Παζολίνι: Ο αντιφασισμός, ο ελεύθερος έρωτας και η άγρια δολοφονία…


slider_pasolini_609-jpeg_north_1160x_white

«Μόνο την ώρα του θανάτου μας  είναι που η ζωή μας – σε αυτό το σημείο ανεξιχνίαστη, διφορούμενη, ανεσταλμένη -παίρνει νόημα», είχε πει ο Πιερ Πάολο Παζολίνι το 1967. Οκτώ χρόνια αργότερα, στις 2 Νοεμβρίου του 1975,  βρέθηκε άγρια δολοφονημένος στην παραλία της Όστια, κοντά στη Ρώμη, σε μια θέση χαρακτηριστική των μυθιστορημάτων του. Λίγο πριν, είχε μόλις ολοκληρώσει την ταινία του Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα, για τη φύση του φασισμού, η οποία αποτέλεσε μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες ταινίες της παγκόσμιας κινηματογραφικής ιστορίας, λόγω των σκηνών βίας και σεξουαλικής ωμότητας. Το κύκνειο άσμα του Παζολίνι, απεικονίζει σε όλη του την έκταση τον αντιφασισμό του. 

Πέπλο μυστηρίου συνεχίζει να καλύπτει ακόμη και σήμερα τη δολοφονία του μεγάλου κινηματογραφιστή, ποιητή και συγγραφέα, καθώς δεν έχει διασαφηνιστεί εάν επρόκειτο για άγριο έγκλημα πάθους ή πολιτική δολοφονία.

*Πατήστε επάνω στις εικόνες

Το κορμί του Παζολίνι κομματιάστηκε από ένα αυτοκίνητο, το οποίο πέρασε από το κορμί του δεκάδες φορές. Για τη δολοφονία του καταδικάστηκε ως ένοχος ένας εκπορνευόμενος νεαρός, ο 17χρονος τότε, Πίνο Πελόζι. Ύστερα από 30 χρόνια ωστόσο, η ιστορία της δολοφονίας του ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, όταν ο Πελόζι απέσυρε την ομολογία του, ισχυριζόμενος ότι δεχόταν απειλές για τον ίδιο και την οικογένειά του, ώστε να μην αποκαλύψει τους πραγματικούς ενόχους.

Μετά τον θάνατο των εκβιαστών του, παραδέχτηκε, το 2005, ότι στο φονικό συμμετείχαν 3 άντρες, οι οποίοι ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον Παζολίνι, βρίζοντάς τον χυδαία για την ομοφυλοφιλία του και φωνάζοντάς τον «βρωμοκομμούνι». Πολλές ήταν οι αναφορές ότι το έγκλημα διεπράχθη από νεοφασίστες. Δυστυχώς, λόγω έλλειψης στοιχείων αν και η έρευνα είχε ξεκινήσει και πάλι δεν άργησε να παγώσει.

Συνέχεια

«Η αξιοπρέπεια είναι είδος υπό εξαφάνιση»…Κριστίνα Γκρόζεβα…


Αποτέλεσμα εικόνας για Kristina Grozeva

 

Πραγματοποιώντας τις υποσχέσεις που είχαν αφήσει με τη σκοτεινή ηθική παραβολήΤο μάθημα, το εκ Βουλγαρίας σκηνοθετικό ζευγάρι Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλτσάνοφ, μεταπλάθουν στο Glory, μια δηκτική τραγικωμωδία, τη βουλγαρική μετα-κομμουνιστική πραγματικότητα με τρόπο βαθύ και ουσιαστικό. Πρωταγωνιστής της ταινίας ο Τσάνκο Πέτροφ, ένας τίμιος εργάτης σιδηροδρόμων, που βρίσκει τυχαία ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, το οποίο και παραδίδει. Το βουτηγμένο στη διαφθοράυπουργείο Μεταφορών τον τιμά σε τελετή, απονέμοντάς του ένα ολοκαίνουριο ρολόι, αλλά χάνει το παλιό του, οικογενειακό κειμήλιο. Ο Τσάνκο θα κάνει το παν για να τοεπανακτήσει, και μ’ αυτό την αξιοπρέπειά του. Η συν-σκηνοθέτρια Κριστίνα Γκρόζεβαμας μιλά για την ταινία, με αφορμή την εξοδό της στις αίθουσες στις 2 Μαρτίου.

Σε ποιο βαθμό συνέβαλε το δημοσιογραφικό σου υπόβαθρο στη διαμόρφωση της αφηγηματικής και της οπτικής σου προσέγγισης- ακόμα και στην επιλογή των θεμάτων στα ντοκιμαντέρ και τις ταινίες μυθοπλασίας που έχεις συν-σκηνοθέτήσει και συν-σεναριογραφήσει με τον Πέταρ Βαλτσάνοφ;

Στη βραχύβια καριέρα μου στη δημοσιογραφία είχα την ευκαιρία να συναντήσω μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπινων τύπων- από εγκληματίες μέχρι υπουργούς, από σούπερσταρ μέχρι ζητιάνους. Νομίζω ότι αυτό με βοηθά στην ανάπτυξη των χαρακτήρων στις ιστορίες μας. Κυρίως στο Glory, οι χαρακτήρες της κυρίας επί των δημοσίων σχέσεων, καθώς και η διάθεση και η ατμόσφαιρα στην ομάδα των δημοσίων σχέσεων, μου είναι πολύ γνωστές. Είναι σημαντικό για έναν σκηνοθέτη να μιλά για πράγματα, με τα οποία είναι εξοικειωμένος.

Συνέχεια

Λίγη συμπόνια για τον Ιάγο…


Laurence Olivier και Joyce Redman στους ρόλους Οθέλλο και Ιάγο, σε θεατρική κινηματογράφηση,1965. Royal National Theatre.


(Η τραγική ιστορία του Ιάγου, του αμαυρωμένου μοχθηρού)

Ποιός δεν ξέρει την ιστορία του τραγικού έρωτα της όμορφης Δυσδαιμόνα και του μαυριτανού Οθέλλο; Ίσως το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μας είναι πως το κεντρικό της θέμα είναι η ζήλια και οι φαρμακερές της επιπτώσεις στην αγάπη. Όχι άδικα γιατί το τραγικό τέλος των δύο εραστών είναι αποτέλεσμα μιας μοχθηρής δράσης. Τίποτα όμως από τα δύστροπα παιχνίδια που κάνει η Κάθριν Έρσω στον ταλαιπωρημένο από τον έρωτα Χηθκλιφ (Wuthering Heights) δεν δικαιολογεί την ζήλια του Οθέλλο προς τη Δυσδαιμόνα. Χήθκλιφ και Οθέλλο είναι δύο χαρακτήρες που μοιράζονται κοινά σημεία και όμως αντιδρούν με τελείως διαφορετικούς τρόπους. Δεν είναι μόνο που αποτελούν και οι δύο το ανοίκειο πρόσωπο για τους άλλους, μαύροι ή και «γυφτόμαυροι» όπως τους χαρακτηρίζουν, ούτε είναι η ομοιότητα που στο αφιλόξενο αποκλεισμό οι ίδιοι προτάσσουν την προσωπική τους αξία. Αυτό που τους φέρνει κοντά είναι πως η αποδοχή τους δε γίνεται τελικά μέσα από τίτλους ή κατορθώματα αλλά μέσα από τον έρωτα. Μόνο ο έρωτας μπορεί να μεσολαβήσει για έρθει ο Οθέλλο και ο Χήθκλιφ σε ειρήνη με τον κόσμο.

Συνέχεια

Είμαι μαζί σου στο Πάτερσον…


Ολοκαύτωμα
Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο
William Carlos Williams, (μτφρ. Τάσος Κόρφης)
 

Νιώθεις μια χαρά που προκύπτει άμεσα και αντανακλαστικά, όταν έχεις συνηθίσει να διαβάζεις, να ακούς, να βλέπεις ταινίες και να χρησιμοποιήσεις το υλικό για να γράψεις κριτικές, για να πάρεις ιδέες ή οτιδήποτε και ξαφνικά ανακαλύπτεις πως κρατάς ένα βιβλίο, πως ακούς μουσική ξαπλωμένος ή πως βρίσκεσαι σε μια αίθουσα απλά και μόνο για να απολαύσεις την επαφή σου με το έργο τέχνης ή έστω για να περάσεις τον χρόνο σου.
Δεν είναι η απουσία εργασίας αυτή που σου δίνει τη χαρά.
Είναι η διαδοχή των συνειρμών που τώρα θα κινηθούν ελεύθεροι, η απεμπλοκή σου από τα καλό-κακό, μ αρέσει -δεν μ’ αρέσει, από αξιολογήσεις και αναλύσεις.
Είναι ο συνειρμός ως περιπλάνηση μισή φτιαγμένη με τα δικά σου υλικά και άλλος μισός φτιαγμένος και κεντρισμένος από το έργο τέχνης.
Ο παραπάνω συνειρμός προέκυψε κατά τη θέαση του «Πάτερσον» του Τζιμ Τζάρμους.
Μιας ταινίας που αρνούμαι να κρίνω, να αναλύσω ή να γράψω αν μου άρεσε ή όχι. Ακριβώς από σεβασμό στον παραπάνω συνειρμό.
Ο λόγος που παραθέτω όλα αυτά είναι πως η ταινία μάς προσφέρει μια επιστροφή σε μια εποχή δημιουργικής αθωότητας, μια αθωότητα που συνηθίζουμε να χάνουμε ταυτόχρονα με όλες τις υπόλοιπες αθωότητές μας.
Την αθωότητα της απόλαυσης της τέχνης. Την αθωότητα του πρωταγωνιστή της που γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, χωρίς τη ματαιοδοξία του δημιουργού, το άγχος της υστεροφημίας, το ρουτίνιασμα του καλλιτέχνη που πρέπει να δημιουργήσει (αλλιώς τι σόι καλλιτέχνης είναι).
Και η επιστροφή σε αυτό το «γιατί δεν γίνεται αλλιώς» είναι κάτι που μας αφορά άμεσα όλους ως δημιουργούς ή ως δέκτες της τέχνης (μικρή διαφορά άλλωστε έχει).
Η σχέση του πρωταγωνιστή με το τετράδιό του, με τις στιγμές του γραψίματος όπως προσπαθεί να τις χωρέσει στη ρουτίνα του είναι η σχέση του καθένα από εμάς με την τέχνη, τη δημιουργία, την έκφραση σε οποιαδήποτε μορφή της (όταν φυσικά αυτή η σχέση είναι αυθόρμητη και άδολη).
Είναι η σχέση αυτή που μας έφερε στην αίθουσα για να δούμε τη νέα ταινία του Τζάρμους αναζητώντας εκεί κάτι που ακόμη και όταν το αποκτήσουμε θα μας διαφεύγει.
Αυτή που μας οδήγησε να αγοράσουμε το κατάλληλο τετράδιο (στο οποίο δεν γράψαμε ποτέ), να ξεκινήσουμε μαθήματα κιθάρας, να γίνουμε φίλοι με κάποιον που μοιραζόταν την ίδια παθιασμένη αδεξιότητα.
Γιατί πέρα από την παραγωγή ή την κατανάλωση, η τέχνη είναι κυρίως αυτές οι παράλληλες στιγμές.
Οι στιγμές που συμβαίνουν παράλληλα στη ζωή σαν παρατηρήσεις, αναμνήσεις ή σκέψεις, σαν μια θερμοκρασία ξεχωριστή στο κάθε σώμα (γιατί είναι το σώμα μονάδα μέτρησης και δοχείο θερμοκρασίας ταυτόχρονα).
Σκόρπιες, ειπωμένες από μια άγνωστη μέσα φωνή όμοια με αυτή του Πάτερσον ανάμεσα στα γεγονότα της ζωής του, που δεν είναι καν γεγονότα.
Γιατί η ταινία δεν κινηματογραφεί γεγονότα αλλά πιο πολύ καταστάσεις, συνθέσεις ταπεινών καθημερινών πραγμάτων.
Μες στην κοινοτοπία και την εναλλαγή του ίδιου από το ίδιο, βυθιζόμαστε στη μία μέρα που είναι οι μέρες του πρωταγωνιστή μας.
Η ζωή μακριά από την κινηματογραφική της φωτογένεια μοιάζει με μια αέναη επανάληψη.
Σαν ελάχιστη παραλλαγή ενός κοινού θέματος που είναι ο εαυτός. Η τέχνη έρχεται να της δώσει διαστάσεις, να αποτρέψει την επανάληψη αυτή να γίνει ρουτίνα.
Και τελικά μέσα από την επιμέρους εστίαση στις λεπτομέρειες, την ομορφιά και τον μόχθο καταφέρνει να σπάσει τον κύκλο της ίδιας της επανάληψης, όπου κάθε τι ίδιο είναι καινούργιο ξανά από την αρχή.
Είμαστε όλοι μαζί στο Πάτερσον οδηγώντας ένα λεωφορείο που μας βγάζει κατευθείαν στο αύριο, που είναι όμοιο με το χθες.
Και η τέχνη είναι ο λαθρεπιβάτης αυτός του οχήματος που ακόμη και αν το αγνοούμε δίνει νόημα στη διαδρομή.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

_____________________________________________________________

Aπό:http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/01/blog-post_30.html

Αυτά τα ψιλά προγράμματα που έγιναν μύθοι …


%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%bf-1

Αναμνήσεις από τα κεντρικά σινεμά της Αθήνας στη δεκαετία του ’80

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Αττικόν και Απόλλων μαζί, δυο «δίδυμοι πύργοι» που έμελλαν να καούν στο απώτερο μέλλον, σε μια απεχθή και δραματικότατη συγκυρία. Εντελώς ανυποψίαστοι για αυτό το Ύστερα που ελλόχευε, απολαμβάναμε τους Ναούς εκείνους της κινηματογραφικής λατρείας. Στεκόμασταν στις ουρές, ντυνόμασταν συχνά με «τα καλά» μας όποτε πηγαίναμε εκεί, θαυμάζαμε τους από πάνω αναρτημένους τεράστιους «πίνακες» που εικονογραφούσαν την εκάστοτε ταινία: μια larger than life πραγματικότητα, που δυνάμωνε, με ένα κοίταγμα που κάναμε, την ένταση της δικής μας καθημερινότητας. Απολαμβάναμε ακόμα και την αφή πάνω στο ξύλινο χερούλι των καθισμάτων όπως και την αίσθηση της βελούδινης τσόχας τους. Όσοι λαχταρούσαμε πιότερο να εμφιλοχωρήσουμε στην πλοκή, οι «άρρωστοι», διαλέγαμε τα θεωρεία του Αττικόν, επάνω, τα μεμονωμένα εκείνα καθίσματα άκρη μπροστά.  Οι πορωμένοι φοιτητές βγαίναμε από την μια παράσταση, των έξη, και πηγαίναμε στην επόμενη, των οκτώ, από το ένα στο άλλο. Εισιτήριο κάπου 300 δραχμές.

Αντίπαλο δέος η κλασάτη Όπερα, με τις σχεδόν Αρτ Ντέκο μαρμάρινες σκάλες, στη στοά με τη Λέσχη του Δίσκου, από όπου σταθερά έκανες ένα πέρασμα πριν ή μετά την προβολή. Η Έλλη, ένα σινεμά-μπουτίκ με τις καλλιτεχνικές πάντα ταινίες, τις βραβευμένες στα φεστιβάλ, τις Ευρωπαϊκές και Ανατολικοευρωπαϊκές   – και εδώ ανέβαινες στον εξώστη, και συχνά, τα Σάββατα, όταν δεν υπήρχαν άλλες θέσεις. Με το περίπτερο με το κόκκινο τηλέφωνο απέξω, από όπου καλούσες τους φίλους σου σπίτι τους για αν δεις γιατί έχουν αργήσει, και αγόραζες και την αγαπημένη σου Break σοκολάτα που θα σου κρατούσε την πείνα στη διάρκεια της ταινίας, επειδή ήσουν ακόμα στις ηλικίες της αδυνατοσύνης, όπου δεν πολυέτρωγες. Το Άστυ, το κατά κυριολεξία υπόγειο, η επιβλητική εκείνη κάθοδος στο μυστήρια της Έβδομης Τέχνης, στα βαθιά ενδότερα,  των σπουδαίων ταινιών, των σκληρών καθισμάτων, των τυχαίων συναντήσεων με τους συμφοιτητές σου από τη σχολή, των πρώτων δειλών –και αδήλωτων-  ερωτικών ραντεβού, αλλά και των μοναχικών ανθρώπων του μέσου της εβδομάδας  -ζούνε άραγε ακόμα; Η Αλκυονίδα της Ιουλιανού, των μυστών, των μεγάλων Ρώσων και Ανατολικοευρωπαίων κινηματογραφιστών, των λιτών προγραμμάτων που έγραφαν για κάποιες αμερικανικές ταινίες ότι ήταν «μια παραγωγή της Κολούμπια Πίκτουρες». Πιο έξω λίγο από το κέντρο, το Τριανόν, το Ράδιο Σίτυ, το Αελλώ, το Ααβόρα…

Η Γλυκιά Συμμορία, η Ρεβάνς, ο Αμπιγιέρ, η Μεγάλη Ανατριχίλα, το Πέρα από την Αφρική. Ο Μίκλος Γιάντσο, ο Μπέργκμαν, ο Ταρκόφσκι, ο Γούντυ Άλλεν, ο Σκορσέζε με μαύρα μαλλιά ακόμα. Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, πριν γίνει στη μνήμη του κόσμου «Νο 5».  Σπαράγματα της ατομικής και συλλογικής μνήμης τώρα πια όλα αυτά. Και έγιναν τα ταπεινά προγράμματα που από αγάπη στις συλλογές κράταγες, αντί για τσαλακωμένα σκουπίδια στα καλάθια, πάπυροι τρυφεροί, ανεκτίμητης για σένα αξίας.



Aπό:https://dimartblog.com/2017/01/22/80s-movie-theatres/

Kieślowski: Ο σκηνοθέτης που απεικόνισε με εντιμότητα την ανθρώπινη ύπαρξη Ένας καλλιτέχνης που ποτέ δεν έπαψε να αναζητά…


PHOTO: EAST NEWS/SIPA PRESS KRZYSTOF KIESLOWSKI BOUILLON DE CULTURE 00278461

Γράφει η Έφη Καραχάλιου

Το έργο του Krzysztof Kieślowski παραμένει ακόμα και σήμερα, 20 χρόνια μετά, μια μεγάλη παρακαταθήκη τόσο για τον πολωνικό όσο και τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Στην σύντομη πορεία του στον κινηματογράφο, κινήθηκε από τα αυστηρά όρια του ντοκιμαντέρ μέχρι τις ψυχογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους, που τελικά τον καθιέρωσαν, με μεγάλη ευκολία, παρακολουθώντας πάντα με περιέργεια και θαυμασμό τις πιο μύχιες επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης. Όπως σωστά σημειώνει ο Μιχάλης Δημόπουλος σ’ ένα κείμενο του:

«(Οι ταινίες του Krzysztof Kieślowski) είναι υποδείγματα μιας τέχνης που επιμένει να αναζητά , εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, την υπαρξιακή της δικαίωση και το ρίγος της χαμένης αθωότητας. Αποδεικνύει πως μπορεί να υπάρχει, και κυρίως να λειτουργεί, η περιπέτεια του βλέμματος, για τους ανθρώπους και τα διλήμματά τους».

Ο Kieślowski δεν ήταν ποτέ ένας κατ’ εξοχήν πολιτικός σκηνοθέτης και αυτό γιατί ποτέ δεν επιθύμησε να γίνει τέτοιος. Ωστόσο, είναι κοινός τόπος, ότι σχεδόν όλες οι ταινίες του Πολωνού σκηνοθέτη, διατρέχονται από ηθικά διλήμματα που αναγκάζουν τους ήρωες τους να αγωνιούν για την ύπαρξή τους. Μολονότι τα πρώτα του έργα δεν ήταν έντονα πολιτικά, ο Kieślowskiαντιλήφθηκε σύντομα ότι η έντιμη απεικόνιση της σύγχρονης πολωνικής πραγματικότητας αποτελούσε ευθύ πολιτικό σχόλιο, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με την σοβιετική εξουσία, η οποία μέχρι τότε λογόκρινε τον «δυτικό» τρόπο σκέψης τόσο στην Ρωσία όσο και στους δορυφόρους της. Όταν ο στρατιωτικός νόμος σταδιακά χαλαρώσε σε όλη την Πολωνία, αφήνοντας ένα πληθυσμό οικονομικά και ιδεολογικά άπορο, οι ταινίες του στράφηκαν όλο και λιγότερο στην εκπροσώπηση κάποιας πολιτικής ιδεολογίας. Ο ίδιος δήλωσε κάποτε ότι «δεν έχει σημασία αν ζείτε σε μια κομμουνιστική χώρα ή μια ευημερούσα καπιταλιστική, αν δεν ασχολείστε με αυτές τις ερωτήσεις, ερωτήσεις όπως: Ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής; Γιατί να σηκώνεστε το πρωί; «. Ένα τουλάχιστον κυνικό συμπέρασμα, που δείχνει, όμως, στην πράξη πώς αντιμετωπίστηκε ο πολωνικός λαός όντας υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ και αργότερα υπό στρατιωτικό νόμο.

Συνέχεια

Στον θλιμμένο και όμορφο κόσμο του Jim Jarmusch…


Σκέψεις με αφορμή την επιστροφή του ανεξάρτητου κινηματογραφιστή

jarmusch-001

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

«Καταβρόχθισε παλιές ταινίες, νέες ταινίες, μουσική, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες, ποιήματα, όνειρα, τυχαίες συνομιλίες, αρχιτεκτονική, γέφυρες, πινακίδες στους δρόμους, δέντρα, σύννεφα, σώματα νερού, το φως και τις σκιές. Επέλεξε μόνο τα πράγματα που μιλούν κατευθείαν στην ψυχή σου. Εάν το κάνεις αυτό, το έργο σου θα είναι αυθεντικό». Να μια ενδιαφέρουσα στοιχειοθέτηση με υπογραφή Jim Jarmusch. Δίχως καμιά επιτήδευση ή υπεροψία, όσο cool κι αν ξέρουμε πως είναι αλλά οφείλουμε να μην μένουμε εκεί, ο ανέκαθεν ασπρομάλλης τούτος μάγκας, κοιτάζει αλλού και προσέχει άλλα πράγματα. Αδιαφορεί για τα κολοσσιαία, εφόσον μπορεί να είναι μάρτυρας ενός απλού ανθρώπινου διάλογου και τις χιλιάδες εκφράσεις που αυτός γεννάει. Αδιαφορεί για τα big bang εφόσον μπορεί να κάνει σπουδαίες ταινίες που αγγίζουν την ψυχή και το νου μας, με μια«καθημερινή λίστα μπακαλικής», όπως θα έλεγε ο ποιητής William Carlos Williams.

Ο Jim Jarmusch, κάνει τούτη την επιλογή και ευτυχώς δηλαδή. Έχουμε κουραστεί κινηματογραφικά στο μεγαλεπήβολο και το υπερφυσικό. Στο τερατώδες και το επιβλητικό. Ενώ από αυτόν, κρεμόμαστε για ένα του «χαίρεται» στον δρόμο. Προσμένουμε, να μας μιλήσει, με την σπάνια του ειλικρίνεια, ευγένεια και χιούμορ, για όλα τα όμορφα και τα γλυκόπικρα που αμελούμε να δούμε και να συγκρατήσουμε, μέσα στο υπερφλύαρο και παραφουσκωμένο μας νευρωτικό μικρόκοσμο. Αυτό είναι πιότερα πιο υποβλητικό, άλλωστε. Δεν είναι τυχαίο, που έχει καταφέρει να είναι ο πιο αγαπητός και οικείος άνθρωπος του δυτικού κινηματογράφου.

Συνέχεια