500 miles …


 

500 Μίλια

Αν έχασες το τρένο μου, θα ξέρεις πως έχω φύγει
Μπορείς να ακούσεις το σφύριγμα για 100 μίλια
100 μίλια, 100 μίλια, 100 μίλια,
100 μίλια
Μπορείς να ακούσεις το σφύριγμα για 100 μίλια
 
Χωρίς φανέλα στη πλάτη μου, ούτε μια δεκάρα στο όνομα μου
Και η γη που κάποτε αγαπούσα, δεν είναι δική μου
Θεέ μου είμαι 100, Θεέ μου είμαι 200, Θεέ μου είμαι 300, Θεέ μου είμαι 400, Θεέ μου είμαι 500 μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου
 
100 δεξαμενές κατά το μήκος της πλατείας, ένας άντρας στέκεται και τους σταματάει εκεί
Κάποια μέρα σύντομα, η παλίρροια θ’ αλλάξει και θα είμαι ελεύθερος
Θα είμαστε ελεύθεροι, θα είμαι ελεύθερος, θα επιστρέψω στη πατρίδα μου
Κάποια μέρα σύντομα, η παλίρροια θ’ αλλάξει και θα είμαι ελεύθερος
 
Αν έχασες το τρένο μου, θα ξέρεις πως έχω φύγει
Μπορείς να ακούσεις το σφύριγμα για 100 μίλια
Θεέ μου είμαι 100, Θεέ μου είμαι 200, Θεέ μου είμαι 300, Θεέ μου είμαι 400, Θεέ μου είμαι 500 μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου
Θεέ μου είμαι 500 μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου
 
Θα είμαστε ελεύθεροι, θα είμαι ελεύθερος, θα επιστρέψω στη πατρίδα μου
Θεέ μου είμαι 500 μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου
Μπορείς να ακούσεις το σφύριγμα για 100 μίλια
Θεέ μου είμαι 500 μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου
___________________________________________________________
Advertisements

LUCY IN THE SKY WITH DIAMONDS…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Πάντα θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο στρατόπεδα: από τη μια το στρατόπεδο που θα υποστηρίζει πως «το τραγούδι μιλάει για τα ναρκωτικά» (ό,τι και να λέει το τραγούδι – δεν έχει την παραμικρή σημασία), και από την άλλη το στρατόπεδο που θα λέει πως το τραγούδι αφορά μια ερωτική ιστορία.

Αυτό έγραφε πρόσφατα σε αυτήν εδώ τη στήλη η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Ισχύει γενικά — και σίγουρα ισχύει για το Lucy in the sky with diamonds: Μόλις κυκλοφόρησε το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band (1/6/1967), το BBC απέκλεισε το εν λόγω κομμάτι από το ραδιόφωνο, ως μια σαφή (σαφέστατη) αναφορά στα ναρκωτικά και, συγκεκριμένα, στο LSD. Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι η ακροστιχίδα παραπέμπει στο «διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος», όπως είναι η επιστημονική ονομασία — για να μην πούμε για το κορίτσι με τα καλειδοσκοπικά μάτια, τα λουλούδια, τους χαμογελαστούς ανθρώπους παντού κ.ο.κ. Έλα όμως που ο Τζον Λένον ισχυρίστηκε κατ’ επανάληψη ότι όχι βρε παιδιά, απλώς ήρθε μια μέρα ο γιος μου ο Τζούλιαν από το σχολείο και είχε ζωγραφίσει τη συμμαθήτριά του τη Λούσυ στον ουρανό, ανάμεσα σε διαμάντια, και είχε δώσει στη ζωγραφιά τον τίτλο: Lucy in the sky with diamonds.

Την ιστορία αργότερα επιβεβαίωσαν οι άμεσα εμπλεκόμενοι, τουτέστιν ο Τζούλιαν και η Λούσυ. Η επίμαχη ζωγραφιά του Τζούλιαν, στην εικόνα εξωφύλλου αυτής εδώ της ανάρτησης.

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2018/01/03/lucy-in-the-sky-with-diamonds/

BALLAD OF LUCY JORDAN…


Dj της ημέρας, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Φυσικά και ήθελα να τον εντυπωσιάσω. Ήθελα πάρα πάρα πολύ να τον εντυπωσιάσω, καθότι σφόδρα μικρότερη από κείνον και εξίσου σφόδρα τσιμπημένη. «Διάλεξε εσύ ταινία» μου είχε πει. Ελεύθερο θέμα. Το μισούσα από τότε. Αλλά επειδή ήθελα να τον εντυπωσιάσω με την τρομερή μου άνεση απέναντι στη σκοτεινή πλευρά, διάλεξα το «Μοντενέγκρο – Γουρούνια και μαργαριτάρια». Βάλαμε την κασέτα στο βίντεο (είπαμε, ήμουν πολύ μικρότερη — και από κείνον τότε και από μένα τώρα), καθίσαμε στις πολυθρόνες μας πολύ πολιτισμένα και πατήσαμε play.

Δεν θυμάμαι να είπαμε λέξη στη διάρκεια της ταινίας, μέχρι που ακούστηκε το «Ballad of Lucy Jordan» στο τέλος. Είχα αποκαρδιωθεί εντελώς, χειρότερα κι από τη Lucy. Ούτε ένα σχόλιο.

Σηκώθηκε, μου έβαλε κρασί στο ποτήρι μου. «Σήκω», μου είπε. Υπάκουσα, κι εκείνος βολεύτηκε καλά καλά στη θέση μου. «Ωραία. Ξανακάτσε τώρα».

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/12/27/ballad-of-lucy-jordan/

Μιλάω στους ανθρώπους…


 Κάτι αλανιάρικο, απ’ την ηλεκτρική παράδοση (μπορούμε να μιλάμε για τέτοια) των Tuareg: οι Tamikrest, μαθητές των Tinariwen, και το Djanegh etoumast.

To funk καίει την έρημο…

 ___________________________________________________________

HAPPY BIRTHDAY KEITH RICHARDS …


Ο Κιθ Ρίτσαρντς κλείνει σήμερα τα 74 του χρόνια

—της Εύης Τσακνιά—

Δεν είναι εύκολο πράγμα να είσαι καλλιτέχνης, και μάλιστα κιθαρίστας της ροκ — και σίγουρα δεν είναι μόνο “cool” επάγγελμα ή τρελό fun, όπως μπορεί να νομίζουν αρκετοί.
Πόσο μάλλον όταν πρέπει να τ’ανακαλύψεις όλα μόνος σου. Σαν ανεμόμυλοι απειλητικοί έρχονται καταπάνω σου να σε συντρίψουν οι προκαταλήψεις, ο συντηρητισμός του εκάστοτε καλλιτεχνικού κατεστημένου, ο συντηρητισμός του κόσμου, οι κλειστές πόρτες. Όταν οι αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες όμως, αυτά τα συνήθως απροσάρμοστα «κακά παιδιά», ως ρομαντικοί και πεισματάρηδες Δον Κιχώτες τα βγάζουν πέρα με τους τρομερούς ανεμόμυλους και βγαίνουν συνήθως νικητές, κραδαίνοντας το μόνο και ακαταμάχητο όπλο τους, την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία τους, τότε μιλάμε για μια δικαίωση για όλους.

Στην περίπτωση του Κιθ Ρίτσαρντς, όπως και πολλών μουσικών, το όπλο αυτό είναι η κιθάρα τους. Ο Κιθ Ρίτσαρντς, στην σχετικά πρόσφατη  αυτοβιογραφία του, ξεδιπλώνει όλη αυτήν την περιπέτεια της γέννησης ενός κιθαρίστα˙ την περιέργεια, και την εξερεύνηση του ροκ εντ ρολ, που άρχισε από τις φτωχογειτονιές του Ντάρτφορντ, όπου γεννήθηκε ο Κιθ στις 18 Δεκεμβρίου του 1943, και έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

a-young-keith-richards-with-his-mother-doris-richards-1945

Δύο ετών με τη μαμά του

Ο Κιθ, λοιπόν, μαθητής του γυμνασίου το γύρω στο 1958, με έκδηλο ήδη το πάθος του για τη μουσική και δη τα μπλουζ που κουτσοφτάνανε στην Αγγλία κυρίως μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών από την Αμερική, περιγράφει γλαφυρά πώς άκουσε για πρώτη φορά τον Έλβις, έμεινε άναυδος και ως εκ τούτου ξεκίνησε η μοιραία σχέση του με την κιθάρα και τη ροκ μουσική.

Ξενυχτούσε συχνά, διηγείται στο βιβλίο, κουκουλωμένος κάτω απ’τα σεντόνια με το τρανζιστοράκι κολλημένο στ’αυτί και την κεραία απέξω για να πιάνει σήμα, σε χαμηλή ένταση για να μην τον πάρουν χαμπάρι οι γονείς του, που κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο, μιας και την επόμενη είχε σχολείο. Ο ψαγμένος ραδιοφωνικός σταθμός που είχε ανακαλύψει ήταν το Ράδιο Λουξεμβούργο, το οποίο ο Κιθ είχε εξασκηθεί να πιάνει σαν μαρκόνης. Αργά το βράδυ ο σταθμός έβαζε Φατς Ντόμινο, Μπάντι Χόλι, Έντι Κόχραν κι άλλους τέτοιους καινούργιους ήχους. «Εκείνη τη σημαδιακή νύχτα», όπως ακριβώς την περιγράφει ο Κιθ, «ξαφνικά, μέσα στα παράσιτα, ακούστηκαν οι πρώτοι στίχοι: Since my baby left me… Αυτό ήταν. Αυτός ο ήχος ήταν που τράβηξε τη σκανδάλη μέσα μου. Ήταν το πρώτο rock n’ roll που άκουγα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάτι τόσο σκληρό και στέρεο. Ποιος ήταν αυτός ο τύπος; Έπρεπε να δω τι άλλο είχε κάνει. Ευτυχώς πρόλαβα να πιάσω το όνομά του λίγο πριν χαθεί πάλι το σήμα από το Ράδιο Λουξεμβούργο. Αυτός ήταν λοιπόν ο Elvis Presley και το Hearbreak Hotel!»

Τον επόμενο χρόνο, στις 18 Δεκεμβρίου του 1959, όταν έκλεινε τα δεκαπέντε του, του έκανε η μητέρα του το πολυτιμότερο δώρο της ζωής του: Την πρώτη του κιθάρα — κλασική, με χορδές φτιαγμένες από έντερα, το σωστό εργαλείο για έναν νέο κιθαρίστα, την οποία η φιλότεχνη μαμά Ντόρις αγόρασε με μεγάλες μανούβρες, μιας και η οικογένεια δεν τα έβγαζε και πολύ εύκολα βόλτα.

dav

Αυτό το κακό παιδί, λοιπόν, αποβλήθηκε εκείνη τη χρονιά από το Λύκειο του Ντάρτφορντ και ευτυχώς τον έστειλαν να συνεχίσει στο Κολέγιο Καλών Τεχνών του Σίντκαπ, στο Κεντ, με σπουδές γραφιστικής, μια που έπιανε το χέρι του. Το χέρι του βέβαια έπιασε για τα καλά την κιθάρα κι από τότε δεν την άφησε, βοηθούντων των 60s που ξεκίναγαν δυναμικά και του Κολεγίου που ήτανε φυτώριο των Μπήτνικς και των εκκολαπτόμενων ροκάδων.

Γράφει ο ίδιος για εκείνη την εποχή: «Εγώ, ό,τι ξέρω το έμαθα από τους δίσκους. Άκουγα κάτι και αμέσως έπιανα την κιθάρα και το έπαιζα από μνήμης, χωρίς εκείνες τις απαίσιες παρτιτούρες, τη γραπτή μουσική που είναι εγκλωβισμένη σε μια κατασκευή από διαστήματα και πέντε γραμμές. Η άνεση που αποκτήσαμε τότε ακούγοντας ηχογραφημένη μουσική, απελευθέρωσε πολύ τους μουσικούς όπως εγώ που δεν είχαμε απαραίτητα τη δυνατότητα  να μάθουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε μουσική. […] Και μη νομίζεις οτι μπορεί να γίνεις ο Τάουνσεντ ή ο Χέντριξ απλώς και μόνο επειδή  μπορείς να παίζεις  wee wee wah wah  και να πατάς όλα τα ηλεκτρονικά εφέ που έχουν οι κονσόλες. Πρέπει πρώτα να τη γνωρίσεις την καριόλα την κιθάρα. Και να πας στο κρεβάτι μαζί της. Αν δεν υπάρχει γύρω καμμιά γκόμενα να σε βλέπει, τότε κοιμήσου και μαζί της. Έχει ακριβώς το κατάλληλο σχήμα».

Κάπου εκείνη την εποχή είναι που ξανασυναντιέται με τον Μικ Τζάγκερ, συμμαθητή του από το δημοτικό, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή τρέλα τους για το rhythm and blues, ακούνε φανατικά τα πολύτιμα  δισκάκια τους —Μπάντι Χόλι, Τσακ Μπέρι, Μάντι Γουότερς— και τζαμάρουν, καταλήγοντας τελικά να φτιάξουν συγκρότημα.
The rest is history.

rolling_stones_2204642b

Ο Μικ και ο Κιθ στο δημοτικό

images

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/12/18/happy-birthday-keith-richards/

I GOT THE SAME OLD BLUES…


Dj της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

J J Cale υπήρξε τεράστιος μουσικός — fact (καλά, όχι ότι απαγορεύεται να διαφωνεί κανείς, αλίμονο. Απλώς, αν όντως διαφωνεί κανείς, κάνει λάθος, εντάξει;) Γεγονός επίσης είναι ότι τα τραγούδια του έχουν διασκευαστεί κατά κόρον. Αυτός που τον έχει τσακίσει στις διασκευές από πολύ νωρίς είναι ο Eric Clapton — και, για να είμαστε δίκαιοι, ο J J, τόσο cool και low key τύπος ο ίδιος, χάρη στον Eric έγινε γνωστός. Το After Midnight ο J J Cale το πρωτοκυκλοφόρησε το 1966, αλλά έγινε hit από τον Clapton το 1970 (κι έτσι ο J J το ξαναηχογράφησε και το συμπεριέλαβε στο άλμπουμ του Naturally το 1972). Το Cocaine ο Cale το έγραψε το 1976 και το έκανε hit ο Clapton την επόμενη χρονιά.

[Παρένθεση – ανάμνηση: Κάνα δυο χρόνια αφότου βγήκε το Slowhand (1977), το άλμπουμ του Eric που άνοιγε με το Cocaine, κάποιος το έκανε δώρο στον παιδικό μου φίλο, τον Βαγγέλη. Το βάλαμε να το ακούσουμε, πάθαμε πλάκα με το πρώτο κομμάτι (το Cocaine, ντε!), το ξαναβάλαμε, και το ξαναβάλαμε, και για να μην τα πολυλογώ το ακούγαμε όλη εκείνη τη μέρα, μόνο αυτό, έτσι που το βράδυ ο δίσκος είχε αλλάξει χρώμα στο πρώτο track.]

Το I got the same old blues περιλαμβάνεται στο αριστουργηματικό Okie του 1975. Αυτό το κομμάτι —που εννοείται ότι το έπαιζε στα live του και ο μόνιμος πελάτης, ο Eric— ευτύχησε να γνωρίσει τρεις εξαιρετικές διασκευές: από τους Lynyrd Skynyrd, από τον Freddie King και από τον Captain Beefheart.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/12/17/i-got-the-same-old-blues/

ΙΝΔΙΑΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ…


DJ της ημέρας, η Χριστίνα Παπαβασιλείου

Στο βόρειο ημισφαίριο της Αμερικής, εκεί γύρω στις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου και ενώ αρχίζει η προέλαση του χειμώνα,  συνήθως μετά τον πρώτο παγετό, συμβαίνει το εξής: για λίγες μέρες ο καιρός ξαναλλάζει, οι μέρες γίνονται ζεστές και ηλιόλουστες, σαν μια τελευταία αναλαμπή του θέρους. Είναι οι μέρες του Ινδιάνικου Καλοκαιριού.

Υπάρχουν πολλές θεωρίες γιατί ονομάστηκε «Ινδιάνικο Καλοκαίρι». Μία εκδοχή είναι των Ινδιάνων Algonquian οι οποίοι πίστευαν ότι αυτό το ζεστό αεράκι που επικρατεί εκείνες τις μέρες τούς το έστελνε ο θεός Cautantowwit που ζούσε νοτιοδυτικά.

Άλλη εκδοχή θέλει η ονομασία αυτή να έχει δοθεί από τους πρώτους αποίκους στην Νέα Αγγλία (τις Βορειανατολικές Πολιτείες) όπου με το που έπιαναν τα πρώτα κρύα μπορούσαν να αφήνουν σχετικά αφύλακτες τις περιφράξεις των οχυρών τους, κι αυτό γιατί οι Ινδιάνοι σταματούσαν τους πολέμους μεταξύ των φυλών ή τις εφόδους στα οχυρά των λευκών. Έλα όμως που, πάνω που ησύχαζαν, ερχόντουσαν αυτές οι ηλιόλουστες και ζεστές μέρες και οι  ιθαγενείς είχαν άλλη μια ευκαιρία να κάνουν μια τελευταία εξόρμηση στους γείτονες. Έτσι, για να μην χαλαρώνουν και τελείως!

Υπάρχει όμως και η ανάποδη εκδοχή, ότι οι λευκοί σταματούσαν τις επιδρομές στους Ινδιάνους τον χειμώνα. Όπως και να έχει, είτε από τους μεν είτε από τους δε, το Ινδιάνικο καλοκαίρι ήταν σαν να λέμε οι μέρες του «άντε, πάμε άλλη μία τελευταία φορά να δαρθούμε ή, ακριβέστερα, να σφαχτούμε, προτού όσοι απομείνουμε ζωντανοί —με ήσυχη πλέον τη συνείδηση, αφού κάναμε το καθήκον μας—  τυλιχτούμε με τις κουβέρτες, γιατί χορεύουν κλακέτες τα δόντια μας από το κρύο.

Μπορεί πάλι να ονομάστηκε έτσι γιατί εκείνες τις μέρες οι Ινδιάνοι συνέλεγαν την σπορά τους.

Ο Paul Auster στο βιβλίο του Το παλάτι του φεγγαριού αποδίδει μαγικές ιδιότητες στο Ινδιάνικο Καλοκαίρι: «Ο ήλιος βγήκε την τελευταία μέρα. Δεν θυμάμαι να το κάνω, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να σύρθηκα έξω από την σπηλιά και να τεντώθηκα πάνω στο χορτάρι. Το μυαλό μου βρισκόταν σε τέτοια σύγχυση, ώστε φαντάστηκα ότι η θαλπωρή του ήλιου μπορούσε να κάνει τον πυρετό μου να εξατμιστεί, να ρουφήξει, κυριολεκτικά, την αρρώστια από τα κόκαλά μου. Θυμάμαι που έλεγα ξανά και ξανά μέσα μου τις λέξεις ινδιάνικο καλοκαίρι, τις είπα τόσες πολλές φορές που στο τέλος έχασαν το νόημά τους».

Οι Κομάντσι πάλι το τραγουδάνε χωρίς να το ονοματίζουν· άλλωστε δικό τους είναι, ό,τι θέλουν το κάνουν.

Ζυγώνω μες στις σκέψεις μου,
ζυγώνει ο Θεός του ήλιου
ως τα πέρατα της γης ζυγώνει,
ζυγώνει στην καρδιά του Ετσανατλέχι
στο όμορφο χνάρι ταξιδεύοντας και στον καλό καιρό.

Πολλοί εμπνευστήκαν και έγραψαν τραγούδια για το Ινδιάνικο Καλοκαίρι, μέχρι και ο Τζο Ντασέν που φυσικά δεν θα βάλω το τραγούδι του όταν υπάρχει αυτό!

Ζεστούλα σήμερα ε; Τι; Όχι; Ε, περιμένετε λίγο, που θα πάει, θα έρθει και από εδώ το Ινδιάνικο Καλοκαίρι. Μα κι αν δεν έρθει, θα γυρίσει πάλι το δικό μας, το καλό!

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/12/14/indian-summer/