NATURAL WOMAN…


Dj της ημέρας, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Ο ορισμός του «εμβληματικού τραγουδιού». Το υπέρτατα γυναικείο τραγούδι – κι αυτό και όλα σχεδόν από το Tapestry της Κάρολ Κινγκ. Ένας ύμνος στην κατάφαση: είμαι αυτό. Είμαι γυναίκα. Σωστά; Σωστότατα. Κι ας είναι οι στίχοι γραμμένοι από άντρα. Ο Τζέρι Γκόφιν, ο σύζυγος της Κάρολ Κίνγκ, ήταν γνωστός στην πιάτα ως ένας από τους καλύτερους στιχουργούς του καιρού του. Ο στιχουργός-Ζέλιγκ. Μπορούσε να «υποδυθεί» οτιδήποτε, να υιοθετήσει οποιαδήποτε «φωνή», μπορούσε να γίνει πιο γυναίκα από κάθε γυναίκα. Αν αυτό δεν είναι μυθοπλασία, τότε δεν ξέρω τι είναι.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/10/21/103726/

Advertisements

Light in Babylon …


Δεν έχουμε να πούμε τίποτα ευχάριστο προς το παρόν – εκτός απ’ την μουσική. Γυρνάμε για λίγο σε μια απ’ τις αγαπημένες μπάντες της ασταμάτητης μηχανής· σε μια indoor ηχογράφηση, στην κοντινή Istanbul…

Αν η μουσική ανοίγει τρύπες στον πηχτό αέρα… για να αναπνέουμε…

___________________________________________________________
Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/10/light-in-babylon/

A BOY NAMED SUE…


DJ της ημέρας, ο Αργύρης Μεθωνίτης

Βγάλτε μια κόλα χαρτί, πρόχειρο διαγώνισμα!

Ζήτημα πρώτο:

Πόσα λάμδα έχει το [felo];

(α) ένα

(β) δύο

(γ) τρία – πολλά Πολυτεχνεία

(δ) εξαρτάται από το αν το αλλάζεις, το διορθώνεις, το κόβεις (ή πέφτει), το ανοίγεις, το μοιράζεις ή το καπνίζεις

Ζήτημα δεύτερο:

Αν το [felo] έχει περισσότερα λάμδα απ’ όσα «ι» έχει ο Τσ(ι)άρτας, να δειχτεί η αφύσικη σχέση χλωρίδας-πανίδας στη φράση «η Τσάρτα, τα Γιάννενα και της Παναγιάς τα μάτια».

Ζήτημα τρίτο:

Ποιο από τα παρακάτω αποτελεί παράδειγμα σωστής χρήσης στον προφορικό λόγο;

(1) «Δείξε μου το φύλο σου να σου πω ποιος είσαι». (Ληξίαρχος σε ρωμαϊκό όργιο.)

(2) «Δείξε μου το φύλλο σου να πω τι έχεις». (Χαρτοκλέφτης σε παιδική χαρά.)

(3) «Δείξε το φύλλο σου να σου πω τι φτιάχνεις». (Μαστρο-σεφ σε τηλε-πρωϊνάδικο.)

(4) «Δείξε μου το τρίφυλλο να βγω να κάνω πρόγραμμα». (Ο δεσπότης Προύσας Παναγιώτης ντάγκλα.)

Ζήτημα τέταρτο:

Να ταξινομηθούν τα ακόλουθα επιχειρήματα με βάση τα είδη της ρητορικής τέχνης κατά Αριστοτέλη:

(i) Φίλος έδωσε σε φίλο τριαντάφυλλο με φύλλο; Και τι φύλου ήταν αυτός ο φίλος που έδωσε σε φίλο τριαντάφυλλο (έστω, με φύλλο); Από πότε οι φίλοι ανταλλάσουν πρασινάδες μεταξύ τους; Μα είναι πράματα αυτά;

(ii) Έπειτα, είναι και το άλλο: ας πούμε ότι σε μια παρτίδα πόκερ θέλω ν’ αλλάξω ένα φύλλο (για να το διορθώσω, ναι)· πρέπει να είμαι πάνω από 15 χρονών για να έχω αυτό το δικαίωμα; Αλλιώς «σερβί» με το ζόρι; Μα, ειλικρινά τώρα, είναι πράματα αυτά;

(iii) Τέλος –και ίσως το σημαντικότερο–, ας υποθέσουμε ότι δεν θέλω ούτε να διορθώσω ούτε να αλλάξω, αλλά απλώς να ανοίξω φύλλο. Θα πρέπει να περιμένω τη δικαστική απόφαση; Και πόσο καιρό θα πάρει αυτή η ιστορία; Και τι θα πάω να πω στο δικαστήριο, «τελειώνετε, κύριε πρόεδρε, γιατί ο φούρνος έχει κάψει»; Μα, πείτε μου, είναι πράματα αυτά;

Διάρκεια εξέτασης: ένα λεπτό, περιπτερά / βουλιάζει στα βαθιά νερά / το τελευταίο μου το πλοίο.

Όποιος δώσει λευκή κόλα, θα βγει έξω να μετρήσει τα λάμδα στα «ψηφαλάκια».

Μπορείτε να αρχίσετε.

Μάστορα, βάλε «μουσικό διάλειμμα» για τον άμαχο πληθυσμό.

Ο λόγος στον Johnny Cash. Το τραγούδι λέγεται «A boy named Sue» και αφηγείται μια πονεμένη ιστορία: Ο πατέρας του αγοριού τον εγκατέλειψε όταν ήταν τριών χρονών (ο γιος, όχι ο πατέρας). Αυτό πάει κι έρχεται, δεν θα ήταν ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο παιδί που θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Ο πατέρας, τώρα, πρέπει να ήταν ειδικής κοπής ρεμάλι. Σαν να μην έφτανε που γύρισε στην πλάτη του στο ίδιο του το αίμα, φρόντισε πριν εξαφανιστεί να ονομάσει τον μονάκριβό του γιο “Sue”. Περιττό να ειπωθεί ότι ο μικρός υπέφερε τα πάνδεινα εξαιτίας του κοριτσίστικου ονόματός του. Όταν ενηλικιώθηκε, αποφάσισε να βρει τον πατέρα του και να τον σκοτώσει για το κακό που του είχε κάνει. Και κάποτε τον βρήκε. Αφού πρώτα πλακώθηκαν χοντρά στις γρήγορες, ο γιος τράβηξε πιστόλι πρώτος. Ο πατέρας κατάλαβε ότι έχασε το παιχνίδι και, πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, θέλησε τουλάχιστον να εξηγήσει στο σπλάχνο του γιατί του έδωσε όνομα κοριτσιού: το έκανε, είπε, επειδή ο μικρός θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα, συνεπώς θα έπρεπε να γίνει σκληρός για να τα βγάλει πέρα με τους νταήδες στο σχολείο και αλλαχού. Και θα γινόταν αναγκαστικά σκληρός αν έπρεπε να υπερασπιστεί το γελοίο –για αγόρι– όνομά του. Και πραγματικά ο μικρός έγινε άντρας ακριβώς επειδή τον έλεγαν “Sue”. Αυτό θα πει πατρική αγάπη! Στο τέλος, πατέρας και γιος φιλιώνουν. Το αίμα νερό δε γίνεται. Ούτε το φύλλο φύλο, φίλε.

Τέλος χρόνου. Τα μολύβια κάτω!

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/10/13/a-boy-named-sue/

Η άλλη αύρα της Δαμασκού…


 Οι Khebez Dawle είναι σύριοι. Η post rock μπάντα τους φτιάχτηκε στη Δαμασκό στο 2010. Μια μπάντα που απ’ το 2011 πέρασε στην παρανομία: τα μέλη της κρύβονταν για να αποφύγουν την κατάταξη στον στρατό του Άσαντ. Όταν ο lead κιθαρίστας γραπώθηκε απ’ την αστυνομία και ντύθηκε στο χακί και ο ντράμερ της μπάντας σκοτώθηκε, οι 3 που απέμειναν διέφυγαν στο λίβανο σε δύο δόσεις, το 2012 και το 2013.

Έπαιζαν στους καταυλισμούς των σύρων προσφύγων εκεί. Η Βηρυττός έγινε η προσωρινή έδρα τους. Το 2015 έφυγαν για την τουρκία, την Istanbul, όπου έμειναν λίγους μήνες. Στη συνέχεια πήραν τον δρόμο προς την «δικιά τους κοντινή αμερική». Τον Σεπτέμβρη του ’15, μαζί με άλλους 13 μουσικούς, μπήκαν σε μια λαστιχένια βάρκα, και προσάραξαν σε μια παραλία της Λέσβου – ζωντανοί…

Το «πέρασμα» απ’ την ελλάδα το έκαναν όπως όλοι… Προχώρησαν προς τα δυτικά βαλκάνια, έχοντας συμπληρώσει την πεντάδα τους με άλλους φυγάδες μουσικούς, παίζοντας με δανεικά όργανα ή οτιδήποτε πρόχειρο μπορούσαν να βρουν (και μια κιθάρα που αγόρασαν στην Αθήνα…) στα προσφυγικά στρατόπεδα.

Στο Ζάγκρεμπ τους έδεσαν. Αλλά κάποιος απ’ τις κροατικές οργανώσεις περίθαλψης των προσφύγων άκουσε τα cd τους, και από εκείνο το σημείο η διαδρομή τους άρχισε να βελτιώνεται. Έπαιξαν σε κανονική συναυλία για τους συμπατριώτες τους στο Ζάγκρεμπ – και απο εκεί άλλες ανάλογες οργανώσεις άρχισαν να τους καλούν για συναυλίες (πρώτα στην αυστρία) εξασφαλίζοντας τους πιο εύκολο πέρασμα των συνόρων. Στα τέλη του 2015 έφτασαν στον προορισμό τους, στη γερμανία, όπου ήδη τους περίμενε το ξεσπιτωμένο φανατικό κοινό τους απ’ την συρία· και ο θρύλος τους.

Απ’ το 2016 και μετά, ακόμα και πριν πάρουν την επίσημη άδεια παραμονής, με την υποστήριξη γερμανικών αντιρατσιστικών οργανώσεων, ξεκίνησαν τουρνέ σε διάφορες πόλεις, παίζοντας όχι μόνο μπροστά σε σύρους νεολαίους πρόσφυγες αλλά και σε καμπάνιες κατά του ρατσισμού.

Απ’ τις αρχές του 2017 ζουν μόνιμα στο Βερολίνο. Περιμένουν τον παλιό τους κιθαρίστα, φίλο και συνιδρυτή της μπάντας, που αφυπηρέτησε ζωντανός και έχει “φρακάρει” στην Βηρυττό περιμένοντας να του δοθεί βίζα για να ταξιδέψει κανονικά στη γερμανία.

(Μα γιατί κανείς δεν θέλει να μείνει στο γιουνανιστάν; Δεν είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου με τον πιο φιλόξενο και φιλότιμο λαό του γαλαξία; Μήπως φταίει που το γιουνανιστάν είναι ένα μέρος για να πεθάνεις με διάφορους τρόπους αν είσαι ικέτης;)

Διαβατήριο…

Παρουσίαση δίσκου το 2015

Live υποδοχής σε βερολινέζικο club, Φλεβάρης 2016

____________________________________________________________

AUTUMN LEAVES …


DJ της ημέρας, ο Βασίλης Λουλές

Ίσως γιατί ακούγοντας αυτό το τραγούδι νοιώθω «…σαν να πέφτει βροχή, σταγόνα-σταγόνα στη καρδιά μου / …It sounds like rain drops on my heart», όπως γράφει κάποια άγνωστη στα σχόλια στο youtube.

Ίσως γιατί παλιότερα αγαπούσα πολύ τον Γάλλο ποιητή Ζακ Πρεβέρ που έγραψε τους στίχους, τον Γάλλο σκηνοθέτη Μαρσέλ Καρνέ που το έβαλε στην ταινία του «Les Portes de la Nuit» του 1946 και τον Γάλλο ηθοποιό/τραγουδιστή Υβ Μοντάν που το τραγούδησε εκεί για πρώτη φορά: «Les Feuilles Mortes».
Συνεχίζω να τους αγαπώ και τους τρεις, μόνο που τώρα πια με βαραίνει άσχημα η πολύ νοσταλγική, γλυκιά έως και γλυκερή γαλλική εκδοχή του τραγουδιού. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ και τη δραματική ερμηνεία της Εντίθ Πιαφ με το τρεμουλιαστό τράβηγμα των λέξεων — σαφώς προτιμώ τη «λιγότερο» συγκινητική του Υβ Μοντάν.

Ίσως γιατί ο Έρικ Κλάπτον «αποφεύγει» αυτούς εδώ τους γαλλικούς στίχους, που εύκολα σε παρασύρουν σε δραματοποίηση:

Mais la vie sépare ceux qui s’aiment,
Tout doucement, sans faire de bruit…

Μα η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο μαλακά κι αθόρυβα…

Λέξεις που δεν υπάρχουν καν στην αμερικανική εκδοχή, αληθινά, σπαρακτικά λόγια που δεν ακούγονται ποτέ. Και όμως υπάρχουν! Όλον τον τόνο του τραγουδιού του Κλάπτον τον δίνουν αυτοί ακριβώς οι δυο απόντες στίχοι — είναι ένας τόνος σχεδόν σαν ίσο, χωρίς εντάσεις και κραυγές, ένα μαρς που προχωράει αργά, μαλακά κι αθόρυβα και σβήνει στο βάθος.

Και υπάρχει μόνο ένα σημείο που σπάει την ίσια και αποδραματοποιημένη γραμμή ερμηνείας, εκεί στο 2:56, εκεί που η φωνή κάνει ένα μικρό τσάκισμα, εκεί που το «…darling» ακούγεται για πρώτη και μοναδική φορά σε άλλον τόνο. 

Και κάνει μέσα μου τόσο έντονη την απουσία…

…But I miss you most of all, my darling
When autumn leaves start to fall

…Ίσως γι’ αυτό.

Τραγούδι: Autumn Leaves
Δημιουργός: Eric Clapton
Δίσκος: Clapton 2010

Οι στίχοι 

The falling leaves drift by my window
The autumn leaves of red and gold
I see your lips, the summer kisses
The sunburned hands, I used to hold

Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song
But I miss you most of all, my darling
When autumn leaves start to fall

Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song
But I miss you most of all, my darling
When autumn leaves start to fall

Yes, I miss you most of all, my darling
When autumn leaves start to fall

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/10/02/autumn-leaves-2/

BORN ON THE BAYOU…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

«Ήταν αργά το βράδυ κι έγραφα ένα τραγούδι. Ήθελα να το παίξω συνθέτης κανονικός· δεν κρατούσα κιθάρα. Έφτιαχνα εικόνες με το μυαλό μου και κοιτούσα τους άδειους τοίχους του διαμερίσματός μου. Τα μικροσκοπικά διαμερίσματα διαθέτουν υπέροχους άδειους τοίχους, ιδίως αν δεν έχεις μία ώστε να πάρεις κάτι για να τους γεμίσεις».

Τάδε έφη John Fogerty. Ο οποίος έγραψε ένα εξαιρετικό δείγμα του swamp rock, του ροκ των βάλτων δηλαδή, χωρίς να έχει πατήσει ποτέ το πόδι του, όχι στον βάλτο, αλλά σε ολόκληρη τη Λουιζιάνα. Μη σας πω σε ολόκληρο τον Νότο.

Περιλαμβάνεται στο δεύτερο άλμπουμ των Creedence Clearwater Revival, το Bayou Country του 1969. Ως single, ήταν στο b-side του Proud Mary, το οποίο έφτασε στο νούμερο 2.

___________________________________________________________

ΤΑ ΠΕΡΙΞ …


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Η αγάπη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι είναι γνωστή και αποδεδειγμένη – και θεωρητικά (η περίφημη διάλεξή του στο Θέατρο Τέχνης στις 31/1/1949) και πρακτικά (Έξι Λαϊκές ΖωγραφιέςΠασχαλιές μέσα από τη Νεκρή ΓηΟ Σκληρός Απρίλης του ’45Τα Πέριξ).

Σε αυτό το τελευταίο έργο, Τα Πέριξ (1974), δεν αρκείται στο να «πειράξει» τα ρεμπέτικα, βλέποντάς το μέσα από το δυτικότροπο πρίσμα του, αλλά αναθέτει το τραγουδιστικό μέρος σε μία νέα (και σχετικά άγνωστη) τραγουδίστρια, τη Βούλα Σαββίδη.

Η Σαββίδη μέχρι τότε είχε ηχογραφήσει όλα κι όλα δύο τραγούδια,  για τον δίσκο του Χρήστου Λεοντή 12 παρά 5 (1971). Ο Χατζιδάκις, όμως, δεν την επέλεξε γιατί την είχε ακούσει εκεί, αλλά μετά από ακρόαση την οποία είχε δημοσιοποιήσει με αγγελία στις εφημερίδες. Όπως τα θυμάται η ίδια η Σαββίδη:

Αυτή τη μέρα δεν την ξεχνάω στη ζωή μου! Είμαι με τον αδερφό μου και πίνουμε καφέ στο Μουσείο. Έχω ήδη υποστεί την απογοήτευση τού πώς με τούμπαραν κάποιοι άνθρωποι κι έφυγα απ’ τον Λαμπρόπουλο που μου ετοίμαζε καριέρα. Θέλω να τα παρατήσω, αλλά διαβάζω ένα πλαίσιο εφημερίδας: Ο Μάνος Χατζιδάκις ενδιαφέρεται για νέες φωνές. «Δεν πας;» μου κάνει ο αδερφός μου. «Τι να κάνω εγώ εκεί;» η δική μου αντίδραση, «αφού είμαι ήδη στη δισκογραφία κι ο Χατζιδάκις θα ακούσει εντελώς καινούργια πρόσωπα’». Ο αδερφός μου δεν επέμεινε, αλλά το ξανασκέφτομαι και πάω! Ήμουν πάρα πολύ κακή την πρώτη φορά, γιατί τον Χατζιδάκι τον άκουγα από τα 14 μου και του ’χα μεγάλο δέος! Τραγούδησα το «Η πίκρα σήμερα» και φεύγοντας ήθελα να εξαφανιστώ, ντρεπόμουν που έχασα μια μεγάλη ευκαιρία. Την άλλη μέρα, λοιπόν, χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Βασίλης ο Τενίδης: «Μπορείτε να έρθετε πάλι που σας θέλει ο κ. Χατζιδάκις;» Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου! Μου λέει ο άντρας μου, με τον οποίο τότε ήμασταν αρραβωνιασμένοι, αλλά ζούσαμε μαζί: «Γιατί δεν του τραγουδάς ένα ρεμπέτικο;» Υπ’ όψιν, είχα ήδη εμφανιστεί στο ZOOM με Μητσιά, Γαλάνη, και Μούτση στην καλλιτεχνική διεύθυνση. «Τι είν’ αυτά που λες;» κάνω, «θα πάω στον Χατζιδάκι και θα του πω ρεμπέτικα και λαϊκά;» Το ίδιο όμως μου είχαν πει να κάνω και οι φίλοι μου, οι συγγραφείς Μήτσος Ευθυμιάδης και Γιώργος Σκούρτης. Τελικά, όταν ξαναπήγα, λέω του Χατζιδάκι, «Να σας πω ένα ρεμπέτικο;» Παύση μικρή… «Πες», απαντάει, αλλά με βαριά καρδιά. Αυτό το τραγούδι δεν τo ’χα ξαναπεί στη ζωή μου, το «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις», ούτε θυμάμαι που το ’χα ακούσει. Τη σκηνή αυτή μπορούν να την περιγράψουν κατάλληλα μόνο όσοι ήταν παρόντες: σηκώνεται ο Χατζιδάκις απ’ τη θέση του, έρχεται μπροστά μου και λέει, «Μη σταματάς, μη σταματάς!» Αυτό ήταν! Είπα άλλα 2-3 ακόμη τραγούδια.*

Συνέχεια