Kieślowski: Ο σκηνοθέτης που απεικόνισε με εντιμότητα την ανθρώπινη ύπαρξη Ένας καλλιτέχνης που ποτέ δεν έπαψε να αναζητά…


PHOTO: EAST NEWS/SIPA PRESS KRZYSTOF KIESLOWSKI BOUILLON DE CULTURE 00278461

Γράφει η Έφη Καραχάλιου

Το έργο του Krzysztof Kieślowski παραμένει ακόμα και σήμερα, 20 χρόνια μετά, μια μεγάλη παρακαταθήκη τόσο για τον πολωνικό όσο και τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Στην σύντομη πορεία του στον κινηματογράφο, κινήθηκε από τα αυστηρά όρια του ντοκιμαντέρ μέχρι τις ψυχογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους, που τελικά τον καθιέρωσαν, με μεγάλη ευκολία, παρακολουθώντας πάντα με περιέργεια και θαυμασμό τις πιο μύχιες επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης. Όπως σωστά σημειώνει ο Μιχάλης Δημόπουλος σ’ ένα κείμενο του:

«(Οι ταινίες του Krzysztof Kieślowski) είναι υποδείγματα μιας τέχνης που επιμένει να αναζητά , εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, την υπαρξιακή της δικαίωση και το ρίγος της χαμένης αθωότητας. Αποδεικνύει πως μπορεί να υπάρχει, και κυρίως να λειτουργεί, η περιπέτεια του βλέμματος, για τους ανθρώπους και τα διλήμματά τους».

Ο Kieślowski δεν ήταν ποτέ ένας κατ’ εξοχήν πολιτικός σκηνοθέτης και αυτό γιατί ποτέ δεν επιθύμησε να γίνει τέτοιος. Ωστόσο, είναι κοινός τόπος, ότι σχεδόν όλες οι ταινίες του Πολωνού σκηνοθέτη, διατρέχονται από ηθικά διλήμματα που αναγκάζουν τους ήρωες τους να αγωνιούν για την ύπαρξή τους. Μολονότι τα πρώτα του έργα δεν ήταν έντονα πολιτικά, ο Kieślowskiαντιλήφθηκε σύντομα ότι η έντιμη απεικόνιση της σύγχρονης πολωνικής πραγματικότητας αποτελούσε ευθύ πολιτικό σχόλιο, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με την σοβιετική εξουσία, η οποία μέχρι τότε λογόκρινε τον «δυτικό» τρόπο σκέψης τόσο στην Ρωσία όσο και στους δορυφόρους της. Όταν ο στρατιωτικός νόμος σταδιακά χαλαρώσε σε όλη την Πολωνία, αφήνοντας ένα πληθυσμό οικονομικά και ιδεολογικά άπορο, οι ταινίες του στράφηκαν όλο και λιγότερο στην εκπροσώπηση κάποιας πολιτικής ιδεολογίας. Ο ίδιος δήλωσε κάποτε ότι «δεν έχει σημασία αν ζείτε σε μια κομμουνιστική χώρα ή μια ευημερούσα καπιταλιστική, αν δεν ασχολείστε με αυτές τις ερωτήσεις, ερωτήσεις όπως: Ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής; Γιατί να σηκώνεστε το πρωί; «. Ένα τουλάχιστον κυνικό συμπέρασμα, που δείχνει, όμως, στην πράξη πώς αντιμετωπίστηκε ο πολωνικός λαός όντας υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ και αργότερα υπό στρατιωτικό νόμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Στον θλιμμένο και όμορφο κόσμο του Jim Jarmusch…


Σκέψεις με αφορμή την επιστροφή του ανεξάρτητου κινηματογραφιστή

jarmusch-001

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

«Καταβρόχθισε παλιές ταινίες, νέες ταινίες, μουσική, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες, ποιήματα, όνειρα, τυχαίες συνομιλίες, αρχιτεκτονική, γέφυρες, πινακίδες στους δρόμους, δέντρα, σύννεφα, σώματα νερού, το φως και τις σκιές. Επέλεξε μόνο τα πράγματα που μιλούν κατευθείαν στην ψυχή σου. Εάν το κάνεις αυτό, το έργο σου θα είναι αυθεντικό». Να μια ενδιαφέρουσα στοιχειοθέτηση με υπογραφή Jim Jarmusch. Δίχως καμιά επιτήδευση ή υπεροψία, όσο cool κι αν ξέρουμε πως είναι αλλά οφείλουμε να μην μένουμε εκεί, ο ανέκαθεν ασπρομάλλης τούτος μάγκας, κοιτάζει αλλού και προσέχει άλλα πράγματα. Αδιαφορεί για τα κολοσσιαία, εφόσον μπορεί να είναι μάρτυρας ενός απλού ανθρώπινου διάλογου και τις χιλιάδες εκφράσεις που αυτός γεννάει. Αδιαφορεί για τα big bang εφόσον μπορεί να κάνει σπουδαίες ταινίες που αγγίζουν την ψυχή και το νου μας, με μια«καθημερινή λίστα μπακαλικής», όπως θα έλεγε ο ποιητής William Carlos Williams.

Ο Jim Jarmusch, κάνει τούτη την επιλογή και ευτυχώς δηλαδή. Έχουμε κουραστεί κινηματογραφικά στο μεγαλεπήβολο και το υπερφυσικό. Στο τερατώδες και το επιβλητικό. Ενώ από αυτόν, κρεμόμαστε για ένα του «χαίρεται» στον δρόμο. Προσμένουμε, να μας μιλήσει, με την σπάνια του ειλικρίνεια, ευγένεια και χιούμορ, για όλα τα όμορφα και τα γλυκόπικρα που αμελούμε να δούμε και να συγκρατήσουμε, μέσα στο υπερφλύαρο και παραφουσκωμένο μας νευρωτικό μικρόκοσμο. Αυτό είναι πιότερα πιο υποβλητικό, άλλωστε. Δεν είναι τυχαίο, που έχει καταφέρει να είναι ο πιο αγαπητός και οικείος άνθρωπος του δυτικού κινηματογράφου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Buñuel, μας λείπεις ρε φίλε! …


Αναφορά σε ένα χαμένο σινεμά της οξείας αντίληψης και της, με κάθε τρόπο, ανατροπής

μπουνιουελ4

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

Luis Bunuel. Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωριστός. Αδόκιμος μέσα στην σύμβαση της κινηματογραφικής δημιουργίας, μα τόσο οικείος και τόσο αναγκαίος. Μόλις στα 29 του, πήρε μια κάμερα στα χέρια και άρχισε την αποδομητική του «ασχολία». Έσκισε διάπλατα τους δομημένους ορίζοντες της τέχνης και στόχευσε τις δομημένες αξίες της κοινωνίας. Ήταν εκεί ογκόλιθος και εμπροσθοφυλακή, είτε με έναν ανδαλουσιανό σκύλο που δάγκωνε κατά παραγγελία είτε με ένα φάντασμα που πλανιόταν πάνω από την δυσωδία του νεκροζώντανου πτώματος της μπουρζουαζίας. Γιατί ποτέ δεν έκρυψε πως αυτή, και μονάχα αυτή, ήταν από πάντα ο στόχος του. Αυτή που παρασιτεί πάνω στην υπόλοιπη κοινωνία με τον πλούτο και πάνω από όλα τη νοοτροπία της που την μετατρέπει σε μια αισχρότητα ακόμη πιο νοσηρή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το κόκκινο μπαλόνι – The Red Balloon (1956)…



Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2016/06/18/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9-the-red-balloon-1956/

«Spotlight: Όλα στο φως» Προσοχή στον μεσσία…


spotlight-2015-directed-by-tom-mccarthy-movie-review

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

Όταν υπάρχει κάποιος κακός, είναι ανάγκη να βρούμε και κάποιον καλό για να καθαρίσει ή να εξισορροπήσει την κατάσταση. Και, καθώς λείπει ο υπερήρωας με το κολάν και τα μπράτσα, το χολιγουντιανό σινεμά βρίσκει μια παρόμοια λύση για να πλασάρει το γνωστό του παραμύθι.

Η οσκαρικού τύπου απεικόνιση μιας πραγματικής ιστορίας της δημοσιογραφικής ερευνητικής ομάδας «Spotlight» που ξεσκέπασε ένα αισχρό κύκλωμα παιδεραστίας της Καθολικής Εκκλησίας, αν και θα μπορούσε να ρίξει πραγματικά φως, τελικά έχει πολύ κοντόφθαλμο και σκιερό βλέμμα. Από τη μια οι καλοί. Δημοσιογράφοι με αμόλυντη ηθική που είναι πάντα στα χαρακώματα για να ρίξουν άπλετο φως στις κακές συνέπειες μιας διεφθαρμένης κοινωνίας ως καθαριστές, απολυμαντές, μεσσίες. Ως σημαιοφόροι της αλήθειας. Από την άλλη η εκκλησία. Που ως γνωστόν, ασελγεί για χρόνια ψυχικά στους ενηλίκους και παράλληλα σωματικά στους ανήλικους και έχει την θεϊκή εξουσία στα εγκόσμια, ώστε κανείς μα κανείς δεν δύναται να την βάλει στο στόχαστρο. Και μπρος σε αυτό το «θέατρο» των κλειστών γραφείων και των συγκρούσεων για το ποιος θα επικρατήσει, οι αμερικανοί πολίτες –και άρα το κοινό της ταινίας- περιμένουν υπομονετικά και άβουλα την έκβαση της μάχης. Το ότι η κοινωνία είναι μια μήτρα που γεννά σκάνδαλα ξανά και ξανά δεν βρίσκει χώρο στην κινηματογραφική αφήγηση. Ως εκ τούτου, το χαλί που κρύβονται από κάτω τόσα και τόσα έχει χώρο και για ακόμη περισσότερα. Κάποιος μπορεί να πει…«μα αυτό θέλει να πει η ταινία«. Αυτό ισχύει. Δεν ζητάμε να γυριστεί κάτι άλλο. Ούτως ή άλλως, στο παρελθόν ο κινηματογράφος έχει δώσει πολύ πιο σπουδαία αποτελέσματα. Κρίνουμε όμως, πως αμελείται σχεδόν συνειδητά, να υπάρξει μέσω της αφήγησης μια σύνδεση, έστω συνειρμικά, του ειδικού με το πιο γενικευμένο. Και αυτό, όχι γιατί ο σκηνοθέτης δεν τα καταφέρνει, αλλά από ό,τι φαίνεται γιατί έτσι βολεύει.

Συνέχεια ανάγνωσης

ελεγχόμενες αυταπάτες για τον χαμένο χρόνο του Dormael…


o θεός; αγαθός γέρος με λευκή γενειάδα;

όχι βέβαια!

o Θεός (Benoît Poelvoorde) είναι ανυπόληπτος είδος, θλιβερός, βρωμάει και ζέχνει, ζει σ’ένα σκοτεινό διαμέρισμα των Βρυξελλών με τη σύζυγό του (Yolande Moreau) και την κόρη τους Εa (Pili Groyon), έχει και έναν υιό, σε μέγεθος μπιμπελό να φανταστείτε και περνά τις μέρες του κολλημένος στον υπολογιστή του, μέσα στο ιδρωμένο του τισέρτ, τη φαρδιά πιτζάμα του,  και την παλιά του ρόμπα, φοράει παντόφλες, και μια άσχημα δεμένη ρόμπα, έχει στο στόμα μόνιμα ένα τσιγάρο και γύρω του άδεια μπουκάλια και η ζωή του είναι οργανωμένη σε τρία στάδια: γαβγίζει στην οικογένειά του, κοιμάται και ροχαλίζει μπροστά από την τηλεόραση και από το τεράστιο γραφείο του με τους γιγαντιαίους τοίχους με επένδυση από εκατοντάδες συρτάρια, παίζει βρώμικα κόλπα στους φτωχούς ανθρώπους…

ο θεός τα ξέρει όλα!

Συνέχεια ανάγνωσης