Holiday in Cambodia…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Σήμερα ο Jello Biafra κλείνει τα 59 του χρόνια. «Μπράβο και χρόνια του πολλά• αλλά ποιος είν’ αυτός;» ακούω κάποιον να ρωτάει από το κυβερνοβάθος. Καλή ερώτηση! Σας παρουσιάζω, σε 59 φέτες, όλα όσα αξίζει να μάθετε για τον (εξαιρετικά συμπαθή, πλην όμως ελαφρώς αμφιλεγόμενο) Jello Biafra των Dead Kennedys. (Κι αν δεν τα μάθετε, μικρό το κακό: σάμπως θα σας βάλω τεστ στο τέλος;)

  1. Ο Jello Biafra γεννήθηκε στις 17/6/1958 στο Μπάουλντερ του Κολοράντο.
  2. Στη ληξιαρχική πράξη γέννησης αναφέρεται ως Eric Reed Boucher. (To “Jello Biafra” είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που προήλθε από τα ζελεδάκια μάρκας Jello-O και την Μπιάφρα, τη βραχύβια αφρικανική χώρα που αποσχίστηκε από τη Νιγηρία για κάτι λιγότερο από 3 χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του ’60.)

  3. Γιος μιας βιβλιοθηκάριου κι ενός κοινωνικού λειτουργού (που έγραφε και ποιήματα), έμαθε να ενδιαφέρεται από μικρός για την πολιτική επικαιρότητα. Αντικομφορμιστής και συνειδητοποιημένος. Για τα αμερικανικά δεδομένα, ακροαριστερός από κούνια.

  4. Το 1977, αφού τέλειωσε το γυμνάσιο και ξεμπέρδεψε για πάντα με την ιδέα να σπουδάσει υγιεινολόγος, έπιασε δουλειά ως roadie (δηλαδή, μεταφορέας μουσικού εξοπλισμού) του πανκ συγκροτήματος The Ravers (μετέπειτα: The Nails). Αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού.

  5. Το 1978 απάντησε σε μια αγγελία σε εφημερίδα του Σαν Φρανσίσκο, στην οποία κάποιος κιθαρίστας ονόματι Raymond Pepperell (γνωστός και ως East Bay Ray) έγραφε ότι γύρευε κόσμο για τον σχηματισμό πανκ συγκροτήματος, και κατέληξαν μαζί να φτιάξουν τους Dead Kennedys, ένα από καθοριστικότερα και πιο πολιτικοποιημένα πανκ συγκροτήματα της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ.

  6. Τότε ήταν που ο Eric υιοθέτησε –αρχικά– το ψευδώνυμο “Occupant” και στη συνέχεια –και για πάντα– το “Jello Biafra”.

  7. O Jello δεν έπαιζε κανένα μουσικό όργανο (προσπάθησε να μάθει κιθάρα, αλλά ήταν ανεπίδεκτος). Και τω καιρώ εκείνω, άμα δε μπορούσες να παίξεις ούτε τα τέσσερα βασικά ακόρντα, το ’παιζες τραγουδιστής. Επίσης, έγραφε τους στίχους των τραγουδιών. Γενικά, ήταν ηγετική φυσιογνωμία• γεννημένος frontman!

  8. Ήθελε να γράψει και μουσική, αλλά πώς, αφού ήταν άσχετος! Βρέθηκε λύση: τα υπόλοιπα μέλη τον έβαζαν να μουρμουρίζει σ’ ένα μαγνητόφωνο τις μουσικές φράσεις που σκάρωνε και μετά αναλάμβαναν εκείνοι τα υπόλοιπα.

  9. Όμως οι στίχοι (που ήταν και το ζουμί της ιστορίας) ήταν 100% δικοί του. Και ήταν στίχοι αξιόλογοι, σκληροί αλλά με χιούμορ (το όνομα “Dead Kennedys” λέει, από μόνο του, πολλά), στο πνεύμα βρετανικών αναρχοπάνκ συγκροτημάτων όπως οι Crass, αλλά και με μια ισχυρή δόση από την (αμερικάνικη) χοντρή πλάκα των Ramones.

  1. Οι Dead Kennedys κυκλοφόρησαν τέσσερα LP (και ένα EP) μέχρι το 1986, με το πρώτο, το Fresh Fruit for Rotting Vegetables (1980) να είναι το καλύτερο.
  • Όλοι τους οι δίσκοι κυκλοφόρησαν από την εταιρία Alternative Tentacles, της οποίας ιδρυτής (το 1979) και ιδιοκτήτης ήταν ο ίδιος ο Biafra. (Από ανάγκη, υποτίθεται – για να έχει τον πλήρη έλεγχο του υλικού του συγκροτήματος και να μην την πάθει όπως τόσοι και τόσοι από τους μεγαλοκαρχαρίες της μουσικής βιομηχανίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι ακόμα και ο εναλλακτικός εταιρειάρχης, εταιρειάρχης είναι, στην τελική. Και αυτό θα γινόταν σαφές σε όλους τους εμπλεκόμενους, με σκληρό τρόπο, δυο δεκαετίες αργότερα.)

  • Οι Dead Kennedys ενοχλούσαν –άρα κάτι έκαναν καλά– κι ως εκ τούτου οι εισαγγελείς τούς την είχαν στημένη. Τα νομικά προβλήματα άρχισαν με την κυκλοφορία του τρίτου τους LP, του Frankenchrist (1985), γιατί ο Biafra είχε τη φαεινή ιδέα να συμπεριλάβει στη συσκευασία μια αφίσα με το έργο του H.R. Giger “Penis Landscape” (στο οποίο απεικονιζόταν αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος, και μάλιστα πολλαπλώς – κάτι σαν τη γραβάτα του εντελώς κα[μ]μένου, αλλά στο πιο ρεαλιστικό). Όπως ήταν αναμενόμενο, η εισαγγελία του Λος Άντζελες επενέβη αυτεπάγγελτα: μήνυση για «διανομή επιβλαβούς υλικού σε ανήλικους». Ο Biafra (ως υπεύθυνος της δισκογραφικής εταιρίας) καταδικάστηκε στη δίκη που ακολούθησε, αλλά αθωώθηκε (με οριακή πλειοψηφία) σε δεύτερο βαθμό. Εντούτοις, οι μπελάδες αυτοί είχαν το τίμημά τους.

  • Το συγκρότημα διαλύθηκε το 1986 και τα μέλη του ακολούθησαν σόλο καριέρες. Ξαναμαζεύτηκαν το 2001, χωρίς τον Jello Biafra, για να συμπληρώσουν τα ένσημα της συνταξιοδότησης. (Θλιβερές σχεδόν όλες οι επανασυνδέσεις, αλλά στο πανκ το φαινόμενο καταντάει γελοίο: πώς να παίξουν τα φάλτσα τους λα-σολ-φα-μι οι πενηντάρηδες με τη μπιροκοιλιά;)

  • Το 1998, οι υπόλοιποι έκαναν μήνυση στον Biafra, ως ιδιοκτήτη της Alternative Tentacles, για παρακράτηση εσόδων από πνευματικά δικαιώματα. Ο Biafra έχασε τη δίκη (και την έφεση που έκανε το 2000) και τους αποζημίωσε. (Τα έχουν αυτά οι επιχειρήσεις.)

  • Πάντως, ο Biafra έλεγε ότι η ουσία της διαμάχης ήταν η άρνησή του να επιτρέψει τη χρήση του τραγουδιού “Holiday in Cambodia” σε διαφήμιση της Levi’s. Εγώ τον πιστεύω. Από την άλλη, πιστεύω επίσης ότι, ως εταιρειάρχης, έφαγε λεφτά από τους υπόλοιπους.

  • Μετά τους Dead Kennedys, o Biafra συμμετείχε σε διάφορα σχήματα: The Witch Trials, Lard, D.O.A., Nomeansno, No WTO Combo, The Melvins, The Guantanamo School of Medicine (και σίγουρα λείπουν μερικά ακόμα). Ησυχασμό δεν έχει ο τύπος!

  • Το θέμα είναι ο Biafra πάντα εξαρτιόταν από τους μουσικούς του, καθότι ο ίδιος δεν το ’χει. Έτσι, τώρα κάνει σόλο εμφανίσεις ως καλλιτέχνης του “spoken word” (δηλαδή, παρλάτες, ποιήματα, σκετσάκια, λογύδρια – τέτοια πράματα) – αυτό το ’χει και με το παραπάνω. Μόνο που, δυστυχώς, όλο αυτό μοιάζει κάπως με stand-up comedy.

  • Ο Jello κατά τη δεκαετία του ’80 δήλωνε αναρχικός. Τώρα, με βάση αυτά που λέει, είναι πιο κοντά στο «αριστερός φιλελεύθερος». Στην Αμερική. Του Trump. (Covfefe να φύγουμε.)

  • Από νωρίς ενδιαφέρθηκε για τα κοινά. Το 1979 κατέβηκε υποψήφιος για τη δημαρχία του Σαν Φρανσίσκο. Ήρθε τρίτος, συγκεντρώνοντας το 3,79% των ψήφων, και έτσι δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο. (Τ’ ονοματάκι του πάντως ακούστηκε, λένε οι κακές γλώσσες. Αλλά αυτό κάνουν οι κακές γλώσσες: όλο λένε και τίποτα δεν κάνουν.)

    1. Το 2000 διεκδίκησε την υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές μέσα από το Green Party, του οποίου ήταν (πολύ) ενεργό μέλος. Στο συνέδριο της εκλογής, έπεισε 10 από τους 319 εκλέκτορες. Ήταν πολύ λίγοι μπροστά στους 295 του νικητή Ralph Nader. Προς τιμή του, ο ηττημένος υποστήριξε τον αντίπαλό του στις προεκλογικές εκστρατείες του 200, του 2004 και του 2008, δίνοντας συναυλίες αβέρτα. Φυσικά, ο Nader πέρασε και δεν ακούμπησε από την προεδρία. (Στις εκλογές του 2016, ο Biafra υποστήριξε τον Bernie Sanders. Δηλαδή, δημοκρατικός – στην πράξη. Πραγματιστής; Μάλλον. Υπάρχει κι άλλος χώρος για διολίσθηση προς τα δεξιά, αλλά δεν τον έχω ικανό να τον διανύσει· εδώ θα μείνει, φαντάζομαι: ακραίος στο κέντρο.)

    1. Στις 7/5/1994, o Biafra δέχτηκε επίθεση μέσα στο κλαμπ Alternative Music Foundation, στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, από μια ομάδα 5-6 ατόμων, και κατέληξε στο νοσοκομείο με πολλαπλά τραύματα. Παρά τρίχα τη γλίτωσε! Τι είχε συμβεί; Ο Biafra έπαιζε στο κλαμπ, όταν ένας τύπος με το χαρακτηριστικό παρατσούκλι “Cretin” καθώς χόρευε (εδώ, ως «χορός» εννοείται η πολεμική τέχνη που ασκούν τα πανκιά, γνωστής ως “moshing” ή “slamdancing”) έπεσε πάνω στον Biafra και τον τσάκισε. Ο Biafra τού ζήτησε τα ρέστα και τότε του την έπεσε όλη η παρέα του «Κρετίνου», τον έριξαν κάτω και τον σάπισαν στο ξύλο, ενώ τον έβριζαν «ξεπουλημένο ροκ σταρ». Βαρύ και ανθυγιεινό επάγγελμα το ροκσταριλίκι.

    Το εξώφυλλο τού σινγκλ (Μάιος 1980). Η (σκληρή) φωτογραφία δεν είναι από την Καμπότζη, αλλά από τη σφαγή των φοιτητών στην Ταύλάνδη στις 6/10/1976, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: «Διακοπές στην Καμπότζη» του Πολ Ποτ και των Κόκκινων Χμερ.

    1. Εντάξει, δεν μου βγαίνουν 59 οι φέτες, κάντε μου μήνυση! (Θα μπορούσα γιατί δεν τα είπα όλα, αλλά υπάρχουν και όρια, έτσι;) Σταματάω στο 22, καλά είναι. Άλλωστε, 22 χρονών ήταν ο Jello Biafra όταν έγραψε και ηχογράφησε το τραγούδι που θα ακούσουμε απόψε, το “Holiday in Cambodia” (1980), το οποίο είναι, σύμφωνα με το Allmusic, «ίσως το πιο επιτυχημένο σινγκλ της αμερικανικής χάρντκορ σκηνής», και σύμφωνα με τον ίδιο, το πλέον αγαπημένο του από τα τραγούδια των Dead Kennedys. (Στην περιγραφή του κλιπ που ακολουθεί υπάρχουν και οι στίχοι• δείτε τους για να πάρετε μια ιδέα γιατί ενοχλούσαν αυτά τα τραγούδια τη ριγκανοθατσερική τάξη της δεκαετίας του ’80.)

    * * *


    Από:https://dimartblog.com/2017/06/17/holiday-in-cambodia/

    Feel …


    DJ της ημέρας, η Ζωή Σκούρα

    Αυτό το τραγούδι με αγχώνει. Όχι το ίδιο το τραγούδι, δηλαδή. Το βίντεο κλιπ. Το τραγούδι είναι υπέροχο – είναι αυτό που θα έφερνα ως επιχείρημα σε όποιον ισχυριζόταν πως η ποπ είναι μόνο σάχλα, φούσκα και νάυλον σεξ (που είναι. Αλλά κάτι τόσο μεγάλο, δεν μπορεί, έστω και βάσει πιθανοτήτων, να είναι μόνο αυτό).

    Έλεγα, λοιπόν, πως με αγχώνει το βίντεο κλιπ, η μυθοπλασία του. Με κάνει να αναρωτιέμαι (πιο εμμονικά από το κανονικό), «Και μετά;» Τι γίνεται μετά; Δύο ψαγμένοι τύποι, που συναντιούνται στη μέση του πουθενά, σ’ έναν από εκείνους τους υπέροχους τόπους που συνήθως καταλαμβάνονται από ελάχιστα υπέροχους κατοίκους (γιατί συμβαίνει αυτό; Ξέρει κανείς;) – αυτοί οι δύο, λοιπόν, τα φτιάχνουν. Φυσικά. Εννοείται. Τι γίνεται όμως αν τα χαλάσουν; Πώς πάει αυτό; Πώς είναι το σαβουάρ βιβρ ενός χωρισμού όταν είσαι εγκλωβισμένος σε ένα μέρος απέραντο σε έκταση αλλά κοινωνικά λίγο μεγαλύτερο από κάδο πλυντηρίου;

    Θα μου πεις, γιατί να τα χαλάσουν; Έλα ντε. Μάλλον από μεγάλη δόση εντροπίας. Είναι αυτό που λέει ωραία ο Ρόμπι: «Before I go out, I can see myself coming».

    * * *


    https://dimartblog.com/2017/06/16/feel/Aπό:

    Τα ευαίσθητα – Μαρία Βούλγαρη…


    melissourgou

    Ένα τραγούδι αλλιώτικο από τα συνηθισμένα…ένα τραγούδι γεμάτο από την πραγματικότητα που ζούμε, …
    Ένα δημιούργημα από δυο νέους ανθρώπους που άνοιξαν τις ψυχές τους για να χωρέσουν τις δικές μας.
    Η Βασιλική Μελισσουργού κατάγεται από τη Νάξο κι έχει μεγαλώσει στην Αθήνα. Είναι ποιήτρια-στιχουργός με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της. Η Μαρία Βούλγαρη, νέα τραγουδοποιός, τολμά να μελοποιήσει την ποίηση της Βασιλικής.
    Η Μαρία Βούλγαρη κατάγεται από την Κέρκυρα εξού και οι μουσικές της καταβολές. Επηρεασμένη από το παγκόσμιο στερέωμα καθότι έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δημιουργεί νέα ηχοχρώματα με τη μουσική της.
    Απολαύστε….τα ευαίσθητα…
    ___________________________________________________________

    Φυλάξου από ανύπαρκτους εχθρούς! (Και από δόλιους φίλους)…


    Μακρύς ο δρόμος… Κι αν ξεμείνουμε από τσιγάρα δεν πρέπει να ξεμείνουμε από μουσική… Κάπως έτσι προέκυψε η στιγμή να ρίξουμε μια ματιά στην δική μας καμπούρα· στην «προίκα» μας δηλαδή.

    Οπότε οι τότε φρέσκιες Σαλονικιές ροκ εν ρολ «Τρύπες», απ’ το μακρινό ’85, βγήκαν απ’ το σακούλι.

    Το τραγούδι γράφτηκε για φαντάρους. Aλλά με την γενική επιστράτευση στη βλακεία και τα ψυχοδράματα αφορά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τους πάντες.


    Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/fylaxou-apo-anyparktous-echthrous-ke-apo-dolious-filous/

    You need a friend…


    Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

    [ Σκηνές που Κόπηκαν στο Μοντάζ_1 ]

    ΤΑΒΕΡΝΑ, εσωτ-βράδυ

    – Συγγνώμη, μπορώ να πάρω αυτή την καρέκλα;

    – Και δεν τις παίρνεις όλες;

    – Μόνος σου είσαι;

    – Ναι…

    – Δεν έρχεσαι στην παρέα μας; Φέρε και τις καρέκλες σου!

    (Τις πήρε και πήγε. Και πέρασε καλά. Μερικές φορές είναι τόσο απλό.)

    * * *


    Από:https://dimartblog.com/2017/05/26/you-need-a-friend/

    Γιατί τόσος χαμός με τη «Μάντισσα»; …


    90cc

    Γράφει: Γιώργος Τσαντίκος

    Εδώ και πέντε μέρες περίπου υπάρχει ένα βίντεο κλιπ, η «Μάντισσα» της Μαρίνας Σάττι, το οποίο «ρίχνει το ίντερνετ», ξεπερνώντας το 1 εκατ. προβολές. Γιατί όμως;

    Πρώτον, γιατί είναι μια γλυκύτατη, πιασάρικη σύνθεση που όσο και να σας φαίνεται περίεργο, πατάει σε ηπειρώτικες ηχογραμμές (αυτό κρατήστε το για τη συνέχεια). Δεύτερον, γιατί η ίδια η δημιουργός είναι εμπνευσμένη και ταλαντούχα. Τρίτον, γιατί το βίντεο κλιπ επανασυστήνει τα στενά του κέντρου της Αθήνας, σε μια εποχή που η περιοχή ποινικοποιείται σταθερά από ένα μεγάλο κομμάτι των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία επικουρούν την αντίστοιχη πολιτική στόχευση. «Αν πάρεις αυτοκίνητο, μην πας Εξάρχεια, τα καίνε εκεί». Πόσες φορές ακούγεται αυτή η ατάκα σε αθηναϊκό σπίτι τα τελευταία χρόνια;

    Η Σάττι, παιδί σουδανού πατέρα και ελληνίδας μητέρας, το έχει ξανακάνει: οι «Κούπες», η φωνητική διασκευή του κλασικού σμυρνιώτικου τραγουδιού, κοντεύει τις 10 εκατομμύρια προβολές στο Youtube. Κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι κατώτερες από τη «Μάντισσα».

    Υπάρχει πολύ έντονη τελευταία η τάση του gentrification, της «αναπαλαίωσης» στα πάντα. Από τα εργαστήρια «παλαίωσης» και ουσιαστικά, ανανέωσης για καινούργια χρήση παλιών επίπλων, μέχρι τις συλλογικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε παλιές γειτονιές, αλλά και στην ίδια τη μουσική. Στο ροκ εν ρολ και την πιο «δεινοσαυρική» εκδοχή του, το χαρντ ροκ των ‘70s έχει επανακάμψει με όχημα τις (πολλές) σκανδιναβικές μπάντες που «το ζούνε» με τα λεβέντικα ακόρντα. Αρκετές από αυτές είναι πραγματικά εξαιρετικές. Από την τάση δεν θα μπορούσε να γλιτώσει η παραδοσιακή μουσική. Είτε ως λεία σε χίπστερ ορέξεις αναζήτησης μιας διαφορετικότητας που επί της ουσίας δεν υπάρχει είτε ως μια δημιουργική διέξοδος, μια «ειλικρινής αντιγραφή» από τα έτοιμα.

    Η «Μάντισσα» δεν είναι μόνο αυτά όμως. Αν αύριο-μεθαύριο δείτε τίποτε συνδαιτημόνες να μιμούνται σκηνές από ταινίες του Μπόλιγουντ ενώ η ορχήστρα παίζει ηπειρώτικα, να ξέρετε ότι η «Μάντισσα» θα φταίει. Όχι με την έννοια της ατομικής, συνειδητής ευθύνης του δημιουργού, αλλά με τον τρόπο που περιγράφει ο Στιούαρτ Χωλ για την πρόσληψη του πολιτισμού και την «κωδικοποίησή» του από το κοινό.

    Πίσω όμως στην Σάττι και το εγχείρημα: ίσως να μην έχει υπάρξει κάτι πιο έξυπνο, χαριτωμένο και πιασάρικο τα τελευταία χρόνια στην ελληνική μουσική καθημερινότητα, από αυτό το κομμάτι. Φτιαγμένο πάνω σε πολύ ασφαλείς οδούς, στη νοσταλγία της Αθήνας και την επανοικειοποίηση των «σκοτεινών της δρόμων», που τη μέρα όμως είναι ολόφωτοι και δεν φοβούνται κανένα, πάνω επίσης στον ορισμό του όρου «φρέσκα πρόσωπα» που τόσο έχει μπαγιατέψει πλέον όπου αλλού χρησιμοποιείται, πάνω σε μια πολυπολιτισμικότητα του συρμού μεν, αλλά και αυτή που αν τελικά πειράζει μερικούς-μερικές, τότε ο κασιδιαριασμός, φανερός και υπαινικτικός, δεν τούς είναι ξένος.

    Από αυτή τη gentrification μουσική γενιά, δεν προτιμάω τη Μαρίνα Σάττι, αλλά τους VIC, τους Samsara Blues Experiment, τους Graveyard κ.ο.κ. Στη «Μάντισσα» όμως, έχω προσθέσει τρεις-τέσσερις προβολές, στο 1 εκατομμύριο και κάτι που μετράει σήμερα, 23 Μάη…

     _________________________________________________________

    Birth, School, Work, Death …


    MI0001548701

    Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

    Εικασία: «Με τα χρόνια, γίνεσαι η δουλειά σου». Όταν λέω «γίνεσαι η δουλειά σου», δεν εννοώ (μόνο) τον τρόπο που σκέφτεσαι, αλλά και τον τρόπο που φαίνεσαι, την εμφάνισή σου – ιδιαίτερα το πρόσωπό σου. Μιλάω (και) για τη σωματικήαποτύπωση της δουλειάς σου. Και την ονομάζω «εικασία» γιατί δεν μπορώ να την αποδείξω, αν και νομίζω ότι ισχύει (σε μεγάλο βαθμό).

    Εξηγούμαι: Αν το επιτρέπει η ηλικία σας, θα σας έχει συμβεί να συναντήσετε, μετά από πολλά χρόνια, έναν καλό, παιδικό σας φίλο και να είναι όλα όπως τότε: σαν να σας ένωνε μία αόρατη κλωστή όλο αυτό το διάστημα, η οποία –για κάποιο λόγο– ποτέ δεν έσπασε. Αυτό είναι το καλό σενάριο. Από την άλλη, πιθανότατα σας έχει συμβεί και το αντίθετο: να συναντήσετε, μετά από εξίσου πολλά χρόνια, έναν εξίσου καλό, παιδικό σας φίλο και να συνειδητοποιήσετε με λύπη ότι πλέον δεν έχετε τίποτα να πείτε, ούτε για τώρα ούτε για τότε: δεν σας ενώνει τίποτα πια. Παράξενο; Για να δούμε.

    Ας πάρουμε τρεις παιδικούς φίλους οι οποίοι, στην ενηλικίωση, χάθηκαν μεταξύ τους. Με βάση τα όσα προηγήθηκαν, ας ονομάσουμε τον πρώτο Α και τους άλλους δύο Β και Γ αντιστοίχως. Δεδομένου ότι ο Α είναι αυτός που είναι, η εξήγηση για τη διαμετρικά αντίθετη αίσθηση που αποκόμισε (ο Α) από τις συναντήσεις του με τους Β και Γ πρέπει να αναζητηθεί σε αυτούς τους τελευταίους. Πιο συγκεκριμένα: στην ουσία της αρχικής σχέσης του Α με τον Β και του Α με τον Γ, και στην εξέλιξη και των τριών τους στο διάστημα που μεσολάβησε από την παιδική τους ηλικία μέχρι σήμερα (δηλαδή, τότε που η άμεση αλληλεπίδρασή τους ήταν μηδενική). Για να μην μπλέξουμε με παλιοϊστορίες, ας υποθέσουμε ότι τότε, βαθιά στο παρελθόν, οι σχέσεις του Α με τους Β και Γ ήταν πανομοιότυπες (πράγμα δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο). Για να απλοποιήσουμε κι άλλο τα πράγματα, ας υποθέσουμε επίσης ότι οι Β και Γ δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Με αυτά τα δεδομένα, είναι βέβαιο ότι, αν πάρουμε ως κεντρικό άξονα των ξεχωριστών «τροχιών» των τριών (ανά δύο, ως προς τον Α) παιδικών φίλων τη ζωή του Α, η ζωή του Β κινήθηκε παράλληλα με τον άξονα, ενώ εκείνη του Γ απέκλινε. Συμβαίνει· δεν περιγράφω κάτι σπάνιο.

    [Εδώ οφείλω να σημειώσω ένα κενό στον παραπάνω συλλογισμό: Υπάρχει μία πιθανότητα οι Α και Β να άλλαξαν με παρόμοιο τρόπο (προς το χειρότερο ή το καλύτερο, δεν έχει σημασία) –να είναι, δηλαδή, ακόμα και σήμερα συμβατοί, αλλά με τρόπο διαφορετικό από εκείνον του παρελθόντος– και να είναι ο ασύμβατος Γ εκείνος που παρέμεινε σε γενικές γραμμές ο χαρακτήρας που ήταν και τότε. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, εκείνοι που απέκλιναν είναι οι Α και Β, όχι ο Γ. Πρόκειται για ίδιας τάξης πρόβλημα, αλλά με διαφορετικές παραμέτρους. Το σημειώνω και το προσπερνώ.]

    Γιατί όμως; Τι έπαθε ο Γ; Όλα παίζουν: έρωτες, γάμοι, παιδιά· αρρώστιες, νίλες, καταστροφές· λιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί· μέχρι και ιδεολογίες, θρησκείες, βιοθεωρίες: τα πάντα. Μπορεί όμως κάτι απ’ όλα αυτά να αλλοιώσει παιδικές φιλίες; Δεν νομίζω (ίσως γιατί δεν θέλω να το νομίζω). Δεν θέλω όμως να κάνω φτηνή ψυχολογική ανάλυση (ούτε και ακριβή άλλωστε), γι’ αυτό και θα το πω χωρίς φιοριτούρες: Απ’ όλα όσα συνέβησαν στη ζωή του Γ, πιστεύω –διαισθητικά– ότι μόνο οι σπουδές (ή η απουσία τους) και η (όποια) καριέρα (ίσως και η μετανάστευση) μπορούν να εξηγήσουν την κατάσταση. Με άλλα λόγια, «με τα χρόνια, ο Γ έγινε η δουλειά του».

    [Το πρόσημο του –ομολογουμένως κάπως αυθαίρετου– συμπεράσματος δεν είναι απαραίτητα αρνητικό: θα μπορούσε κάλλιστα ο «καλός» της ιστορίας να είναι ο Γ.]

    Αν, δε, αντικαταστήσω τον Γ με κάποιον άνθρωπο υπαρκτό (και ταιριαστό), μπορώ μέσες-άκρες να εξηγήσω τι του συνέβη γιατί παρατηρώ (πολύ συχνά για να είναι τυχαίο) ότι η δουλειά του είναι αποτυπωμένη πάνω του – και κυρίως στο πρόσωπό του. Ένδειξη, όχι απόδειξη. Και με τις ενδείξεις δεν κάνουμε δουλειά, το ξέρω. (Κάπου εδώ υφέρπει μία μομφή κατά της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας, αλλά ας μην το χοντρύνουμε.) Η εικασία δεν έγινε θεώρημα γιατί παραμένει αναπόδεικτη. (Μικρό το κακό. Σάμπως είναι η πρώτη;)

    * * *


    Από:https://dimartblog.com/2017/05/13/birth-school-work-death/