Zucchero – Diamante …


Διαμάντι

Θα αναπνεύσω
τη μυρωδιά στις σιταποθήκες
και την ειρήνη που θα είναι εκεί
για τους αρτοποιούς
βροχή θα είμαι
και βροχή θα είσαι
τα μάτια μου θα είναι η εξήγηση
και θα ανθήσουμε μέσα από τα χιόνια.
Θα μάθουμε να περπατούμε
χέρι με χέρι μαζί να βολτάρουμε
και να είναι Κυριακή.
 –
Θα περιμένω να ανοίξουν οι οινοπαραγωγοί
Θα σου φανώ μεγαλύτερος
θα είσαι μεγαλύτερη
μια νέα απόσταση
θα μας φέρει κοντά
από την κορυφή του ουρανού, Διαμάντι,
στα μάτια μας θα δούμε.
 –
Περνούν μαζί στρατιώτες και νύφες
Χορεύοντας σιγά με κόντρα φωτισμό
πολλαπλασιάζοντας τη φωνή μας
χέρι με χέρι μαζί στρατιώτες και νύφες.
Κυριακή, ημέρα Κυριακή
 –
Κάνε το αργά τα μεγάλα παιδιά δεν κλαίνε
κάνε το αργά τα μεγάλα παιδιά δεν κλαίνε
κάνε το αργά τα μεγάλα παιδιά δεν κλαίνε
 –
Περνούν μαζί στρατιώτες και νύφες
Χορεύοντας σιγά με κόντρα φωτισμό
πολλαπλασιάζοντας τη φωνή μας
περνούν ειρηνικά στρατιώτες και νύφες.
 –
«Delmo, Delmo έλα στο σπίτι …»
____________________________________________________________

ΜΕΝΩ ΕΚΤΟΣ / ΔΥΝΑΤΑ…


DJ της ημέρας, η Ουρανία Σόκαλη

Το 1991 κυκλοφόρησε το Μένω Εκτός, ο πέμπτος δίσκος στη δισκογραφία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και εκείνος που την έκανε πρώτο όνομα. Πρόκειται για σημαντικό δίσκο από πολλές απόψεις.

Καταρχάς, με την εκ των υστέρων γνώση, ο δίσκος αυτός αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των 90s, την επιτομή μιας εποχής, όχι μόνο μουσικά αλλά γενικότερα, ξεκινώντας από την αισθητική του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου, και φτάνοντας στην πολυσυλλεκτικότητα των συντελεστών.

Ο δίσκος περιλαμβάνει 11 τραγούδια. Σε 9 από αυτά οι στίχους είναι της Λίνας Νικολακοπούλου, σε 1 του Θοδωρή Γκόνη και σε άλλο 1 του Γιώργου Ζήκα. Από τα 11 αυτά τραγούδια, τη μουσική σε 3 έχει γράψει ο Χρήστος Νικολόπουλος, σε 2 ο Αντώνης Μιτζέλος, σε άλλα 2 ο Ara Dinkjian, και από 1 οι Νίκος Ξυδάκης, Γιώργος Ζήκας, Zoran Simganovic, ενώ άλλο 1 είναι παραδοσιακό τσιγγάνικο. Είναι φανερό ότι το εύρος των συνθετών είναι τεράστιο: από το λαϊκό τραγούδι στο σύγχρονο ηλεκτρικό και από το παραδοσιακό στο έντεχνο. Όλες οι τάσεις εκπροσωπούνται. Αν υπάρχει ένα συγκολλητικό στοιχείο, αυτό πρέπει να αναζητηθεί στη βασική στιχουργό. Και στην ιδιότυπη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, φυσικά. Αλλά και (εδώ είναι η διαφορά με όσα ξέραμε μέχρι τότε) στον ενορχηστρωτή.

Την ενορχήστρωση έχει κάνει ο Νίκος Αντύπας. Παίζουν οι μουσικοί: Γιάννης Σπάθας (κιθάρα), Αχιλλέας Περσίδης (κιθάρα), Χρήστος Ζέρβας (κιθάρα), Κώστας Παπαδούκας (πλήκτρα), Θύμιος Παπαδόπουλος (κλαρίνο), Τάκης Πατερέλης (σαξόφωνο), Νίκος Αντύπας (κρουστά) και Μιχάλης Κλαπάκης (νταούλι). Η παραγωγή είναι του Νίκου Καραγιάννη και η ηχοληψία του Μπάμπη Μπίρη.

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά μια απουσία: δεν υπάρχει μπουζούκι! Η έμφαση δίνεται στις κιθάρες – και στα κρουστά. Μια δεύτερη (και σημαντικότερη) οι μουσικοί –όλοι τους άριστοι– καλύπτουν επίσης ένα ευρύ μουσικό φάσμα: τζαζίστες, ροκάδες, λαϊκοί, παραδοσιακοί. Τον πρώτο λόγο, πάντως, έχουν οι «ροκάδες» (απαραίτητα τα εισαγωγικά εδώ). Όλοι τους, βέβαια, υπηρετούν το όραμα του ενορχηστρωτή Νίκου Αντύπα, ο οποίος μπορεί να ξεκίνησε ως ντραμίστας σε ροκ συγκροτήματα, αλλά έχει παίξει τα πάντα και με τους πάντες.

Ως ενορχηστρωτής, ο Αντύπας αποφάσισε να αφήσει έξω το μπουζούκι. Ο ήχος που είχε στο μυαλό του (και τον οποίο υπερασπίστηκε στη συνέχεια σε αρκετές δουλειές) πατούσε μεν σε δύο βάρκες (Ανατολή-Δύση), αλλά επιζητούσε να φτάσει χωρίς καπελώματα σε εκείνο fusion που έχει καταντήσει το Ιερό Δισκοπότηρο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Τα κατάφερε; Κρίνοντας από την εμπορική επιτυχία του συγκεκριμένου δίσκου, ναι, τα κατάφερε. Ο δίσκος άρεσε σε εκείνους που έπρεπε: στους έχοντες τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη – δηλαδή, στους νέους. Οι πιουρίστες (ροκάδες και λαϊκοί) αδιαφόρησαν. Αυτό όμως μικρή σημασία είχε: οι καιροί είχαν αλλάξει. Οι κολλημένοι σε ένα είδος ήταν out. Η νέα εποχή δεν συμπαθούσε τα στεγανά. Τα σύνορα κατέρρεαν, οι πάντες ήταν παιδιά του ίδιου θεού, όλα ήταν δυνατά. Παγκοσμιοποίηση (έστω μονόπαντη). Ευημερία (έστω επίπλαστη). Καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο (έστω – άσ’ το). Fusion!

Τώρα, βέβαια, ξέρουμε ότι εκείνη η περίοδος ήταν μια φούσκα (σαν εκείνες του χρηματιστηρίου). Έπρεπε όμως να σκάσει στα μούτρα μας για το καταλάβουμε. (Αν υποθέσουμε ότι έχουμε καταλάβει ακόμα και τώρα…)

Να επιστρέψω όμως στο Μένω Εκτός για να κλείσω. Η πρόταση του Αντύπα για τον δρόμο που θα μπορούσε να ακολουθήσει το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι ήταν σαφής και η ανταπόκριση που είχε στον κόσμο κάθε άλλο παρά αμελητέα. Στην πορεία, όπως συμβαίνει συνήθως, η ιδέα ξέφτισε γιατί την φόρτωσαν με πολλά λούσα κι έτσι έχασε την ουσία της. (Όπως και τα 90s – όλα εξηγούνται.) Η νόμιμη ταυτότητα του ελληνικού τραγουδιού στον 21ο αιώνα εξακολουθεί να αναζητείται. Σήμερα ακούγονται τα πάντα – και δεν ακούγεται (σχεδόν) τίποτα.

Παρ’ όλα αυτά, το 1991 το Μένω Εκτός άρεσε πολύ ως σύνολο και έβγαλε ουκ ολίγες επιτυχίες (που ακούγονται ακόμα· και αυτό κάτι σημαίνει – για να μην πω ότι αυτό είναι το μόνο που τελικά σημαίνει κάτι). Η μεγαλύτερη νομίζω πως ήταν το «Δυνατά». Αν έπρεπε να διαλέξω ένα και μόνο τραγούδι για να «ντύσω» την ελληνική δεκαετία του ’90, αυτό θα διάλεγα.

Η σύνθεση είναι του Ara Dinkjian, ενός Αμερικανο-Αρμένη που ήταν η ψυχή ενός (περίπου) τζαζ κουαρτέτου που λεγόταν Night Ark. Ο καλύτερος δίσκος τους είναι το Picture (1986). Εκεί βρίσκονται τα δύο πιο γνωστά τους κομμάτια, το «Picture» και –κυρίως– το «Homecoming». Με τους στίχους της Νικολακοπούλου και τη διασκευή του Αντύπα, το πρώτο έγινε το «Μένω Εκτός» του τον ομώνυμου δίσκου, και το δεύτερο το εμβληματικό «Δυνατά».

Τα δύο τραγούδια ανοίγουν τις δύο πλευρές του δίσκου της Αρβανιτάκη, ενώ οι δύο συνθέσεις, από τις οποία προήλθαν, κλείνουν τις δύο πλευρές του δίσκου των Night Ark (αυτά για τη σημειολογία του πράγματος). Ας τα ακούσουμε ζευγαρωτά, διασκευές κι αυθεντικά.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2018/03/02/homecoming/

Ροκ εντ ρολ: έτσι άρχισαν όλα…


Άλλη μια Παρασκευή και, όπως σωστά μαντέψατε, δεν έχω διάθεση να κουβεντιάσω ούτε για πολιτικά ούτε για οικονομικά θέματα. Κι ενώ αναρωτιόμουν για ποιο πράγμα θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε σήμερα, μου ήρθε να σας κάνω μια ερώτηση, μιας και αύριο στα «Σαββατιάτικα» σκέφτομαι να ακούσουμε ένα σημαντικό ροκ άλμπουμ: γνωρίζετε πότε και από ποιον γεννήθηκε το ροκ εντ ρολ; 

Υποθέτω ότι οι εννιά στους δέκα θα απαντήσετε ότι το ροκ εντ ρολ γεννήθηκε το 1955 από τον Bill Haley και το πασίγνωστο «Rock around the clock«, έτσι δεν είναι; Θα κάνετε λάθος. Ας πιάσουμε, λοιπόν, την ιστορία από την αρχή και είμαι σίγουρος ότι θα την βρείτε ενδιαφέρουσα.

O Wild Bill Moore και το σινγκλ με το οποίο άρχισαν όλα.

Πάμε πίσω, στα 1947, στην απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Ο τριαντάχρονος σαξοφωνίστας της τζαζ William Moore (γνωστός ως Wild Bill Moore), αφήνει το Λος Άντζελες, όπου δούλευε επί 2-3 χρόνια με μεγάλους καλλιτέχνες (Big Jow Turner, Slim Gaillard κλπ) και επιστρέφει στην γενέτειρά του, το Ντητρόιτ, για να φτιάξει την δική του μπάντα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς, ο Wild Bill Moore ηχογραφεί στην Savoy Records ένα τραγούδι με πρωτόγνωρο ήχο και παράξενο τίτλο: «We’re Gonna Rock, We’re Gonna Roll«.

Παρένθεση. Το δισκάκι κάνει απρόσμενα υψηλές πωλήσεις και ο νέος ρυθμός που προτείνει ο Moore ξετρελαίνει την νεολαία, προκαλώντας τις αντιδράσεις του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, που δεν μπορεί να βλέπει τους νέους να χορεύουν σαν δαιμονισμένοι. Ειδικά με ένα δισκάκι που έχει τον αριθμό παραγωγής του τυπωμένο ζωηρά πάνω του: 666. Είναι προφανές ότι αυτή η μουσική είναι του σατανά. Κλείνει η παρένθεση.

Στην μπάντα τού Bill Moore κάνει φωνητικά ο μεγάλος Scatman Crothers, ο οποίος ηχογραφούσε τότε στην Modern Records. Για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία τού Moore, η Modern συμφωνεί με τον δημιουργό να κυκλοφορήσει μια άλλη εκτέλεση του κομματιού με ερμηνευτή τον Crothers. Ο Moore δέχεται και η Modern κυκλοφορεί το δισκάκι με αριθμό 674 και με τον αρχικό μακρύ τίτλο αρκετά συντομευμένο: «Rock and Roll». Στις 12 Ιουλίου 1951, ο μουσικός παραγωγός Alan Freed παρουσιάζει το κομμάτι από την εκπομπή του «Moon Dog House» στο ραδιόφωνο του Κλήβελαντ, συνοδεύοντάς το με το εξής σχόλιο: «Boy, there’s a real rockin’ thing to get us off and rollin’!». Από λάθος, όμως, ο Freed παίζει το δισκάκι τής Savoy αντί για εκείνο της Modern. «They are both Rock and Roll», δικαιολογήθηκε ο Freed. Αυτό ήταν! Η καινούργια μουσική πρόταση απέκτησε όνομα: Rock and Roll.

Φτάνουμε στα τέλη τού 1952. Ο Max Freedman με τον Games Myers γράφουν ένα τραγουδάκι με τίτλο «Dance around the clock» αλλά σκέφτονται ότι το clock πάει καλύτερα με το rock, οπότε αλλάζουν τον τίτλο σε «Rock around the clock». Ο Bill Haley το ακούει και θέλει να το ερμηνεύσει αλλά η εταιρεία του αρνείται την ηχογράφηση. Έτσι, το κομμάτι καταλήγει στους Sunny Dae and the Knights και περνάει απαρατήρητο από τον κόσμο.

Το 1954, ο Haley αλλάζει εταιρεία και ο Myers του ξαναδίνει το κομμάτι. Η νέα εταιρεία τού κλείνει για τρεις ώρες στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσει το «Thirteen women» με φλιπσάιντ το «Rock around the clock». Οι δυόμισυ ώρες ξοδεύονται για την ηχογράφηση του πρώτου κομματιού. Στο μισάωρο που απομένει, ο Haley και οι Comets του προλαβαίνουν να γράψουν μόνο δυο φορές το φλιπσάιντ. Το δισκάκι κυκλοφορεί αλλά δεν γνωρίζει επιτυχία.

Την επόμενη χρονιά, ο Myers έχει την φαεινή ιδέα να παραχωρήσει το «Rock around the clock» για το μουσικό ντύσιμο της -κλασσικής πλέον- ταινίας «Η ζούγκλα τού μαυροπίνακα», η οποία έχει ως θέμα την παραβατική συμπεριφορά των μαθητών. Αυτό ήταν! Το κομμάτι αγκαλιάζεται από τους νέους, οι οποίοι κατά την προβολή τής ταινίας χορεύουν πάνω στα καθίσματα και προκαλούν ζημιές στους κινηματογράφους. Οι βανδαλισμοί υπό τους ήχους τού κομματιού επεκτείνονται και εκτός των αιθουσών, με αποτέλεσμα η ταινία να λογοκριθεί σε πολλές χώρες ενώ αποβάλλεται και από το φεστιβάλ τής Βενετίας.

Κλήβελαντ, 20/10/1955: Bill Haley και Elvis Presley σε κοινή συναυλία στο Brooklyn High School Auditorium

Παρά τις απαγορεύσεις, η εταιρεία επανακυκλοφορεί το σινγκλάκι, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τον ντόρο. Πράγματι, αυτή την φορά οι πωλήσεις σπάνε ρεκόρ και το κομμάτι πάει στο Νο 1 των ΗΠΑ, όπου μένει για οκτώ βδομάδες. Ήταν απίστευτο αλλά χάρη στο ροκ εντ ρολ ο ήδη τριαντάρης και εμφανισιακά μπούλης Bill Haley κατάφερε να γίνει ο εκφραστής τής επαναστατικότητας μιας νέας γενιάς, η οποία πολύ σύντομα θα ανακάλυπτε τον κορυφαίο ερμηνευτή αυτής της μουσικής. Έναν -άσημο ακόμη- νεαρό από το Τουπέλο τού Μισσισσιπή, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει το πρώτο του σινγκλ, το «My happiness«, στις 18/7/1953. Το όνομά του: Elvis Presley.

____________________________________________________________

WOLF ALICE IS COOL …


Εδώ και περίπου δυο χρόνια (ίσως και κάτι λιγότερο) ακούω έναν συγκεκριμένο δίσκο σχεδόν σε repeat, on and off, τον οποίο είχα επιλέξει να μην τον μοιραστώ με κανέναν. Ήταν κάτι δικό μου, που ξεκίνησε με μια τυχαία ανακάλυψη ενός και μόνο τραγουδιού που με ώθησε να ψάξω κι άλλο για την προέλευσή του. Στη συνέχεια, βρήκα όλο το άλμπουμ και λίγο αργότερα είχα ερωτευθεί με τον ήχο των δημιουργών του. Ήθελα τόσο να μιλήσω για αυτό το συγκρότημα, όμως ήξερα πως ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για αυτούς ακόμα. Αλλά τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και δε θα μπορούσε να γίνει αυτή η ανάρτηση σε καλύτερη χρονική στιγμή.

wolf-alice-portrait-1-1

Ο λόγος για μια νέα, άκρως αναζωογονητική μπάντα που ακούει στο όνομα Wolf Alice. Σε μερικούς παρατηρητικούς, το όνομα, και κυρίως ο ήχος, μπορεί να θυμίζει κάτι, αλλά να μην ξέρουν τι ακριβώς. Μην ανησυχείτε όμως, για αυτό είμαστε εδώ.

Οι Wolf Alice λοιπόν, είναι συγκρότημα από το Λονδίνο, που ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα το 2010 (πρώτα ως ντουέτο και ύστερα ως κουαρτέτο από το 2012 μέχρι σήμερα) και μέχρι στιγμής έχει αποκτήσει πλειάδες θαυμαστών σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του αποτελούν οι Ellie Rowsell (τραγούδι, κιθάρα, πλήκτρα που και που), Joff Oddie (κιθάρα, που και που βιολί και λίγο πλήκτρα και φωνή), Theo Ellis (μπάσο και λίγο πλήκτρα/φωνή) και Joel Amey (ντραμς και λίγο πλήκτρα/φωνή). Το όνομά τους προέρχεται από την ομώνυμη ιστορία της Angela Carter, στο βιβλίο της The Bloody Chamber. Στο δυναμικό τους έχουν δύο στούντιο άλμπουμ, My Love Is Cool (2015) και Visions Of A Life (2017), καθώς επίσης και 2 EPs και 13 singles.

Ο ήχος τους χαρακτηρίζεται ως alternative rock, με στοιχεία indie, shoegaze και grunge, ενώ η επιρροή του παλιού, καλού και κλασικού 90΄s rock αναδίδει ένα αίσθημα νοσταλγίας στον ακροατή, αφού είναι σπάνιο να βρει κανείς ένα τόσο πετυχημένο κράμα μεταξύ της δοκιμασμένης από πολλούς πια ροκ συνταγής και της φρεσκάδας που προέρχεται από την ανατροπή των κανόνων που προσδιορίζουν το «πιασάρικο».

Και τώρα που τους γνωρίσαμε, ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: Τι μας θυμίζουν? Η απάντηση απλή. Μεταξύ της μουσικής τους παρουσίας σε επεισόδια διαφόρων τηλεοπτικών σειρών, αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη έκθεσή τους ήρθε με το T2: Trainspotting, όπου το τραγούδι τους Silk συμπεριλαμβανόταν στο τρέιλερ της ταινίας, καθώς και στο τέλος της. Αν έχετε δει, λοιπόν την ταινία, από εκεί μάλλον τους ξέρετε. Αν δεν έχετε δει την ταινία, κακώς, να πάτε γρήγορα να την δείτε. Μετά να αγοράσετε το My Love Is Cool από το Itunes, Spotify, Google Play ή όπου αλλού το βρείτε, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε CD, και αν σας αρέσει (που μάλλον θα σας αρέσει), αγοράστε και το νέο τους άλμπουμ Visions Of A Life, και φροντίστε μέχρι το καλοκαίρι να έχετε μάθει όσα πιο πολλά τραγούδια μπορείτε, διότι….

ΕΡΧΟΝΤΑΙ!!! Στο Eject Festival φέτος 23 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού! Μαζί τους θα είναι και άλλα θρυλικά ονόματα όπως Nick Cave And The Bad Seeds, Editors και άλλοι! Θα είναι σίγουρα μία αξέχαστη εμπειρία!

_____________________________________________________________

Black Sabbath: War Pigs…


 

Στρατηγοί συγκεντρωμένοι σε μάζες

Όπως ακριβώς οι μάγισσες μαζεύονται στις μαύρες λειτουργίες
Σατανικά μυαλά που σχεδιάζουν την καταστροφή
Μάγοι της κατασκευής του θανάτου
Στα πεδία καίγονται τα σώματα,
Καθώς η μηχανή του πολέμου συνεχίζει να περιστρέφεται
Θάνατος και έχθρα στην ανθρωπότητα
Που δηλητηριάζει τα μυαλά που έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου. Θεέ μου, ναι
 –
Οι πολιτικοί κρύβονται
Εκείνοι μόνο τον άρχισαν τον πόλεμο
Γιατί θα πρέπει να βγούνε να παλέψουνε?
Το αφήνουν αυτό για τους φτωχούς
 –
Ο χρόνος θα δείξει στα μυαλά της εξουσίας
Που κατασκευάζουν πολέμους για πλάκα,
Που μεταχειρίζονται τους ανθρώπους σαν τα πιόνια στο σκάκι. Περιμένετε να έρθει η μέρα της κρίσεως
 –
Τώρα στο σκοτάδι ο κόσμος σταματάει να γυρίζει
Τα σώματα που καιγόντουσαν γίνανε στάχτη
Δεν έχουν πια την δύναμη τα γουρούνια πολέμου
Το χέρι του Θεού έπληξε την ώρα
Ο Θεός καλεί την ημέρα της κρίσεως
Στα γόνατα μπουσουλάνε τα γουρούνια πολέμου
Ικετεύοντας για έλεος για τις αμαρτίες τους
Ο σατανάς γελάει και ανοίγει τα φτερά του
Θεέ μου, ναι
 –
Generals gathered in their masses

Just like witches at black masses

Evil minds that plot destruction

Sorcerers of death’s construction

In the fields the bodies burning

As the war machine keeps turning

Death and hatred to mankind

Poisoning their brainwashed minds

Oh lord yeah!

 

Politicians hide themselves away

They only started the war

Why should they go out to fight?

They leave that role to the poor

 

Time will tell on their power minds

Making war just for fun

Treating people just like pawns in chess

Wait ’til their judgement day comes

Yeah!

 

Now in darkness world stops turning

Ashes where the bodies burning

No more war pigs have the power

Hand of God has struck the hour

Day of judgement, God is calling

On their knees the war pig’s crawling

Begging mercy for their sins

Satan laughing spreads his wings

Oh lord yeah!

Songwriters: MICHAEL BUTLER, OZZY OSBOURNE,TONY IOMMI, WILLIAM WARD


http://lyricstranslate.com/el/war-pigs-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85.html


Aπό:https://praxisreview.gr/black-sabbath-war-pigs/

SEEING BLACK…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Ο Vic Chesnutt γεννήθηκε το 1964 και αυτοκτόνησε το 2009. Στο ενδιάμεσο πρόλαβε και κυκλοφόρησε 17 δίσκους – χώρια οι συμμετοχές και οι συνεργασίες. Καθόλου άσχημα, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες.

Στα 18 του, ένα τροχαίο τον καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα για το υπόλοιπο της ζωής του. Μετά τις θεραπείες, μπορούσε να παίζει πάλι κιθάρα – τα στοιχειώδη βέβαια. Έγραφε τραγούδια, τα ηχογραφούσε, το πάλευε.

Πέθανε τα Χριστούγεννα του 2009 από υπερβολική δόση μυοχαλαρωτικών. Λίγες βδομάδες πριν, στην τελευταία του ραδιοφωνική συνέντευξη, παραδέχτηκε ότι είχε αποπειραθεί τρεις-τέσσερις φορές να αυτοκτονήσει. Στην ίδια συνέντευξη είχε πει ότι χρωστούσε ήδη 50 χιλιάδες δολάρια για ιατρικά έξοδα γιατί, ως παραπληγικός, δεν τον ασφάλιζε κανείς και συνεπώς τα νοσήλια βάρυναν τον ίδιο. Ανέβαλε, είπε, επί έναν χρόνο μία κρίσιμη εγχείρηση γιατί δεν την άντεχαν τα οικονομικά του. Και κατέληγε: «And, I mean, I could die only because I cannot afford to go in there again. I don’t want to die, especially just because of I don’t have enough money to go in the hospital.» Θλιβερό.

Δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλά πέθανε. Από αξιοπρέπεια.

Δύο χρόνια μετά την «εθελούσια έξοδο» του Vic Chesnutt, η Lucinda Williams έγραψε ένα τραγούδι, το «Seeing Black», αφιερωμένο στη μνήμη του. Βρίσκεται στον δίσκο Blessed (2011). Στην κιθάρα ο Elvis Costello (όπως δεν τον έχουμε συνηθίσει).

Παραθέτω και τους στίχους, γιατί είναι από τους ωραιότερους που έχουν γραφτεί με θέμα την αποδοχή (ή την προσπάθεια αποδοχής) της απώλειας. Η Lucinda δεν κρίνει την απόφαση του Vic να ξεμπερδέψει μιας για παντός με τη ζωή που του ’λαχε. Απλώς του κάνει διάφορες ερωτήσεις – και απαντήσεις δεν παίρνει. Ο Vic δεν είχε απαντήσεις – και τώρα πια δεν έχει ούτε ερωτήσεις. Στην περίπτωσή του, το ιππικό έφτασε αργά. Άμα τη αφίξει τους, οι φίλοι αφίππευσαν και περιφέρονταν αμήχανοι. Συμβαίνει. Θα τον θυμούνται, βέβαια. Και τραγούδια θα του γράφουν. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Το τέλος αφορά άμεσα μόνο εκείνον που δεν μπορεί να πει τίποτα γι’ αυτό. Το τέλος μάς ειρωνεύεται μέχρι τέλους.

Seeing Black

How did you come up with a day and time
You didn’t tell me you’d changed your mind
How could I have been so blind
I didn’t know you’d changed your mind

When you made the decision to get off this ride
Did you run out of places to go and hide
Did you know everybody would be surprised
When you made the decision to get off this ride

When you made the decision to jump ship
Once and for all lose your grip
Did you wax the deck to make it easier to slip
When you made the decision to jump ship

When did you start seeing black
Was it too much good you felt you lacked
Was it too much weight on you back
When did you start seeing black

When did you start seeing red
Did you see me standing over your bed
Did you hear anything I said
When did you start seeing red

When did you start seeing white
Tell me baby what was it like
Was it when you received your last rites
When did you start seeing white

Did you use a compass to get out of this place
Did you ever hear my voice, did you see my face
Did you finally get tired of running the race
Did you use a compass to get out of this place

Did you feel your act was a final truth
The dramatic ending of a misspent youth
Did you really feel you had all the proof
Did you feel your act was a final truth

Was it hard to finally pull the plug
Was it hard to receive that final hug
Did evil triumph over love
Was it hard to finally pull the plug

When did you start seeing black
Was it too much good you felt you lacked
Was it too much weight on you back
When did you start seeing black

When did you start seeing red
Did you see me standing over your bed
Did you hear anything I said
When did you start seeing red

When did you start seeing white
Tell me baby what was it like
Was it when you received your last rites
When did you start seeing white

* * *


Από:https://dimartblog.com/2018/02/06/seeing-black/

Η εν ζωή ταρίχευση του Μίκη Θεοδωράκη ως αυτοκτονία-αυτογένεση…


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου Στον κόσμο των αυθεντικών είμαστε όλοι ξένοι, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2007. Ο τίτλος με τον οποίο εμφανίζεται εδώ είχε χρησιμοποιηθεί λίγο νωρίτερα σε μία πρώτη μορφή του κειμένου που προοριζόταν να δημοσιευθεί σε κάποιο ηλεκτρονικό περιοδικό.

 

  1. Ο άνθρωπος που έγινε ορχήστρα

To Σαββατοκύριακο 15 και 16 Ιουλίου 2006, ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μετέβη στη Χίο για να πάρει μέρος σε σειρά εκδηλώσεων με τίτλο «Θεοδωράκεια». Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» και σε αυτές εμφανίστηκε η λαϊκή ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» η οποία έπαιξε έργα Μίκη Θεοδωράκη. Επίσης, ο Δήμαρχος Μάρκος Μεννής ανακοίνωσε τη σύσταση παιδικής χορωδίας του Δήμου Χίου, η οποία θα φέρει το όνομα «Μίκης Θεοδωράκης». Tέλος, κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων απονεμήθηκε το βραβείο «Μίκης Θεοδωράκης» του οποίου νικητής ήταν ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Παραλαμβάνοντας το βραβείο, ο τιμώμενος δήλωσε: «είμαι πολύ συγκινημένος διότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση για το συνθέτη, του οποίου το όνομα φέρει το βραβείο, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παγκοσμίως συνθέτης του 20ού αιώνα, μια μοναδική προσωπικότητα, ένας από αυτούς τους ευλογημένους, που εμφανίζονται σπανίως ανά τους αιώνες των αιώνων, και διότι με το βραβείο αυτό η ελληνική πολιτεία επιτέλους αρχίζει να ξεπληρώνει ένα μικρό μέρος από το χρέος το οποίο έχει απέναντί μου».

 

Ίσως ο αναγνώστης θεωρήσει ότι η παραπάνω είδηση είναι πλαστή.

Όντως είναι. Αυτό όμως ισχύει μόνο καθόσον αφορά τη δεύτερη παράγραφο. Όσα αναφέρονται στην πρώτη είναι ακριβή μέχρι κεραίας, και έχουν δημοσιευθεί στον ελληνικό τύπο.

 

Ακόμη όμως και για τη δεύτερη παράγραφο, το να πούμε απλώς ότι είναι «ψευδής» δεν εξαντλεί το ζήτημα σχετικά με το «καθεστώς αλήθειας» που την διέπει. Διότι το περιεχόμενό της εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη σχέση με την αλήθεια. Η φράση εντός εισαγωγικών μπορεί να μην αποτελεί δήλωση του Θεοδωράκη κατά τη βράβευσή του, πλην όμως αποτελεί αυτοσχέδιο συνδυασμό λόγων που όντως έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν (και πιθανότατα θα ξαναδιατυπωθούν στο μέλλον) είτε από τον ίδιο, είτε από την κόρη του Μαργαρίτα[1].

Άρα, μολονότι είναι ψευδές ότι ο Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον εαυτό του ευλογημένο κατά την απονομή του βραβείου, είναι όμως μάλλον αληθές ότι αυτό ακριβώς πιστεύει. Και πάντως είναι γεγονός ότι, χωρίς καμία αίσθηση του γελοίου, δέχθηκε να τιμηθεί με ένα βραβείο το οποίο φέρει το όνομά του.

Πράγμα που αναμφίβολα αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Διότι δεν είναι σπάνιο να θεσπίζονται βραβεία με το όνομα κάποιου επιφανούς ή απλώς πλούσιου προσώπου. Ωστόσο, τα βραβεία αυτά κατά κανόνα αρχίζουν να απονέμονται μετά το θάνατο του εν λόγω προσώπου. Εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον, δεν έχει ποτέ συμβεί να τιμηθεί με το βραβείο «Τάδε Ταδόπουλος» ο ίδιος ο Τάδε Ταδόπουλος. Π.χ. ο Άλφρεντ Νόμπελ δεν πήρε ο ίδιος το βραβείο Νόμπελ, ούτε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν πήρε το βραβείο Λένιν.

Ο Θεοδωράκης όμως είναι υπεράνω και δεν καταδέχεται τέτοιες ψεύτικες μετριοφροσύνες.

 

2. «Αυτή η εσωστρέφεια μας θέλει χωριστά»

Οι Τσοπάνα rave, στο τραγούδι τους «Μουτοχαπεί», σκηνοθετούν μια ανάλογη κατάσταση απόλυτης μεγαλομανίας, την κατάσταση μιας αυτοαναφορικότητας τόσο αχόρταγης που καταπίνει ολόκληρο τον εξωτερικό κόσμο –αλλά αυτοί βέβαια κάνουν απλώς πλάκα. Ωθώντας στις ακραίες λογικές/ παράλογες συνέπειές της αυτή τη βασική ιδέα, παράγουν μια αίσθηση καρικατούρας ή παραδόξου, η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι το ίδιο γραμματικό «εγώ» παίζει όλους τους ρόλους, άρα το υποκείμενο είναι πάντοτε ταυτόχρονα και αντικείμενο. Έτσι, μέσα από τον αναδιπλασιασμό, ο ολοκληρωτικός αυτισμός καταλήγει να συμπίπτει με την ολοκληρωτική σχιζοφρένεια –ή το αντίστροφο.

 

 

Το τραγούδι αυτό μας δείχνει επιτελεστικά γιατί «ο τέλειος αυτοερωτισμός είναι θάνατος»[2]: με τον απόλυτο διχασμό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη ενοποίηση του υποκειμένου (και του υποκειμένου με τον κόσμο), καταργούνται εδώ τα όρια ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, τις ερωτικές και τις επιθετικές ενορμήσεις, την επιθυμία και το νόμο, τη ζωή και το θάνατο.

 

Ο Μαρξ, παραφράζοντας τον Χέγκελ, έλεγε ότι οι τραγωδίες συχνά επαναλαμβάνονται ως φάρσες[3]. Ο Θεοδωράκης, παραφράζοντας εμπράκτως και άθελά του την τραγουδιστική φάρσα των Τσοπάνα rave, παράγει μία παρωδία της παρωδίας τους, μια επανάληψή της στην «πραγματική ζωή» η οποία είναι πραγματικά στα όρια της τραγωδίας –αν όχι του μεταφυσικού θρίλερ. (Άλλωστε, ακόμα και ετυμολογικά, η παρ-ωδία είναι εύλογο να καταλήγει σε παρατράγουδα).

Το τραγικό στοιχείο συνίσταται σε αυτή την αιμομικτική κατάσταση στην οποία συγχέονται ανεπανόρθωτα οι ρόλοι. Στη γνωστή τραγωδία του Αισχύλου, από την ύβρη της επαφής του ήρωα με τη μητέρα του γεννιούνται μία σειρά πρόσωπα για τα οποία δεν ξέρουμε ακριβώς να πούμε τι είδους υποκείμενα είναι, ποια θέση καταλαμβάνουν μέσα στους κώδικες της συγγένειας –διότι ακριβώς καταλαμβάνουν περισσότερες της μίας θέσεις: είναι ταυτόχρονα παιδιά και εγγόνια, αδελφοί και θείοι … Με την αυτοβράβευση του Θεοδωράκη, και γενικά με την ολοκληρωτική στράτευση και απορρόφηση τόσο του ίδιου όσο και των απογόνων του[4] στον υπέρτατο στόχο της αποθέωσής του, αναπόφευκτα καταλήγουμε σε μια ανάλογη ύβρη η οποία καταργεί την απόσταση μεταξύ των όρων, δεν τους αφήνει χώρο να αναπνεύσουν και τους πνίγει· έτσι, οδηγούμαστε σε μια ανάλογη κατάρρευση του νοήματος όπου δεν ξέρουμε πλέον ποιος είναι ποιος. Έχουμε μπροστά μας έναν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) άνθρωπο-ορχήστρα ο οποίος θέλει να διαιωνίσει την ύπαρξή του θανάτω θάνατον πατήσας, καθιστάμενος ο ίδιος κληρονόμος του εαυτού του, δίνοντας ο ίδιος ένα δώρο στον εαυτό του, λέγοντας επιτελεστικά στον εαυτό του αυτό που έλεγε παλιότερα, σε στίχους του Κώστα Ψυχογιού και στο ύφος του ελαφρολαϊκού κιτς της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Φλωρινιώτης:

 

Μεγάλε

είσαι ο πρώτος, μεγάλε

μετά από σένα το χάος,

μετά το χάος πάλι εσύ.

 

Και η τραγωδία ευλόγως καταλήγει σε μια αντεστραμμένη επανάληψη της «Αντιγόνης»: εκεί, ένας νεκρός πρέπει να μείνει άταφος. Εδώ, ένας ζωντανός πρέπει να ταφεί.

Η ταφή αυτή δεν είναι λιγότερο πραγματική εκ του γεγονότος ότι ο ήρωας θάβεται κάτω από τόνους ύμνων, παρασήμων, ομιλιών, συνεδρίων, τιμητικών τόμων, δίσκων και συναυλιών. Όλα αυτά δεν αναιρούν –το αντίθετο μάλιστα- το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο ενδιαφερόμενος, και η ζωή του, καθίστανται μουσειακό έκθεμα, δηλαδή εκ-τίθενται, τίθενται εκτός (της ζωής, του φυσικού κύκλου της δημιουργίας και της φθοράς). Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά –εφόσον ήδη έχει ιδρυθεί στη Ζάτουνα της Αρκαδίας το «Μουσείο Θεοδωράκη» με την ενθουσιώδη συμμετοχή και παρουσία του ενδιαφερομένου. Φαίνεται ότι η προϋπόθεση για να παραμείνει στη ζωή είναι να τεθεί κατά έναν τρόπο εκτός αυτής, να «παγώσει».

Γι’ αυτό λοιπόν μίλησα παραπάνω για «μεταφυσικό θρίλερ»: αυτό συνίσταται στο φαραωνικό, σχεδόν μακάβριο θέαμα, να ταριχεύεται κάποιος επιφανής προκειμένου να απολαύσει ήδη εν ζωή τιμές τεθνεώτος, να ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά, και σε πολλαπλή επανάληψη, τον επικήδειό του.

bdr

[1] Σε συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία, 19.11.2006.

[2] Αριστείδη Μπαλτά, Φιλοξενώντας τον Ζακ Ντεριντά … Στο περιθώριο επιστήμης και πολιτικής, Εκκρεμές, Αθήνα 1999, σ. 28.

[3] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σ. 15.

[4] Στην προαναφερθείσα συνέντευξή της, η Μαργαρίτα Θεοδωράκη, απαντώντας στην ερώτηση αν τα παιδιά της θα «κληρονομήσουν» τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης», απάντησε: «Ηδη βρίσκονται πολύ κοντά μου και οι τέσσερις». Στη συνέχεια, αφού εξήγησε αναλυτικότερα πώς η επόμενη από αυτήν γενιά συμμετέχει στην προσπάθεια προβολής του έργου τού «μεγαλύτερου συνθέτη των αιώνων», διερωτήθηκε ρητορικά και μεγαλοφώνως, ίσως με μία δόση ασυνείδητης ειρωνείας: «αν το νέο αίμα δεν έρθει από την οικογένεια Θεοδωράκη, από πού θα έρθει;».