Bruce Springsteen-No surrender (Μην παραδίνεσαι)…


Δεν μπορείς να ανάψεις μια φωτιά ανησυχώντας για τον μικρό σου κόσμο που καταρρέει· ούτε μπορείς την ανάψεις χωρίς έναν σπινθήρα…
Ένας κάποιος σπινθήρας, πάλι, εμφανίζεται σ’ ένα ποίημα που γράφει κάποιος οδηγός λεωφορείου, ονόματι Paterson, στο Paterson, κάπου στο New Jersey. Αλλά και η σκούφια του Springsteen από εκεί κρατάει. Ο δε πατέρας του ήταν οδηγός λεωφορείου.
Τί σύμπτωση!
Αρχίζοντας από μια Δευτέρα… No retreat, no surrender.
(Μην παραδίνεσαι)
Λοιπόν, βγήκαμε από την τάξη,
Έπρεπε να φύγουμε μακριά από αυτούς τους ανόητους.
Μάθαμε περισσότερα από ένα δίσκο 3 λεπτών, μωρό μου,
Απ΄ότι μάθαμε ποτέ στο σχολείο
 –
Απόψε ακούω τον ήχο του ντράμερ της γειτονιάς
Νιώθω την καρδιά μου που αρχίζει να χτυπάει ρυθμικά
Λες ότι είσαι κουρασμένη και ότι θέλεις να κλείσεις τα μάτια σου
Και ακολούθα τα όνειρά σου
 –
Λοιπόν, δώσαμε μια υπόσχεση που ορκιστήκαμε να θυμόμαστε πάντα
Μην υποχωρείς, μην παραδίνεσαι
Σαν στρατιώτες στη χειμωνιάτικη μάχη
Με έναν όρκο να υπερασπιστούν
Μην υποχωρείς, μωρό μου, μην παραδίνεσαι
 –
Λοιπόν, τώρα τα νέα πρόσωπα γίνονται λυπημένα και γερασμένα
Και οι καρδιές από φωτιά γίνονται κρύες
Ορκιστήκαμε να είμαστε αδέρφια εξ αίματος ενάντια στον άνεμο
Και είμαι έτοιμος να ξαναγίνω νέος
 –
Και ακούω τη φωνή της αδερφής σου να μας καλεί στο σπίτι
Απέναντι από τις ανοιχτές αυλές
Λοιπόν ακόμα κι εμείς μπορούμε να βρούμε ένα δικό μας μέρος
Με αυτά τα ντραμς και αυτές τις κιθάρες
 –
Επειδή δώσαμε μια υπόσχεση που ορκιστήκαμε να θυμόμαστε πάντα
Μην υποχωρείς, μωρό μου, μην παραδίνεσαι
Αδέρφια εξ αίματος σε μια καλοκαιρινή νύχτα
Με έναν όρκο να υπερασπιστούμε,
Μην υποχωρείς, μωρό μου, μην παραδίνεσαι
 –
Χα α α α α α α
Χα α α α α α α
– 
Τώρα έξω στους δρόμους απόψε τα φώτα γίνονται σκοτεινά
Και οι τοίχοι του δωματίου μου κλείνουν
Αλλά είναι ωραίο να βλέπω το χαμογελαστό σου πρόσωπο
Και να ακούω ξανά τη φωνή σου.
– 
Τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε στο λυκόφως
Κοντά στην κοίτη του ποταμού
Με μια ορθάνοιχτη χώρα στις καρδιές μας
Και αυτά τα ρομαντικά όνειρα στα χέρια μας
 –
Επειδή δώσαμε μια υπόσχεση που ορκιστήκαμε να θυμόμαστε πάντα
Μην υποχωρείς, μωρό μου, μην παραδίνεσαι
Αδέρφια εξ αίματος σε μια καλοκαιρινή νύχτα
Με έναν όρκο να υπερασπιστούμε,
Μην υποχωρείς, μωρό μου, μην παραδίνεσαι
 –
Μην υποχωρείς μωρό μου, μην παραδίνεσαι
__________________________________________________________

Struggle for pleasure …


αφιερώμενο εξαιρετικά στους αγωνιστές των εξαρχείων ….


Από:https://aenaikinisi.wordpress.com/2017/01/13/struggle-for-pleasure/

Meantown blues…


johnny-winter-getty

Dj της ημέρας, ο Γιώργος Ζαχαριάδης

Λέγεται ότι ο Johnny Winter πολύ προτού γίνει γνωστός πήγε μια μέρα με περισσό θράσος (ή άγνοια κινδύνου) σε ένα στέκι μαύρων μπλούζμεν, σε κάποιο τρισάθλιο καταγώγιο για τους μυημένους, για τους brothers, όπου τολμούσαν να παίξουν μουσική μόνο οι πατριάρχες του καθαρόαιμου μπλουζ του Νότου, και ζήτησε να τον αφήσουν να ανέβει στη σκηνή· ένας λευκός πιτσιρικάς —όχι απλώς λευκός, ένας κατάλευκος αλμπίνο, ψηλός, άτσαλος, άχαρος, με κατάξανθη μαλλούρα και αφύσικα μακρουλές δαχτυλάρες— μπήκε στο ναό του μπλουζ και διατύπωσε ένα αίτημα τόσο εξωφρενικό (λιγότερο επικίνδυνο θα ήταν να πάει στο Πασαλιμάνι να τραγουδήσει τον ύμνο του Παναθηναϊκού), τόσο αδιανόητο, που τον άφησαν. Ο θρύλος έχει happy end: μόλις ο Johnny άρχισε να παίζει, μαγεύτηκαν οι πάντες.

Δεν ξέρω αν η ιστορία έχει βάση ή πρόκειται για αστικό μύθο. Ξέρω όμως ότι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αλήθεια. Τον ακούμε εδώ στο αριστουργηματικό Meantown blues, ζωντανά στο Woodstock (η εμφάνισή του δεν υπάρχει στην κλασική κόπια της ταινίας), σε ηλικία 25 ετών.

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/01/11/meantown-blues/

ο «πολιτικός» Ludwig van Beethoven…


άγαλμα του Μπετόβεν σε πάρκο της Βιέννης

Η μουσική, όπως και κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, μπορεί να έχει πολιτικές εκφάνσεις, είτε από συνειδητή πρόθεση του δημιουργού είτε υποσυνείδητα. Ακόμη και η πιο αποπολιτικοποιημένη καλλιτεχνική δημιουργία μπορεί να υποδηλώνει – εμμέσως – μια πολιτική θέση, ακόμη κι αν αυτή δεν διαθέτει πολιτικό περιεχόμενο. Και αυτό γιατί πάντα μπορούμε να εντοπίζουμε πολιτικές αποχρώσεις, σε κάθε δημιούργημα του ανθρώπου, αφού αυτός, σύμφωνα και με τον Αριστοτέλη, είναι «από τη φύση του ον πολιτικό». Η περίπτωση του Ludwig van Beethoven και της μουσικής του δημιουργίας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και οι μελωδικές του συνθέσεις χρησιμοποιήθηκαν από τους θιασώτες του ναζισμού, ως ιδεολογικά ταυτόσημες με αυτούς, χωρίς όμως η πρόθεση του συνθέτη ούτε και το περιεχόμενο των έργων του να έχουν την οποιαδήποτε σχέση μ’ αυτούς (σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον Richard Wagner, του οποίου το καλλιτεχνικό έργο είχε σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο). Η μουσική του Beethoven ενσωμάτωνε κύρια στοιχεία του ρομαντισμού, όπως η πρόκληση ενός ισχυρού συγκινησιακού αισθήματος και γενικά η κυριαρχία του συναισθήματος έναντι της λογικής. Ο περίφημος συνθέτης, σε αντίθεση με την πλειονότητα των ομότεχνών του, δεν ανήκε στην αυλή κάποιου ηγεμόνα ούτε και εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά ακολούθησε μιαν ανεξάρτητη πορεία. Διατηρώντας την άμεση επαφή με το λαϊκό στοιχείο, κατόρθωσε έτσι να περάσει τις καινοτόμες ιδέες του, αποφεύγοντας την αυτολογοκρισία. Στο ογκώδες έργο του, πολλοί είναι οι μελετητές που υπερτονίζουν το πολιτικό περιεχόμενο, φανερώνοντας στοιχεία που παραπέμπουν στο πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Παρότι ο ίδιος ο συνθέτης δεν δημοσίευσε ποτέ κάποιο μανιφέστο που να απηχεί τις πολιτικές του ιδέες, αλλά περιορίστηκε στο να εκφραστεί μέσω των μουσικών του συνθέσεων. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο Beethoven είχε ως αρχική πρόθεση να αφιερώσει την 3η Συμφωνία του στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, αλλά τελικά, μετά την αυτοκρατορική στέψη του, άλλαξε γνώμη, στέλνοντας με τον τρόπο αυτό το δικό του μήνυμα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Piece Of My Heart…


15590086_10211596601090253_1549231519917205457_n

Dj της ημέρας, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Γενικά, προτιμώ τις κινητές γιορτές από τις άλλες – υποθέτω πως, λογικά, τις λένε ακίνητες. Κι αν δεν τις λένε, θα τις λέω τώρα εγώ εδώ, χάριν ευκολίας και επιπλέον εξασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμά μου στην εξαγωγή ημι-αυθαίρετων γλωσσικών συμπερασμάτων (εξάλλου και τα ημι-αυθαίρετα και τα πλήρως αυθαίρετα, όπως γνωρίζουμε, νομιμοποιούνται μια χαρά).
ΟΚ, παρέκβαση κλείνει. Τις προτιμώ, λοιπόν, τις κινητές γιορτές διότι σου αφήνουν ένα περιθώριο δικαιολογίας για να μην γιορτάσεις, άμα δεν θες. Ότι, ρε παιδί μου, την έχασες τη γιορτή, σαν το λεωφορείο, ας πούμε, πέρασε, αλλά εσύ έφτασες με λίγη καθυστέρηση γιατί νόμιζες πως ήταν άλλη μέρα – και εν πάση περιπτώσει, τι φταις εσύ που δεν κάθεται σε μια μεριά αυτή η γιορτή, παρά πηγαίνει δεξιά κι αριστερά στο ημερολόγιο;
Με τις ακίνητες γιορτές όμως, όπως τα Χριστούγεννα, δεν πάει έτσι. Τα Χριστούγεννα δεν «πέφτουν» την τάδε ή τη δείνα ημερομηνία. Τα Χριστούγεννα είναι εκεί, ακίνητα, ουρλιάζοντας φρικτές μουσικές, και σε περιμένουν να τρακάρεις επάνω τους. Και τρακάρεις, βέβαια. Δεν αποφεύγονται, μακάρι και τι.
Απ’ όλο το γλυκανάλατο κιτς των Χριστουγέννων, οι μουσικές είναι ίσως το πιο αβάσταχτο. Έχουν αυτή την «ευαισθησία», τη «θετική διάθεση», την «παιδικότητα» που, αν είσαι σε λίιιιιιιγο περίεργη διάθεση, μπορούν να σε γυρίσουν τα μέσα-έξω, ήγουν, να σου βάλουν το αλυσοπρίονο στα χέρια και να σε ξαμολύσουν στο σούπερ μάρκετ ν’ αρχίσεις να πριονίζεις κεφάλια παρμεζάνας και πόδια πάγκων αναζητώντας τα καλώδια της ηχητικής εγκατάστασης.
Ευτυχώς, υπάρχει πάντα η κανονική μουσική και η κανονική ευαισθησία, η κανονική κατάφαση και η παιδικότητα. Όλα ματζόρε. Ναι σε όλα. Πες τα, μωρέ Janis. Άντε, γιατί άντε.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2016/12/23/piece-of-my-heart/

Old man…


Dj της ημέρας, η Εύη Τσακνιά

Η αγάπη μου για τον αμερικανικό κινηματογράφο και την αμερικανική folk-rock μουσική είναι δεδομένη και δηλωμένη. Ως εκ τούτου έχω πάντα τα αυτιά τεντωμένα για να τσακώσω την πρώτη νότα της κιθάρας από όπου κι αν προέρχεται. Όπως  επίσης μεροληπτώ υπέρ πολλών αμερικανικών ταινιών, καταπίνοντας συχνά αρκετές χοντράδες, προκειμένου να πέσω επάνω στη βαθιά Αμερική σε κάποια άσχετη στιγμή και σκηνή της ταινίας.

Τις προάλλες, η ταινία «Αναλώσιμοι 3» που έβλεπα στην τηλεόραση, επεφύλασσε μια αναπάντεχη έκπληξη στο τέλος, του κατά τα άλλα εντελώς προβλεπόμενου στόρυ (σενάριο Συλβέστερ Σταλόνε), που έχει πάνω-κάτω ως εξής:

Αφού έχουν κληθεί να αναλάβουν και πάλι δράση οι βετεράνοι old men —Συλβέστερ Σταλόνε, Χάρισσον Φορντ, Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, Μελ Γκίμπσον, Τζέισον Στέιθαμ, Γουέσλι Σνάιπς, Αντόνιο Μπαντέρας—, συγκροτούν μια καινούργια ομάδα «Αναλώσιμων» από νέο μισθφορικό αίμα και πάνε όλοι μαζί σε μια αποστολή στη Σομαλία, όπου φυσικά γίνεται χαμός, κερδάνε, γυρίζουν back home μπαρουτοκαπνισμένοι και εκεί στο μπαράκι της γειτονιάς. Ενώ η παλιοσειρά πίνει τις μπύρες της γιορτάζοντας την επιτυχία της αποστολής, οι νεαροί Αναλώσιμοι ανεβαίνουν στη σκηνή του μπαρ και αρχίζουν να τραγουδούν το «Old Man» του Νιλ Γιανγκ, καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους.

Το τραγούδι, οικείο και αγαπημένο, έπρεπε να το δω σε μια τέτοια ταινία για να  ηχήσει τόσο αναπάνεχα υπέροχο και με τόσο εξώφθαλμο συμβολισμό, ώστε να ενδιαφερθώ για τα λόγια, το νόημα και την ιστορία του, λες και το άκουγα για πρώτη φορά.

Την ιστορία του τραγουδιού, που την διηγείται βέβαια πολύ καλύτερα ο ίδιος ο Νιλ Γιανγκ στο βίντεο που επισυνάπτεται, πριν παίξει το ομώνυμο τραγούδι στο Ryman Auditorium το 2006, έχει ως εξής:

Ο νεαρός Νιλ Γιανγκ πήγε στο Redwood της Βόρειας Καλιφόρνια το 1970 για να αγοράσει ένα ράντσο. Παρά την ανερχόμενη καριέρα του και το ήδη διάσημο όνομά του, ο επιστάτης του ράντσου, Λούι Άβιλα, δεν μάσησε ή δεν τον ήξερε· ο Λούι δεν κρατήθηκε και ρώτησε τον Νιλ πώς αυτός, ένας νεαρός χίπης —τους οποίους χίπιδες δεν είχε προφανώς και σε μεγάλη υπόληψη— είχε τα χρήματα για ν’αγοράσει μια τόσο μεγάλη έκταση. Ο Γιανγκ του απάντησε με τον ολιγόλογο, λίγο μπλαζέ, τρόπο του: «I was just lucky Louie, just real lucky», για να εισπράξει την απάντηση του Λούι: «Well, that’s the damnest thing I’ve ever heard».

cmlwyutwmaadyoxΛούι και Νιλ, 1971

To ράντσο, όπου μένει μέχρι σήμερα ο Νιλ Γιανγκ, το αγόρασε τελικά και το ονόμασε «Broken arrow», από το ομώνυμο τραγούδι της εποχής που συμμετείχε στους Buffalo Springfield (1966 – 1968).

Αλλά και ο Λούις Άβιλα έμελλε να μείνει στην ιστορία. Το 1972, ο νεαρός πλούσιος χίπης έγραψε το «Old Man» για τον Λούι, που αμφισβήτησε τη γενιά της αμφισβήτησης. Το «Old Man» κυκλοφόρησε πρώτα ως σινγκλ, έσπασε τα charts και  συμπεριελήφθη στο Harvest, που έγινε το νούμερο 1 άλμπουμ στην Αμερική του 1972 και ένα από τα 500 σπουδαιότερα άλμπουμ όλων των εποχών κατά το περιοδικό Rolling Stone.

Και στο φινάλε, είχε δίκιο. Ήταν μόνο εικοσιτεσσάρων and there was so much more…

* * *

__________________________________________________________

Aπό:https://dimartblog.com/2016/12/19/old-man/

Guns of Brixton…


Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Στις 14/12/1979, πριν από ακριβώς 37 χρόνια κυκλοφόρησε το London Calling των Clash, ένας από τους σπουδαιότερους ροκ δίσκους όλων των εποχών. Επειδή για τον δίσκο, ως σύνολο, αξίζει μια εκτενής αναφορά που δεν μπορεί να γίνει εδώ, απόψε θα ακούσουμε μόνο ένα τραγούδι από κει, το “Guns of Brixton”. Το άλμπουμ περιέχει ένα σωρό αριστουργηματικά τραγούδια, αλλά διαλέγω το συγκεκριμένο για το συνδέσω με το εμβληματικό εξώφυλλο, όπου απεικονίζεται ο Paul Simonon να σπάει το μπάσο του επί σκηνής, σε συναυλία στη Νέα Υόρκη το 1979 (φωτογραφία της Pennie Smith).

simonon

Ο Simonon, ο μπασίστας των Clash, πριν σχηματιστεί το συγκρότημα δεν έπαιζε κανένα όργανο. Στους δύο πρώτους δίσκους [The Clash (1977) και GiveEmEnough Rope (1978)] έπαιζε στο μπάσο ό,τι του είχε δείξει ο Mick Jones (ο μουσικά αρτιότερος των Clash) και έτερο ουδέν – δεν ήξερε να παίξει τίποτα πέρα από τα ηχογραφημένα τους τραγούδια και κάποια ακόμα που έπαιζαν στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Αλλά μέχρι την ηχογράφηση του London Calling είχε βελτιωθεί ως μουσικός· είχε μάθει και κιθάρα!

Το “Guns of Brixton”, τελευταίο στη δεύτερη πλευρά του ιστορικού εκείνου διπλού δίσκου, είναι το πρώτο στο οποίο εμφανίζεται ο Simonon ως ο μόνος συνθέτης (και στιχουργός) και το πρώτο του ως βασικός τραγουδιστής. Μεγάλη βελτίωση! (Λεπτομέρεια: Στις ζωντανές εμφανίσεις, ο Simonon έπαιζε ρυθμική κιθάρα και στο μπάσο τον αντικαθιστούσε ο Joe Strummer. Ο λόγος ήταν απλός: ο Simonon δεν μπορούσε να τραγουδήσει και παράλληλα να παίζει μπάσο. Είπαμε: είχε βελτιωθεί ως μουσικός, αλλά υπήρχαν και κάποια όρια.)

Ο Simonon είχε μεγαλώσει στο Brixton, ένα προάστιο του Νότιου Λονδίνου όπου από το 1948 φιλοξενούσε μεγάλο αριθμών μεταναστών από τη Τζαμάικα. Στη δεκαετία του ’70 η περιοχή βίωνε μεγάλη οικονομική κρίση – ανεργία, εγκληματικότητα, ρατσισμός και άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Στους στίχους του “Guns of Brixton” ο Simonon περιγράφει αυτή την κατάσταση με έμφαση στη βίαιη αντιμετώπιση των κατοίκων από πλευράς των κατασταλτικών αρχών, την οποία είχε βιώσει στο πετσί του:

Όταν κλωτσούν την μπροστινή σου πόρτα
Πώς σκοπεύεις να έρθεις;
Με τα χέρια πάνω στο κεφάλι
Ή πάνω στην σκανδάλη του όπλου σου;
 –
Όταν η αστυνομία μπουκάρει
Πώς σκοπεύεις να φύγεις;
Πυροβολήμενος στο πεζοδρόμιο
Ή περιμένοντας στην σειρά των θανατοποινητών
 –
Μπορείτε να μας συντρίψετε
Μπορείτε να μας χτυπήσετε
Μα θα πρέπει να απαντήσετε στα
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
 –
Τα χρήματα μοιάζουν ωραία
Και η ζωή σου,σου αρέσει αρκετά
Μα αναμφίβολα θα έρθει η ώρα σου
Όπως στον Παράδεισο,ετσι και στην κόλαση
 –
Βλέπεις νιώθει σαν τον Ιβάν1
Γεννημένος υπό τον ήλιο του Μπρίξτον
Το παιχνίδι του καλείται «επιβίωση»
Στο τέλος του σκληρότερου έρχονται
 –
Ξέρεις σημαίνει πως δίχως έλεος
Τον αιχμαλώτισαν με ένα όπλο
Δεν χρειαζόταν η κλούβα
Αντίο ήλιε του Μπρίξτον
 –
Μπορείτε να μας συντρίψετε
Μπορείτε να μας χτυπήσετε
Μα θα πρέπει να απαντήσετε στα
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
 –
Όταν κλωτσούν την μπροστινή σου πόρτα
Πώς σκοπεύεις να έρθεις;
Με τα χέρια πάνω στο κεφάλι
Ή πάνω στην σκανδάλη του όπλου σου;
 –
Μπορείτε να μας συντρίψετε
Μπορείτε να μας χτυπήσετε
Και να μας πυροβολήσετε ακόμα
Μα,ω,τα όπλα του Μπρίξτον
 –
Πυροβολήμενος στο πεζοδρόμιο
Ή περιμένοντας στην σειρά των θανατοποινητών
Το παιχνίδι του καλείται «επιβίωση»
Όπως στον Παράδεισο,ετσι και στην κόλαση
 –
Μπορείτε να μας συντρίψετε
Μπορείτε να μας χτυπήσετε
Μα θα πρέπει να απαντήσετε στα
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον
Ω,στα όπλα του Μπρίξτον

 

Το τραγούδι προοικονομεί τις ταραχές που ξέσπασαν στο Brixton το 1981 και το 1985, καθώς και πολλές άλλες στην περιοχή στα χρόνια που ακολούθησαν. Ίσως αυτός να ήταν και ο στόχος του.

Μουσικά μιλώντας, είναι φανερή η επίδραση της reggae. Η άμεση αναφορά στους στίχους (“He feels like Ivan”) αποτίνει φόρο τιμής στην ταινία τού Perry Henzell  TheHarder They Come (1971), το soundtrack της οποίας έφερε τη reggae στο παγκόσμιο μουσικό προσκήνιο. Η χαρακτηριστική γραμμή του μπάσου είναι σε πρώτο πλάνο, κυριαρχεί. Η ηχογράφηση έγινε τον Αύγουστο του 1979 στο Λονδίνο. Δεν χρειάστηκαν παρά μια-δυο εγγραφές. Ο μύθος λέει ότι την ώρα που ο Simonon ηχογραφούσε τα φωνητικά, κοιτούσε στα μάτια ένα στέλεχος της δισκογραφικής εταιρείας (CBS) που είχε περάσει από το στούντιο να δει πώς πήγαιναν τα πράγματα. Η παρουσία εκείνου του χαρτογιακά, είπε αργότερα ο Simonon, τον βοήθησε να βάλει το κατάλληλο συναίσθημα στο τραγούδισμα.

Το “Guns of Brixton” ακούγεται ακόμα και σήμερα σε συγκυρίες όπου βρομάει μπαρούτι. Δεν είναι τραγούδι διαμαρτυρίας· είναι τραγούδι αντίστασης.

* * *

____________________________________________________________

Aπό: https://dimartblog.com/2016/12/14/guns-of-brixton/

Guns of Brixton