Λαϊστέρα: η ποντιακότητα ως queering…


του Άκη Γαβριηλίδη

Μη μου δικαιολογηθείς, την ξέρω καλά την τέχνη της υποχώρησης. Όπως και της κωμωδίας, που την αντέγραψα από τους παλαιότερους. Όπου ακούς πολλά γέλια, λένε, ψάξε τα δάκρυα από κάτω … Μια ζωή στην παραλλαγή, να φυλαγόμαστε από τους ανιστόρητους.

Κατερίνα Μόντη, Η κατάθεση, Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 135

 

Ένας άλλος κωμικός ποντιακής καταγωγής που είχε τεράστια επιτυχία επί πολλά χρόνια στο χώρο της σόου-μπίζνες, ήταν ο Χάρρυ Κλυνν. Ο Χάρρυ Κλυνν επί πολύ καιρό υπήρξε μάλλον ο διασημότερος Πόντιος στην Ελλάδα. Το ληξιαρχικό του όνομα φυσικά δεν ήταν αυτό, ήταν Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Αλλά για κάποια χρόνια, στα νιάτα του, μετανάστευσε και εργάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα ήταν αυτοκαταστροφικό να επιδιώξει κανείς να γίνει γνωστός με ένα τέτοιο όνομα· έτσι υιοθέτησε το συγκεκριμένο ψευδώνυμο.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το συγκριτικό του πλεονέκτημα στο χώρο του θεάματος, αυτό που έκανε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πριν απ’ αυτόν, ίσως και μετά απ’ αυτόν, ήταν η σχεδόν απεριόριστη ικανότητά του να μιμείται τέλεια τις φωνές άλλων, ιδίως πολιτικών.

Όπως είναι προφανές, και οι δύο αυτές δραστηριότητες, δηλαδή η αλλαγή του ονόματος και η υπόδυση-παρωδία άλλων χαρακτήρων, μας ξαναφέρνουν ακόμα μια φορά στο στοιχείο της παραλλαγής, του παιχνιδιού και της μετακίνησης μεταξύ ταυτοτήτων.

Ακολουθώντας αντίστροφη πορεία από εκείνη του Ψωμιάδη, του αθλητή/ επιχειρηματίαπου έγινε πολιτικός και μετά θέλησε να γίνει και ηθοποιός, ο Κλυνν αναδείχθηκε τις δεκαετίες του 70 και του 80 μέσα κυρίως από τη δισκογραφία (και δευτερευόντως από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο), εν συνεχεία δε επιδίωξε να γίνει και αυτός επιχειρηματίας-αθλητικός παράγοντας, με σχετική επιτυχία, και πολιτικός, χωρίς επιτυχία. Και οι δύο αυτές επιδιώξεις του είχαν ως επίκεντρο την Καλαμαριά: τη δεκαετία του 80, επί αρκετά χρόνια, έγινε μεγαλομέτοχος και πρόεδρος του Απόλλωνα Καλαμαριάς (τότε, και νυν Πόντου), τον οποίο ανέβασε και διατήρησε για αρκετές σαιζόν στην πρώτη εθνική. Στις δύο πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογικές αναμετρήσεις τού 21ου αιώνα, ο Χάρρυ Κλυνν, χρησιμοποιώντας και τα δύο του ονόματα (το ψευδώνυμο σε παρένθεση), συγκρότησε συνδυασμό και κατέβηκε υποψήφιος για δήμαρχος Καλαμαριάς. Δεν πέρασε όμως ούτε στον δεύτερο γύρο· ίσως το κοινό του έκρινε ότι είχε παίξει αρκετά το ρόλο του πολιτικού (πολλών διαφορετικών πολιτικών) για πλάκα επί δεκαετίες, οπότε δεν ήταν ανάγκη να τον παίξει και στα σοβαρά[1].

Έκτοτε, ο Κλυνν/ Τριανταφυλλίδης αρκείται στο να γνωστοποιεί με σοβαρό (;) τρόπο, ιδίως από τον κυβερνοχώρο, όσα περνάνε από «το μυαλό του» για διάφορα ζητήματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα.

Από την αρχή της καριέρας τού Κλυνν, η ποντιακή καταγωγή του ήταν λίγο-πολύ γνωστή σε όλους, αλλά ήταν γνωστή «εξωδίκως». Ο καλλιτέχνης δεν την απέκρυψε μεν, αλλά και δεν αναφέρθηκε άμεσα σ’ αυτήν μέσα στο ίδιο το έργο του (τουλάχιστο στους πρώτους του δίσκους βινυλίου με τους οποίους έχτισε τη φήμη του), ούτε την αξιοποίησε για να αντλήσει π.χ. κωμικά ή μουσικά στοιχεία. Επί πολύ καιρό, η σταθερότερη και πιο σίγουρη πηγή έμπνευσης για τα κείμενα και τους στίχους του, και η βασική πηγή άντλησης των αστείων του, ήταν η αντίθεση που είδαμε να απασχολεί τον κ. Θάνο Βερέμη στην αμέσως προηγούμενη ενότητα: η αντίθεση «εκσυγχρονισμού/ εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους» κατά «παραδοσιακού τρόπου ζωής», και το κωμικό στοιχείο που προκύπτει από την φαινομενικά αγεφύρωτη αντίθεση και ακατανοησία ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις. Την ανάδειξη και εκμετάλλευση αυτής της ακατανοησίας εξυπηρετεί η επινόηση τόσο τού άξεστου και κουτοπόνηρου ορεσίβιου αγροτοποιμένα Χαράλαμπου Τραμπάκουλα, ο οποίος μιλάει «περίεργα», ιδιωματικά ελληνικά και δεν είναι επαρκώς ενημερωμένος για την «είσοδο της χώρας μας στην ΕΟΚ» και τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που αυτή προσφέρει, όσο και του μπουζουκόβιου «Βασίλη» που δεν συμμερίζεται τη γνώση και το ενδιαφέρον τής καλλιεργημένης συντρόφου του για τις συναυλίες της «Αθήνας πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης», αλλά νομίζει ότι το Ηρώδειο είναι σκυλάδικο και η «Κάρμεν» ανταγωνίστρια της Ρίτας Σακελλαρίου.

Η διακωμώδηση των συγκρούσεων μεταξύ των δύο τάσεων δεν βασίζεται σε κάποια σαφή ιδεολογική προτίμηση για μία εξ αυτών, τουλάχιστον όχι τόσο σαφή όσο εκείνη του κ. Βερέμη. Ασφαλώς οι «παραδοσιακοί» (και πάντοτε αντρικοί) χαρακτήρες γελοιοποιούνται για την άγνοια και την έλλειψη κουλτούρας που τους διακρίνει. Ταυτόχρονα όμως, πιστώνονται και με μία ιδιόμορφη ικανότητα να οικειοποιούνται (κάποια από) τα μηνύματα του μοντερνισμού και να διαπραγματεύονται με αυτά, έστω με ανορθόδοξο τρόπο. Αντίστοιχα, η ανεπιφύλακτη προσχώρηση (συνήθως των γυναικών) στο νεωτεριστικό λάιφ στάιλ, αν δεν διακωμωδείται ευθέως, πάντως συχνά παρουσιάζεται ως ανειλικρινής, επιφανειακή, επιτηδευμένη· η «εκσυγχρονιστική» τάση δεν γελοιοποιείται ίσως καθεαυτή, γελοιοποιείται όμως η υιοθέτησή της από άτομα τα οποία κατά βάθος δεν θα έπρεπε να την υιοθετούν διότι δεν ταιριάζει με την «βαθύτερη ουσία» του τρόπου ζωής τους. Ιδίως στη δουλειά του της πρώτης περιόδου[2], ο Κλυνν ενίοτε παρουσιάζει μοραλιστικά την πρόοδο του μοντερνισμού ως έκπτωση, φθορά των ηθών ή σύγχυση, σε αντίθεση με την απλότητα και τη γνησιότητα των παλαιών αξιών. Π.χ. στον δίσκο του «Πατάτες», υπάρχει μία παρωδία εξιστόρησης –δηλαδή μία εξιστόρηση- των περιπετειών της ελληνικής κοινωνίας και της συνάντησής της με την ευρωπαϊκότητα/ παγκοσμιότητα, ως εξής:

 

Κι έτσι … γίναμε Ευρώπη. Και η Κατίνα έγινε Τίνα. Ο Βασίλης, Μπίλυ. Τα πατσατζίδικα πατσαδερί, και τα ___[3]πανα σερβιέτες. Τα πανηγύρια έγιναν φεστιβάλς. Ο Καραγκιόζης έγινε Σούπερμαν· ο Μπάρμπα-Μυτούσης, Μάπετ Σόου. Τα σουβλάκια χάμπουργκερς, και το σάμαλι Zack’s Donuts. Και κατάντησε ο καημός του Καζαντζίδη να τραγουδιέται στη γλώσσα τής Γιουροβίζιον.

 

Μία μόνο φορά, όταν ήταν πλέον διάσημος και αποδεκτός, ο Χάρρυ Κλυνν παρουσίασε ένα τραγούδι γραμμένο εξ ολοκλήρου στα ποντιακά. Αυτό συνέβη το 1987 –δηλαδή την περίοδο ακριβώς που άρχισε να πρωτοεμφανίζεται και να κερδίζει έδαφος το νεο-ποντιακό κίνημα. Το τραγούδι αυτό ήταν η «Λαϊστέρα», η οποία περιλαμβανόταν στον δίσκο «Τίποτα», ενώ την επόμενη χρονιά περιλήφθηκε και σε μια κινηματογραφική ταινία γυρισμένη από τον Πάνο Αγγελόπουλο, με τον τίτλο «Χάρρυ Κλυνν και πάσης Ελλάδος». Έναν τίτλο που δεν κρύβει την εκκλησιολογική του έμπνευση και τις αξιώσεις του για πανεθνική εκπροσώπηση –αλλά και την ίδια την εμπλοκή του με το πέρασμα από το μιλλέτ των Ρωμιών στο κράτος των Αθηνών, εφόσον η διατύπωση την οποία παρωδεί, στην «κανονική», πρωτό-τυπη εκδοχή της είναι η καθιερωμένη έκφραση «αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος» (δηλαδή ο τίτλος του προκαθημένου της εκκλησίας που δημιουργήθηκε μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κατόπιν απόσχισης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης –το οποίο έτσι άρχισε να μην είναι πλέον τόσο οικουμενικό). Φυσικά τη διατύπωση αυτή την παραλλάσσει υπό τύπον αστεϊσμού, αλλά η παραλλαγή συνίσταται ακριβώς στη διαγραφή της λέξης «Αθηνών» και την αντικατάστασή της από το ονοματεπώνυμο (δηλαδή το ψευδώνυμο) του καλλιτέχνη. Και γενικά μιλώντας, όπως ξέρουμε, το καλαμπούρι είναι ως γνωστόν ο καλύτερος τρόπος για να θέσει κανείς σε κυκλοφορία μία ιδέα η οποία στη σοβαρή της εκδοχή θα προκαλούσε ενστάσεις[4].

Υπάρχει επίσης μία ακόμη οπτικοποίηση του τραγουδιού, από εμφάνιση του καλλιτέχνη στην ΕΡΤ (στην εκπομπή «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» που επιμελούνταν τότε ο Διονύσης Σαββόπουλος). Αυτά τα δύο (τουλάχιστον) βίντεο κλιπ εξασφάλισαν μεγάλη διάδοση και υστεροφημία στο τραγούδι αυτό, καθώς επίσης –με τη συμβολή της διαδραστικότητας που χαρακτηρίζει το Youtube και άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- επέτρεψαν μία αναβίωσή του είκοσι χρόνια μετά. Η αναβίωση αυτή συνοδεύτηκε από τη διατύπωση διάφορων άλλων λόγων σχετικά με αυτό εκ μέρους των χρηστών, οι οποίοι λόγοι έκτοτε επικάθονται και συνοδεύουν πλέον το θέαμα/ ακρόαμα, συγκροτούν ένα αρμολόγημα με αυτό, κυκλοφορούν μαζί του και είναι εξίσου σημαντικοί από άποψη πληροφορίας για το τι ακριβώς συμβαίνει με αυτή την εξαιρετικά ασυνήθιστη και πολυσύνθετη επιτέλεση, η οποία περιλαμβάνει πολλά στρώματα συμπυκνωμένα.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να σημειωθεί ότι η «Λαϊστέρα», έτσι όπως δόθηκε στην κυκλοφορία από τους δημιουργούς της[5], δεν συνοδευόταν από καμία «οδηγία χρήσεως» προς τους αποδέκτες για το πώς πρέπει να τη διαβάσουν. Τα λόγια του τραγουδιού, ακόμη και ο τίτλος του, ήταν ακατάληπτα για όσους δεν ήταν ποντιακής καταγωγής, ιδίως όταν αυτοί απλώς τα ακούνε να εκφωνούνται με συνοδεία έντονης και ρυθμικής μουσικής και δεν τα βλέπουν γραμμένα μπροστά τους.

Αυτό βέβαια δημιουργεί μία ατμόσφαιρα «δημόσιου μυστικού», η οποία διευκολύνει την εκφώνηση στίχων όπως αυτοί, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από αθυροστομία. Η αθυροστομία, ως γνωστόν, είναι πιο εύκολο να ειπωθεί σε μία ξένη γλώσσα· στην οικεία γλώσσα είναι σαν να έχει μεγαλύτερο βάρος, ενώ σε μία άλλη που δεν μας είναι –ή που μας είναι μόνο εν μέρει- κατανοητή, είναι σαν να τίθεται σε αγκύλες, σαν να λέγεται και λίγο «στα ψέματα», για αστείο, χωρίς κόστος.

Με ποια όμως έννοια μπορούμε να πούμε ότι τα λόγια είναι καταληπτά και για όσους γνωρίζουν την ποντιακή γλώσσα; Και τελικά, ποια ποντιακή γλώσσα;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς ρητορικό, αλλά απολύτως πρακτικό: κατά τη «δεύτερη ζωή» του τραγουδιού, όταν άρχισε να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, διάφοροι χρήστες προσπάθησαν να αναπληρώσουν την έλλειψη αυτή και να διευκολύνουν την κατανόηση, αναρτώντας μαζί με το βίντεο και τους στίχους του τραγουδιού, τόσο στο πρωτότυπο όσο και σε μετάφραση στην κοινή νεοελληνική –άλλοτε ως υποτίτλους πάνω στην εικόνα και άλλοτε υπό μορφή συνοδευτικού κειμένου εκτός αυτής.

Κατά τη διαδικασία αυτή προέκυψαν αρκετές αποκλίσεις και παραλλαγές, διότι σε κάποια σημεία δεν υπήρχε ομοφωνία τόσο για την ορθή απόδοση, όσο και για την ίδια την ορθή αποκατάσταση του κειμένου. Αυτό προκάλεσε συζητήσεις, (κάποιες από τις οποίες ήταν αρκετά διασκεδαστικές οι ίδιες), στον ηλεκτρονικό χώρο των «σχολίων», στις οποίες διάφοροι χρήστες διατύπωναν εναλλακτικές αποδόσεις συνοδευόμενες από παρατηρήσεις του τύπου «το σκότωσες μεγάλε», «φαίνεται ότι δεν είσαι Πόντιος» κ.τ.τ. Κάποιοι μάλιστα πρόσθεταν ότι, εκτός από τα λάθη που επισήμαναν, υπήρχαν και άλλα, τα οποία «βαριούνται τώρα να γράφουν» –αφήνοντας ανοιχτό επ’ άπειρον το θέμα.

Από τα γραπτά αυτά σχόλια, αλλά και από προφορικές συζητήσεις με διάφορους πληροφορητές, προκύπτει με σχετική βεβαιότητα ότι τα λόγια του τραγουδιού, ή τουλάχιστον τα αστεία που περιέχουν, δεν ανήκουν κυρίως ειπείν στην ποντι(α)κή διάλεκτο ή γλώσσα ή όπως αλλιώς την πούμε, αλλά, για να γίνουν αντιληπτά, προϋποθέτουν τη γνώση και των δύο (ή περισσοτέρων) εκδοχών, τόσο της ποντιακής όσο και της στάνταρ ελληνικής. Για παράδειγμα: ένα από τα πειράγματα που απευθύνει ο ομιλών προς την Λαϊστέρα είναι διατυπωμένο ως εξής:

 

Λαϊστέρα, Λαϊστέρα,
Έλα έπαρ και τεμόν,
Μετ ατόν, νύχταν και μέρα,
Θα χορέυς το λαγγευτόν.

 

Το «λαγγευτόν» είναι πράγματι ένας υπαρκτός παραδοσιακός χορός, μία παραλλαγή τού τικ. Η σημασία της λέξης κατά κυριολεξία είναι «πηδηχτός», εκ του λαγγεύω = πηδάω. Το ρήμα πηδάω, όμως, έχει τη γνωστή μεταφορική σημασία μόνο στην κοινή νεοελληνική, και όχι στην ποντιακή. Το καλαμπούρι αυτό, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει πλήρως ως σεξουαλικό υπονοούμενο μόνο σε έναν ενδιάμεσο, «ακριτικό» χώρο μεταξύ των δύο γλωσσών/ ποικιλιών: προκειμένου κάποιοι να το επινοήσουν, και κάποιοι άλλοι να το εκτιμήσουν και να γελάσουν με αυτό, πρέπει τόσο οι μεν όσο και οι δε να έχουν κάποια έστω μικρή εξοικείωση τόσο με τη μία γλώσσα όσο και με την άλλη. Εάν κάποιος γνωρίζει μόνο τη μία εκ των δύο, μένει έξω από αυτή την προσωρινή κοινότητα που παράγεται με το ευφυολόγημα.

Από αυτή την άποψη, το ευφυολόγημα αυτό μπορεί να συγκριθεί με έναν τύπο αστείων που συνηθίζονταν ιδίως τη δεκαετία του 70 και του 80 και που συνίστατο στο να μεταφράζουμε κατά λέξη διάφορες ιδιωματικές εκφράσεις, ή και ονόματα ανθρώπων, δηλαδή πράγματα που κανονικά δεν μεταφράζονται, σε άλλες γλώσσες, και ιδίως στα αγγλικά, με αποτέλεσμα να προκύπτουν «ακατανόητες» εκφράσεις, όπως π.χ. you will eat wood για το «θα φας ξύλο» ή important the cabbages = «σπουδαία τα λάχανα». Ή, επίσης, με έναν παρεμφερή τύπο αστείων της ίδιας περιόδου που συνίσταται στο να επινοούμε «πώς είναι στα τουρκικά» διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας υπαρκτές τουρκικές ή τουρκοφανείς λέξεις που υπάρχουν στα ελληνικά, αλλά δεν έχουν «στα σοβαρά» τη συγκεκριμένη έννοια, π.χ. «μπαρούτ κιοφτέ» η χειροβομβίδα, «μπανιστήρ ντουλάπ» η τηλεόραση κ.λπ.

Οι εκφράσεις που προκύπτουν έτσι χαρακτηρίζονται άρα από μία ειδική ακατανοησία: φαίνονται αστείες (δηλαδή κατανοητές αλλά κατά έναν άλλο, πλάγιο τρόπο) σε όποιον γνωρίζει τόσο ελληνικά, όσο και την αντίστοιχη ξένη γλώσσα. Αντιθέτως, σε έναν αγγλόφωνο ή τουρκόφωνο οι εκφράσεις αυτές φαίνονται απλώς άνευ νοήματος, όχι όμως αστείες[6].

Στις σχετικές συζητήσεις γύρω από το ορθό νόημα των στίχων του τραγουδιού, βλέπουμε να εγείρονται ζητήματα που θυμίζουν λίγο όσα είδαμε νωρίτερα να ταλανίζουν τον Κομυνιστι και τους λοιπούς Ποντίους της «ΣΣΣΔ» οι οποίοι έβλεπαν την κοινή νεοελληνική ως «κςενον γλοσα». Και πρώτα απ’ όλα, το πρόβλημα πώς μεταγράφουμε εξ ακοής στον έντυπο –ή εν προκειμένω στον ηλεκτρονικό- λόγο τα πολιτιστικά προϊόντα μιας προφορικής παραγωγής που μέχρι τότε δεν είχαν γραφεί. Αυτή τη φορά, όμως, η εδαφικοποίηση στο ηλεκτρονικό μέσο συνοδεύτηκε από μια απεδαφικοποίηση του έντυπου, και ειδικότερα μία υπονόμευση της μοναδικότητας των καλλιτεχνικών προϊόντων και της αποκλειστικής τους σύνδεσης με έναν δημιουργό/ ιδιοκτήτη τους. Εδώ δεν έχουμε μόνο τη δυνατότητα (αυτούσιας/ «ακηλίδωτης») τεχνικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης, για την οποία ήδη μιλούσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν[7], αλλά τη δυνατότητα μετασχηματισμού και διαφοροποίησης σε κάθε επανάληψη, τη δυνατότητα άπειρων προσθηκών και παραγωγής αέναων παραλλαγών του, στο λαβύρινθο των οποίων χάνει το νόημά της η έννοια της γνησιότητας και η αμφιμονοσήμαντη αντιστοίχισή του με ένα ονοματεπώνυμο (ιδίως αν αυτό είναι ήδη ψευδώνυμο).

Στο ηλεκτρονικό μέσο λοιπόν φαίνεται να επανεμφανίζεται με νέα μορφή η διάχυτη και ανώνυμη (συν)δημιουργία, η δημιουργία από το «General Intellect», η οποία είχε παραγκωνιστεί κατά τη σύντομη (με βάση τη μακρά διάρκεια) περίοδο μονοκρατορίας τού έντυπου καπιταλισμού. Εν προκειμένω, η αυθόρμητη διαδικασία συμπλήρωσης της «Λαϊστέρας» από τους ανώνυμους/ ψευδώνυμους κυβερνοναύτες είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν περισσότερες της μιας εκδοχές, οι οποίες δημιουργούν μία πολλαπλότητα και μία αστάθεια ανάλογη με εκείνη που αντιμετώπισαν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Νικόλαος Πολίτης όταν άρχισαν να καταγράφουν τα «δημοτικά» τραγούδια[8]. Βεβαίως, αυτή η «αστάθεια» ήταν πρόβλημα μόνο για όσους αναζητούν την καθαρότητα και τη γνησιότητα. Εμείς, όμως, ξέρουμε ότι τα πολλαπλά αυτά αντίγραφα είναι όλα εξίσου «γνήσια» –ή πάντως εξίσου ενδιαφέροντα και δηλωτικά της λειτουργίας και του νοήματος ενός τραγουδιού ή ενός χορού.

Καταρχάς, πάντως, όσον αφορά το νόημα της λέξης του τίτλου του τραγουδιού, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή σημαίνει κυριολεκτικά την παιδική κούνια, την αιώρα, αλλά και, κατά προφανή μεταφορική σημασία, (με την οποία σαφώς χρησιμοποιείται και εδώ), την «κουνίστρα», μία γυναίκα η οποία κινεί υπερβολικά το σώμα της. Ούτε όμως αυτή η ερμηνεία γίνεται μονοσήμαντα δεκτή, ή μάλλον, διατυπώνεται και η ερμηνεία ότι πρόκειται για μια μονοσήμαντη έκφραση της ίδιας της αμφισημίας, και μάλιστα της πιο ριζικής που υπάρχει: της αμφισημίας των φύλων. Σύμφωνα με το ηλεκτρονικό λεξικό slang.gr, λαϊστέρα είναι «Κατ’ επέκταση και κατά Χάρρυ Κλυν, η κουνίστρα, η κουδουνίστρα και για να μην το κουράζουμε, ο πούστης». Άρα, κατ’ αυτή την ερμηνεία, η χρήση του όρου μπορεί να καταλάβει και άνδρες οι οποίοι κινούν υπερβολικά –σαν γυναίκες- το σώμα τους[9].

Όπως γίνεται προφανές, ήδη από τον τίτλο του τραγουδιού θεματοποιούνται πρώτον η κινητικότητα, και δεύτερον η έκ-φυλη συμπεριφορά, η παραβίαση των κανόνων της σεξουαλικής ηθικής. Δεν πρόκειται καν για δύο (διαφορετικά) φαινόμενα, άλλωστε, αφού το ένα χρησιμοποιείται ως αλληγορία για το άλλο: η κίνηση που νοείται εδώ δεν είναι μόνο η προκλητική κίνηση του σώματος κατά το βάδισμα, αλλά και το ίδιο το βάδισμα το οποίο οδηγεί τις γυναίκες έξω από τον οίκο, η έξοδός τους και η παρουσία τους στο δημόσιο χώρο με όρους που αυτές επιλέγουν.

Η Λαϊστέρα, λοιπόν, είναι μια νεαρή κοπέλα η οποία είναι –ή μάλλον, ακριβώς, γίνεται– σεξουαλικά ελκυστική στον αντρικό πληθυσμό, καθώς εμφανίζεται δημόσια. Είναι το σύγχρονο avatar της κόρης η οποία εκβαίνει, αυτή τη φορά όχι στο παρχάρ, αλλά στη δημοσιά, στον ανοικτό χώρο, όπου ίσως συναντήσει τον άνακτα ή έστω κάποιον κοινό θνητό με τον οποίο θα ζήσει ευτυχισμένα.

Ίσως όμως και όχι, διότι προς τούτο εκτός από την καλλονή της απαιτούνται και άλλα προσόντα, όπως δείχνει το παράδειγμα της Μαρίας/ Γκιουλμπαχάρ. Τα λόγια του τραγουδιού απευθύνονται στη Λαϊστέρα σε δεύτερο πρόσωπο, και –ορισμένα τουλάχιστον, εκείνα του ρεφραίν- στην προστακτική, από κάποιον άνδρα. Η βασική προστακτική, αυτή που υπογραμμίζεται στο ρεφραίν, είναι: «Άλλο μην κουνίεσαι». Αυτό που της προστάζεται λοιπόν είναι να περιορίσει αυτή την κινητικότητα (=καλλωπισμό/ σεξουαλικά προκλητική συμπεριφορά), διότι «εξαγριώνει» τον αντρικό πληθυσμό και αυτό μπορεί να έχει «δυσάρεστες συνέπειες», οι οποίες δεν προσδιορίζονται αλλά υπονοούνται.

Σε αυτή τη διατύπωση των συστάσεων, όμως, εκδηλώνονται δύο παράδοξα, πολύ συναφή με εκείνα που διαπιστώσαμε σε όλα τα παραδείγματα που εξετάσαμε και που συνδέονται με την ακριτική οργάνωση της υποκειμενικότητας.

Το πρώτο είναι ότι ο ομιλών δεν είναι κάποιος συγγενής (π.χ. πατέρας ή αδελφός) που ενδιαφέρεται να διαφυλάξει την «αγνότητα» της αποδέκτριας, αλλά κάποια στιγμή μιλά και ο ίδιος ως ένα από αυτά τα «παιδία» τα οποία ερεθίζονται στη θέα της «Λαϊστέρας» –και μάλιστα την καλεί ευθέως να κοιμηθεί μαζί του σε πολυτελές ξενοδοχείο[10].

Αυτός λοιπόν που εκφωνεί αυτά τα λόγια, μιλάει σαν μέρος του ανδρικού πληθυσμού και ταυτόχρονα σαν εκπρόσωπος του όλου: εκφράζει ταυτόχρονα το Νόμο («δεν πρέπει να κυκλοφορείς δημόσια [μόνη σου]») όσο και την επιθυμία («διότι εάν το κάνεις, είσαι δημόσια γυναίκα, άρα δικαιούμαι να σου ζητήσω σεξουαλική επαφή και εσύ οφείλεις να δεχθείς και να με υπακούσεις, να γίνεις κτήμα μου»). Δεν είσαι όμως «κοπέλα για σπίτι», αλλά, ακριβώς, για ξενο-δοχείο· δεν είσαι κατάλληλη για οικεία/ οικόσιτη, αλλά μόνο για ξένη.

Η έκθεση αυτή και η ορατότητα, όμως, εκτός από πόθο ή/ και τάση για επιτίμηση, προκαλεί και φθόνο. Και αυτό είναι το δεύτερο παράδοξο, το οποίο συνίσταται σε μία ακόμη εκδήλωση διπλής ταύτισης, σε μία ταυτόχρονη υπόδυση και των δύο ρόλων (και πόλων) της φαντασίωσης: ο Χάρρυ Κλυνν, ο οποίος εκφωνεί αυτή την έκφραση του (ατομικού ή/ και συλλογικού-δημόσιου) αρσενικού πόθου προς τη Λαϊστέρα, φαίνεται ταυτόχρονα να υποδύεται ο ίδιος αυτή τη Λαϊστέρα.

Αυτό προκύπτει ιδίως από την οπτικοποίηση, ή μάλλον και από τις δύο διαθέσιμες οπτικοποιήσεις του τραγουδιού. Στις οποίες ο ερμηνευτής είναι ντυμένος –και μακιγιαρισμένος- κατά τρόπο κραυγαλέο και αμφίφυλο, παρενδυτικό.

Πέραν τούτου, υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ των δύο βίντεο κλιπ. Και στα δύο υπάρχει επίσης στο φόντο μία ομάδα από χορεύτριες που συνοδεύουν τον (την;) «σταρ»· στη μία όμως –εκείνη της τηλεόρασης- οι κοπέλες είναι (μισο)ντυμένες με τον συνήθη τρόπο των «μπαλέτων» τα οποία εμφανίζονταν τότε σε κάθε σκυλάδικο που σεβόταν τον εαυτό του, και ακολουθούν μία κινησιολογία ντίσκο. Στην εκδοχή της ταινίας, όμως, οι κοπέλες είναι ντυμένες με εφαρμοστές κατάμαυρες στολές, σε ένα δε σημείο, μετά το πρώτο ρεφραίν, όπου η μουσική υιοθετεί ένα ποντιοφανές ύφος –χαμηλώνουν τα ηλεκτρονικά κρουστά και το συνθεσάιζερ και ακούγεται η βασική μελωδία παιγμένη με κεμεντζέ- οι κοπέλες πιάνονται από τα χέρια σε ευθεία γραμμή, η μια δίπλα στην άλλη, και χορεύουν κάτι σαν κότσαρι σείοντας τους ώμους τους, ενώ ο ερμηνευτής εκφωνεί τα σχετικά παραγγέλματα, πάντα στα ποντιακά («σο ποδάρ» κ.λπ.)[11].

Ειδικά σε αυτή την κίνηση των ώμων στους ποντιακούς χορούς, αφιερώνει ένα εκτενές σχόλιο ο Σταύρος Καραγιάννη στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που έχει γράψει με θέμα το χορό, το φόβο και την επιθυμία στην «Ανατολή» –και την κωδικοποίησή τους από τη «Δύση»:

 

Ειδικά οι χοροί των Ελλήνων του Πόντου παρουσιάζουν ένα μοναδικό παράδειγμα μιας παράδοσης που διατήρησε ένα χορευτικό λεξιλόγιο το οποίο δεν μοιάζει με καμίας άλλης ελληνικής περιοχής. Συνοδεύουν τους χορούς τους με τον ιθαγενή τους τύπο ρεμπέκ[12] και με νταούλι (ένα μεγάλο τύμπανο παρόμοιο με την αιγυπτιακή doholla). Ωστόσο, μία σημαντική κίνηση του ποντιακού χορού που δεν συναντάται στους χορούς οποιασδήποτε άλλης ελληνικής περιοχής σήμερα είναι το τράνταγμα των ώμων. Πρόκειται για μια κίνηση που υπήρξε σημαντικό τμήμα της μεσανατολικής χορευτικής έκφρασης· την ίδια κίνηση που επιτελούσαν η Κιουτσούκ Χανέμ και η Αζιζέ για τους khawadjas (υπάρχουν περιγραφές της Αζιζέ να τραντάζει και αυτή τους ώμους· στις κινήσεις της αναφέρθηκα στο κεφάλαιο 4). Λόγω της σχετικά απομακρυσμένης γεωγραφικά θέσης τους, οι λαοί του Πόντου παρέμειναν χωριστά από τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς κατά τα χρόνια που διαμόρφωσαν το ελληνικό εθνικό αίσθημα [nationhood]. Αυτή η απομόνωση πιθανόν να εξηγεί τη μοναδικότητα των λεξιλογίων που εμφανίζουν οι χοροί τους. Παρέμειναν ανεπηρέαστοι από το λόγο της δυτικοφιλίας [Occidentalism] ο οποίος αποτελούσε την πεποίθηση όσων ατόμων επεζήτησαν να καταγράψουν αυθεντικά τις παραδόσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν χορευτές και χοροδιδάσκαλοι (όπως εκείνοι που δούλευαν για το θέατρο της Δόρας Στράτου, αλλά και άλλοι που δούλευαν ανεξάρτητα) οι οποίοι ταχύτατα έγιναν ειδικοί σε όλους τους χορούς και διέδωσαν μία συχνά αυθαίρετη εκδοχή της παράδοσης για να εκπληρώσουν επιδιώξεις κοινωνικής, πολιτισμικής, και εν τέλει κρατικής πολιτικής, διαιωνίζοντας έτσι τις εκδοχές των δημωδών [vernacular] χορών που αντιλαμβάνονταν ως «ορθές». Το γεγονός ότι το τράνταγμα επιβίωσε, εξ όσων γνωρίζω, μόνο στους χορούς των Ελλήνων του Πόντου, με βάζει στον πειρασμό να υποθέσω ότι μάλλον υπήρχε και σε μία γκάμα άλλων ελληνικών χορών, αλλά εξαλείφθηκε πρόσφατα και σκοπίμως. (…) Ακούω τράνταγμα σε πολλά παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια και είμαι απρόθυμος να δεχτώ ότι το τράνταγμα δεν αποτελούσε ποτέ τμήμα έστω και μίας από τις διάφορες παραδόσεις που η Στράτου αναπαρέστησε στις εθνικές και τις διεθνείς σκηνές. Δηλώνει μια «διονυσιακή» διάθεση, μια κλιμάκωση της έξαψης –αυτό ακριβώς που εκείνη λογοκρίνει και προσπαθεί να φιμώσει[13].

 

Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι περίεργο ότι ο χορογράφος της ταινίας, όταν έχει μπροστά του το καθήκον να δώσει την αίσθηση της «ποντιακότητας» και ξέρει ότι για να το κάνει αυτό έχει στη διάθεσή του λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ως πιο δραστικό και αναγνωρίσιμο στοιχείο επιλέγει αυτό ακριβώς το «διονυσιακό» τράνταγμα των ώμων, το οποίο ξέφυγε από την αστυνόμευση και την κωδικοποίηση των εθνικών λαογράφων και άρα μπορεί να σηματοδοτήσει επαρκώς τους ποντιακούς χορούς.

Εγώ θα προσέθετα ότι όχι μόνο ο τρόπος με τον οποίο χορεύονται τα ποντιακά τραγούδια, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τραγουδιούνται εμφανίζει ένα τουλάχιστον στοιχείο που δεν παρατηρείται στην υπόλοιπη παραδοσιακή ελληνική μουσική όπως αυτή έχει αποκατασταθεί από τους/ τις εθνικές λαογράφους, αποκαθαρμένη από «αγάπες και συγκινήσεις της Ασίας που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό»: έναν ιδιαίτερο τρόπο λαρυγγισμού, ένα τρεμούλιασμα της φωνής ιδίως στις υψηλές νότες, το οποίο κάνει το ίδιο φωνήεν να ακούγεται σαν να διασπάται, σαν να διακόπτεται και να ξαναρχίζει δύο και τρεις φορές[14]. Το στοιχείο αυτό π.χ. παρατηρείται εν αφθονία στον τρόπο με τον οποίο τραγουδάει ο Χρύσανθος. Όχι βέβαια ο Χρύσανθος/ Χαρίλαος Φιλιππίδης, ο μητροπολίτης Τραπεζούντας, αλλά ένας ακόμα Πόντιος που έμεινε γνωστός μόνο με αυτό το μικρό όνομα: ο περίφημος τραγουδιστής Χρύσανθος Θεοδωρίδης από την Οινόη Κοζάνης (με καταγωγή από το Καρς), μία από τις πιο ασυνήθιστες και εντυπωσιακές φωνές όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή δισκογραφία. Αυτή την τεχνική ακολουθεί και ο Χάρρυ Κλυνν όταν τραγουδάει τη «Λαϊστέρα».

Ακριβώς τα δύο αυτά υφολογικά στοιχεία, λοιπόν, ο λαρυγγισμός και το τράνταγμα των ώμων, εκτός από την ποντιακότητα, είναι κατάλληλα να σηματοδοτήσουν και το «στροβιλισμό», την κίνηση στα όρια του επιτρεπτού, στο μεταίχμιο –μεταξύ άλλων και από έμφυλη άποψη. Και πράγματι, ειδικά στη δεύτερη οπτικοποίηση, εκείνη της ταινίας, είναι σαν να λαμβάνει χώρα μία διαπίδυση των ρόλων, μία αλληλοπεριχώρηση: το γυναικείο μπαλέτο απομιμείται τους ανδροπρεπείς και πολεμοχαρείς ποντιακούς χορούς, ενώ ο άνδρας σώουμαν εισέρχεται σε ένα devenir-femme.

Αυτό το γίγνεσθαι θα μπορούσαμε ίσως να το παραλληλίσουμε με την πρακτική τών drag queen, αλλά νομίζω ότι στο σχετικό λεξιλόγιο υπάρχει ένας ακόμη καλύτερος, εξειδικευμένος όρος, δυστυχώς αμετάφραστος και αυτός στα ελληνικά εξ όσων γνωρίζω, ο οποίος ταιριάζει επακριβώς για την περίπτωσή μας, και επίσης, κατά σατανική σύμπτωση, συνίσταται στην ίδια ακριβώς λέξη με την οποία δηλώνεται η βασική τεχνολογία αποσυμπίεσης της κινητικότητας του πλήθους στην οποία έχουμε εκτενώς αναφερθεί σε αυτό εδώ το βιβλίο: πρόκειται για τη λέξη, πολύ απλά, camp, η οποία, μεταξύ άλλων σημασιών, στα αγγλικά –σύμφωνα με το οικείο λήμμα στην Wikipedia σημαίνει «to pose in an exaggerated fashion».

Στο ίδιο μάλιστα λήμμα, προτίθεται ότι το Oxford English Dictionary μαρτυρεί μία πρώτη χρονικά έντυπη αναφορά του όρου αυτού το 1909 με την εξής σημασία:

 

ostentatious, exaggerated, affected, theatrical; effeminate or homosexual; pertaining to, characteristic of, homosexuals.

 

Ειδικότερα για τη σχέση τού ούτως νοούμενου camp με την πρακτική τών drag queen, έχει διατυπωθεί η εξής σύγκριση και, ταυτόχρονα, διάκριση:

 

Τόσο η drag queen, όσο και η camp είναι εκφραστικές κατά την υπόδυση ρόλων και ειδικεύονται αμφότερες σε μεταμορφώσεις. Αλλά η drag queen αφορά τη μεταμόρφωση αρσενικού-θηλυκού, ενώ το camp αφορά αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί φιλοσοφία των μεταμορφώσεων και της δυσαρμονίας [incongruity].

 

Το απόσπασμα αυτό το οφείλουμε στην πρώτη που μελέτησε «εθνογραφικά» το χώρο τών camp και προσπάθησε να τον εννοιολογήσει, την Αμερικανίδα ερευνήτρια Έσθερ Νιούτον, η οποία, ήδη από το 1972, (πριν την Τζούντιθ Μπάτλερ και τις αναμφίβολα πολύ σημαντικές φιλοσοφικές αναπτύξεις της για την επιτελεστικότητα[15]), εξέδωσε το Mother Camp: Female Impersonators in AmericaΣτην εργασία της αυτή μεταξύ άλλων εξηγεί αναλυτικότερα ότι:

 

Το ήθος ή στυλ τού camp παίζει ρόλο ανάλογο με τη «σόουλ» στη νέγρικη υποκουλτούρα. (…) Όπως και το πρόβλημα των νέγρων, το πρόβλημα των ομοφυλοφίλων επικεντρώνεται στο μίσος προς τον εαυτό και την έλλειψη αυτοεκτίμησης (…) Το camp δεν είναι ένα πράγμα· δηλώνει ευρύτερα μια σχέση μεταξύ πραγμάτων, ανθρώπων και δραστηριοτήτων ή ιδιοτήτων και της ομοφυλοφιλίας. Με αυτή την έννοια, «το γούστο τού camp», για παράδειγμα, είναι συνώνυμο με ομοφυλοφιλικό γούστο. Οι πληροφορητές μου τόνισαν ότι ακόμη και μεταξύ των ατόμων υπάρχει πολύ μικρή συμφωνία σχετικά με το τι είναι το camp, γιατί το camp είναι στο μάτι του θεατή (…) Είναι δυνατό να διακρίνουμε ισχυρά θέματα σε κάθε συγκεκριμένο campy πράγμα ή συμβάν. Τα τρία που μου φαίνονται πιο χαρακτηριστικά και επαναλαμβανόμενα ήταν η δυσαρμονία, η θεατρικότητα και το χιούμορ (…) Η δυσαρμονία είναι η θεματική κατηγορία τού camp, η θεατρικότητα το στυλ του και το χιούμορ η στρατηγική του. Το camp συνήθως εξαρτάται από την αντίληψη ή τη δημιουργία παράταιρων [incongruous] συνδυασμών (…). Η δεύτερη πτυχή της θεατρικότητας στο camp είναι η δραματική μορφή του. Το camp διαποτίζεται από την αντίληψη του να «είσαι σαν να παίζεις κάποιο ρόλο» και της «ζωής σαν θέατρο» (…) Η τρίτη ιδιότητα του camp είναι το χιούμορ του. Το camp είναι για πλάκα· ο σκοπός τού camp είναι να κάνει ένα ακροατήριο να γελάσει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σύστημα χιούμορ. Το χιούμορ τού camp είναι ένα σύστημα που σε κάνει να γελάς με την παράταιρη θέση κάποιου, αντί να κλαις[16].

 

Όσον αφορά την ετυμολογία του όρου, στο ίδιο πάντα λήμμα της Wikipedia αναφέρεται ότι η σημασία αυτή προήλθε από το γαλλικό se camper (εγκαθίσταμαι, στρατοπεδεύω/ κατασκηνώνω), το οποίο επίσης χρησιμοποιούνταν ήδη στα γαλλικά με την έννοια «φέρομαι προκλητικά, αψηφώ».

Ίσως δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή απ’ αυτήν για την επιτέλεση που βρίσκουμε στη Λαϊστέρα.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν κατά την παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Κλυνν ήρθε σε επαφή με τις παραπάνω επεξεργασίες, ή ίσως με τις περφόρμερς στους οποίους αυτές αναφέρονταν. Είναι όμως ενδιαφέρον παράλληλα να σημειώσουμε ότι ενδέχεται να υπάρχει και τουλάχιστον μία άλλη γενεαλογία για αυτή την τελείως ασυνήθιστη υπόδυση, που φαίνεται να μην μοιάζει με τίποτε γνωστό για τα δεδομένα του ελληνικού θεάματος/ ακροάματος. Μία γενεαλογία αυτή τη φορά όχι δυτική, αλλά ανατολική: στην Ανατολία, και μάλιστα στην μέινστρημ τουρκική δισκογραφία, υπάρχει μια παράδοση ανδρών καλλιτεχνών, που εμφανίζονταν και τραγουδούσαν ντυμένοι (και) ως γυναίκες. Οι καλλιτέχνες αυτοί δεν θεωρούνται καθόλου περιθωριακοί και ακραίοι, αντιθέτως είναι απολύτως αποδεκτοί και δημοφιλέστατοι (αν και επί Εβρέν τούς είχε απαγορευθεί να εμφανίζονται δημόσια)[17].

Η ίδια αυτή παράδοση φαίνεται να εκδηλώθηκε, πριν από τον Χάρρυ Κλυνν, ήδη τη δεκαετία του 70, με την εμφάνιση του επίσης Πόντιου Γιάννη Φλωρινιώτη (ληξιαρχικό επώνυμο: Αποστολίδης· υιοθέτησε ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο το καταγωγικό από την πρωτεύουσα του νομού στη βορειοδυτική Ελλάδα όπου είχαν εγκατασταθεί οι δικοί του και είχε γεννηθεί ο ίδιος, ακολουθώντας μία πολύ συνήθη πρακτική μεταξύ των Ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών[18]). Αυτό που έκανε ο Φλωρινιώτης όταν πρωτοεμφανίστηκε, δηλαδή ένα περίεργο και σχεδόν βουλιμικό μείγμα από τις παραδόσεις του γκλαμ-ροκ και της ντίσκο, της ποντιακής μουσικής και του ρεμπέτικου, σε συνδυασμό με μία αμφίφυλη και φανταχτερή εμφάνιση και χορευτική κίνηση, ήταν κάτι πρωτοφανές το οποίο επίσης δεν φαινόταν να έχει κάποια ορατή καταγωγή από οποιοδήποτε προηγούμενο στο χώρο της ελληνικής σώου μπίζνες. Θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο να διερευνηθεί εάν αυτό το ύφος, εκτός από τον Ντέιβιντ Μπάουι και τον Γκάρι Γκλίτερ, έχει ως μακρινά ξαδέρφια και κάποιους εκπροσώπους αυτής της παράδοσης παρενδυσίας, όπως π.χ. ο/ η Μπιουλέντ Ερσόυ[19], ή ο παλαιότερος Ζεκί Μιουρέν. Κάποια από τα τραγούδια του οποίου, όπως π.χ. το Manolya/ Mανώλια, είπε στα ελληνικά ο εκ Κοτυώρων/ Ορντού και Νέας Σαφραμπόλεως ορμώμενος Στέλιος Καζαντζίδης, τότε που ακόμα ο καημός του δεν τραγουδιόταν «στη γλώσσα της Γιουροβίζιον».

Ίσως λοιπόν και ο Χάρρυ Κλυνν να συνεχίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, (και) αυτή την παράδοση. Πάντως στην υπόδυσή του φαίνεται να υπάρχουν σχεδόν τα πάντα και τα αντίθετά τους –ή τουλάχιστον αυτά που θεωρούνται αντίθετά τους με βάση τις φαλλογοκεντρικές διχοτομίες. Δεν είναι μόνο η «ακριτική»/ μεταιχμιακή τοποθέτηση σε σχέση με τους έμφυλους ρόλους, δεν είναι μόνο ότι αυτή ή ίδια η τοποθέτηση μπορεί να ειδωθεί εξίσου ως «δυτική» και ως «ανατολική», αλλά επιπλέον και ο λόγος που αρθρώνεται μέσα από αυτή τη μεταιχμιακή επιτέλεση έχει ακριβώς ο ίδιος ως θέμα του τη σχέση (ή απουσία σχέσης) με τη Δύση και τη νεωτερικότητα.

Τα λόγια του τραγουδιού όπως είπαμε απευθύνονται σε μία κοπέλα που είναι σεξουαλικά ελκυστική, αλλά που η ελκυστικότητά της σε μεγάλο βαθμό οφείλεται ακριβώς στο ότι υιοθετεί κώδικες συμπεριφοράς, κατανάλωσης και ένδυσης της δυτικής νεωτερικότητας, και η υιοθέτηση αυτή είναι camp επειδή είναι παράταιρη (incongruous – ή ίσως out of joint, όπως θα έλεγε ο Ντερριντά διά στόματος Σαίκσπηρ) σε σχέση με αυτό που αναμένεται από μια νεαρή Ελληνίδα και/ ή Πόντια. Στην κόρη αυτή χρεώνεται –ή πιστώνεται, ανάλογα με την οπτική γωνία- μία επιτελεστικότητα η οποία επιδιώκει, και επιτυγχάνει, να σταθεί ισάξια δίπλα σε γυναικεία ποπ είδωλα και να ερεθίσει το σεξουαλικό ενδιαφέρον των ανδρικών. Μεταξύ των πρώτων συγκαταλέγεται και η Μαντόννα –«τραγωδείς άμον [σαν την] Μαντόννα», αναφέρει ένας στίχος-, η γνωστή σώου γούμαν η οποία σταδιοδρόμησε με ένα ψευδώνυμο που σημαίνει «η Παρθένος» και που, σε αντίθεση με άλλα προσηγορικά της θεομήτορος όπως τα Μαρία, Παρθένα ή Συμέλα, δεν χρησιμοποιείται ποτέ στα αγγλικά, ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, ως όνομα κάποιας κοινής θνητής. (Αντιθέτως χρησιμοποιείται πολύ συχνά σε τίτλους πινάκων ζωγραφικής).

Αυτή την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που αναμένουμε ως απόλαυση και σε αυτό που δεχόμαστε τελικά, αυτό το ce n’est pas ça!, εκφράζεται μέσα στο τραγούδι ταυτόχρονα με δύο αντίθετους τρόπους: ο ένας είναι η επιτίμηση-πειθάρχηση, η ανάκληση της νεαρής Πόντιας στην (έμφυλη) τάξη, η οποία εκφράζεται διά της γελοιοποίησής της. Ο άλλος όμως είναι η ανάληψη/ οικειοποίηση και η υπερηφάνεια. Τα λόγια του ομιλητή, καθόσον αναδεικνύουν την incongruity μιας δημόσιας επιτέλεσης ασυμβίβαστης με την μέχρι τώρα συντηρητική οργάνωση των οικογενειακών και ερωτικών σχέσεων στις ποντιακές κοινότητες και με ένα σύνολο περιορισμών γύρω από το αν, πότε και πώς εμφανίζονται οι γυναίκες στο δημόσιο χώρο, θα μπορούσαν να ακουστούν ως: «παράτα αυτό το επιτηδευμένο ντύσιμο και στόλισμα και τις ακριβές μάρκες, δεν σου ταιριάζουν, μεγαλοπιάνεσαι και γίνεσαι γελοία». Θα μπορούσαν όμως να ακουστούν, ακριβώς αντίστροφα, και ως: «οι Πόντιοι (και, εν προκειμένω, οι Πόντιες) είναι μοντέρνες και πολιτισμένες, έχουν μία δική τους, άμεση, απευθείας πρόσβαση στη νεωτερικότητα και στην παγκοσμιότητα, μπορούν να συνομιλούν με την τελευταία λέξη του λάιφ στάιλ χωρίς να χρειάζεται να περάσουν από καμία μετάφραση στη γλώσσα του ελληνικού κράτους». Τόσο με τη στενή, κυριολεκτική σημασία της μετάφρασης –όπως δείχνει η χειρονομία των συντελεστών του τραγουδιού να το θέσουν σε κυκλοφορία στα ποντιακά χωρίς επεξήγηση-, όσο και με την ευρύτερη έννοια της πολιτι(στι)κής μεσολάβησης του «κράτους των Αθηνών».

Τα επικριτικά ή/ και ταυτόχρονα επαινετικά λόγια του τραγουδιού, λοιπόν, μπορεί να νοηθούν ως μία «δημόσια συνωμοσία», ως ένα μακιαβελικό «δημόσιο μυστικό»:

 

Ρητορικά μιλώντας, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο Μακιαβέλλι χρησιμοποιεί το ρητορικό σχήμα «αδιανόητα» [στο πρωτότυπο: adianoeta] (κυριολεκτικά, «τα απαρατήρητα»), κατά το οποίο κάποιες λέξεις ή φράσεις νοούνται σαν να έχουν δύο ξεχωριστές σημασίες, μία «προφανή» και μία πιο λεπτή. Έχουμε ήδη δει παραδείγματα αυτού του σχήματος στους ποικίλους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να διαβάσουμε τις «συμβουλές» του Μακιαβέλλι, ανάλογα με το ακροατήριο για το οποίο προορίζονται. Ως ρητορικό σχήμα, το adianoeta νοείται ειδικότερα με την έννοια ότι διάφορα τμήματα του ακροατηρίου θα νοήσουν τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο: άλλοι θα «πιάσουν» τον ειρωνικό χαρακτήρα του σχήματος και άλλοι όχι[20].

 

Η campy υπόδυση της «Λαϊστέρας» λοιπόν μπορεί να εκληφθεί και ως δήλωση ότι οι Πόντιες είναι «πιο παγκόσμιες», είναι σε θέση να επικοινωνούν αυτοτελώς με το οικουμενικό, να συναγωνίζονται τα είδωλα της αμερικανικής και της γαλλικής ποπ και να προκαλούν στύση στις διασημότητες του ποδοσφαίρου, χωρίς να χρειάζεται να περάσουν προηγουμένως από το ελληνικό κράτος και τη γλώσσα του.

Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται κατά απρόσμενο τρόπο να επιβεβαιώνεται από τις διευκρινιστικές (;) παρεμβάσεις των (ελληνόφωνων) χρηστών του διαδικτύου: πράγματι, στα ξενικά ονόματα των –ακριβώς- επώνυμων ανθρώπων και προϊόντων που αναφέρονται στους στίχους, υπάρχουν αρκετά λάθη και ανορθογραφίες, τα περισσότερα από τα οποία είναι στην ελληνική μετάφραση![21]

Η υπόδυση αυτή λοιπόν είναι απολύτως campy (και) διότι, προς επιβεβαίωση της αρχικής σημασίας του όρου στα γαλλικά, «εγκαθίσταται» και «στρατοπεδεύει» έξω από το στρατόπεδο της κανονιστικής ελληνικότητας: φέρεται προκλητικά και αψηφά την προβαλλόμενη ιεραρχία μεταξύ διαλέκτου και γλώσσας. Η οποία, όπως θυμίζω ότι ισχυριζόταν –προκειμένου για την περίπτωση της «κυπριακής διαλέκτου»- ο κ. Προδρόμου[22], συνίσταται στο ότι η μεν πρώτη ανήκει στο χώρο του μερικού, συνδέεται με την πολυδιάσπαση και τον αρχαϊσμό, ενώ η δεύτερη είναι απαραίτητη για να συνδεθούμε με την καθολικότητα, την παγκοσμιότητα και το μοντερνισμό.

Το «δημόσιο μυστικό» λοιπόν του Χάρρυ Κλυνν συνίσταται στο ότι θέτει σε δημόσια κυκλοφορία την επιτελεστική απόρριψη αυτής της ιεραρχικής σχέσης. Τη θέτει βέβαια με το ρητορικό σχήμα τού «αδιανόητου» (=απαρατήρητου), χωρίς να δεσμεύεται απολύτως σε αυτήν –εφόσον πάντοτε μπορεί να υποχωρήσει στη θέση «έλα βρε αδερφέ (ή αδερφή), ένα αστείο κάναμε». Όποιος θέλει όμως το παίρνει ως ανέκδοτο, και όποια θέλει ως σοβαρό.

 

[1] Ή, πάλι, μπορεί το κοινό να ήξερε καλύτερα απ’ αυτόν ότι αποτελεί κάποιου είδους πλεονασμό να επιδιώξει ένας γελωτοποιός να υποδυθεί τον «σοβαρό» πολιτικό, εφόσον οι «σοβαροί» πολιτικοί είναι ήδη πάντοτε κατά κάποιο τρόπο γελωτοποιοί από μόνοι τους (βλ. ενδεικτικά: John Brown, «A propósito de Beppe Grillo: política y bufonería», ανάρτηση στο ιστολόγιο http://iohannesmaurus.blogspot.be/ της 28/3/13). Σχετικά με τη σύνδεση αυτή της θεατρικότητας, της δημόσιας υπόδυσης (και ιδίως της υπόδυσης του τρελού, του ανόητου, εκείνου που δεν καταλαβαίνει) με την πολιτική δράση, υπάρχουν επίσης μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στο James Martel, «Machiavelli’s Public Conspiracies», MediaTropes eJournal, Vol II, No 1 (2009), στο οποίο θα επανέλθουμε.

[2] Μια περίοδο, σημειωτέον, κατά την οποία ο καλλιτέχνης ιδεολογικά βρισκόταν κοντά στο ΚΚΕ (π.χ. συχνά εμφανιζόταν στα φεστιβάλ της ΚΝΕ), που τότε πολιτευόταν με το σύνθημα «όχι στον αμερικανικό τρόπο ζωής» και επιχειρούσε να αντιπαραθέσει τις «παραδόσεις του λαού και του τόπου» στον ξενόφερτο καπιταλισμό και την εμπορευματοποίηση.

[3] Στο σημείο αυτό ο ήχος της φωνής του αφηγητή καλύπτεται από το γνωστό «μπιπ» που δηλώνει λογοκρισία. Δεν γνωρίζω αν υπήρξε μία αρχική «πλήρης» εκδοχή όπου ακουγόταν η λέξη «μουνόπανα» η οποία πράγματι κολοβώθηκε εκ των υστέρων από παρέμβαση κάποιας κρατικής υπηρεσίας, ή αν οι συντελεστές θεώρησαν δεδομένο ότι θα υπάρξει τέτοια παρέμβαση και την ενσωμάτωσαν οι ίδιοι προκαταβολικά στο έργο.

[4]  Ας προστεθεί εδώ ότι, στη διαφημιστική της παρουσίαση, η ταινία εμφανίζεται ως «Μια βαθειά σατιρική τομή στην Ελλάδα από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας».

[5] Συνθέτης της μουσικής ήταν ο Νίκος Στρατηγός, τα δε κείμενα οφείλονται στον Γιάννη Κακουλίδη και στον ίδιο τον Κλυνν.

[6] Την τεχνική αυτή παραγωγής του αστείου χρησιμοποίησε εξάλλου ο ίδιος ο Χάρρυ Κλυνν, σε ένα τραγούδι το οποίο ακούγεται ακριβώς μετά την εξιστόρηση του εκσυγχρονισμού της Ελλάδας στο δίσκο «Πατάτες» την οποία παρατέθηκε προηγουμένως. Μετά λοιπόν τη φράση για τον «καημό του Καζαντζίδη» που κατέληξε «να τραγουδιέται στη γλώσσα τής Γιουροβίζιον», ακολουθεί –υποτίθεται προς απόδειξη- ένα τραγούδι λαϊκοφανές, το οποίο αρχίζει με ένα μακροσκελές «αααα» υπό τύπον αμανέ που παρωδεί την εισαγωγή της «Μαντουμπάλας», και του οποίου τα λόγια είναι στην αγγλική γλώσσα, αλλά μια αγγλική επίσης παρωδία, η οποία σε αρκετά σημεία απλώς μεταφράζει κατά λέξη ιδιωματικές ελληνικές εκφράσεις. Μία από αυτές είναι το ακριβές αντίστοιχο του «λαγγευτού» στα αγγλικά, και συγκεκριμένα αυτή που περιέχεται στο δίστιχο: «I sleep alone, and you with another/ come with me my darling or I will jump your mother».

[7] Walter Benjamin, Das Kunstwerk im Zeitalter seiner technischen Reproduzierbarkeit, Suhrkamp, Frankfurt am Main 1977, σ. 12.

[8] Βλ. σχετικά Michael Herzfeld, Πάλι δικά μαςΛαογραφία, Ιδεολογία και η διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, Αλεξάνδρεια, 2002, σ. 190. Ο δεύτερος εξ αυτών αποδεχόταν «ως δόγμα ανεπίδεκτον αμφισβητήσεως, ότι ο λαός, ως σύνολον, είναι ανίκανος να συνθέση ποίημα. Η ομαδική ποίησις είναι πράγμα αδύνατον» (Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Εστία, Αθήναι 1914, σ. 8· παρατίθεται στον Χέρτσφελντ, ό.π.). Ωστόσο, αν ο λαός είναι ανίκανος, ίσως το πλήθος να είναι ικανό, όχι βέβαια να «συνθέσει ομαδικά [ένα] ποίημα», αλλά να επιφέρει αδιάκοπες τροποποιήσεις και να παραγάγει άπειρες «επωδούς» μέσα από την επανάληψη, οι οποίες λόγω της διασποράς τους να μην επιδέχονται πλέον –και να μη χρειάζονται- αναγωγή/ ομογενοποίηση σε μία μοναδική «τέλεια» μορφή, όπως αυτή που διενήργησαν οι λαογράφοι του κράτους των Αθηνών (και όλων των άλλων εθνών κρατών), είτε ως τέτοια θεωρήσουμε την «αρχική» είτε την «τελική», ή ενδεχομένως κάποιον «ιδεατό μέσο όρο».

[9] Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία άλλου πληροφορητή, πάντως, η λέξη αυτή έχει και μια άλλη σημασία, που βέβαια έχει και αυτή σχέση με την κίνηση αλλά επίσης και με τη διάσταση της κτηνοτροφίας (ή/ και του θηλασμού): σημαίνει ένα ξύλινο εργαλείο, κάτι σαν αναδευτήρι, με το οποίο χτυπάμε το γάλα για να γίνει γιαούρτι.

[10] Και συγκεκριμένα στον «Αστέρα» (υποθέτω της Βουλιαγμένης, ο οποίος τότε ήταν διάσημος λόγω των διαμονών σε αυτόν του Ανδρέα Παπανδρέου μαζί με την ερωμένη και μετέπειτα σύζυγό του Δήμητρα Λιάνη).

[11] Το κότσαρι είναι ένας από τους τρεις-τέσσερις πιο δημοφιλείς ποντιακούς χορούς. Σχετικά με το όνομα αυτό και την προέλευσή του, έχει υποστηριχθεί στον «καθ’ ύλην αρμόδιο» τύπο το εξής: «Η ρίζα της λέξης Κοτσαρί, είναι το κοτς που στην αρμενική σημαίνει μεγάλη ομάδα ή κοινότητα ανθρώπων και ζώων που πηγαίνει στο βουνό για παραθερισμό, το πλήθος περιπλανώμενων με τα ζώα του, ή άλλως ειπείν –έχει την έννοια της μετατόπισηςτου πηγαινέλα, όπως είναι και τα βασικά βήματα του χορού με την προς τα δεξιά και αριστερά μετακίνηση» (Νίκου Ζουρνατζίδη, «Επίδραση Αλλογενών Φύλων στην Ποντιακή Παράδοση», Εύξεινος Πόντος αρ. 187-188, (Αλωνάρτς) Αύγουστος – (Σταυρίτες) Σεπτέμβριος 2012). Αυτό λοιπόν το δημοσίευμα, το χρονολογημένο και με τα δύο ημερολόγια, το συμβατικό στην κοινή νεοελληνική και το «επαναστατικό» του κράτους-φαντάσματος, επιβεβαιώνει περίτρανα ότι ο χορός αυτός διατηρεί τη μνήμη, όχι μόνο από την μη καθαρότητα και την ανάμιξη με «αλλογενή φύλα» επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και από τη μετακίνηση της νομαδικής ορδής.

[12] Γράφοντας στα αγγλικά και εκδίδοντας την εργασία του στον Καναδά, ο συγγραφέας γνωρίζει εδώ ότι στους αναγνώστες του δεν είναι οικείος ο όρος κεμεντζές, ούτε βέβαια η εξελληνισμένη εκδοχή «ποντιακή λύρα», οπότε προτιμά να χρησιμοποιήσει το γενικότερο όνομα με το οποίο ήταν γνωστά τα τοξωτά έγχορδα στην αραβική και την ευρωπαϊκή μεσαιωνική μουσική. Αντιθέτως το νταούλιαναφέρεται με το όνομά του, δίπλα στην αραβική εκδοχή, με την οποία προφανώς συγγενεύει ετυμολογικά.

[13] Stavros Stavrou Karayanni, Dancing Fear and Desire: Race, Sexuality and Imperial Politics in Middle Eastern Dance, Wilfrid Laurier University Press, Ontario 2004, σελ. 140-1. Bλ. επίσης μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, συναφείς με όσα αμέσως ακολουθούν, στη σελίδα 77 επ. (ενότητα «The Poetics of Male Dancing»).

[14] Προφανώς αυτό υπαινίσσεται και ο Καραγιάννη όταν λέει ότι «ακούει τράνταγμα».

[15] Bλ. ιδίως το Excitable Speech. A Politics of the Performative, Routledge, New York & London 1997.

[16] Esther Newton, Mother Camp: Female Impersonators in America, University of Chicago Press 1979 [1972], σ. 104-5.

[17] Περί αυτών βλ. αναλυτικότερα: Φωτεινή Τσιμπιρίδου, «Προς μια δημιουργική κριτική του ‘ανθρώπινου’: εμπειρίες επισφάλειας, αντίστασης και υπονόμευσης από μια κούρδισα, φεμινίστρια τραβεστί καλλιτέχνη της Πόλης», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος (επιμ. Α. Αθανασίου & Γ. Τσιμουρής) με θέμα «Εκτοπίσεις και εντοπίσεις: Μετανάστευση, φύλο και επισφαλείς υποκειμενικότητες σε συνθήκες επιθετικού νεοφιλελευθερισμού», 2013.

[18] Φυσικά, η αναφορά της καταγωγής από μια ιδιαίτερη πατρίδα αποτελεί πολύ κοινό τρόπο σχηματισμού και των ίδιων των «κανονικών», ληξιαρχικών οικογενειακών ονομάτων, και έτσι δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ποια είναι καλλιτεχνικά ψευδώνυμα και ποια όχι από τον παρακάτω κατάλογο εκτελεστών ή/ και δημιουργών που κατά καιρούς σταδιοδρόμησαν με μεγάλη ή μικρότερη επιτυχία στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού: Χιώτης, Μυτιληναίος, Πάριος, Μενιδιάτης, Κύπριος, Κουμιώτη, Θηβαίος, Τριπολίτης, Καλαμαριώτης …

[19] Ο Ερσόυ είναι διεμφυλικός, με αρχικό επώνυμο Ερκότς. Μετά την αλλαγή φύλου διατήρησε το αρχικό μικρό του/ της όνομα, παρόλο που είναι αρσενικό.

[20] James Martel, «Machiavelli’s Public Conspiracies», MediaTropes eJournal, Vol II, No 1 (2009), σελ. 70.

[21] Ως ένα από τα αξιοθαύμαστα (ή/ και αξιοκατάκριτα) χαρακτηριστικά της Λαϊστέρας αναφέρεται ότι φέρει στο «shερόπον» της Favre Leuba. Ο χρήστης που ανέλαβε να αποδώσει το νόημα των στίχων για τους Έλληνες ακροατές/ αναγνώστες προφανώς αγνοούσε τη συγκεκριμένη μάρκα ελβετικών ρολογιών, και έτσι την απέδωσε ως «Fa Hlepar». Επίσης, στην ενδιαφερόμενη πιστώνεται ότι τραγουδά «άμον [σαν] τη Σιλβί Βαρτάν». Το όνομα αυτό επίσης δεν ήταν ιδιαίτερα οικείο, και έτσι αποδόθηκε ως «Σιλβί Ταρτάν» (στην δε μεταγραφή του ποντιακού πρωτοτύπου γράφτηκε σωστά, αλλά με η στο τέλος: Σιλβή Βαρτάν).

[22] Βλ. προηγουμένως, κεφ. Α σημ. 99 κ.ε.

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο Εμείς οι έποικοι. Ο νομαδισμός των ονομάτων και το ψευδοκράτος του Πόντου, με μερικές τροποποιήσεις και συντομεύσεις.


Από:https://nomadicuniversality.com/2018/05/22/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CF%89%CF%82-queering/

Advertisements

Ιδού η εναλλακτική: Πελετίδης! …


Δεν μπορεί να γίνει τίποτα, είμαστε δεμένοι από τους δανειστές και πρέπει με κάθε θυσία – ακόμα κι αν αφορά την καταδίκη της ίδιας μας της ζωής – να παραμείνουμε στο άρμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μήπως και κάποια στιγμή μοιράσουν κανένα κόκκαλο στο λαό! Αυτή μας λένε ότι είναι η μοίρα μας!

Ας πάμε τώρα στη δημοτική αρχή της Πάτρας, την εκλεγμένη με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ και με επικεφαλής το μέλος του Κόμματος, Κώστα Πελετίδη. Η απόφαση του Δήμου Πάτρας, όπως την περιέγραψε ο κομμουνιστής δήμαρχος της πόλης

για διαγραφή χρεών εργαζομένων και ανέργων και γενικότερα πολιτών που πλήττονται βάναυσα από την κρίση, ώστε να μην κινδυνέψουν τα σπίτια τους από πλειστηριασμό,

δεν συγκρούεται μόνο απευθείας με την πολιτική των διαχειριστών της βαρβαρότηταςΧτυπάει και τη μοιρολατρία που θέλουν να μας επιβάλλουν. Η σημασία της απόφασης ξεπερνά τα όρια της Πάτρας. Είναι μια πραγματική εναλλακτική για το λαό μας, όχι μόνο για να πούμε ένα μεγάλο «ως εδώ», όχι μόνο για τη διαμόρφωση συνθηκών ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων από τη λεηλασία, αλλά και για να ανοίξει ο δρόμος της κοινωνικής διεκδίκησης με προοπτική έναν άλλο δρόμο αξιοπρέπειας και ελπίδας για το λαό και τον τόπο. Θα μπορούσε να συμπυκνωθεί κάπως έτσι:

Δεν θέλουμε ξεροκόμματα επιδομάτων (προεκλογικών και μη) – Διεκδικούμε τις ζωές μας ολόκληρες!

Η «νομιμότητα»

Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Πάτρας, ακριβώς επειδή συγκρούεται με τον πυρήνα της πολιτικής που μας έχει εξαθλιώσει, έχει -ήδη- αντιπάλους. Xαρακτηριστική η στάση της αντιπολίτευσης στο δήμο. Όπως ανέφερε στην παρουσίαση της απόφασης ο Κώστας Πελετίδης,

«το Δημοτικό μας Συμβούλιο σε πρόσφατη συνεδρίασή του με θέμα τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς αποφάσισε κατά πλειοψηφία (οι παρατάξεις της Ν.Δ. του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ δεν ψήφισαν τη συγκεκριμένη απόφαση, με βασικό επιχείρημα τη νομιμότητα).»

Η «νομιμότητα», λοιπόν, δεν επιτρέπει να πάρει ανάσα ένας κόσμος που έχει διαλυθεί από την κρίση και ζει με την αγωνία πως θα του πάρουν το σπίτι σε πλειστηριασμό ή θα κάνουν κατάσχεση στον τραπεζικό λογαριασμό όπου μπαίνει η σύνταξη ή ο μισθός. Μιλάμε για τη «νομιμότητα» των μνημονίων  και των πολιτικών δυνάμεων που ψήφισαν τη διάλυση και την καταστροφή. Μιλάμε για τη «νομιμότητα» εκείνων που -με μορφή κατεπείγοντος- πέρασαν και περνούν μέτρα εξαθλίωσης του λαού, καταργώντας τις ίδιες τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες ή υλοποιώντας τις κατά… προσέγγιση.

Για να δούμε τώρα τι θα πούνε και ποια «νομιμότητα» υπερασπίζονται. Όπως είναι προφανές δεν αναφερόμαστε πλέον στις παρατάξεις στο Δήμο Πάτρας αλλά στα κόμματα που μας έφεραν ως εδώ, τα κόμματα που κυβέρνησαν ή κυβερνούν. Όπως ανέφερε ο Κ. Πελετίδης στη συνέντευξη κατά την οποία παρουσίασε την απόφαση, την Δευτέρα 21 Μαΐου «έχουν προγραμματιστεί συναντήσεις με τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες των κομμάτων στη Βουλή, πλην της Χρυσής Αυγής», για να επιδοθεί η σχετική απόφαση.

Πραγματικό ταξικό πρόσημο

Μετά τη  «νομιμότητα» έρχεται το άλλο επιχείρημα: Οι «καλοπληρωτές» θα πληρώσουν τα χρέη των «μπαταχτσήδων»! Για κακή τους τύχη σε αυτό υπάρχει ήδη απάντηση και καταγράφηκε στην παρουσίαση του δημάρχου Πάτρας:

«Οι μεγάλοι οφειλέτες, οι «επενδυτές» και οι κουβαλητές της ανάπτυξης, έχουν τη δυνατότητα, με βάση τη νομοθεσία και τις πολιτικές που ασκούν οι έως τώρα κυβερνήσεις, όχι μόνο φοροαπαλλάσσονται σκανδαλωδώς, αλλά παίρνουν και δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαγράφονται τα χρέη τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι αυτό που προκύπτει από τα στοιχεία των υπηρεσιών του Δήμου. 

Συγκεκριμένα, σε σύνολο οφειλών 120.107.630 ευρώ, τα 55.547.368,01 τα χρωστάνε 204 επιχειρηματίες, με οφειλές άνω των 50.000 ευρώ. Ο Δήμος έχει προχωρήσει σεμέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Από τις δεσμεύσεις των λογαριασμών, τα αποτελέσματα πλην μεμονωμένων περιπτώσεων ήταν πενιχρά έως αμελητέα στο σύνολο. Την ίδια στιγμή, που νομίμως φοροδιαφεύγουν μεγαλοεπιχειρηματίες ο Πατραϊκός λαός κινδυνεύει να χάσει το βιος του για οφειλές 500 και 1.000 ευρώ».

Εάν ακόμα και τώρα ορισμένοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ας τους εξηγήσουμε:

Η πολιτική απόφαση – πρόταση του Δήμου Πάτρας έχει ταξικό πρόσημο (αληθινό ταξικό πρόσημο, όχι σαν εκείνο που διαφημίζει κατά καιρούς η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά», που μόνο Αριστερά δεν είναι).

Η πολιτική απόφαση – πρόταση του δημάρχου Πάτρας, Κώστα Πελετίδη, έρχεται και σε απόλυτη αντίθεση με την πρακτική πολλών δημάρχων της χώρας που προσκυνούν τη «νομιμότητα» και αφήνουν απροστάτευτους τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής των εργαζόμενων, των ανέργων και γενικότερα όλων εκείνων που βιώνουν τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής κρίσης.

Ο λαός δεν αναθέτει – Ο λαός διεκδικεί και νικά

Η δύναμη στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Πάτρας, εκτός από την εκπροσώπηση του δικαίου, είναι πως δεν πρόκειται για μια διαδικασία ανάθεσης. Γι’ αυτό κι όταν γράφουμε στον τίτλο μας «Υπάρχει εναλλακτική: Πελετίδης» δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να στηρίζουμε ανοιχτά την κινητοποίηση του ίδιου του λαού, την κινητοποίηση όλων μας. Διότι ο δήμαρχος Πάτρας ποτέ δεν έταξε πως θα αλλάξει δια μαγείας η κατάσταση, κάλεσε και καλούσε σε συμπόρευση και ο λόγος είναι απλός: Χωρίς την υπεράσπιση των διεκδικήσεων μας δεν γίνεται τίποτα. Το γεγονός πως η μοναδική λύση είναι η μαζική και μαχητική συμμετοχή στον αγώνα καταγράφεται σαφώς στην παρουσίαση της πρότασης του δημάρχου, με πρακτικές δράσεις:

«Την Τρίτη 22 Μάη, ημέρα δράσης κατά των πλειστηριασμών, θα επισκεφθούμε και θα πραγματοποιήσουμε συναντήσεις μαζί με φορείς, Σωματεία και Συλλόγους της πόληςΣτις 10 π.μ. στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, στις 11 π.μ. στην Α’ ΔΟΥ Πατρών, στις 12 μεσ. στην Εθνική Τράπεζα (Πλατεία Γεωργίου), στη 1 μ.μ. στον ΕΦΚΑΤο βράδυ στις 8.30, διοργανώνουμε εκδήλωση στην πλατεία Γεωργίου όπου θα γίνει ομιλία και θα ακολουθήσει μουσικό και καλλιτεχνικό πρόγραμμα».

Η λύση είναι στον αγώνα μαζί με τα Σωματεία, τους Φορείς και τους Συλλόγους, όπου οργανώνονται οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και όλοι αυτοί που πλήττονται από τη βαρβαρότητα. Η λύση είναι στοναγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα. Ας γίνει υπόθεση όλων μας η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Πάτρας, όπως την περιέγραψε ο Κ. Πελετίδης:

«Διεκδικούμε από την Κυβέρνηση άμεση νομοθετική ρύθμιση, που να προστατεύει τη λαϊκή οικογένεια από πλειστηριασμούς και κατασχέσεις με γνώμονα την οικονομική της κατάσταση και να δίνει το δικαίωμα στα Δημοτικά Συμβούλια να αποφασίζουν για διαγραφές οφειλών σε αυτούς που αποδεδειγμένα ούτε μπορούν, ούτε έχουν να πληρώσουν. 

Γιατί

«γίνεται πλέον φανερό ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε φαινόμενα μαζικών πλειστηριασμών από το σύνολο των κρατικών φορέων (εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία κ.α.). Η επίθεση αφορά όλα όσα, με κόπους μιας ολόκληρης ζωής, έχει αποκτήσει η λαϊκή οικογένεια, όπως το σπίτι, το μαγαζί, το αυτοκίνητο, το ταξί, το χωράφι του μικρού αγρότη. Στόχος Κυβέρνησης – Ε.Ε. είναι η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και η επέλαση του μεγάλου κεφαλαίου».

Γιατί γνωρίζουμε ότι

«στο στόχαστρο κυβέρνησης, των κομμάτων που υπηρετούν τα μνημόνια και φοροεισπρακτικών μηχανισμών, βρίσκονται τα λαϊκά νοικοκυριά που χρωστούν μικρά ποσά».

Γιατί αυτό που απασχολεί τη δημοτική αρχή της Πάτρας μας αφορά όλους:

«Πώς θα μπορέσουμε να συμβάλουμε σε όλα τα επίπεδα, ώστε να μην λεηλατηθεί η περιουσία και οι κόποι μιας ζωής της λαϊκής οικογένειας στο βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης».

Με αυτό το σκεπτικό, όπως παρουσίασε Κ. Πελετίδης,

«από τη στιγμή που αναλάβαμε τη διοίκηση του Δήμου προστατεύσαμε τις λαϊκές οικογένειες αρνούμενοι να στείλουμε στοιχεία στην εφορία για μικροοφειλέτες και να δεσμεύσουμε το ΑΦΜ, όπως κάνουν άλλοι Δήμοι. Δηλώνουμε ότι όσο μας αφορά ως Δημοτική Αρχή, δεν θα επιτρέψουμε για μικροοφειλές στο Δήμο, για ανθρώπους και νοικοκυριά που δεν μπορούν να πληρώσουν, να γίνουν κατασχέσεις στην περιουσία τους».

Η απόφαση που εισηγήθηκε η δημοτική αρχή και αποφάσισε το δημοτικό συμβούλιο, προβλέπει:

1. Πλήρη διαγραφή σε μακροχρόνια ανέργους και ενταγμένους στο ΚΕΑ.
2. Πλήρη διαγραφή σε άτομα που έχουν οικογενειακό εισόδημα την τελευταία 5ετία κατά μέσο όρο έως 12.000€, μία κατοικία και δεν έχουν κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο.
3. Πλήρη διαγραφή σε πολύτεκνους, τρίτεκνους, ΑΜΕΑ, μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με αναπηρία με οικογενειακό εισόδημα μέχρι 25.000€ και μία κατοικία.
4. Από 12.000€-25.000€ οικογενειακό εισόδημα, να γίνει διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων και καταβολή του χρέους σε 200 δόσεις.
5. Από 25.000-50.000€ διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων και αποπληρωμή του χρέους σε 150 μηνιαίες δόσεις.
6. Οι μακροχρόνια άνεργοι, οι ενταγμένοι στο ΚΕΑ και όσοι την τελευταία πενταετία έχουν μέσο οικογενειακό εισόδημα μέχρι 25.000, να μην επιβαρύνονται με την προβλεπόμενη από το νόμο επιβάρυνση που αφορά την κατεδάφιση ετοιμόρροπου κτίσματος.

Επαναλαμβάνουμε, λοιπόν, και με τα ίδια ακριβώς λόγια:

Η απόφαση του Δήμου Πάτρας, όπως την περιέγραψε ο κομμουνιστής δήμαρχος της πόλης γιαδιαγραφή χρεών εργαζομένων και ανέργων και γενικότερα πολιτών που πλήττονται βάναυσα από την κρίση, ώστε να μην κινδυνέψουν τα σπίτια τους από πλειστηριασμό, δεν συγκρούεται μόνο απευθείας με την πολιτική των διαχειριστών της βαρβαρότηταςΧτυπάει και τη μοιρολατρίαπου θέλουν να μας επιβάλλουν.

Η σημασία της απόφασης ξεπερνά τα όρια της Πάτρας. Είναι μια πραγματική εναλλακτική για το λαό μας, όχι μόνο για να πούμε ένα μεγάλο «ως εδώ», όχι μόνο για τη διαμόρφωση συνθηκών ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων από τη λεηλασία, αλλά και για να ανοίξει ο δρόμος της κοινωνικής διεκδίκησης, με προοπτική έναν άλλο δρόμο αξιοπρέπειας και ελπίδας για το λαό και τον τόπο.

———————————————————–
Σημείωση ιστολογίου
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε το Σάββατο 19/5/2018 στον ιστότοπο «Ημεροδρόμος». Κατά την αντιγραφή διατηρήθηκαν όλες οι υπογραμμίσεις τού πρωτοτύπου αλλά άλλαξε ελαφρά η μορφοποίηση, ώστε να ταιριάζει με το ύφος του ιστολογίου. Το σκίτσο τού Κώστα Πελετίδη είναι της Έφης Ξένου, από την εφημερίδα «Τα Νέα».

Βασίλης Ραφαηλίδης…Η δυσκολία να είσαι Έλληνας…


Greece Expiring on the Ruins of Missolonghi by Eugène Ferdinand Victor Delacroix

ΚείμενοΒασίλης Ραφαηλίδης*

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ Επανάσταση του 1821 ήταν όντως επανάσταση. Αλλά με μια έννοια εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που της δίνουν τα σχολικά εγχειρίδια και οι επίσημες Ιστορίες, που φαίνεται πως αγνοούν τη ση­μασία της λέξης. Επανάσταση, λοιπόν, σημαίνει εξέγερ­ση μέρους του λαού μιας συγκεκριμένης εθνότητας εναντίον μέρους του ίδιου λαού της ίδιας εθνότητας.

Η Γαλλική Επανάσταση, για παράδειγμα, ήταν επανά­σταση, γιατί κάποιοι Γάλλοι ξεσηκώθηκαν εναντίον άλ­λων Γάλλων. Το ίδιο και η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο πόλεμος που τελείται στη διάρκεια μιας επανά­στασης η οποία, σημειωτέον, δεν καταλήγει αναγκα­στικά σε πόλεμο, αφού οι διαφορές μπορούν να διευ­θετηθούν και με διαπραγματεύσεις, είναι αναγκαστικά εμφύλιος (πόλεμος ανάμεσα σε μέλη της ίδιας φυλής). Γιατί, λοιπόν, η Ελληνική Επανάσταση ονομάστηκε· επανάσταση; Αν οι Έλληνες πολεμούσαν τους Τούρκους, θα έπρεπε να έχουμε, απλώς, έναν «απελευθε­ρωτικό πόλεμο», με στόχο την εκδίωξη του κατακτητή από εδάφη που κατοικούνταν από μια συγκεκριμένη εθνότητα, που επιθυμούσε να αυτοδιοικηθεί και να αυτονομηθεί (να θεσπίζει η ίδια τους νόμους).

Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ δεν είναι αίτημα επαναστατικό, αλ­λά εθνικό, που το βάζει μια ετερονομούμενη εθνότητα (που υπακούει στους νόμους που θέσπισε μια άλλη εθνότητα). Σε τελική ανάλυση, το «εθνικό κράτος» δεν είναι τίποτα περισσότερο από το σύνολο των Κανόνων Δικαίου, που συνιστούν την έννοια του Κράτους και που είναι προσαρμοσμένοι στα ήθη και τον πολιτισμό μιας συγκεκριμένης εθνότητας. (Διευκρινίζουμε πως η εθνότητα είναι έννοια πολιτιστική και το κράτος έννοια νομική).

Το γεγονός, λοιπόν, πως η Ελληνική Επανάσταση εξαρχής ονομάστηκε επανάσταση και όχι «απελευθε­ρωτικός πόλεμος», δηλώνει πως αυτοί που εξεγέρθη­καν κατά των Τούρκων, δεν ήταν μόνο τα μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας, π.χ. οι Έλληνες, αλλά όλες οι εθνότητες που κατοικούσαν στη γεωγραφική περιο­χή της Ελλάδας.

Η Ελλάδα, η οποία ποτέ δεν ήταν ενιαίο κράτος, ού­τε καν στην περίοδο της κλασικής αρχαιότητας που στηριζόταν στο διοικητικό σύστημα της πόλης- κρά­τους, κατοικούνταν από μια πανσπερμία εθνοτήτων, περίπου όμοιας εθνολογικής σύνθεσης μ’ αυτή που εί­χε ολόκληρη η πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το γεγονός πως οι κάτοικοι αυτής της περιοχής μιλού­σαν ελληνικά, δε σημαίνει τίποτα από εθνολογική άποψη. Η ελληνική γλώσσα, εξαιτίας ακριβώς της τελειότητάς της, ήταν για αιώνες διεθνής.

Και θα ήταν και σήμερα, αν δεν έχανε για λίγους ψή­φους στο Κογκρέσο των πρώτων Πολιτειών που συναποτέλεσαν τις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, όταν μπή­κε το πρόβλημα ποια γλώσσα έπρεπε να μιλούν οι κά­τοικοι του υπό σύστασιν νέου πολυεθνικού κράτους. Τελικά, κέρδισε η αγγλική εξαιτίας της κυριαρχίας των αγγλικής καταγωγής αποίκων -κι αυτό ήταν το πιο σοβαρό ατύχημα που συνέβη ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα και της πολυεθνικής Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των πολυεθνικών κρατών των επιγόνων του και της πολυεθνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, κάποτε η ελληνική γλώσσα και το ελληνικό έθνος, που δε μιλούσε ολόκληρο και κατ’ ανάγκη την ελληνική γλώσσα, κατάντησαν να γίνουν δολίως συνώ­νυμα. Αργότερα, στο διεθνιστικό πολιτιστικό χαρακτη­ριστικό της ελληνικής γλώσσας προστέθηκε και το διε­θνιστικό χαρακτηριστικό της ορθοδοξίας. Και, ω του θαύματος, από δύο διεθνιστικά χαρακτηριστικά γεννή­θηκε ένα εθνικό: Ο «ελληνοχριστιανισμός». Πρόκειται σαφέστατα περί λαθροχειρίας.

Οι λαοί, λοιπόν, που ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρ­κων, είχαν συνείδηση πως δεν ανήκαν στην ίδια εθνό­τητα και πως, αντίθετα, ανήκαν στο ίδιο καταπιεστικό Κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν μπορού­σαν, συνεπώς, να ονομάσουν την εξέγερσή τους «απε­λευθερωτικό πόλεμο», γιατί δεν ήταν μία και μόνο η εθνότητα που ζητούσε τη δημιουργία αυτόνομου κρά­τους, που κατ’ ανάγκη δε θα μπορούσε να είναι εθνι­κό. Την ονόμασαν, λοιπόν, εξαρχής επανάσταση (ή «αγώνα για την ελευθερία»), γιατί η εξέγερση κατά της οθωμανικής εξουσίας (προσοχή: όχι μόνο κατά των Τούρκων, που άλλωστε πολέμησαν μαζί με τους Άρα­βες υποτακτικούς τους υπό τον Μοχάμεντ ‘Αλι), ήταν όντως ένας πολυεθνικός εμφύλιος πόλεμος, όπου μια πολυεθνική ενότητα λαών ξεσηκώθηκε ενάντια σε ένα άλλο κομμάτι ταυ ίδιου πολυεθνικού λαού.

ΠΡΑΓΜΑ που γίνεται φανερό, μεταξύ άλλων, κι από το γεγονός πως οι ‘Ελληνες Κοτζαμπάσηδες (οι προ­στατευόμενοι των Τούρκων προύχοντες – φεουδάρχες). καθώς και ο ανώτερος ορθόδοξος κλήρος σούρθηκαν στην επανάσταση με το ζόρι, και αφού καιροσκόπησαν για πολύ. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, πως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, μετά την απελευθέρωση, ζη­τούσε για φέουδό του ολόκληρη την Εύβοια κι ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, που έγινε κατά λάθος εθνικός ήρωας, κρεμάστηκε απ’ τους Τούρκους εντε­λώς τυχαία, προς παραδειγματισμόν και μόνο και χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα, αφού ήταν φίλος εγκάρδιος των Τούρκων. Η πολιτική σκαρώνει συχνά τέτοια αστεία. Και η τούρκικη πολιτική ήταν πάντα αδίστακτη – και πάντα αποτελεσματική.

Το ότι έχασαν, τελικά, τον πόλεμο οι Τούρκοι στη γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, δεν οφείλεται μόνο στον αναμφισβήτητο ηρωισμό των λαών που κατοικού­σαν εδώ, αλλά κυρίως στην απόφαση των μεγάλων δυνά­μεων της εποχής να δώσουν οπωσδήποτε μια λύση στο περίφημο «ανατολικό ζήτημα», δηλαδή στο πρόβλημα που δημιούργησε η καταρρέουσα πολυεθνική Οθωμα­νική Αυτοκρατορία. Κάτι έπρεπε να γίνει με τα συν­τρίμμια αυτής της Αυτοκρατορίας. Και η δημιουργία κρατών απ’ τα περιτρίμματα της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας ήταν πράγματι ένα τόσο πολύπλοκο πρό­βλημα, που δε βρήκε ακόμα την οριστική του λύση. Από δω και οι σημερινές διεκδικήσεις των Τούρκων στο Αιγαίο. Από δω επίσης και η επικράτηση στη γλώσσα του λαού της έκφρασης «ανατολικό ζήτημα» για κάθε μακρόχρονη και άλυτη περιπλοκή. (Λέμε, «μην το κάνεις ανατολικό ζήτημα» ή «ανατολικό ζήτη­μα το έκανες».)

Ζήτημα δημιουργήθηκε όχι μόνο για την περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και για το κέν­τρο της: Πού έπρεπε να περιοριστεί το υπό διαμόρφωσιν νέο τουρκικό κράτος; Στην αρχή, οι μεγάλες δυνά­μεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και Αυστρο­ουγγαρία) αποφάσισαν να αυτονομήσουν το Κουρδι­στάν και την Αρμενία. ‘Εγινε, μάλιστα, λόγος και για τα παράλια της Μικρός Ασίας. Όμως, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής αποφάνθη­καν πως η πρώην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία θα μίκραινε πάρα πολύ. Και χάρισαν στο νέο τουρκικό κράτος τις παραπάνω περιοχές. ‘Ετσι, το «ανατολικό ζή­τημα» διαιωνίζεται πάντα και είναι ακόμα ενοχλητικό για όλους τους λαούς της πρώην Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, μηδέ των Τούρκων εξαιρουμένων. Όλα τα σύνορα των κρατών που προέκυψαν απ’ τη σωριασμέ­νη σε ερείπια Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι λίγο ως πολύ τεχνητά. Όπως ήδη καταλάβαμε τεχνητά είναι και τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων με το πάντα ακανθώδες «ανατολικό ζή­τημα», καλό θα ήταν τα σύνορα των κρατών που προέ­κυψαν απ’ την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας να μείνουν εκεί που έτυχε να βρίσκονται σή­μερα. Γιατί κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά πού θα έπρεπε να τοποθετηθούν τα σύνορα του κάθε εθνικού ή τεχνητά εθνικού κράτους, ειδικότερα σε τού­τη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι λα­οί και οι εθνότητες συμφύρονται από αρχαιοτάτων χρό­νων.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, που με το τρομερό βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκ­δοση του συγγραφέα) μας προμήθευσε τα ερεθίσματα και για το σημερινό έκτο ομοθεματικό κείμενο, λέει πως στην Ελληνική Επανάσταση πήραν μέρος όχι μόνο Αρβανίτες και Βλάχοι (αυτό δεν αμφισβητείται) αλλά και 430.000 περίπου μωαμεθανοί κατά το θρήσκευμα, που άλλοι απ’ αυτούς ήταν Τούρκοι στην καταγωγή, πλήρως εξαθλιωμένοι απ’ την αυταρχικότητα του Οθωμανικού Κράτους και άλλοι Έλληνες που ασπά­στηκαν το μωαμεθανισμό και που δεν ήταν λίγοι.

Βέβαια, η πολιτική ηγεσία της επανάστασης έμεινε στα χέρια των πλούσιων Ελλήνων εμπόρων αστών της διασποράς. Αλλά αυτοί δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε χωρίς τη μάχιμη συμμετοχή όλων των λαών, όλων των εθνοτήτων που κατοικούσαν στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ελλάδας. Πράγμα που γίνεται φανερό κι από το γεγονός πως πάρα πολλοί απ* τους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης δεν ήταν Έλ­ληνες, από φυλετική άποψη. ‘Ηταν όμως ‘Ελληνες από πολιτιστική άποψη, μιας και είχαν διαμορφώσει ήδη έναν πολιτισμό, που ωστόσο δεν είναι αμιγώς ελληνι­κός, αλλά προϊόν ανάμειξης πολλών και ποικίλων πολι­τιστικών στοιχείων.

ΣΗΜΕΡΑ δεν μπορούμε να μιλούμε σε τούτο τον τό­πο για «φυλετική καθαρότητα». Οι «καθαροί Έλλη­νες»είναι αποκύημα της φαντασίας ακαθάρτων εγκε­φάλων, που συνεχίζουν να μας εξαπατούν με ανύπαρ­κτα και φασίζοντα «αιματολογικά επιχειρήματα». ‘Αλ­λωστε, μόνο ο Χίτλερ τόλμησε να μιλήσει ηλιθίως περί «καθαρότητας του αίματος». Γιατί, λοιπόν, τον μιμούν­ται τόσοι πολλοί σε τούτο τον πολυεθνικό τόπο; Μα, διότι είναι καθησυχαστικό από -ψυχολογική άποψη να νιώθει κανείς πως είναι μέλος μιας «μεγάλης οικογένει­ας» που λέγεται έθνος. ‘Ολοι φαίνεται πως έχουν ξεχά­σει τον άψογο ορισμό του Ισοκράτη, σύμφωνα με τον οποίο Έλληνες είναι αυτοί που μετέχουν της Ελληνι­κής Παιδείας.

Απ’ αυτή την άποψη δεν καταλαβαίνω γιατί είναι περισσότερο ‘ Ελληνας ο ελληνικά απαίδευτος δημαγω­γός Χ από τον Βιλαμόβιτς και τον Τζορτζ Τόμψον, για παράδειγμα. Θάψαμε πρόσφατα με τιμές τον Αγγλοεβραίο Κάρολο Κουν, αλλά δεν τολμήσαμε να πούμε πως η αγγλοεβραιοελληνική του καταγωγή (η μάνα του ήταν Ελληνίδα) δεν τον εμπόδισε καθόλου να μετέχει της ελληνικής παιδείας όσο λίγοι «καθαρόαιμοι».

Τηρουμένων των αναλογιών πολιτιστικής προσφοράς και πολιτιστικού μεγέθους, ανάμεσα στον Κουν και τους άλλους «φυλετικά νόθους» αυτού του τόπου, θα ήταν ηλίθιος όποιος αντιμετώπιζε π.χ. τον Τέρενς Κουίκ ως Άγγλο, γιατί Άγγλος είναι ο πατέρας του, και τη Μαρίζα Κωχ ως Γερμανίδα, γιατί Γερμανός είναι ο πατέρας της. Κι αν αυτούς τους επισημαίνει κανείς εύ­κολα απ’ τα ονόματά τους, τους Αρβανίτες, τους Βλά­χους και τους Σλάβους τους επισημαίνει δυσκολότερα, κυρίως γιατί είναι από αιώνες εγκατεστημένοι σε τούτo τον τόπο.

ΩΣΤΟΣΟ, πολλά επίθετα είναι αδιάψευστοι μάρτυ­ρες της φυλετικής προέλευσης τουλάχιστον των μισών Νεοελλήνων. Τα ονόματα Γκίκας, Γκέκας, Τόσκος και Κιοσές είναι τυπικά αρβανίτικα. Αρβανίτικο είναι επί­σης και το κοινότατο όνομα Σιδέρης, που δινόταν ως επαγγελματικός προσδιορισμός στους σιδεράδες Αρβα­νίτες, καθώς και όλα τα ονόματα που έχουν ως πρόθε­μα τη λέξη Αρβανίτης, όπως Αρβανιτάκης, Αρβανιτόπουλος κτλ.

Ομοίως, υπάρχει μια τεράστια σειρά ελληνικών επιθέ­των με πρόθεμα τη λέξη Βλάχος, όπως Βλαχόπουλος, Βλαχάκης, Βλαχογιάννης, Βλαχομήτρος κτλ. Εύκολα ξε­χωρίζουν επίσης ονοματολογικά και οι έχοντες προγό­νους Σλάβους: Στογιάννης, Στάϊκος κτλ. Η γλώσσα ήταν και παραμένει πάντα η πιο έγκυρη πηγή για την επιστήμη της Εθνολογίας. Όλοι ξέρουμε άλλωστε πως οι μισές από τις νεοελληνικές λέξεις είναι αρβανίτικες, τούρκικες, βλάχικες και σλάβικες. Κατά ποια λογική, λοιπόν, μιλούμε για «φυλετικήκαθαρότητα» σ’ έναν τό­πο που όλοι μας έχουμε στο γενεαλογικό μας δέντρο περισσότερους του ενός «αλλόφυλους» προγόνους; Και τι μπορεί να σημαίνει να είσαι Έλληνας  αν δε μετέ­χεις της ελληνικής παιδείας, κατά τον iσοκράτειο ορισμό;

Στην Ελλάδα, λέει ο Κακλαμάνης, λόγω της πολυε­θνικής της κοινωνικής σύνθεσης δεν υπήρχαν καταστά­σεις κοινές σε μεγάλες μάζες ανθρώπων, διότι η κατά­σταση μιας εθνότητας δεν είναι η κατάσταση της άλλης. Και η κατάσταση που ένωνε τους λαούς που εξεγέρθη­καν κατά των Τούρκων σε τούτο τον τόπο ήταν η υπο­δούλωση ανθρώπων διαφορετικής εθνολογικής προέ­λευσης, μηδέ των φτωχών Τούρκων εξαιρουμένων. στον ίδιο δυνάστη – και πέραν τούτου ουδέν. Ούτε καν η ελληνική παιδεία. Διότι παιδεία δεν είναι τα κολλυβογράμματα του Κρυφού Σχολειού. Ούτε η αποστήθιση παραγράφων από την Αγία Γραφή. Άλλωστε, στο Κρυφό Σχολειό μάθαιναν γράμματα – στα παιδιά – όσα  τους μάθαιναν, τέλος πάντων – όχι, βέβαια, για να διαβάζουν τους κλασικούς στο πρωτότυπο, ή έστω σε με­τάφραση, αλλά για να «κοινωνούν της Αγίας Γραφής» στην έτσι κι αλλιώς ακατανόητη για τους πολλούς μετά­φραση των Εβδομήκοντα στην αλεξανδρινή διάλεκτο.

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία έκανε καλά τη δουλειά της από εκκλησιαστική άποψη. Και έκανε πολύ καλά που έκανε καλά τη δουλειά της. Αλλά είναι τερατώδες να βαφτίζουμε εθνικό ένα έργο που εί­ναι μόνο θρησκευτικό, βάζοντας έτσι τα «ιστορικά θε­μέλια» για τη φριχτή απάτη που πήρε το ψευδώνυμο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός». Πρέπει να καταλά­βουμε επιτέλους πως «Έλληνες εισί, οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες» – και τίποτα περισσότερο.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (1987)


Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/05/08/%CE%B7-%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82/

μεγάλοι δρόμοι…


Βρέθηκα στην Πολωνία σε εθνική γιορτή. 3 Μαΐου ήταν constitution day. Δεν έψαξα ποτέ τι ακριβώς είναι αυτό, ή και να έψαξα τέλος πάντων στο wikipedia, το ξέχασα αμέσως. Οπότε το πρωί της περασμένης Πέμπτης βρέθηκα σε ένα από τα πιο τουριστικά σημεία της Κρακοβίας, να αράζω οκλαδόν στο πλακόστρωτο και να παρακολουθώ μια σύντομη παρέλαση. Σημαίες, στρατιωτικά ρούχα, κόσμος που παρακολουθεί απ’ το πλάι κουνώντας πλαστικά λάβαρα με τα χρώματα της πατρίδας του. Καθώς κοιτούσα, και έχοντας γλιτώσει απ’ τον αντίστοιχο εκνευρισμό και τον καταιγισμό σκέψεων και συνειρμών, που θα μου προκαλούσε η θέα του ελληνικού αντίστοιχου, έμεινα κάπως άδειος να κοιτάζω. Μετά από λίγο όλα φάνταζαν γραφικά και κάπως γελοία. Τίποτα το σοβαρό, τίποτα το δραματικό. Μπροστά μου όλη αυτή η επίκληση στην πολωνικότητα ήταν μια άχρηστη ανοησία.

32085073_2172011962825683_2450602141736239104_n.jpg

Σκέφτομαι πόσες φορές άκουσα με αληθινό ενδιαφέρον κουβέντες για την ελληνικότητα, πόσες φορές άκουσα να μου λένε άλλο πατριωτισμός, άλλο εθνικισμός, πόσες φορές κάποιος κάπου έλεγε για την ελληνική ιδιοπροσωπία.

Μπροστά στους περήφανους Πολωνούς σημαιοφόρους, ήταν φανερό πια, πως έχει αχρηστευθεί μέσα μου κάθε διάθεση να ακούσω το οτιδήποτε για τον “καλώς εννοούμενο” πατριωτισμό, για την ελληνική ταυτότητα και άλλα παρόμοια. Ή δεν έχει αχρηστευθεί, απλά είναι κάτι που πια δεν καταλαβαίνω, δεν πιάνω καν, σαν κάτι πολωνέζικους καταλόγους σε μια καντίνα στην παλιά εβραϊκή συνοικία της Κρακοβίας. Όλα είναι ακαταλαβίστικα και ακόμη και το αλφάβητο δεν βοηθάει καθόλου να προσεγγίσω το νόημα. Γράμμα προς γράμμα, λέξη προς λέξη, όλο το μενού του πατριωτισμού μου είναι πλήρως ακατανόητο, ένας άγνωστος κόσμος.

Μετά από δυο μέρες, ο γλυκός κι ευγενικός ξεναγός, μετά από μια κουραστική μέρα και λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, μας μιλάει για τη γυναίκα του. Δουλεύει κι αυτή πολύ. Καμιά φορά πάει βόλτες Παρασκευή απόγευμα στην παλιά πόλη. Και καθώς περπατάει ανάμεσα στους (απειράριθμους είναι η αλήθεια τουρίστες) δεν ακούει “καθόλου πολωνικά και νιώθει μειονότητα στην ίδια της την πόλη”. Ο συμπαθής άντρας δεν μας λέει ότι την ενοχλούν οι τουρίστες που σ’ εκείνο το σημείο της πόλης σε αναγκάζουν να στριμώχνεσαι σε κάθε σημείο του δρόμου. Δε μας λέει ότι την ενοχλούν οι παρέες μεθυσμένων Άγγλων που έρχονται για μπάτσελορ στην πόλη τους (άλλη μόδα πάλι αυτή) και κυκλοφορούν μεσημεριάτικα παρενοχλώντας ανθρώπους ζώα και τοπίο. Η γυναίκα του τύπου ενοχλείται για νιώθει μειονότητα και νιώθει μειονότητα γιατί δεν ακούει αρκετά πολωνικά στο ιστορικό και τουριστικό κέντρο της πόλης.

Με αυτή την χαλαρή κουβέντα, με αυτή τη μικρή διατύπωση που εισβάλλει στη συζήτησή μας, επιστρέφω αυτόματα στην παρέλαση. Αυτά που έβλεπα πριν γραφικά και κάπως γελοία, τώρα, με μια απλή φρασούλα ενός οδηγού, μετατράπηκαν σε επικίνδυνες επιδείξεις, σε απαρχές κακού, σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα ενός κόσμου που νοιώθει μειονότητα όταν ακούει δίπλα στη γλώσσα του άλλες γλώσσες.


Αλλά και προσωπικότητες εβραϊκής καταγωγής, του κύρους ενός Gabriel Marcel, επεδείκνυαν υπέρμετρο ζήλο προκειμένου να καθησυχάσουν τους σύγχρονους Γερμανούς συνανθρώπους τους: Μόνο το τυφλό μίσος παρέμενε προσκολλημένο σε ένα παρελθόν το οποίο, κατά τα φαινόμενα, δεν ήταν παρά ένα εργατικό ατύχημα στην πορεία της γερμανικής Ιστορίας, χωρίς όμως η ευθύνη να βαραίνει τις πλατιές μάζες του γερμανικού έθνους.

Όσο για μένα, προς μεγάλη μου δυστυχία, ανήκα στην αξιόμεμπτη μειονότητα εκείνων που εξακολουθούσαν να κρατούν κακία. Κρατούσα πεισματικά κακία στη Γερμανία για τα δώδεκα χρόνια υπό τον Χίτλερ, έτρεφα αγανάκτηση για το βιομηχανικό ειδύλλιο της νέας Ευρώπης και τις μεγαλειώδεις αίθουσας της Εσπερίας. Όπως κάποτε στο στρατόπεδο, όταν είχα τραβήξει την προσοχή λόγω κακής στάσης του σώματος στο προσκλητήριο, τώρα συγκέντρωνα πάνω μου όχι μόνο τα επιτιμητικά βλέμματα των αλλοτινών συντρόφων μου στον αγώνα και στα μαρτύρια, οι οποίοι ορκίζονταν στο όνομα της συμφιλίωσης, αλλά και όσων από τους αντιπάλους μου είχαν πρόσφατα μεταπηδήσει στους κόλπους της ανοχής και της μακροθυμίας. Περιφρουρούσα τις μνησικακίες μου. Εφόσον, λοιπόν, ούτε μπορώ μα ούτε και θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται.

Jean Améry


Μνησικακίες. Διάβασα στο αεροπλάνο αυτό το δοκίμιο του Jean Améry που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Πέρα απ’ την Eνοχή και την Εξιλέωση. Κι ύστερα το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Βρίσκω συγκλονιστική (ας χρησιμοποιήσω μια λέξη που δεν είναι σχεδόν ποτέ ωραία να διαβάζει κανείς σε κείμενα) την αίσθηση εκνευρισμού και αηδίας, όταν το τρένο του Améry, περνά από μια χώρα σε άνθιση, από ένα πολυ-παινεμένο οικονομικό θαύμα, λίγα μόλις χρόνια μετά το τέλος του Ναζισμού. Ο Améry δεν μιλάει για την περίφημη αποναζιστοποίηση (που έτσι κι αλλιώς έγινε επιεικώς λειψά). Δεν μιλάει για εκδίκηση. Μιλάει για το αίσθημα του ανθρώπου που μένει μετέωρος μετά τη βαρβαρότητα. Όχι απλά γιατί ο θύτης δεν δικάστηκε ή δεν καταδικάστηκε επαρκώς, αλλά γιατί ο κόσμος αθώωσε στ’ αλήθεια μια ολόκληρη πορεία, μια διαδικασία, μια ολόκληρη χώρα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο “όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουγούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί, Γερμανοί από τη Βαυαρία, το Ζάαρλαντ, τη Σαξονία: δεν υπήρχε καμία διαφορά. Όσο για το θύμα, είτε το ήθελε είτε όχι, όφειλε να πιστέψει ότι ο Χίτλερ ήταν πράγματι ο γερμανικός λαός”. Ο Améry ζητά την κατάργηση του χρόνου, την εξάλειψη της ντροπής, την “ηθικοποίηση της ιστορίας”. Ο Améry μιλά για την πρεμούρα του κόσμου, να προχωρήσει, να υπερβεί το Γ’ Ράιχ, να προοδεύσει, να πει ό,τι έγινε, έγινε. Και εξηγεί με ένα βασανιστικά ειλικρινή και ακριβή τρόπο τι ακριβώς σημαίνει αυτό για τα θύματα των ναζί, για την πορεία του κόσμου, για την ίδια την ιστορία της Γερμανίας.


Γκρεμίστε τις autobahn. Σπάστε με κομπρεσέρ τους δρόμους της χούντας. Ισοπεδώστε κτίρια, πατέντες, μηχανήματα. Κάθε πρόοδος δεν είναι για καλό. Κάθε συμψηφισμός είναι για κακό. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα μιας μηχανής θανάτου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα ξεράσματα μιας μηχανής θανάτου. Κάθε άνθρωπος που εξυπηρετείται από μια επιστημονική κατάκτηση ή μια τεχνική ευκολία εκείνης της εποχής, είναι ένας άνθρωπος που μαζεύει και φοράει το πανωφόρι ενός Εβραίου που άφησαν οι ναζί στην αποβάθρα κατά την διαλογή (νεκροί από δω, εργάτες από κει) έξω απ’ το τρένο. Κάθε φορά που μιλάω για το μεγαλείο των δρόμων της Γερμανίας, ξαναδένω πισθάγκωνα στα κρατητήρια της γκεστάπο τον Améry. Κάθε φορά που ένα άρθρο αποθεώνει το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας, γίνεται ένας αυτόματος λογιστικός υπολογισμός, ένας υπολογισμός που ζυγίζει τη ζωή και την βρίσκει κάθε φορά λίγη, συγκριτικά με ένα κομμάτι άσφαλτο ή ένα εξάρτημα αυτοκινήτου.


Μπαίνω στο Άουσβιτς και το μυαλό μου είναι κολλημένο στο ίδιο αυτό δοκίμιο του Améry. Σχεδόν ό,τι βλέπω περνάει μέσα απ’ το γραπτό του. Οι σωροί τα παπούτσια και η συλλογική ενοχή, τα παιδικά ρούχα και η συλλογική ενοχή, οι τόνοι μαλλιών και η συλλογική ενοχή, οι σωροί με τις πατερίτσες και τα τεχνητά μέλη και η συλλογική ενοχή. Ξεπερνάω τη βαρβαρότητα, όλο τον εσωτερικό διάλογο σχετικά με την ιδέα της μνήμης, τις ρίζες της ναζιστικής βίας του Τραβέρσο, την υποδειγματική τακτοποίηση του στρατοπέδου, τους τουρίστες που περιφέρονται γρήγορα από χώρο σε χώρο, τη συζήτηση για το τι ακολουθεί μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τους Σοβιετικούς. Τα ξεπερνάω όλα. Σκέφτομαι τον Améry καθώς αγγίζω τους τοίχους των αιθουσών, καθώς πιάνω τις πόρτες των κελιών, καθώς πατάω τα σκαλιά, καθώς πλησιάζω το συρματόπλεγμα.

Νιώθω λες και οι γραμμές του τρένου που φτάνουν μέσα στο Μπίρκεναου είχαν εξαρχής εγγεγραμμένη στη λειτουργία τους, την εξολόθρευση των Εβραίων, αλλά και το μετέπειτα οικονομικό θαύμα. Ας είμαι πιο ακριβής. Νιώθω βασικά ότι το βλέμμα του υπόλοιπου κόσμου κοίταξε σχεδόν με τον ίδιο τρόπο αυτό που συνέβη στη Γερμανία από τους Ναζί και αυτό που συνέβη αργότερα. Με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα, ο κόσμος είδε με κάτι μεταξύ απάθειας, υπολογισμού και θαυμασμού την άρτια λειτουργία της γερμανικής μηχανής.


Σκέφτομαι τους δύο αυτούς ανθρώπους, τον Améry και τον Primo Levi. Ο ένας αυτοκτόνησε το 1978 και ο άλλος το 1987, δηλαδή 33 και 42 χρόνια μετά το Άουσβιτς. Σκέφτομαι αυτή την απόσταση, τα τόσα πολλά χρόνια και μου φαίνεται ότι αυτή η χρονική διάρκεια είναι κάτι αδύνατο να συλληφθεί.


Μία απ’ αυτές τις μέρες που ήμουν στην Πολωνία, είδα και το παρακάτω όνειρο. Στεκόμουν όρθιος σ’ ένα σημείο, το οποίο βρισκόταν κάπου χωρίς φόντο, δεν υπήρχε σκηνικό ή τοπίο να το περικλείει. Το σημείο ήταν σα να υπήρχε στο κενό. Φυσούσε ένα αεράκι κι εγώ φορούσα ένα πουκάμισο το οποίο κουνιόταν ελαφρά με τη φορά του ανέμου. Στο όνειρο απλώς στεκόμουν και παρατηρούσα το πουκάμισο, που ήταν ταυτόχρονα φαρδύ και υπερβολικά στενό. Κουνιόταν τσαπατσούλικα δεξιά αριστερά έτσι που έμοιαζε να μην έχει σχήμα και με ενοχλούσε που δεν κάθεται πάνω μου, ενώ την ίδια ώρα έσφιγγε πάνω μου τόσο πολύ που ασφυκτιούσα. Λες και προσπαθούσα να κάνω ρούχο μου ένα υπέρδιπλο σεντόνι και λες και προσπαθούσα να χωρέσω στο φανελάκι ενός μωρού. Μια δυσφορία που ολοένα μεγάλωνε και ενώ εύκολα μπορούσε να εξηγηθεί, όσο πέρναγε ο χρόνος, γινόταν όλο και περισσότερο αφόρητη. Ξύπνησα με ένα περίεργο αίσθημα και σχεδόν ψιθύρισα πωπω, δεν αντέχεται αυτό.


Το Άουσβιτς αποτελεί παρελθόν, παρόν και μέλλον της Γερμανίας.

Hans Magnus Enzensberger

32079695_2172012786158934_3907207362070446080_n

Η εκδίκηση του Ιλισσού…


Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό; Ιλισσό, Ιλισσό! Συγκλονίστηκα την Παρασκευή 11 Μαϊου 2018 όταν είδα τη γη να καταπίνει τα αυτοκίνητα στο ελεύθερο πάρκινγκ της Καλλιθέας, δίπλα στο σταθμό του ΗΣΑΠ Ταύρος/ «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Σε ελάχιστο χρόνο κατέφθασαν οι περίοικοι και αρκετοί δημοσιογράφοι-φωτορεπόρτερ για να «καλύψουν» την είδηση της μέρας, την αποκάλυψη του Ιλισού. Τρία αυτοκίνητα βούτηξαν στον ποταμό, ακούστηκε να λέει κάποιος με διάθεση ν αστειευτεί, αφού κανένα απ αυτά δεν ήταν δικό του. Κοσμοσυρροή, έκπληξη και αμηχανία. Το σάστισμα ακολούθησαν απανωτές λήψεις του συμβάντος απ όλες τις γωνίες. Η ατμόσφαιρα έγινε ακόμα πιο βαριά από την έντονη μυρωδιά της υγρασίας που αναδύθηκε από την θαμμένη κοίτη του ποταμού.

Ήταν αναμενόμενο να συμβεί αυτό, είπε ο Γιάννης, αφού χρόνια τώρα ο Ιλισσός ασφυκτιούσε από το βάρος του «πολιτισμού» που δεν άντεχε να σηκώνει στις πλάτες του. Ήρθε η ώρα να ανασάνει. Η κουβέντα της παρέας εξελίχθηκε με ενδιαφέρον για την ιστορία του αρχαιότερου ποταμού της Αθήνας. Ανηφορίζοντας με τα πόδια προς τη Γέφυρα της Χαμοστέρνας οι Πετραλωνίτες θυμήθηκαν τις «Τρεις Γέφυρες». Η τρίτοξη γέφυρα του Ιλισσού που η κατασκευή της άρχισε το 1868 για τη διέλευση του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Αθηνών (Θησείο)-Πειραιώς και διατηρήθηκε μέχρι το 1985 είχε πολλά να διηγηθεί για τα μυστικά του Ιλισσού… Ο Γιάννης γέννημα-θρέμμα Πετραλωνίτης θυμόταν τα πρώτα χρόνια της ζωής του όταν περνούσε από το ξύλινο γεφυράκι προς την Καλλιθέα για παιχνίδι και βόλτες στου «Χαροκόπου». Κάτω από το γεφυράκι κυλούσε ο Ιλισσός που το χειμώνα φούσκωνε επικίνδυνα.

Επάνω στις παλιές «Τρεις Γέφυρες» η παρέα στάθηκε ν`ακούσει τη γλυκιά μελωδία του Χατζηδάκη από τα χείλη της Ευτέρπης: «Πως τον λεν, πως τον λεν τον ποταμό; Ιλισσό, Ιλισσό!». Η Μούσα που κατοικούσε στις όχθες του Ηιλισού, θεραπαινίδα της μουσικής μα και της μνήμης τους μάγεψε και ξαφνικά ζωήρεψε τη ροή του νερού ταυτόχρονα με τη ροή των αυτοκινήτων στην Καλλιρόης. Ο θόρυβος των μηχανών ακουγόταν γλυκό κελάρυσμα. Εύκολα πέρασαν στον τόπο και τον χρόνο που ο ημίθεος Ιλισός τους οδηγούσε.

Στ` αλήθεια το ποτάμι πήρε το όνομά του από τον ημίθεο Ιλισό, γιο του Ποσειδώνα και της Δήμητρας που λατρευόταν σε ιερό κοντά στο λόφο του Αρδηττού. Το όνoμα Ηιλισός εμφανίζεται για πρώτη φορά σε επιγραφές του 5ου αι.π.Χ . Οι πηγές του ποταμού βρίσκονται στις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού. Στην πορεία του από την Καισαριανή προς την Αθήνα δρόσιζε εξωτερικά τα τείχη των Αθηνών και χρησίμευε ως φυσικό όριο της πόλης. Κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα συναντιόταν με το βαθυδίνη Κηφισό και βουτούσαν μαζί στο Σαρωνικό μέχρι το χωρισμό τους(Αρχή εκτροπής Ιλισού το 1905). Το οφιοειδές σχήμα της οδού Μιχαλακοπούλου θύμιζε ότι στο παρελθόν ο δρόμος ήταν ποτάμι. Εξάλλου η θέση των αρχαίων Γυμνασίων της Αθήνας (Κυνόσαργες, Λύκειο Αριστοτέλη) κοντά στις όχθες του Ιλισού μαρτυρά την αξία του ποταμού στην καλλιέργεια της σκέψης και της γης όταν η Αθήνα ήταν το πανελλήνιο κέντρο της φιλοσοφίας.

Ο Πλάτωνας στον Φαίδρο μιλάει για την ομορφιά του Ιλισού και τον αποκαλεί «υδάτιον» (ρεματάκι) για την καλοκαιρινή μείωση της ροής του ενώ ο δάσκαλός του Σωκράτης απολάμβανε στους περιπάτους του τον καθαρό αέρα και δρόσιζε τα πόδια του στο ποτάμι. Στις όχθες του τριγυρνούσαν οι Ναϊάδες γι αυτό ο Ιλισός και η νύμφη Καλλιρόη παριστάνονταν στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Σήμερα ο Ειλισσός(;) μαζί με άλλα «Ελγίνεια μάρμαρα» του Παρθενώνα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο ενώ το 2014 στάλθηκε ως δάνειο στο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης(Λένινγκραντ) προς δόξα του ποταμού. Από την μυθολογία και την ιστορία του είναι προφανής η αξία και η συμβολή του στο κάλλος της Αττικής γης.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας όταν η Αθήνα ήταν ένα μικρό χωριό ο Ιλισός έδινε ζωή και δημιουργούσε ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον ευεργετικό για τους κατοίκους και τις καλλιέργειες. Με την έλευση του Όθωνα (1833) άρχισε και η καταστροφή του Ιλισού.

Όταν συγκροτήθηκε το «ελεύθερο» ελληνικό βασίλειο(1832-1862), η Δημογεροντία παρέδωσε την διαχείριση των υδάτων των ποταμών στον πάμπτωχο Δήμο Αθηναίων. Με τον πρώτο δοτό και φιλοβασιλικό δήμαρχο, δημογέροντα Ανάργυρο Πετράκη(1835-1837 και 1841-1844), άρχισε η «αξιοποίηση» του Ιλισού για τα έργα οδοποιίας. Ο Δήμος Αθηναίων πωλούσε το αμμοχάλικο της κοίτης του Ιλισού στους εργολάβους για να στρωθούν οι δρόμοι της πόλης. Όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα αυτό ήταν το υλικό με το οποίο στρώνονταν οι δρόμοι των Αθηνών. Η αφαίρεση της άμμου από τον Ιλισό έγινε «συνήθεια» και συνεχίστηκε ως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Αυτή η αξιοποίηση ήταν ταυτόχρονα και κακοποίηση του ποταμού.

Ήταν η αρχή του τέλους για τον ημίθεο Ιλισό αλλά με το θάνατό του το Δημόσιο βγήκε κερδισμένο με 400.000 δρχ. ετησίως. Μπροστά σ αυτή την κερδοφόρα «ανάπτυξη» ο μηχανικός-πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης και ο Δήμαρχος Σπύρος Πάτσης «εξυμνούσαν» τις αρετές του αρχαίου Ιλισού και από την άλλη οι εργολάβοι αφαιρούσαν την άμμο, τα σπλάχνα του ποταμού, την πωλούσαν και κέρδιζαν. Με την πάροδο του χρόνου αργά αλλά σταθερά το ποτάμι αφυδατώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως τόπος υποδοχής διαφόρων αποβλήτων (βυρσοδεψίας,ζυθοποιίας,αποχεύτευσης) γεγονός που προκαλούσε τον σχηματισμό νοσογόνων εστιών μόλυνσης.

Τη δεκαετία του 1930 με την αρχή των έργων «υγιεινής» και «πολιτισμού» ο δικτάτορας Μεταξάς αποτελείωσε τη δημοκρατία και τον ποταμό και το 1939 διαφήμιζε την εξυγίανση του Ιλισού με την πομπώδη γνωστή έκφραση «Θάπτομεν τον Ιλισσόν», όταν άρχισε την επιχωμάτωσή του. Αυτή την «αξιοποίηση» διέκρινε και επέκρινε ένας σοφός καμπουριασμένος γέροντας, ο «Αναδρομάρης» της Αττικής, Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942) ο οποίος προσπάθησε να αποτρέψει το έγκλημα. Ο ιστοριοδίφης και λαογράφος της πόλης των Αθηναίων χαρακτήρισε την κάλυψη του Ιλισού δεύτερη καταστροφή μετά από αυτήν του Παρθενώνα, την οποία έκαναν οι ξένοι ενώ αυτή έγινε από έλληνες όπως τουλάχιστον φέρονται στα μητρώα των αρρένων.

Η κριτική του Δ.Καμπούρογλου επιβεβαιώνει την άποψη ότι στην κυρίαρχη αστική πολιτική υπερτερούν τα οικονομικά συμφέροντα της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας ενώ οι άνθρωποι του πνεύματος στην καλύτερη περίπτωση χρησιμοποιούνται ως άλλοθι και για εκτόνωση των αντιδράσεων. Οι απόψεις των διανοούμενων περί της ηθικής και του ωραίου παραμένουν στα συρτάρια της εξουσίας με την αιτιολογία ότι σκοντάφτουν στις ανάγκες της καθημερινότητας.

Η κατεστραμμένη μεταπολεμική Ελλάδα του 50 επιζητούσε «παρεμβάσεις ανάπτυξης» και στήριξης από τους «φίλους» και συμμάχους Αμερικανούς. Με το σχέδιο Μάρσαλ φάνηκε η δύναμη της Αμερικής και ποιος είχε το πάνω χέρι στη μικρή και εξαρτημένη Ελλάδα. Με την εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ διατέθηκαν περισσότερα από 65 δις για αντιπλημμυρικά έργα. Σ αυτά εντάχθηκε και η εξαφάνιση του Ιλισού. Δε βαριέσαι, Μάρσαλ κι` όλα τσιμέντο να γίνουν. Στην κυριολεξία. Επί εθνοσωτήριας και «ριζοσπαστικής» κυβέρνησης Κ.Καραμανλή (1955-1963) εξαφανίστηκε το ποτάμι για να περάσουν από πάνω τα αυτοκίνητα.

Η εμφάνιση των λεωφόρων Μιχαλακοπούλου, Β.Κωνσταντίνου και Καλλιρόης έδωσαν νέα ώθηση στην κοινωνία της ταχύτητας. Ο ποταμός εγκιβωτίστηκε, κυλάει υπόγεια και κρυφά, αθόρυβα και άοσμα κάτω από σχάρες και μπετά σα να ντρέπεται για το κατάντημά του. Η ντροπή αντίθετα ανήκει στην εκσυγχρονιστική πολιτική της εποχής που εξαφάνισε τα ποτάμια της Αθήνας και κατάντησε την πρωτεύουσα της Ελλάδας μοναδική πόλη στην Ευρώπη με τέτοια στέγνη.

Η παρέα επάνω στις παλαιές «Τρείς Γέφυρες» έβλεπε τον Ηιλισό να ανασαίνει μέσα από το ρήγμα του «πολιτισμού» και κατηφόρισε στον τόπο του εγκλήματος με την ελπίδα μήπως ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις. Μπροστά στο ρήγμα τους περίμενε η τελευταία έκπληξη. Οι υπεύθυνοι του Δήμου φοβισμένοι από την ανάσταση του ποταμού φρουρούσαν την αποκάλυψη της κοίτης «δια τον φόβο των Ιουδαίων». Τι τους φοβίζει άραγε; Η εις Άδου Κάθοδος των κοινών θνητών περαστικών στο λάκκο ή μήπως η ντροπή για την κακοποίηση της φύσης.

Επάνω στις κορδέλες του επιτάφιου ρήγματος ο Ποιητής κρέμασε πρόχειρες λέξεις για την περίσταση: «Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές…».

 

Ανδριανή Στράνη


Από:https://praxisreview.gr/%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%8D/

Κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης…


Την περασμένη εβδομάδα πρόσεξα μια κουβέντα στο διαδίκτυο, σχετικά με τις «Κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών» της Ευρωπαϊκής ¨Ενωσης. Όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αλλ’ απλώς για να είμαστε ακριβείς, η πραγματικότητα είναι ότι αυτές οι «κατευθυντήριες γραμμές» είναι παλιά ιστορία. Περιλαμβάνονται στην ατζέντα «Ευρώπη 2020» και κατά καιρούς συμπληρώνονται και τροποποιούνται.

Πέρυσι, λοιπόν, με την COM(2017)677/22-11-2017 απόφασή του, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε την αναθεώρηση τεσσάρων τέτοιων γραμμών και ζήτησε, όπως προβλέπεται, σχετική έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων. Η Επιτροπή υπέβαλε την έκθεσή της και στις αρχές Απριλίου την υπέβαλε στο Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο την ενέκρινε κατά πλειοψηφία αλλά ζήτησε την ενσωμάτωση ορισμένων τροπολογιών ήσσονος εν πολλοίς σημασίας. Όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει αναλυτικά τις τροπολογίες εδώ. Εμείς ας πάμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία τους, έτσι όπως τροποποιήθηκαν:

Γραμμή 5: Τόνωση της ζήτησης εργασίας

    Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώξουν σταδιακά να μειώσουν τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας και να τη μετατοπίσουν από την εργασία σε άλλες πηγές φορολογίας που είναι λιγότερο επιζήμιες για την απασχόληση και την ανάπτυξη (…)
    Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν καινοτόμες μορφές εργασίας, που να δημιουργούν ευκαιρίες ποιοτικής απασχόλησης για όλους με υπεύθυνο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών, εξασφαλίζοντας παράλληλα την πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, τις εθνικές νομοθεσίες και απασχολησιακές πρακτικές, καθώς και τα συστήματα εργασιακών σχέσεων (…)
    Σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές και με παράλληλο σεβασμό της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν διαφανείς και προβλέψιμους μηχανισμούς καθορισμού των μισθών, που επιτρέπουν τη δυνατότητα ανταπόκρισης των μισθών στις εξελίξεις της παραγωγικότητας, διασφαλίζοντας παράλληλα δίκαιους μισθούς που προβλέπουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο με βιώσιμο και υπεύθυνο τρόπο . Οι εν λόγω μηχανισμοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές ως προς τα επίπεδα δεξιοτήτων και τις αποκλίσεις όσον αφορά τις οικονομικές επιδόσεις ανά περιφέρειες, τομείς και εταιρείες (…)

Προσέξτε πώς η εργοδοτική ασφαλιστική εισφορά, η οποία συνιστά αμοιβή τής εργασίας, βαφτίζεται «φορολογική επιβάρυνση». Προσέξτε, επίσης, την απαίτηση για «πλήρη συμμόρφωση» με τις «απασχολησιακές πρακτικές» και τα «συστήματα εργασιακών σχέσεων», δηλαδή την ελαστική εργασία ή, άλλως πως, την δουλειά-λάστιχο. Τέλος, προσέξτε ιδιαίτερα την απαίτηση οι «μηχανισμοί» που θα ορίζουν τους μισθούς να λαμβάνουν υπ’ όψη τα δεδομένα μέχρι και σε επίπεδο εταιρείας. Με απλά λόγια: οι συλλογικές συμβάσεις τελειώνουν και κάθε επιχείρηση θα μπορεί να έχει το δικό της μισθολόγιο.

Γραμμή 6: Ενίσχυση της προσφοράς εργασίας και βελτιωμένη πρόσβαση σε απασχόληση, δεξιότητες και ικανότητες

    Στο πλαίσιο των τεχνολογικών, περιβαλλοντικών και δημογραφικών αλλαγών, τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών, θα πρέπει να προωθήσουν την βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την απασχολησιμότητα με σωστή παροχή κατάλληλων γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής ζωής (…)
    [Τα κράτη-μέλη] θα πρέπει να διασφαλίσουν την ποιότητα των μαθησιακών αποτελεσμάτων, να αναπτύξουν και ενισχύσουν τις βασικές δεξιότητες, να προωθήσουν την ανάπτυξη επιχειρηματικών δεξιοτήτων, να μειώσουν τον αριθμό των νέων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο, να ενισχύσουν τη σύνδεση της αγοράς εργασίας με πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, να βελτιώσουν την παρακολούθηση και πρόβλεψη των δεξιοτήτων και να αυξήσουν τη συμμετοχή των ενηλίκων στη συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση, μεταξύ άλλων και με πολιτικές που να προβλέπουν εκπαιδευτική άδεια και άδεια κατάρτισης, καθώς και ενδοεργασιακή επαγγελματική κατάρτιση και δια βίου μάθηση (…)
    [Τα κράτη-μέλη] θα πρέπει να βελτιώσουν και να αυξήσουν την προσφορά και την αξιοποίηση της ευέλικτης συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης (…) 

Αυτά που ξέραμε ως τώρα, δηλαδή να πιάνουμε μια δουλειά και να μένουμε σ’ αυτή ώσπου να συνταξιοδοτηθούμε, πρέπει να τα ξεχάσουμε. Από δω και μπρος, όσο ζούμε θα εκπαιδευόμαστε, ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούμε να αλλάζουμε δουλειά, ανάλογα με τις ανάγκες που θα έχουν τα αφεντικά κάθε φορά.

Γραμμή 7: Βελτίωση της λειτουργίας των αγορών εργασίας και αποτελεσματικότητα του κοινωνικού διαλόγου

    Τα εν λόγω επιδόματα [ανεργίας] θα πρέπει να συνοδεύονται από ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας και από μέτρα που θα συνιστούν κίνητρα για τη γρήγορη επιστροφή σε ποιοτικές θέσεις εργασίας (…)
    Η κινητικότητα των εκπαιδευομένων και των εργαζομένων θα πρέπει να κατοχυρωθεί ως θεμελιώδης ελευθερία με στόχο την ενίσχυση των δεξιοτήτων απασχολησιμότητας και την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Θα πρέπει επίσης να προωθηθεί η εσωτερική κινητικότητα (…)

Από τη μια, ανοίγει ο δρόμος για «εργασία των ανέργων», δηλαδή για τζάμπα δουλειά σε κάποια επιχείρηση, με αντάλλαγμα τα ψίχουλα ενός επιδόματος, μια ιδέα που ήδη εφαρμόζεται στην Μεγάλη Βρεττανία, την Δανία και αλλού. Από την άλλη, υπογραμμίζεται αυτό σημειώσαμε πριν, δηλαδή η προοπτική να αλλάζεις κάθε τρεις και λίγο όχι μόνο αντικείμενο δουλειάς αλλά μέχρι και χώρα.

Γραμμή 8: Προαγωγή των ίσων ευκαιριών και της μη διακριτικής μεταχείρισης για όλους, προώθηση της κοινωνικής ένταξης και καταπολέμηση της φτώχειας

    Τα κράτη μέλη θα πρέπει, με τη υποστήριξη της Επιτροπής, να προωθήσουν την ενεργό συμμετοχή των ειδικευμένων στην καταπολέμηση της φτώχειας ΜΚΟ, και των οργανώσεων ατόμων που βιώνουν τη φτώχεια, στη χάραξη πολιτικών για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού (…)
    Τα κράτη μέλη θα πρέπει επειγόντως να κατοχυρώσουν τη βιωσιμότητα και την επάρκεια των συνταξιοδοτικών συστημάτων για γυναίκες και άνδρες, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους τους εργαζομένους και τους αυτοαπασχολούμενους, για να αποκτήσουν επαρκή νόμιμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για τη διασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς και ενός επαρκούς εισοδήματος για τους ηλικιωμένους, που να είναι τουλάχιστον πάνω από το όριο της φτώχειας (…)
    Οι μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής αύξησης του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση, θα πρέπει να πλαισιώνονται από στρατηγικές ενεργού και υγιούς γήρανσης και να στηρίζονται από μέτρα παράτασης του επαγγελματικού βίου για όσους επιθυμούν να εργαστούν περισσότερα χρόνια. Οι εργαζόμενοι που πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν την εκούσια μείωση των ωραρίων εργασίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιερώσουν έναν εποικοδομητικό διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών και να επιτρέψουν την κατάλληλη σταδιακή εφαρμογή όλων των μεταρρυθμίσεων.

Απ’ όλα έχει το πανέρι: ΜΚΟ που θα καταπολεμήσουν την φτώχεια, συντάξεις «τουλάχιστον πάνω από το όριο της φτώχειας» (δηλαδή το όριο της λιμοκτονίας), «πιθανές» αυξήσεις ορίων ηλικίας (οι μειώσεις είναι πάντοτε απίθανες), ενεργή γήρανση (δηλαδή δουλειά ως τον τάφο) αλλά και προσπάθεια για να περάσουν όλες οι μεταρρυθμίσεις.

Κουραστήκαμε να ακούμε από τις κυβερνήσεις μας, πρώην και -κυρίως- νυν, ότι η λαίλαπα που κατεδάφισε κάθε λογής εργατική κατάκτηση και δικαίωμα, πήρε σβάρνα και ορισμένα δικαιώματα, τα οποία θα ξαναϊσχύσουν όταν τελειώσουν τα μνημόνια και επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Έτσι, θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, θα αυξηθεί ο βασικός μισθός, θα ξανασυζητηθούν οι μειώσεις στις συντάξεις και οι αυξήσεις στα όρια ηλικίας για συνταξιοδότηση κλπ.

Δυστυχώς, οι παραπάνω «κατευθυντήριες γραμμές» πιστοποιούν πως όχι μόνο δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσουν ουσιαστικά τα μνημόνια αλλά οι μνημονιακές υποχρεώσεις ενδύονται πανευρωπαϊκό μανδύα και πρόκειται να ισχύσουν για τους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης. Μέσα κι έξω από την ευρωζώνη. Με αριστερή κυβέρνηση ή χωρίς.

Εμείς οι Sapiens…


Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Φανταστική απεικόνιση της καθημερινότητας των πρώτων Homo Sapiens
Φανταστική απεικόνιση της καθημερινότητας των πρώτων Homo Sapiens

Ήταν πριν 65 εκ. χρόνια όταν ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε για τη ζωή πάνω στον πλανήτη γη. Οι δεινόσαυροι εξαφανίζονται μέσα σε μια σχετικά σύντομη περίοδο, πιθανώς λόγω της σύγκρουσης ενός κομήτη με τη γη στην περιοχή του σημερινού κόλπου του Μεξικού στην χερσόνησο του Γιουκατάν. Σύμφωνα με τους επιστήμονες δεν ήταν τόσο η σύγκρουση αυτή καθαυτή που συντέλεσε στην εξαφάνιση ενός μεγάλου μέρους της ζωής στον πλανήτη, όσο οι επιπτώσεις της σύγκρουσης. Παλιρροϊκά κύματα, καταστροφικές πυρκαγιές και ένα είδος «πυρηνικού χειμώνα» με τη σκόνη από την σύγκρουση να μην επιτρέπει στις ακτίνες του ήλιου να φτάσουν στην επιφάνεια της γης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η καταστροφή αυτή των δεινοσαύρων αποτέλεσε την ευκαιρία για τα μικρόσωμα θηλαστικά να κυριαρχήσουν έχοντας απαλλαγεί από τους κυριότερους θηρευτές τους.

Αναπαράσταση Homo Erectus
Αναπαράσταση Homo Erectus

Μεταξύ των επιζησάντων και μια υποτάξη πρωτευόντων που ονομάστηκαν «ανθρωποειδή» (anthropoidea) κύριο χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η ικανότητα δίποδης βάδισης και η χρήση των δυο άλλων άκρων για να πιάνουν και να χειρίζονται διάφορα αντικείμενα με μεγαλύτερη ευκολία. Το εξελικτικό άλμα γίνεται όταν περίπου 30 εκ. χρόνια πριν εμφανίζεται η οικογένεια των «ανθρωπίδων» (hominoidae) που έμοιαζαν ακόμη περισσότερο με ανθρώπινα όντα και επιπρόσθετα δεν είχαν ουρά. Ο πρόγονος πάντως των πρώτων Homo θα εμφανιστεί γύρω στα 5 εκ. χρόνια σε περιοχές της σημερινής Αιθιοπίας και ανήκε στο είδος Ardipithecus ramidus. Το εξελικτικό πλεονέκτημα σχετίζεται με τη διάπλαση της σπονδυλικής στήλης που αποκτά σταδιακά μορφή σχήματος «S» με ήπιες καμπυλώσεις που επιτρέπει στον πρόγονο μας να κινείται έχοντας το σώμα του σε κατακόρυφη στάση, ενώ παράλληλα δίνει στο βάδισμα ένα «tempo», έναν παλμό. Η μεγάλη ανακάλυψη γίνεται σε ένα λατομείο της Νότιας Αφρικής στα 1924 όταν ανακαλύπτεται ένα κρανίο, μικρότερο του δικού μας, από τον Raymond Arthur Dart ο οποίος προτείνει και την ονομασία «Αυστραλοπίθηκος» (Australopithecus), δηλαδή «πίθηκος του νότου». Στα 1974 έρχεται στο φώς και η διάσημη «Λούσυ» από τον αμερικανό ανθρωπολόγο Donald Johanson, ένα δείγμα Αυστραλοπίθηκου του αφαρενσίου (Australopithecus afarensis) που πήρε το όνομα του από την τοποθεσία Αφάρ. Από αυτό το είδος θα προκύψουν και οι παραλλαγές των Αυστραλοπιθήκων του AustralopithecusBoseiAethiopicus, και Robustus που διέθεταν μεγάλα δόντια και κατά πάσα πιθανότητα διατροφή φυτοφάγου. Έτσι πριν από 3 εκ. περίπου χρόνια οι μόνοι ανθρωπίδες κάτοικοι της γης ήταν τα διάφορα είδη αυστραλοπιθήκων που ήταν εγκατεστημένοι στην ανατολική και νότια Αφρική.

Εργαλεία των Νεάντερταλ
Εργαλεία των Νεάντερταλ

Ο αρχαιότερος Homo ανακαλύπτεται στα 1960 από τον ανθρωπολόγο Luis S.BLeaky στο φαράγγι Ολντουβάιτης Τανζανίας με ηλικία 1,8 εκ. χρόνια. Ο ανθρωπίδης ονομάστηκε Homo Habilis (Άνθρωπος ο επιδέξιος) και είχε πιο στρογγυλό κεφάλι από κάθε άλλο είδος αυστραλοπιθήκου με μεγαλύτερο εγκέφαλο, ενώ τα πόδια του ήταν σχεδόν όμοια με τα δικά μας. Πρόκειται για το πρώτο είδος Homo που έχει τη δυνατότητα κατασκευής λίθινων εργαλείων κυρίως για την κοπή κρέατος ή σκαλίσματος ξύλων. Η εγκεφαλική του ανάπτυξη του έδινε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα επιβίωσης αφού κατανοούσε την τεχνική της μορφοποίησης του λίθου για ποικίλες εργασίες. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει βάσιμα ότι αυτός είναι και ο γεννήτορας αυτού που εμείς οι σύγχρονοι ονομάζουμε τεχνολογία. Μάλιστα το πλεονέκτημα της χρήσης εργαλείων ίσως να οδήγησε και στην ανάπτυξη των κυνηγετικών ικανοτήτων του αντί να περιορίζεται στην πτωματοφαγία. Επιπρόσθετα καμένα οστά που βρέθηκαν στη νότια Αφρική δείχνουν ότι περίπου πριν από 1.5 εκ. χρόνια ο Homo Habilis είχε στοιχειώδη γνώση μαγειρικής, τέχνης απαραίτητης για τη διάσπαση των πρωτεϊνών του κρέατος που βοηθούν στην εγκεφαλική ανάπτυξη.

Ένα απολίθωμα του 1894 που ανακάλυψε ο Ολλανδός  ανθρωπολόγος Eugene Dubois στην Ιάβα εξέπληξε την επιστημονική κοινότητα. Ένα κρανίο, ένα μηριαίο οστό και δυο δόντια είναι τα πρώτα δείγματα ενός είδους Homo μεταγενέστερου του Homo Habilis που ονομάστηκε από τον Dubois Pithecanthropus Erectus(πιθηκάνθρωπος ο όρθιος). Μερικά χρόνια αργότερα στα 1927 ένα παρόμοιο εύρημα ανακαλύφθηκε στο Πεκίνο από τον Καναδό ανθρωπολόγο Davidson Black που ονόμασε το εύρημα του  Sinanthropus Pekinensis(Σινάνθρωπος του Πεκίνου). Τα λείψανα αναγνωρίστηκαν ως του ιδίου είδους και τελικά συμπεριλήφθηκαν στο γένος Homo ως Erectus (όρθιος). Το ύψος του ανερχόταν πιθανώς πάνω από 1,70 μέτρα ενώ το βάρος του υπολογίζεται γύρω στα 80 κιλά. Ο εγκέφαλος του ήταν αρκετά μεγάλος, σχεδόν τα τρία τέταρτα του δικού μας, γεγονός που του επέτρεπε να κατασκευάζει ακόμη καλύτερα λίθινα εργαλεία εν σχέσει με τον Habilis αλλά και να κυνηγά μεγαλύτερα θηράματα, όπως μαμούθ. Αυτές οι τακτικές που απαιτούσαν συνεργασία μεταξύ των κυνηγών ίσως να συνέβαλαν στην κοινωνικοποίηση του είδους και το οδήγησαν να εποικίσει και περιοχές πέραν της υποσαχάριας Αφρικής με καλύτερο κλίμα και πλουσιότερους κυνηγότοπους όπως η βόρεια Αφρική και η μέση Ανατολή.

Βραχογραφία των πρώτων του είδους μας....
Βραχογραφία των πρώτων του είδους μας….

Η νοητική εξέλιξη του είδους Homo ήταν και το καταλυτικό στοιχείο της κυριαρχίας του. Για χιλιάδες χρόνια το είδος συνυπήρχε πλάι-πλάι με τους αυστραλοπίθηκους σε μια σχέση φυσικού ανταγωνισμού για τροφή. Η καλύτερη νοημοσύνη των Homo τους έδινε το τακτικό πλεονέκτημα της καλύτερης συνεργασίας και της τελικής επικράτησης στο κυνηγετικό πεδίο. Ο μεγαλύτερος εγκέφαλος των Homo τους επέτρεψε να οργανώνονται, να συνεννοούνται, να θυμούνται με συνθετότερους τρόπους δημιουργώντας έτσι και πιο προηγμένες κοινωνικές δομές. Δεν μπορεί να αποκλειστεί τέλος και η εξόντωση των αυστραλοπιθήκων από τους Homo στη διάρκεια του αγώνα για επικράτηση στους κυνηγότοπους της ανατολικής Αφρικής. Σε αυτήν την υπόθεση μας οδηγεί το γεγονός της ολικής εξαφάνισης του είδους των αυστραλοπιθήκων πριν από περίπου 1 εκ. χρόνια.

Από τότε και έπειτα ξεκινάει και ο αποικισμός της νότιας Ευρώπης καθώς και της Ινδίας από τον εξελικτικό συνεχιστή των Homo του επονομαζόμενου Heidelbergensis, με παρόμοια φυσιολογικά χαρακτηριστικά με τον Erectus αλλά καλύτερη τεχνολογία. Ο λίθος πλέον επεξεργάζεται λεπτομερέστερα πράγμα που επιτρέπει την κατασκευή πιο εξειδικευμένων εργαλείων και όπλων. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας επέτρεψε σε μικρότερες ομάδες να μετακινηθούν και να αποικίσουν περιοχές στην Ασία και την Ινδονησία χωρίς το φόβο της εξόντωσης από μεγαλύτερα σαρκοφάγα. Στην εποχή του τοποθετείται και η τιθάσευση της φωτιάς. Η φωτιά έδινε φώς τη νύχτα, προστασία από τα θηρία και ζεστασιά το χειμώνα. Επέτρεπε παράλληλα το ψήσιμο της τροφής κάνοντας το κρέας πιο εύγευστο ενώ  σκοτώνοντας τα διάφορα παράσιτα και βακτήρια καθιστούσε τη βρώση του ασφαλέστερη. Το μόνο μειονέκτημα που είχε ήταν ότι έπρεπε να διατηρείται συνεχώς αναμμένη αφού μόνο από τη φύση μπορούσε ο Homo να την προμηθευτεί, όπως από ενεργά ηφαίστεια, πυρκαγιές των δασών ή κεραυνούς.

Η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου
Η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου

300 χιλιάδες χρόνια πριν οι ανθρωπίδες έχουν εξελιχτεί σε τέτοιο βαθμό που να μοιάζουν φυσιολογικά με τον σύγχρονο άνθρωπο. Στα 1856 στην κοιλάδα του Νεάντερ της Γερμανίας ανακαλύφθηκαν τα απολιθώματα του διάσημου Homo Neanderthalensis. Κρανίο με προεξέχοντα φρύδια, μεγάλα σαγόνια, ευρύ μέτωπο ήταν χαρακτηριστικά και του Erectus.  Οι Νεαντερτάλιοι όμως ήταν πιο κοντοί και εύσωμοι από εμάς αλλά και πιο μυώδεις. Εγκεφαλικά ήταν σαν και εμάς αλλά με διαφορετική κατανομή βάρους, βαρύτερος πίσω και ελαφρύτερος μπροστά. Οι Νεαντερτάλιοι είναι και οι πρώτοι «Ευρωπαίοι» αφού καταφέρνουν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπη 200 χιλιάδες χρόνια πριν. Κύριο πλεονέκτημα που είχαν απέναντι στον προγενέστερο Heidelbergensis ήταν πως διέθεταν τη δυνατότητα να ανάβουν φωτιά εκεί που πριν δεν υπήρχε καθόλου. Τα θηράματα τους δεν ήταν μόνο για τροφή, όπως ελάφια αλλά και θηρία που τους προμήθευαν με μέσα επιβίωσης όπως γούνες από αρκούδες και ελεφαντόδοντο από μαμούθ για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων και όπλων. Η κοινωνική εξέλιξη τους διαπιστώνεται και από το γεγονός της ταφής των νεκρών τους. Πέρα από την επιβίωση της ομάδας δείχνουν και ενδιαφέρον για τους νεκρούς τους πράγμα πρωτόγνωρο για τους προγενέστερους που άφηναν τους νεκρούς εκεί που πέθαιναν να τους φάνε τα άγρια θηρία. Τέλος τα διάφορα κτερίσματα που έχουν βρεθεί στους τάφους δηλώνουν και μια κάποια μεταφυσική ανησυχία των Νεαντερτάλιων.

Σύγκριση των κρανίων Νεάντερταλ και σύγχρονου ανθρώπου

Σύγκριση των κρανίων Νεάντερταλ και σύγχρονου ανθρώπου

Επιτέλους γύρω στο 200.000 π. Χ. στη σκηνή εμφανιζόμαστε και εμείς. Ένας τύπος Homo ψηλότερος, λεπτότερος και λιγότερο μυώδης του Νεαντερτάλιου με ελαφρώς μικρότερο εγκέφαλο αλλά καλύτερα κατανεμημένο, γεγονός που του επιτρέπει να αναπτύξει την ικανότητα της αφηρημένης σκέψης και του λόγου, κυριαρχεί στη γη ως το 30.000 π.Χ. χρονολογία που ορίζεται ως το τέλος της ύπαρξης των Νεαντερτάλιων. Κατά πάσα πιθανότητα συνέβη ότι και στο παρελθόν με το πιο εξελιγμένο είδος να επικρατεί. Από τότε και μέχρι σήμερα μιλάμε για τα μέλη του σύγχρονου ή σκεπτόμενου ανθρώπου, Homo Sapiens. Το μόνο του πλεονέκτημα έγκειτο στη διανόηση αφού φυσιολογικά μάλλον δεν είχε τύχη απέναντι στις προκλήσεις της φύσης. Μάλιστα η επιβίωση του Sapiens αποκτά τα χαρακτηριστικά άθλου αν αναλογιστούμε ότι η περίοδος εμφάνισης του συμπίπτει χρονικά με την τελευταία παγετώνια περίοδο της γης, που λήγει 30.000 χρόνια πριν. Ο μεγάλος νικητής ήταν αυτός που όχι μόνο μπόρεσε να προσαρμοστεί στο περιβάλλον αλλά παράλληλα μπόρεσε να προσαρμόσει το περιβάλλον στις ανάγκες του εφευρίσκοντας αργότερα τη γεωργία, την μεταλλευτική και πλήθος άλλες επιστήμες ανοίγοντας την ιστορική εποχή του Homo Sapiens. Το υπερόπλο του Homo Sapiens ήταν η τεχνολογία. Δάμασε τη φωτιά, τη γη, τα ζώα με αποτέλεσμα να αυξήσει το βιοτικό του επίπεδο σε σχέση με τους προγενέστερους Homo. Έχει υπολογιστεί χονδρικώς πως ο πληθυσμός των αυστραλοπιθήκων ίσως ποτέ να μην ξεπέρασε τις 200.000 παγκοσμίως. Ο  Homo Erectus ίσως να πλησίασε το 1 εκ. ενώ την εποχή της αγροτικής επανάστασης 10.000 π. Χ. ο σοφός άνθρωπος αριθμούσε ήδη 6 εκ. Το χαρακτηριστικό του Sapiens είναι η συνεχής αύξηση του πληθυσμού του σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Μάλιστα σημείο καμπής στην εξέλιξη του αποτέλεσε η επιλογή του να διακόψει τη ζωή του πλάνητα τροφοσυλλέκτη για τη σταθερή εγκατάσταση του γεωργού γεγονός που τον εκτόξευσε πληθυσμιακά. Από κει και ύστερα όλα τα άλλα είναι ιστορία…

Διαβάστε:

  • «Συνοπτική ιστορία του κόσμου», Geoffrey Blainey, εκδόσεις Φυτράκη.
  • «Το χρονικό του κόσμου», Isaac Asimov, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης. 

Δείτε:

  • «The day we learned to think», BBC
  • «Origins of us», BBC

 

Διαβάστε:

  • «Συνοπτική ιστορία του κόσμου», Geoffrey Blainey, εκδόσεις Φυτράκη.
  • «Το χρονικό του κόσμου», Isaac Asimov, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης. 

Δείτε:

  • «The day we learned to think», BBC
  • «Origins of us», BBC

 

__________________________________________________________