθούν. Η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη θα έλθει μόλις αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην ιστορία αυτή: ως μια από τους σημαντικότερους εκπροσώπους ενός σημαντικού λογοτεχνικού είδους και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της ελληνικής γλώσσας.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/10/blog-post_17.html

Κυλιόμενες σκάλες …


Study-for-Birdsong-Oil-on-Board-99x88cm

… Το μυαλό μου ήταν άδειο. Άρχισα να κρυώνω. Όντας γερομαλάκας, σκέφτηκα πως το καλύτερο ήταν να φορέσω το σακάκι μου. Κατέβηκα με τις κυλιόμενες σκάλες από τον τέταρτο όροφο. Ποιος εφηύρε τις κυλιόμενες σκάλες; Σκαλοπάτια που κινούνται. Τώρα, μιλάμε για τρέλα. Οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν κυλιόμενες σκάλες, ασανσέρ, οδηγούν αυτοκίνητα, έχουν πόρτες στο γκαράζ που ανοίγουν με το πάτημα ενός κουμπιού. Ύστερα πηγαίνουν στα γυμναστήρια γα να διώξουν το λίπος. Σε 4000 χρόνια δεν θα έχουμε πια πόδια, θα κινούμαστε πάνω στις κωλοτρυπίδες μας ή ίσως θα κυλάμε σαν τα αγριόχορτα που παίρνει ο άνεμος. Κάθε είδος καταστρέφει τον εαυτό του. Αυτό που σκότωσε τους δεινόσαυρους ήταν πως έφαγαν τα πάντα κι ύστερα χρειάστηκε να φάει ο ένας τον άλλον κι αυτό οδήγησε στο να απομείνει ένας και πέθανε ο γαμημένος απ’ την πείνα.

Charles Bukowski


Aπό:https://komparsos.wordpress.com/2017/09/28/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%82/

Μια Λουκία στο Ψυχιατρείο …


il trovatore

Διαμένω εδώ και χρόνια δίπλα στο Ψυχιατρείο.
Ένα μοροφίντο με χωρίζει από το ίδρυμα.
Γνωρίζω όλους τους τρόφιμους του και έχω κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό τους.

Μου λένε την (πονεμένη) ιστορία τους.

 
Τους δίνω συμβουλές και παρηγοριά αφιλοκερδώς με ένα και μόνο
όρο.
Να μην υπερβαίνει η αφήγηση τα εφτά λεπτά.
 

Εξαίρεση έχω κάνει μόνο για τον Αντώνη ο οποίος έλαβε παράταση λόγω του συγκλονιστικού τρόπου της αφήγησης του.

Ουσιαστικά εξεχάστηκα και δεν τον διέκοψα με την παροιμιώδη μου
ευγένεια.
Ο Αντώνης ήταν (και είναι) ένας από τους καλύτερους ξυλοτορναδόρους που έχω γνωρίσει στην πολυτάραχη ζωή μου.
Ζούσε στην Αθήνα όπου και αρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα από το Μπουρνάζι.
Η κοπέλα τον πρόδωσε και τούφυγε πριν γίνει ο γάμος.
 

Ο Αντώνης το πήρε πολύ βαριά για Κερκυραίος και κρεμάστηκε.

Τονε πήγανε στον Ευαγγελισμό και έμεινε για μήνες σε κώμα .
Ο Αντώνης ήταν και πιο πριν σε κόμμα.

Είχε θητεύσει στο ΚΚΕ (μλ) για μερικά χρόνια.

 
Όταν συνήλθε είχε πάρει μια «σπονδή» και χρειάστηκε περαιτέρω ψυχιατρική υποστήριξη.
Τα κατάφερε και επανήλθε πλήρως στην φυσιολογική ζωή.
Έρχεται και στις διαδηλώσεις στην ώρα του, μαθημένος από την πειθαρχία του κόμματος και φωνάζει συνθήματα κατά του ιμπεριαλισμού.
Καθώς τον βλέπω σκέφτομαι ότι όταν φωνάζει «κάτω οι
ιμπεριαλιστές» μάλλον εννοεί την μάνα της πρώην του που την κατηγορεί ότι αυτή έβαλε λόγια και τους χώρισε.
Άτυχος ο Αντώνης και αξιαγάπητος.
Πολλοί νομίζουν ότι η Κέρκυρα έχει αυτό το φημισμένο ψυχιατρείο εξαιτίας του ότι εδώ υπάρχουν πολλοί τρελοί.
Λάθος.
Οι περισσότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος είναι από απέναντι.
 
Εκεί θερίζει η μανιοκατάθλιψη και η σχιζοφρένεια και δεν υπάρχουν (το κυριότερο) βαλβίδες αποσυμπίεσης.
Εδώ όποιος έχει το παραμικρό πρόβλημα βγαίνει αμέσως και το ανακοινώνει παντού.

Οι απέναντι το κρατάνε μέσα τους και τους τσακίζει.

Θυμάμαι τη Μαρία που έγραφε κασέτες με πονεμένα τραγούδια σε ερωτευμένους και προδομένους ηπειρώτες.
Δεν είχε ούτε έναν πελάτη Κερκυραίο.
Οι Κερκυραίοι γυρνάνε γύρω γύρω από το ψυχιατρείο αλλά μέσα δεν μπαίνουν.
Τελευταία η επιστήμη έχει κάνει τεράστια βήματα στον τομέα της ψυχιατρικής που έχουν προκαλέσει μεγάλη κοινωνική αναστάτωση .

Ο Πανέμορφος χώρος του ψυχιατρείου έχει μετατραπεί σε πάρκο αναψυχής και μια όαση ηρεμίας στο κέντρο της πόλης.

 

Κάθεσαι κάτω από τα δένδρα στο «καφέ Λουνάτικο» και η Γεωργία σε ρωτάει ήρεμα και ευγενικά:

«Καλημέρα κύριε Σταμάτη , τι θα πάρετε;»
«Γεια σου Γεωργία, Ένα καπουτσίνο παρακαλώ.»
Με πάνα όπως πάντα;»
«Ακριβώς! Πως πάει το δόντι σου; Πέτυχε η απονεύρωση;»
«Πολύ καλά κύριε Σταμάτη , ευχαριστώ πολύ».

Όλοι έχουν μια απασχόληση και βγάζουν και το κάτιτίς τους .

 
Άλλος στα χωράφια και στο θερμοκήπιο, η άλλη μανάβισσα πουλαεί
φρέσκα λαχανικά χωρίς φάρμακα, ο Ηλίας ταμίας στο Πάρκινγκ.
Μια όαση φυσιολογικών και ευγενικών ανθρώπων μέσα σε μια πόλη που κρατιέται με νύχια και με δόντια για να μην εκραγεί.
Πολιορκημένοι από ασκόπως περιφερόμενους ψυχασθενείς που κρατιούνται για να μην αρπαχτούν στη μέση του δρόμου για το τίποτα.

Πολιορκημένοι από διαφωνούντες που δεν σου λένε σε τι διαφωνούν .

Πολιορκημένοι από οργισμένους που δεν ξέρουν με ποιόν είναι οργισμένοι.
Πολιορκημένοι από μειλίχιους και εν δυνάμει βιαστές που σου χαμογελούν και ανατριχιάζεις.
Η Λουκία γέννησε μέσα στο ψυχιατρείο.
Εδώ αισθάνεται ασφαλής να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Η Λουκία βγαίνει κάθε μέρα για τα προς το ζην.
Δεν ζητιανεύει.

Βρίσκει ότι θέλει στον διάσημο και δημοφιλή σκουπιδοτενεκέ της γωνίας Νίκου Μώρου και Αθανασίου Πολίτη.

 

Σκαρφαλώνει τον μαντρότοιχο με το φαί στο στόμα.

Πολλές φορές κάθε μέρα η ίδια διαδρομή.
 

Όταν βγαίνει στο δρόμο για το φαί των παιδιών της το βλέμμα της είναι αλαφιασμένο.
Φοβάται μην την πατήσει κανένα αυτοκίνητο και «τι θα απογίνουν τέσσερα κεφάλια γατιά».
Όταν επιστρέφει το βλέμμα της γαληνεύει.

 

Κοιμάται σε μια αποθήκη με φακέλους ψυχασθενών.

 

Τα βράδια μόλις αποκοιμηθούν τα γατιά της διαβάζει ιστορίες γεμάτες πόνο και δάκρυα ανθρώπων που δεν άντεξαν την λογική των λογικών.
Αμέτρητες ιστορίες ποστιασμένες σε τεράστιες στοίβες.

____________________________________________________________

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

diafot

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών αρχίζει να μιλά για την Αγάπη μ’ έναν τρόπο ζωντανό και γόνιμο, δηλαδή αναφέροντας τα μικρά πράγματα της καθ’ ημέραν ζωής που μας καθορίζουν, κάνοντάς μας λίγο πιο ανόητους ή λίγο πιο σοφούς, μαθαίνοντάς μας ακόμα και να γελάμε με τα παθήματά μας.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών γνωρίζει πως η ολότητα της ζωής είναι συνδεμένη με την τραγωδία που την ολοκληρώνει.

Είναι αυτός που μέχρις εσχάτων έχει πλαστεί μέσα στο στοχασμό της ανθρώπινης περιπέτειας κάνοντας την Αγάπη πράξη, διδάσκοντας δηλαδή σε όσους τού μοιάζουν τη συνέπεια στην πράξη και όχι στη συμβολική της έκφραση.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών με το πείσμα και τη σταθερότητά του μας οργανώνει για να πάψουμε να είμαστε, όπως οι λούμπεν φασίστες και οι μικροαστοί χριστιανοί, κουρέλια που τα περιφρονούν και τα εκμεταλλεύονται οι αντίπαλοί τους.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών μας μαθαίνει πως Αγάπη σημαίνει το καθήκον που έχουμε να επιβάλουμε το πεπρωμένο στη μάζα εκείνων που απαιτούν από τους ανθρώπους ένα δουλικό τρόπο ζωής.

Αγάπη είναι η ενσαρκωμένη ανθρώπινη σκέψη που θέλει το ψωμί και την ηδονή για όλους, στήνοντας μια γιορτή όπου η μέθη και η ελευθερία της δεν θα είναι λιγότερο αποχαλινωμένες από το αίσθημα της τραγωδίας και της αγωνίας.

Αγάπη είναι η επιθυμία μας για αληθινή ζωή. Και αληθινή ζωή σημαίνει μοίρασμα των κόπων.

Αν δεν μοιράσεις τον ανθρώπινο κόπο σωστά τότε η αγάπη γίνεται εμφύλιος. Όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι. Γεννήματα της στείρας χριστιανικής αγάπης που μας θέλει υπάκουους και δουλικούς μέσα στο μαντρί παραγωγής και εξυπηρέτησης των αναγκών του Κυρίου.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών έδειξε με το δάχτυλο τους μικροαστούς ποιητές που αποζητούν τον έπαινο των σοφιστών και τους συνοφρυωμένους πότες που θέλουν να εγγραφούν στον μακρύ κατάλογο των καταραμένων, λέγοντας πως, αυτός που επιθυμεί αλλά αδρανεί τρέφει την πανούκλα.


Aπό:https://dromos.wordpress.com/2017/09/10/%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%8E%CE%BD/

Ημερολόγιο Αγρών (10-15)…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

anter

10
Φίλος ψυχίατρος μου μιλά για τον ιμπεριαλισμό της πρωκτικής διείσδυσης. Είναι ο ύπνος μου δύσκολος του λέω. Πάρε κάτι, μου λέει. Παίρνω, του λέω. Τρώω μέλι και φιστίκια Αιγίνης. Σύκα και γλυκό σταφύλι απ’ τα χεράκια της μαμάς. Σκέπτομαι εμάς τους μελλοθάνατους και μου κόβεται η ανάσα, του λέω. Σκέψου μου λέει, πως είσαι σκύλος που περπατά κατάμονος δίπλα από αυτοκίνητα παρκαρισμένα και καρδιές έτοιμες να σπάσουν για λίγο σεξ. Λέω στο φίλο μου, γίνομαι καλά όταν με γραπώνει κάποια και με φιλά σα λυσσασμένη. Μου λέει, νέα παιδιά έρχονται στο γραφείο μου και μου λένε πως δεν έχουν στύση. Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, του λέω κι ας μη τον λένε Γιώργο. Κλέβω πάντα κάτι απ’ τη μικροαστική γρίνια των ποιητών.

11
Έχω άγριους κολικούς. Ο αριστερός νεφρός κραυγάζει. Μετράν τις πέτρες οι γιατροί στο κομπιούτερ. Περιμένω την πυελογραφία. Δεν είναι τίποτε το να φαγωθείς από ένα γουρούνι με βρόμικη ανάσα καθώς τα λεμόνια λικνίζονται στον άνεμο, σκέφτομαι. Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου. Μα ο Καζαντζάκης δεν γνώριζε πως με χτυπά ο πόνος στα νεφρά. Και στην καρδιά μου δεν ήξερε πως φύτρωσε ελλέβορος.

12
Τι μας μένει αφού ο παντοδύναμος είναι γεμάτος σκληρότητα και ξεδιαλέγει κορμιά! Ίσως μας μένουν μερικά ευρώ και το αίμα μας που είναι το πιο πολύτιμο υγρό στον κόσμο χωρίς αξία. Τι μας μένει ως απροσμέτρητη βαθιά αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου; Μα ο σαρδανάπαλος βαρβάτος θυρεός της κλειτορίδος.

13
Ακούω Fazil Say σ’ ένα κολασμένο γκρεμό προς τη θάλασσα. Ο Τούρκος μου λέει, μη χάνεις ποτέ απ’ τα μάτια σου τον έρωτα, δεν πρόκειται να τον ξαναδείς! Μου λέει επίσης, θέλουν να με κάνουν να πιστέψω στον Θεό, κλείνοντάς με στη φυλακή για ενάμισι χρόνο.

14
Γλυκός βροχερός καιρός. Θα μπουσουλήσω μέχρι τη συκιά. Όψιμα σύκα μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη. Τα ξερά της φύλλα σκοντάφτουν σε μιαν ωραία βαρύγδουπη φράση καθώς πέφτουν θαρρείς απ’ τον ουρανό. Η ποίηση της Βίβλου είναι πρόζα μ’ ένα είδος εξυψωμένης συνείδησης. Ο Ιησούς καταράστηκε τη συκιά, αφού η έκσταση ή η μη- έκσταση παρέχει την αφορμή. Κι η σκοπιμότητα καθορίζει τη φόρμα.

15
Περιμένω τον Οχτώβρη όπου ο Σαγκάλ έγινε κομισάριος των τεχνών για ένα χρόνο και νύχτα μέρα άλογα και γελάδια χόρευαν στον αέρα. Και στα εικονίσματα του Στάλιν δεν μπορούσε ο αέρας να σβήσει τη φλόγα.


Από:https://dromos.wordpress.com/2017/09/09/%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%8E%CE%BD-10-15/

Ημερολόγιο Αγρών (1-9)…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

imerologio

1
Βλέπω τον έλληνα πρωθυπουργό και τον λυπάμαι. Μιλά στον γάλλο πρόεδρο Μακρόν σαν να ’χει χάσει τελείως το χρώμα του απ’ τη δύσπνοια. Είναι μεσημέρι. Κυκλοφορώ με το σώβρακο. Ελεύθερος μακριά απ’ το προεδρικό μέγαρο των βαυαρών. Έπειτα ακούω αυτόν τον αέρα εδώ στον αγρό να φέρνει αγκομαχητά. Εδώ, ανάμεσα σε δυο γέρικους ποταμούς που χάνονται στην καυτή θάλασσα αφού διασχίσουν ερήμους σπαρμένους με φτωχικά χωριά και επιχωματωμένες διώρυγες.

2
Αν το κόκκινο κρασί είναι το αίμα του Χριστού το λευκό είναι τα ούρα του.

3
Μαθητές υιοθετούν παιδιά του τρίτου κόσμου. Τα πεινασμένα παιδιά διαθέτουν κωδικό. Ο κωδικός αντιστοιχεί σ’ έναν λογαριασμό τραπέζης. Τα παιδιά μαθαίνουν να σώζουν ανθρώπινες ζωές με λεφτά. Μια τεράστια κραυγή φρίκης συμπίπτει πάντα μ’ έναν σύντομο παιδικό οργασμό. Το ηθικό θεμέλιο της φιλανθρωπίας είναι καρφωμένο στη σπλήνα της υπεραξίας.

4
Ο αντικομουνισμός που έβγαλε ρίζες. Το παιδί τού δοσίλογου που μιλά για ελευθερία. Ελεύθεροι άνθρωποι και λοιπά. Ελευθερία του Άρχειν. Εξουσιομανία. Δεσποτισμός. Ευλόγησον δέσποτα, σκύψε ευλογημένη και λοιπά. Ελευθερία στον εξουσιομανή να μας εξουσιάζει. Ελευθερία στο σκλάβο να επιλέξει τη βουλητική του ανεπάρκεια.

5
Σα να ’χουμε βρεθεί παγιδευμένοι σ’ ένα είδος τεράστιας αχλής από αιχμηρό φως και υγρή ζέστη που σου ξεραίνει το λαιμό και σε πλακώνει. Η ακτινοβολία του ήλιου που είναι σα να μας σπρώχνει μες στη βουβή κι ανήμπορη ανάγκη μας να εκραγούμε και να στήσουμε κώλους. Στον εκμεταλλευτή. Στον καπιταλιστή. Στον εργοδότη. Στη μαμά και στο μπαμπά.

6
Άντρες, κάτι ελάχιστα μαχητικοί ταύροι παρακολουθούν μπάσκετ στην τιβί. Η ζωή συνεχίζεται με λιγότερο ενδιαφέρον από πριν. Και φαίνεται πως είναι τελείως αδύνατο, η γκαρσόνα που γλιστρά σαν ελαφίνα ανάμεσα στα τραπέζια, να σηκώσει στο φουστάνι της και να βάλει τον ξεγυμνωμένο της κώλο στο πιάτο με τα ωμά αρχίδια.

7
Τρώω σύκα. Άρα υπάρχω.

8
Η μέρα μετά την πανσέληνο είναι σαν τα χυτά άσπρα μπούτια που με μιαν εξοντωτική ξεδιαντροπιά σε οδηγούν ως την υγρή σχισμή. Όλοι οι νοικοκυραίοι αναποδογυρίζουν κάποτε στα ματωμένα σπλάχνα της κυράς τους.

9
Κι ο έρωτας;