Μαριονέτες και κατοικίδια…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

kefalia

Η ποίηση είναι η γενετήσια ορμή της γλώσσας. Τα θλιπτά όρια μεταξύ γλώσσας και πράξης. Η πιο κρυφή αλήθεια που φανερώνεται μέσα στις ανθρώπινες επαναστάσεις, των οποίων, το φυτίλι, πυροδοτεί ο ποιητικός λόγος.

Οι επαναστάσεις στηρίζονται στο Λόγο διότι μόνο ο λόγος είναι ικανός να οργανώσει την ανατροπή μιας δομημένης εξουσίας. Απ’ την άλλη, η εξουσία αναπτύσσεται και τείνει πάντοτε να δρα εκτός Λόγου.

Η εξουσία δεν είναι μόνο κάτοχος της δύναμης, δεν παριστά μόνο την απτόητη βούληση που υπερασπίζει τα συμφέροντά της με κάθε μέσο, αλλά μπορεί όλα τούτα και τα κρύβει κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου.

Ιστορικά φαντάσματα, σύμβολα, θρησκευτικοί δογματισμοί, περιδινούνται όλα ώστε να σχηματίσουν στο τέλος μια δύναμη που υποδύεται χίλιες μορφές και εκφράζεται με αναρίθμητους τρόπους.

Ότι δεν μπορεί να ξεριζώσει ή να το αλλοιώσει η εξουσία το κάνει όργανό της.

Η εξουσία όμως σαγηνεύει και σαγηνεύεται. Χρειάζεται απαραίτητα ένα ιδεολόγημα που θεωρεί τις πολύχρωμες αποχρώσεις της επιφάνειας πιο σημαντικές απ’ την ουσία που κρύβεται στο βάθος των πραγμάτων.

Προτιμά να συναγελάζεται με ηθοποιούς, χορευτές, μάγους της επικοινωνίας και του θεάματος, καλλιτέχνες γενικότερα, επειδή της αρέσουν πάντα τα σκληρά παιχνίδια.

Όσο για τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους στοχαστές που αντλούν απ’ τον πολτό των ανθρώπινων αδυναμιών, ένοχοι πάντα μιας παρεξηγημένης ευαισθησίας, η εξουσία γνωρίζει καλύτερα απ’ αυτούς ότι η διανοητική σκέψη και τα παρελκόμενά της είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός της και την τρέμει όπως ο διάολος το λιβάνι.

Απ’ την άλλη, οι ποιητές ιδίως στην σημερινή εποχή της τρεχάλας και της φρενόπλυσης, υποτιμούν συνήθως, την μακροπρόθεσμη δύναμη της γλώσσας τους και γι’ αυτό έχουν την τάση να συγκατανεύουν και να παλινδρομούν.

Η εξουσιαστική γλώσσα παρότι διαθέτει αρκετές σειρήνες σημαίνει αναποφεύκτως την αποδυνάμωση και την εξουδετέρωση του ποιητή.

Όπως στον ψυχισμό του ανθρώπου υπάρχει η παρόρμηση του θανάτου, ως αντανάκλαση της φυσικής φθοράς που συντελείται γύρω του, έτσι και η εξουσία μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον μαγνητίζεται και τελικά ταυτίζεται με τον θάνατο και την καταστροφή.

Η εξουσία κατέστησε τους καταραμένους ποιητές παιδιά της. Έφτιαξε μύθους και έστησε μουσεία. Παραχάραξε το ποιητικό θαρραλέο Εγώ, όσων κατάπιε το μαύρο σκοτάδι, κάνοντάς το αδύναμο τυφλοπόντικα κρυμμένο στα υπόγεια του περιθωρίου.

Έφτιαξε τους δήθεν προνομιούχους, οι οποίοι ομφαλοσκοπούν και ομφαλοσκοπούνται, έχοντας το ρόλο του θεατή, παίζοντας με την υστερική τους τύφλωση μέσα στα στεγανά της ψευδούς μαρτυρίας και της αυταπάτης που προσφέρουν παντοιοτρόπως οι τυραννίες και τα δεινά κάθε πίστης.

Αν η μόνη πίστη ήταν η έρευνα, τότε η πίστη θα ήταν απελευθερωτική και η ποιητές τους οποίους μουμιοποιεί το κατεστημένο ως προφήτες του θα ήταν σπερματόσποροι του δαίμονα της αλλαγής.

Της αλλαγής που πλανιέται σαν λυσσασμένο κόκκινο φάντασμα, όχι πάνω απ’ τη γηραιά και κουρασμένη Ευρώπη, αλλά πάνω απ’ ολόκληρο τον κόσμο.


Aπό:https://dromos.wordpress.com/2017/08/12/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1/

The show must go on! …


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

saumast

Ο άντρας υπήρξε πάντα ο εγγυητής της ωμότητας. Πιο ισχυρές, απ’ όλα τα στρεβλωτήρια και τους τροχούς, υπήρξαν οι πράξεις του.

Δούλεψε την επιστήμη της Κυριαρχίας με σπουδή καταφέρνοντας να τσακίσει το θαύμα της προσωπικότητας.

Έφτιαξε τη γραμμή και την πειθαρχία, τον έλεγχο και το εύκολο χρήμα. Χωνεμένος από μια βρομερή πάστα δουλείας, τυραννίας, φετιχισμού, φόβου, ματαιοδοξίας -και άγνοιας.

Ο άντρας είναι το πολυκερματισμένο όν. Πάντα καταβυθίζεται, πάντα βουτάει εκεί, στην ανοιχτή πληγή. Στην κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Δουλικός και βλαμμένος. Κάνει αυτό τον τρελό πολιτισμό να μοιάζει με κρατήρα.

Όλα τα πεινασμένα, απεγνωσμένα πνεύματα που ξεφύτρωσαν απ’ τα αντρικά κορμιά ξεσηκώνοντας τους φτωχούς και τους καυλωμένους λύγισαν απ’ την άγρια κατάρα, τη βρισιά και την ηθική παράλυση.

Η ιστορία τού άντρα έχει τις ρίζες της στο μακελειό. Ο Ιησούς των εβραίων και των θρησκόληπτων σκλάβων ήταν άντρας. Ένας θεός σε απόγνωση, δηλαδή η απόγνωση του άντρα.

Αυτός που σταυρώθηκε απ’ τους άντρες γεννήτορές του μέσα σ’ έναν ήδη φθαρμένο και γυαλισμένο κόσμο, πεταμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού στην έρημο της ανθρώπινης εγκατάλειψης.

Αυτός που δίδαξε την αγάπη που δεν διδάσκεται. Γιατί η αγάπη που σου δείχνει με το δάχτυλο ο ισχυρός ανήρ και ο τραγόμορφος κατηχητής μετατρέπεται σε χολή και ο ίδιος γίνεται μάστιγα και φραγγέλιο, απλώνοντας στην Αγορά όλων των συναντήσεών μας το πέπλο τού πένθους και της απαγόρευσης.

Κι είναι ο ισχυρός αυτός άντρας που έπλασε μέσα στους σκοτεινούς αιώνες τη γυναίκα. Το πιο βάναυσο απ’ τα υποδουλωμένα θηρία.

Ναι, βλέπω γυναίκες με χοντρούς εκδικητικούς πούτσους γύρω μου. Γυναίκες που ξέρασαν τα μουνιά τους απ’ το στόμα και άλλαξαν το φύλλο τους, γυναίκες σπουδαγμένες στην αντρική Κυριαρχία και την φθονερή μισανθρωπία τού « ἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων».

Γυναίκες που στέγνωσαν τη φύση τους στους κοινούς τόπους δουλείας με τον άντρα, ακούγοντας απ’ τα κοινωνικά μεγάφωνα ιαχές. Η ταχύτητα είναι εξουσία. Παίξτε το παιχνίδι. Κόψτε των παιδιών σας τα τσουτσουνάκια. Αντιστέκονται στον αέρα και την ταχύτητα. Στην αριστεία και στο κέρδος που σέρνει πίσω της. Παίξτε μανούλες το παιχνίδι των αντρών. The show must go on!

Ο Τρελός που φώναζε στους δρόμους …


Του Νίκου Γεωργαντώνη

Ο αέρας λυσσομανούσε… η μπόρα ξέσκιζε, ορμούσε στα παράθυρα των κλεισμένων σπιτιών… Ο τρελός… περπατούσε στους δρόμους χαμένος… κουρελής με τα ρούχα του λιωμένα, ξεχασμένος απ’ το σπίτι των ανθρώπων… χωρίς ζεστασιά. Περπατούσε αργά, βαριά· ταραγμένος… μέσα στη νύχτα… και τη θύελλα. Προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής… το φως της τσακισμένης ψυχής του κόσμου…

 

«Θέλω να γίνω άνθρωπος.» φώναζε στους έρημους δρόμους.

«Θέλω να ξεσκίσω τις σάρκες ανήμερων θηρίων!» κραύγαζε θυελλώδης κι αναστάτωνε τη ναρκωμένη φύση.

«Θέλω ν’ ανάψω μια φωτιά… Θέλω να βάλω φωτιά! στην κολασμένη γη των ανθρώπων…» έλεγε και σήκωνε το βλέμμα του ψηλά στους ουρανούς, μήπως και τον ακούσουν και τον βοηθήσουν κι αστράψουν έναν κεραυνό… Να πέσει στη γη των ανθρώπων…

Μάταια όμως. Οι ουρανοί ανελέητοι τον κυνηγούσαν… κι άστραφταν και βροντούσαν κι έβρεχαν μες τον χειμώνα… και φυσούσαν μανιασμένοι. Οι άνθρωποι κοιμούνταν και μόλις που άνοιγαν τα μάτια τους από το θόρυβο της οργισμένης νύχτας και τις φωνές του αγνώστου που γκρέμιζε τους τοίχους των σπιτιών… Έβγαιναν από το λήθαργό τους σιγά σιγά… κι άναβαν ένα φως. Ο κόσμος έβγαινε στα μπαλκόνια, άνοιγε τα παράθυρα, στεκόταν στο κατώφλι. Να δει, παραξενεμένος, ποιο ήταν αυτό το πλάσμα που τον ξυπνούσε ανήσυχο μέσα στη νύχτα, και που απειλούσε θεούς κι ανθρώπους. Να δει τη θύελλα… που μάνιαζε φοβερή… και που δεν την άκουγε. Γιατί κοιμόταν…

«Ποιος είσαι;» είπε κάποιος που μόλις είχε βγει έξω και προσπαθούσε να δει μεσ’ το σκοτάδι.

«Τι θέλεις εδώ τέτοια ώρα;»

«Γιατί φωνάζεις;»

«Τι ζητάς;…»

Ο άνθρωπος της νύχτας σήκωσε το κεφάλι του. Στάθηκε για λίγο αμίλητος, με μάτια αγωνιώδη, κι είπε:

«Ποιον περιμένεις, άνθρωπε;…»

«Ποιος θές να είμαι;…»

«Μέσα στη νύχτα τριγυρνώ σαν άγριο ζώο απαρνημένο. Χτυπώ πόρτες, κλονίζω παράθυρα, την ξεγνοιασιά συντρίβω!… Κοίτα γύρω σου!… Βροχή, μπόρα κι αστραπή… Θύελλα!…»

«Κι εγώ χορεύω…»

«Κι εσύ κοιμάσαι!…»

Συνέχεια

Από τι πάσχουμε ; …


Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

Αντώνης Αντωνάκος

apoti


Aπό:https://komparsos.wordpress.com/2017/07/31/%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B9-%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5/#more-4030

Το ποίημα της εβδομάδας…


Μπήκε και ο πολύπαθος Αύγουστος. Κάτι ο Λάσκαρης με τα μικρά του στιχάκια, κάτι ο Παπάζογλου με τα μεγάλα τραγούδια του, που θα πάει, θα περάσει και αυτός ο μήνας. Μέχρι τότε θα διαβάζουμε Μιχάλη Γκάνα.

Το μπλε που σε τυλίγει

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι η στάχτη
του καμένου χρόνου.
Φυσάει ένας αέρας,
φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.
Από τα κάτω χρόνια.
Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,
εδώ σας πήρανε με φλας
φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.
Το μπλε που σε τυλίγει
είναι το φως
που εκτοπίζει ο θάνατος.
Κανένας δεν το βλέπει.
Κι όμως υπάρχει
και πληθαίνει.

1947787_684416098284820_1417453413_n.jpg

________________________________________________________

Ένας άλλος μύθος για τον έρωτα…


Το φως μέσα στη θάλασσα, σχεδόν Αύγουστος.

Το μαντήλι μιας κοπέλας, το παίρνει ο άνεμος. Εκείνη ξαφνιάζεται. Μετά το βλέπει να πετάει και γελάει. Εκείνος κοιτάει το γέλιο της, όχι το μαντήλι.

Τα βλέμματα των εραστών, λίγο πριν κοιμηθούν. Εκείνη τον κοιτάει νωχελικά, ράθυμα. Εκείνος σηκώνεται, στέκεται για λίγο και της λέει μόνο: “Ευτυχία”.

~~

Να είναι τέσσερις το πρωι, τέσσερις και τέταρτο ίσως, και να μην μπορείς να κοιμηθείς. Όχι από άγχος ή ανησυχία, αλλά από πληρότητα. Να νιώθεις ότι θα χάσεις τόση πολλή ευτυχία αν κλείσεις τα μάτια.

Ν’ ακούς το clair de lune του Ντεμπισί κι η νύχτα να ‘ναι ολόγιομη, χωρίς ίχνος από ντροπή.

Ν’ αδειάζουν οι δρόμοι, να γεμίζουν τα σπίτια, κι όταν όλοι πέφτουν να κοιμηθούν εσείς να κοιτιέστε στα μάτια και να φιλιέστε.

Κι αν όλος ο κόσμος γκρεμιζόταν, κι αν όλος ο κόσμος άδειαζε, θα μένατε εσείς οι δύο. Μοναχικοί και απαραίτητοι, όπως οι νότες απ’ το πιάνο του Ντεμπισί, όπως το φως μες στη θάλασσα.

Ο χτύπος του ρολογιού μες στη σιγή και μια γάτα που τριγυρνάει. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία για κανέναν άλλο, ούτε για τον κόσμο ούτε για το σύμπαν. Μόνο για σας.

Γιατί εκείνη τη στιγμή, γύρω στις τέσσερις το πρωί, ο Ντεμπισί παίζει πιάνο για να χορεύει η Λάνα ντελ Ρέι.

Κι οι νύμφες με τ’ άσπρα μαγιό κρατάνε την ανάσα τους. Η σελήνη ακούγεται να παίζει μουσική όποτε κάνουν έρωτα δυο άνθρωποι.

Κι ίσως την επομένη όλα να ‘ναι αλλιώς, όλα να ‘ναι ποτισμένα από ήλιο και πραγματικότητα. Όμως οι νύχτες ανήκουν σ’ εκείνους που ερωτεύονται, σ’ εκείνους που κολυμπούν γυμνοί, σ’ εκείνους που καταλαβαίνουν ότι το τέλος είναι ένας οργασμός και μια αγκαλιά.

Έτσι ο κόσμος τελειώνει, όχι με έκρηξη, αλλά μ’ έναν στεναγμό.

~~

Κάποιος μύθος λέει ότι ο θεός έφτιαξε πρώτα τη γυναίκα.

Την άφησε να τριγυρνάει στον κήπο του και ξεχάστηκε στις παράξενες σκέψεις του. Έπειτα, κάποια στιγμή που χρονικά δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θυμήθηκε το δημιούργημα του και στράφηκε να δει τι έκανε.

Τη βρήκε να κολυμπάει στον Φίσωνα ποταμό. Είδε τις ανθισμένες ρώγες της, το δέρμα της τσιτωμένο απ’ το κρύο νερό. Είδε τα χέρια της, τα δάκτυλα της, είδε το στόμα της και τη γλώσσα της, είδε τα πόδια της και τους γλουτούς της, είδε και το αιδοίο της μέσα στο νερό.

Και την πόθησε.

Δεν ήταν άντρας ο θεός ούτε και γυναίκα ήταν, δεν είχε φύλο, γιατί δεν είχε σώμα, ήταν καθαρή βούληση, μόνο βούληση. Αλλά σαν είδε την πρώτη γυναίκα θέλησε να συνευρεθεί μαζί της, ν’ αποκτήσει σώμα για να την αγγίξει.

Όπως το θέλησε έτσι κι έγινε. Απέκτησε φύλο, απέκτησε σώμα, απέκτησε θνητότητα. Μα καθόλου δεν τον πείραξε που θα πέθαινε, αρκεί να ένιωθε.

Όμως η γυναίκα δεν ήταν πια εκεί. Ο άντρας κολυμπούσε μόνος του στον Φίσωνα ποταμό.

~~

Τότε ο θεός είδε τον άντρα και τον πόθησε. Δεν ήταν γυναίκα ο θεός ούτε και άντρας ήταν, δεν είχε φύλο, γιατί δεν είχε σώμα, ήταν καθαρή βούληση, μόνο βούληση. Αλλά σαν είδε τον πρώτο άντρα θέλησε να συνευρεθεί μαζί του, ν’ αποκτήσει σώμα για να τον αγγίξει.

Όπως το θέλησε έτσι κι έγινε. Απέκτησε φύλο, απέκτησε σώμα, απέκτησε θνητότητα. Μα καθόλου δεν τον πείραξε που θα πέθαινε, αρκεί να ένιωθε.

Όμως ο άντρας δεν ήταν πια εκεί. Η γυναίκα κολυμπούσε μόνη της στον Φίσωνα ποταμό.

~~

Ο θεός έγινε γυναίκα για ν’ αγγίξει τη γυναίκα. Έγινε άντρας για ν’ αγγίξει τον άντρα. Όμως πάντα έμενε μόνος, ο θεός κι ο άνθρωπος, ο άντρας κι η γυναίκα, να κολυμπάει στον Φίσωνα ποταμό.

Ώσπου η Σελήνη τον λυπήθηκε, έτσι λέει ο μύθος. Κι έφτιαξε τη νύχτα, έφτιαξε τη θάλασσα, έφτιαξε τη μουσική, έφτιαξε το κρασί, έφτιαξε το σεληνόφωτο, έφτιαξε το γέλιο κι ένα μαντήλι που το ‘παιρνε ο αέρας.

Γιατί η βούληση του θεού κι η ομορφιά του ανθρώπου δεν αρκούσε, χρειαζόταν κάτι ακόμα για να σμίξουν.

Κι έχει χιλιάδες μορφές, δέκα χιλιάδες τρόπους, εκατοντάδες χιλιάδες δρόμους για να εμφανιστεί. Αλλά μόνο ένα όνομα: Έρωτας.

Ακούγεται σαν μουσική, έχει την έξαψη του κρασιού, φωτίζει απαλά σαν το κερί, ανατριχιάζει σαν δέρμα που το χαϊδεύουν, γελάει σαν να μην έχει τίποτα να χάσει.

Ο θεός κι ο άνθρωπος έτσι γίναν ταίρι, έτσι μόνο έφτασαν κοντά. Με τον έρωτα.

Έτσι λέει ο μύθος, κι είναι πολλοί που πιστεύουν ότι κάθε μύθος είναι ένας απλός τρόπος να μιλήσεις για όσα οι άνθρωποι δεν μπορούν να πουν.

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/


Από:http://www.nostimonimar.gr/clair-de-lune/

VISION…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

[Σκηνές που Κόπηκαν στο Μοντάζ_7]

ΣΤΟ ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ, εσωτ-νύχτα

Τυπικό, απρόσωπο ενοικιαζόμενο δωμάτιο σε θέρετρο. Ο Χ και η Ψ στο διπλό κρεβάτι, και οι δύο με τα εσώρουχα, ξεσκέπαστοι (λόγω ζέστης). Λευκό σεντόνι. Από πάνω τους περιστρέφεται αργά ένας ανεμιστήρας οροφής. Το παράθυρο ανοιχτό· νύχτα χωρίς φεγγάρι· λίγα φώτα στο βάθος. Το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από το πορτατίφ της Ψ, η οποία διαβάζει Γκράχαμ Γκρην, Το τέλος μιας σχέσης. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα πόδια σταυρωμένα στους αστραγάλους. Ο Χ είναι επίσης ξαπλωμένος ανάσκελα, τα χέρια σε έκταση και τα πόδια σε διάσταση (σαν τον Άνθρωπο του Βιτρούβιου), και κοιτάζει το ταβάνι. Από ένα παλιομοδίτικο ραδιόφωνο που βρίσκεται πάνω στο δικό του κομοδίνο ακούγεται το “Vision” του Peter Hammill.

Χ: Τι εννοεί εδώ ο ποιητής;

Ψ: [Χωρίς να σταματήσει το διάβασμα.] Μμμ;

Χ: Λέει: «I remember losing myself and finding that you’d found me». Τι πά’ να πει αυτό; «Με θυμάμαι να χάνω τον εαυτό μου και ν’ ανακαλύπτω ότι τον είχες βρει εσύ». Δηλαδή;

Ψ: Ίσως να εννοεί ότι εκείνη ήταν που τον επανεφηύρε.

Χ: Τον επανεφηύρε.

Ψ: Ναι. Ότι τον βοήθησε να γίνει αυτό που ήταν και δεν το ’ξερε.

Χ: Βαθύ!

Ψ: Αχά.

Χ: [Μετά από μικρή παύση.] Πού τα μαθαίνετε αυτά; Υπάρχει καμιά μυστική σχολή, κάνα κρυφό σχολειό με ειδίκευση στην επανεφεύρεση εαυτών; Αν και όχι αλλήλων, έτσι;

Ψ: Όρεξη έχεις… Διαβάζω!

Χ: Για μισό. [Ανακάθεται.] Ας υποθέσουμε ότι χάνονται για καιρό και κάποτε συναντιούνται κάπου τυχαία, κι εκείνη του λέει: «Πού χάθηκες, ρε ψυχή;». Τι θα υποθέσει τότε ο άνθρωπος; Θα του φύγει η ψυχή!

Ψ: Παίζεις με τις λέξεις πάλι.

Χ: Μόνο με κείνες που ξέρω. Ζήτημα ανατροφής.

Ψ: Καλά τώρα! Το κακό είναι ότι παίζεις και με τις άγνωστες.

Χ: Λέξεις;

[Η Ψ γυρίζει σελίδα στο βιβλίο της και δεν απαντά.]

Χ: Μόνο οι λέξεις μού έμειναν. Δεν ξέρω άλλο παιχνίδι.

Ψ: Ξέρουν οι λέξεις. Αυτές να ρωτήσεις.

Χ: Φοβάμαι μην απαντήσουν.

[Παύση.]

Χ: Δε σβήνεις το φως;

Ψ: Αν το σβήσω, θα κοιμηθείς;

Χ: [Οριζοντιώνεται ξανά.] Όχι.

Ψ: Τότε;

[Παύση.]

[Κοντινό στα ορθάνοιχτα μάτια του Χ που καρφώνουν το ταβάνι. Γυρίζει αργά το πρόσωπό του  προς το παράθυρο. Το τραγούδι τελειώνει. Η κάμερα ακολουθεί την προέκταση του βλέμματός του και βγαίνει από το άνοιγμα, στο σκοτάδι. Μόνο λίγα φώτα στο βάθος. Fade out.]

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/07/27/vision/