Γαλλία, Μουντιάλ και κοινωνική ειρήνη…


του Κώστα Μπουγιούκου…

 

Την ώρα που θα κυκλοφορούν οι παρακάτω γραμμές, η Γαλλία θα βρίσκεται ανάμεσα στον απόηχο των εορτασμών της επετείου της πτώσης της Βαστίλλης και της αναμονής του τελικού του παγκοσμίου κυπέλου.

Μια ιδιότυπη συγκυρία που δεν είναι και το μόνο ιδιότυπο που συμβαίνει στη γαλλική κοινωνία.

Βρισκόμαστε στα τελειώματα της μεγαλύτερης, σε χρονική διάρκεια, απεργίας στην ιστορία του κλάδου των σιδηροδρομικών. Μιας μάχης που ξεκίνησε τον Απρίλιο με αυξομειούμενη συμμετοχή και δυναμικότητα αλλά που τελειώνει χωρίς να έχει καταγράψει κάποια σημαντική νίκη. Τουναντίον, το ιδιότυπο είναι ότι μια τέτοιας διάρκειας μάχη κατέληξε σε έναν απρόσμενο εναγκαλισμό των ηγεσιών των μεγαλύτερων συνδικάτων με τον πανίσχυρο γαλλικό ΣΕΒ και τον καινούργιο του πρόεδρο.

Παράλληλα, σε μια επικοινωνιακή ντρίπλα, ο πρόεδρος Μακρόν ανακοίνωσε ότι αν η Γαλλία κερδίσει το Μουντιάλ, θα αναστείλει τη συζήτηση στη Βουλή νέων περικοπών που ετοιμάζονταν εδώ και μήνες. Αυτό το γεγονός και μόνο κάνει μεγάλο κομμάτι του κόσμου της εργασίας να αναρωτιέται αν οι αγώνες και οι απεργίες είναι πιο αποτελεσματικές από τις ντρίπλες του Εμπαπέ.

Μολαταύτα, υπάρχει ένα μέτωπο στο οποίο αυτή η πρόσκαιρη και απρόσμενη κοινωνική ειρήνη δεν έχει εφαρμογή, καθώς τίποτα δεν περιμένει. Δεν είναι κάποιο άλλο από τις ιδιωτικοποιήσεις. Σε αγαστή αρμονία με τις εντολές των Βρυξελλών και του γαλλικού κεφαλαίου, η προεδρία Μακρόν προχωρά στο ξεπούλημα τριών μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων (αεροδρόμια Παρισιού, νερό και ενέργεια) και του πιο πολυσύχναστου σιδηροδρομικού σταθμού στον κόσμο, του Gare du Nord. Οι λόγοι, απόλυτα φορτισμένοι από τα αίολα ιδεολογήματα του (νεο)φιλελευθερισμού ότι το κράτος δεν έχει την απαραίτητη τεχνογνωσία για να διοικεί αυτές τις επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις που από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα ελέγχονται από το δημόσιο προσφέροντας τόσο μια επίφαση κοινωνικής πολιτικής όσο και έσοδα ύψους 700-900 εκατ. ευρώ το χρόνο. Τα προσύμφωνα πώλησης τους δεν θα αποφέρουν πάνω από 200-300 εκατ. ευρώ ετησίως στο δημόσιο.

Η Γαλλία πλέει σε μια ιδιότυπη κοινωνική ειρήνη που παρουσιάστηκε απρόσμενα λόγω των συγκυριών, όχι όμως εντελώς απρόβλεπτα, αναδεικνύοντας τα όρια τόσο του παραδοσιακού συνδικαλισμού, ακόμα και στην πιο μάχιμη και διεκδικητική μορφή του σε όλη την Ευρώπη και το τεράστιο έλλειμμα ιδεολογικής ηγεμονίας και πολιτικής τεχνογνωσίας των δυνάμεων της εργασίας που αναλώθηκαν για ακόμη μια φορά σε έναν δυναμικό αγώνα φθοράς χωρίς απτά αποτελέσματα.


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%AC%CE%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7/#.W0utwt_NFWc

 

Advertisements

Νάνσι – Ένα παραμύθι… ανάποδα…


Ένα παραμύθι ανάποδα, όσον αφορά την πραγματικότητα, αλλά μόνο όσον αφορά τις κυρίαρχες νοοτροπίες και αντιλήψεις

Από τα κλασσικά παραμύθια έχουμε κληρονομήσει τις ιστορίες με την πριγκίπισσα που την ελευθερώνει ένας ιππότης απ’ τον δράκο του κάστρου, μετά παντρεύονται και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Γενιές και γενιές παιδιών έχουν μεγαλώσει με παραμύθια που παραλλάσσουν αυτό το μοτίβο, δημιουργώντας ένα ρομαντικό ειδύλλιο ανάμεσα στην ανυπεράσπιστη μα πανέμορφη πριγκίπισσα και τον γενναίο ιππότη που καβάλα στο άλογο ρισκάρει τη ζωή του για να κερδίσει το χέρι της. Οι κοινωνικοί συμβολισμοί πίσω απ’ το παραμύθι είναι καταφανείς.

Όμως πώς θα έπρεπε να γράφονται τα παραμύθια στον 21ο αιώνα, όπου το φεμινιστικό κίνημαέχει αλλάξει ραγδαία τις νοοτροπίες μας για την κοινωνική θέση της γυναίκας; Η σύγχρονη γυναίκα είναι πιο μορφωμένη από ποτέ και έχει κατακτήσει σε πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής την ισότητα. Όμως η πατριαρχική κοινωνία έχει τους μηχανισμούς για να την υποβαθμίζει ακόμα και σήμερα δίνοντας στατιστικά μικρότερους μισθούς, λιγότερες θέσεις εργασίας και θέτοντας εμπόδια στην ανάπτυξη του ελεύθερου χρόνου και της προσωπικότητάς της, όταν πρέπει κατά το κυρίαρχο πρότυπο να είναι παράλληλα εργαζόμενη, αλλά στο σπίτι να παραμένει «δούλα και κυρά». Στην κοινωνία υπάρχει μια ανοιχτή μάχη, όπου ακόμα και στα ζητήματα της απλής καθημερινότητας πρέπει να αντιπαλέψουμε τον συντηρητισμό, το σεξισμό και την πατριαρχία.

Έτσι λοιπόν πρέπει να αλλάξουν νοοτροπίες, που θεωρούνταν μέχρι την εποχή μας δεδομένες. Όπως πρέπει να σταματήσουμε να παίρνουμε Action-Man στα μικρά αγόρια και παιχνίδια – κουζινικά στα μικρά κορίτσια, έτσι και τα παραμύθια μας πρέπει να αλλάξουν οπτική. Κι αυτό ακριβώς καταφέρνει ο Σπύρος Γιαννακόπουλος στη Νάνσι!

Η Νάνσι είναι ένα παιδικό – εφηβικό ανάγνωσμα των εκδόσεων Πατάκη, όπου αφηγείται ένα παραμύθι που σπάει τα στερεότυπα. Ένας δράκος κλέβει μια πριγκίπισσα και τη σώζει ένας ιππότης. Ναι αλλά ποιος λέει ότι είναι απαραίτητο η πριγκίπισσα να θέλει να παντρευτεί τον ιππότη που την έσωσε; Δηλαδή μόνο και μόνο η θέληση του ίδιου του ιππότη είναι ικανή να δεσμεύσει την πριγκίπισσα για την υπόλοιπη ζωή της; Ποιος το λέει αυτό;

Έτσι λοιπόν η Νάνσι είναι μια διαφορετική πριγκίπισσα. Δεν είναι ο σκοπός της περιπέτειας ενός ιππότη, αλλά η πραγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Είναι φυσικά καλομαθημένη μεγαλώνοντας στο παλάτι, αλλά δεν έχει μάθει να υπακούει πιστά στις απαιτήσεις της βασιλικής της οικογένειας. Αντίθετα είναι πνεύμα αμφισβήτησης και αντιλογίας. Έχει ερωτευτεί κρυφά τον βασιλικό κηπουρό, με τον οποίο συναντιέται μυστικά, κάνει μαθήματα ξιφασκίας τα βράδια, ενώ με κάθε ευκαιρία ταξιδεύει καμουφλαρισμένη στην πόλη ψάχνοντας για περιπέτειες. Απ’ την άλλη δεν είναι ένα δυσανάλογο δημιούργημα μιας πιο προοδευτικής φαντασίας, αλλά μια ανεστραμμένη (και πιο ανθρώπινη) εικόνα του ιππότη του παραμυθιού. Αφού μπορεί ο ιππότης, γιατί να μην μπορεί και η πριγκίπισσα;

Σ’ αυτή την παιδική – εφηβική ιστορία επίσης δεν θα διαβάσουμε για ένα αξιοθαύμαστο βασίλειο, δημιουργημένο νοσταλγικά, με τρόπο που να αισθανόμαστε μικροί μπροστά του. Αντίθετα το βασιλικό ζεύγος είναι ένα χιουμοριστικό δίδυμο, το οποίο το συμπαθούμε λόγω της αφέλειάς του, ενώ και η βασιλική φρουρά εύκολα μπορεί να γελαστεί απ’ τις ιδέες της Νάνσι για να συναντήσει τον αγαπημένο της ή για να το σκάσει απ’ το βασίλειο. Στις σελίδες της Νάνσι θα διαβάσουμε μια παρωδία των κλασσικών χαρακτήρων του μεσαιωνικού βασιλείου, των γαλαζοαίματων και των ευγενών, των ατρόμητων βασιλιάδων και των πανούργων βασιλισσών. Πρωταγωνιστές εδώ δεν είναι οι συνήθεις ύποπτοι, αλλά οι συνήθως «δεύτεροι» ρόλοι, όπως είναι η πριγκίπισσα, η γκουβερνάντα της, ο βασιλικός κηπουρός και ο μπεκρής ιππότης που έφτασε δεύτερος και καταιδρωμένος να σώσει τη βασίλισσα.

Η πλοκή της Νάνσι είναι γεμάτη εκπλήξεις, έξυπνες ανατροπές, αναφορές στην pop κουλτούρα και χιουμοριστικές ατάκες. Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος δεν τοποθετεί σε κάποια φανταστική χρονολογία την ιστορία του και αυτό του δίνει την ευχέρεια να μπορεί να προσθέσει διάφορες σύγχρονες πινελιές στο μεσαιωνικής έμπνευσης τοπίο που εκτυλίσσεται η ιστορία. Κάπως έτσι, για παράδειγμα, εισβάλλουν στο βασίλειο η ροκ, αλλά και η μέταλ μουσική, ως επιλογές για την μουσική επένδυση του βασιλικού γάμου, των οποίων ο αυτοσχέδιος χορός ενθουσιάζει τη βασίλισσα, ακόμα κι αν δεν μπορεί να συγκρατήσει το όνομα του μουσικού είδους.

Μπορεί κανείς να εντοπίσει διάφορες αναφορές στην pop κουλτούρα, με πιο αξιοσημείωτη την έμπνευση του συγγραφέα την αρχή της ιστορίας να την αφηγηθεί μέσω ενός ολιγοσέλιδου comic, που ίσως μας θυμίζει το άνοιγμα του βιβλίου με τις όμορφες εικόνες μεσαιωνικής φαντασίας στην αρχή των ταινιών του Shrek. Το σκιτσάρισμα των comic σελίδων, όπως και την εικονογράφηση του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου την ανέλαβε ο Πέτρος Χριστούλιας (Τριγυρνώ μες στην ΑθήναΓυρνώ σαν νυχτερίδα, Αφού μ’ αρέσει να γυρνώ), ο οποίος έχει συνεργαστεί και σε προηγούμενα βιβλία με τον Σπύρο Γιαννακόπουλο και για ακόμα μια φορά παρέδωσε ένα άρτιο σχεδιαστικά αποτέλεσμα. Μάλιστα εύκολα τραβάει την προσοχή η Μαντάμ Φλωράνς, η οποία, έτσι όπως την έχει δημιουργήσει μέσα στις σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας και με το όμορφο σχέδιο που της έχει χαρίσει στο οπισθόφυλλο ο Χριστούλιας, μπορούμε να πούμε ότι θα μπορούσε εύκολα να είναι χαρακτήρας μια κλασσικής ταινίας της Disney.

Συμπερασματικά, η Νάνσι δεν είναι αυτό που λέει ο τίτλος, δηλαδή ένα παραμύθι ανάποδα, όσον αφορά την πραγματικότητα, αλλά μόνο όσον αφορά τις κυρίαρχες νοοτροπίες και αντιλήψεις. Στην πραγματικότητα η ομορφιά του βρίσκεται στην άρτια γραφή του συγγραφέα, ο οποίος χωρίς υπερβολές και χωρίς να παρατραβάει την ιστορία καταφέρνει να μας διηγηθεί ένα σύγχρονο παραμύθι, μακριά από στερεότυπα και κλισέ. Ένα παραμύθι μιας γενναίας πριγκίπισσας που με την πιστή της συντροφιά παλεύει για να σώσει το βασίλειο και τον έρωτά της.

 

VAR: Από το χέρι του θεού στο μάτι του συστήματος…


Γιάννης Κτενάς, Στέφανος Μπατσής

Η απέχθεια που νιώσαμε για την εισαγωγή του Video Assistant Referee (VAR) στους αγώνες του Μουντιάλ –και την επέκτασή του, σύμφωνα με τα σχέδια της FIFA, και στα εθνικά πρωταθλήματα μέσα στα επόμενα χρόνια– ήταν σχεδόν ενστικτώδης. Όπως είπε ένας φίλος, κοινωνιολόγος της καθημερινής ζωής, συλλαμβάνοντας την ουσία του θέματος, το ποδόσφαιρο «είναι να βάλεις μια γαμημένη μπάλα σε ένα γαμημένο δίχτυ. Γιατί το κάναμε ολόκληρη επιστήμη;»

Συζητώντας όμως σε παρέες, ακούγοντας σχόλια στον δρόμο και τα καφενεία και βλέποντας τα αποτελέσματα σχετικών διαδικτυακών ψηφοφοριών,[1] συνειδητοποιήσαμε ότι η αντίδρασή μας απέναντι σε αυτή τη νέα τεχνολογία δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ποδοσφαιρόφιλοι, ποδοσφαιρόφιλες, ακόμη και άνθρωποι που ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει να αγωνίζεσαι στο τερέν ή να πηγαίνεις στο γήπεδο, φαίνονται γοητευμένοι από τη νέα σύλληψη της FIFA, η οποία ήδη έχει αλλάξει τον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι. Γι’ αυτόν τον λόγο, θελήσαμε να παρουσιάσουμε την κριτική μας στο VAR κάπως πιο αναλυτικά και συγκροτημένα.

Το πνεύμα της (νεοφιλελεύθερης) γραφειοκρατίας

Ξεκινώντας, είναι αξιοσημείωτο το πόσο μοιάζουν τα επιχειρήματα υπέρ του VAR με τα επιχειρήματα που ιστορικά σημάδεψαν την ανάδυση της γραφειοκρατίας. Γραφειοκρατία, όπως έχει δείξει ο Μαξ Βέμπερ, δεν σημαίνει χαρτούρα και αναμονή σε ατελείωτες ουρές, αλλά πρώτα και κύρια: αντικατάσταση του προσωπικοκεντρικού τρόπου διευθέτησης των υποθέσεων από απρόσωπους και φορμαλιστικούς κανόνες, καθώς και έμφαση στην υπολογισιμότητα, την ποσοτικοποίηση και την εξειδίκευση. Για όλους αυτούς τους λόγους η γραφειοκρατία διατείνεται ότι επιφέρει μια ασύγκριτη αποτελεσματικότητα και ότι εξασφαλίζει τη δημοκρατία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη: δεν αποφασίζει ο άρχοντας (εν προκειμένω: ο άρχοντας του αγώνα) όπως του καπνίσει, αλλά ο ειδικός με βάση τυπικούς κανόνες που ισχύουν για όλους.

Την ίδια ακριβώς λογική βλέπουμε και πίσω από το VAR. Η προσωπική κρίση του διαιτητή πρέπει να αντικατασταθεί από την απρόσωπη κρίση του video,[2] το οποίο μπορεί να καταγράψει όλη την αλήθεια, «αντικειμενικά», μετρήσιμα, ίδια και απαράλλαχτα για όλους.

Ταυτόχρονα, η εμπιστοσύνη στα νέα τεχνολογικά μέσα, φέρνει τη λογική και την επιχειρηματολογία που υποστηρίζει το VAR κοντά σε αυτή του νεοφιλελευθερισμού. Η τεχνολογία καλείται να εξαλείψει το τυχαίο, το αυθόρμητο, το ανθρώπινο και να λύσει προβλήματα πάσης φύσεως, στο όνομα της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας. Όλα μπορούν και πρέπει να γίνουν ρητά· γι’ αυτό χρειαζόμαστε όχι διαιτητές, αλλά τεχνοκράτες. Δεν θα κυβερνούν πια οι άνθρωποι, οι οποίοι κατά περιόδους μπορεί να μην είναι ορθολογικοί, να παρασύρονται από τα πάθη τους, από τα λάθη της στιγμής. Θα κυβερνούν «τα στοιχεία», η ίδια η αλήθεια, η αντικειμενικότητα αυτοπροσώπως.

Το τι σημαίνει γραφειοκρατία και νεοφιλελευθερισμός, το ποιες είναι οι καταστροφικές τους συνέπειες για την κοινωνία, το έχουμε δείξει αλλού και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε. Ας μείνουμε στα του ποδοσφαίρου. Φυσικά, δεν αρνούμαστε ότι ορισμένες φορές το VAR μπορεί να πάρει μια σωστή απόφαση εκεί που ένας διαιτητής θα έπαιρνε μια λανθασμένη, όπως άλλωστε και ένας γραφειοκράτης μπορεί υπό όρους να διεκπεραιώσει μια υπόθεση «αποτελεσματικότερα» από έναν ερασιτέχνη. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η γραφειοκρατία δεν «βελτίωσε» απλώς κάποιες ήδη υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Προκειμένου να κάνει τη δουλειά της, αναδιάρθρωσε ριζικά ολόκληρη την κοινωνία, σημαδεύοντας το πέρασμα από έναν πιο κοινοτικό σε έναν κρατικό τρόπο ζωής. Το ίδιο ισχύει και με την τεχνολογία. Όπως σημειώνει προσφυώς ο Langdon Winner, τα διάφορα τεχνολογικά μέσα δεν είναι απλώς βοηθήματα για την ανθρώπινη δραστηριότητα· είναι επίσης ισχυρές δυνάμεις που δρουν προς την αναμόρφωση αυτής της δραστηριότητας και του νοήματός της.

Έτσι, θα πρέπει να σκεφτούμε ποιο θα είναι το τίμημα του VAR και αν θέλουμε πράγματι να το πληρώσουμε. Ίσως πράγματι κάποιες αποφάσεις να γίνουν πιο «δίκαιες» από ορισμένες απόψεις. Είναι όμως πολύ πιθανό αυτές οι αποφάσεις και αυτή η δικαιοσύνη να αφορούν ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι.

Άλλωστε, τόσο το VAR όσο και άλλες τεχνολογίες υποβοήθησης της διαιτησίας στο ποδόσφαιρο δεν απηχούν μια αναγκαιότητα αλλά μια επιθυμία. Οι λόγοι που επιτάσσουν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναζητούνται στη φύση, την ουσία του «όμορφου παιχνιδιού», καθώς εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως όσοι διοικούν το ποδόσφαιρο ενδεχομένως χρειάζονται το VAR, το ίδιο το ποδόσφαιρο όμως όχι.

Φαινομενολογία του αθλήματος, φαινομενολογία του γηπέδου

Φυσικά, όπως συμβαίνει και με τη γραφειοκρατία, έτσι και η αποτελεσματικότητα και η αλήθεια του VAR είναι στην πραγματικότητα πολύ περιορισμένες. Κι αυτό γιατί και οι δύο βασίζονται αναγκαστικά, ακριβώς προκειμένου να εξορίσουν τον προσωπικό παράγοντα, στον φορμαλισμό, στην τυπική μέτρηση, στην ποσοτικοποίηση. Όμως –ευτυχώς– ούτε η ζωή ούτε το ποδόσφαιρο μπορούν να αναχθούν στις ποσοτικές τους διαστάσεις. Ίσα ίσα, αυτό που μένει έξω από τη φορμαλιστική υπολογισιμότητα είναι και το πλέον σημαντικό.

Έτσι, οποιοσδήποτε έχει παίξει ποδόσφαιρο, ξέρει ότι το κάθε ματς έχει έναν δικό του, ιδιαίτερο ρυθμό, που προσδιορίζει ασυνείδητα το επίπεδο της έντασης των διεκδικήσεων, της δύναμης, της μαχητικότητας και της σκληρότητας των μαρκαρισμάτων. Αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ούτε να μετρηθεί λογικά: βιώνεται και μετριέται από παίκτες, οπαδούς και διαιτητές εμπειρικά, με το μάτι, τη στιγμή του αγώνα και μάλιστα στα διάφορα σκαμπανεβάσματα της ροής του αγώνα. Γι’ αυτό ακριβώς όλοι γνωρίζουν ότι πολλές φορές η τυπική εφαρμογή του κανόνα είναι πιο άδικη από τη μη εφαρμογή του (παράδειγμα: το εντελώς άδικο, αν και ενδεχομένως τυπικά ορθό πέναλτυ που δόθηκε στη Ρεάλ στο 93ο λεπτό του ημιτελικού του Champions League με τη Γιουβέντους).[3]Αυτή είναι η συγκεκριμένη, βιωμένη αλήθεια του ποδοσφαίρου.

Διόλου τυχαία, οι Αμερικανοί, οι οποίοι πάντοτε επεφύλασσαν νεωτερικές ιδέες για το εξωτικό γι’ αυτούς ποδόσφαιρο, αποτέλεσαν τους θερμότερους υποστηρικτές της τεχνολογίας του VAR και το εφάρμοσαν στο εθνικό τους πρωτάθλημα (MLS). Τυχαία δεν είναι ούτε και η μεγάλη στήριξη που βρήκε το VAR στο πρόσωπο του Τζιάνι Ινφαντίνο, του προέδρου της FIFA. Ο Ινφαντίνο, ένας τεχνοκράτης νομικός γεννημένος στην Ελβετία, συνοψίζει άριστα την πίστη στην πρόοδο μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας αλλά και την τάση παγκόσμιας διακυβέρνησης του ποδοσφαίρου εντός του γραφειοκρατικού και νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, ερήμην των πρωταγωνιστών του παιχνιδιού.

Από την άλλη πλευρά, ο Μισέλ Πλατινί, πρώην πρόεδρος της UEFA αλλά και πρώην αθλητής με σπουδαίες παραστάσεις στο κορυφαίο επίπεδο, αντιτάχθηκε στην προϊούσα διείσδυση της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο, θεωρώντας πως αλλοιώνει το χαρακτήρα του παιχνιδιού, δηλαδή το ενδεχομενικό πάντρεμα τύχης και ικανότητας. Πιθανώς αντιλαμβάνεται διαισθητικά ο Πλατινί, όπως και άλλοι αθλητές που τάχθηκαν κατά της εφαρμογής του VAR, πως η αλήθεια του ποδοσφαίρου συγκροτείται μοναδικά και μας αφηγείται μια ιστορία την οποία δεν μπορούμε να αποσυναρμολογήσουμε στα εξ ων συνετέθη.

Η αλήθεια του video όμως είναι άλλη. Καθένας καταλαβαίνει ότι όταν βλέπουμε το βίντεο μιας γιορτής, βλέπουμε κάτι πολύ διαφορετικό από την ίδια τη γιορτή. Ακριβώς επειδή το video δεν μπορεί να πιάσει τον ρυθμό, την αίσθηση και το κλίμα της στιγμής, ο VAR μπορεί να οδηγήσει τους διαιτητές σε αποφάσεις τόσο τυπολατρικές, που να καταλήγουν άδικες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πρώτο πέναλτυ που καταλόγισε ο διαιτητής του αγώνα Αιγύπτου-Σ. Αραβίας υπέρ της τελευταίας. Ποιος δεν έφριξε βλέποντάς τον να ζητάει να γυρίσουν το βίντεο μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου πίσω, ώστε να παγώσει την εικόνα και να αποδείξει ότι υπήρξε κράτημα σε μια φάση που ο ρυθμός της καθιστούσε κάθε σκέψη για πέναλτυ γελοία; Είναι σαφές ότι όταν ο διαιτητής αναλύει τη φάση, κατακερματίζοντάς την, τεϊλορικώ τω τρόπω, σε ένα σύνολο καρέ, τα οποία μπορούν να παγώσουν, να παιχτούν γρηγορότερα ή πιο αργά, να επαναπροβληθούν κατά βούληση, δεν βλέπει πια «τη φάση», βλέπει κάτι άλλο. Έτσι, κρίνει και με διαφορετικό τρόπο, καθώς μια φάση που με «γυμνό μάτι» φαίνεται και είναι καθαρή, με το VAR μπορεί να φανεί ως πέναλτυ. Απόδειξη: στο τρέχον Μουντιάλ έχει ήδη σημειωθεί ρεκόρ καταλογισμών της εσχάτης των ποινών. Ως γνωστόν, το βλέμμα, το είδος του βλέμματος, επηρεάζει σε έναν όχι ασήμαντο βαθμό και το αντικείμενο του βλέμματος.

Κατανοούμε λοιπόν ότι, σε πείσμα του νεωτερικού και τεχνολατρικού φαντασιακού, το λάθος, η ατυχία και βαθύτερα το κακό, η τραγωδία, δεν μπορούν να ξεριζωθούν από τη ζωή, καθώς είναι εγγενή σ’ αυτήν. Το μόνο που κάνει η «πρόοδος της τεχνολογίας», τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και γενικά, είναι να μετατοπίζει –ή να απωθεί– την εστία του κακού και του λάθους, έχοντας στο μεταξύ αναδιαρθρώσει ολόκληρο το πεδίο και σαρώσει ό,τι καλό υπήρχε στην προηγούμενη κατάσταση.

Άλλωστε, το VAR όχι μόνο δεν μπορεί να πιάσει τον ρυθμό του αγώνα, αλλά επιπρόσθετα τον σπάει κιόλας. Στον πρώτο γύρο αυτού του Μουντιάλ είδαμε διαιτητή να διακόπτει αντεπίθεση για να κοιτάξει το video. Τι πρόοδος για το ποδόσφαιρο! Κι όμως, όλοι ξέρουν ότι το μεγαλύτερο παράπονο των οπαδών είναι ότι το ματς «δεν έχει ρυθμό».

Σε ένα άλλο, συναφές επίπεδο, η εφαρμογή του VAR είναι ασεβής απέναντι στην εμπειρία του γηπέδου και της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης του αθλήματος, οδηγώντας σε μια συνθήκη ακραίας τηλεοπτικοποίησής του. Ας μην ξεχνάμε πως, σε αντίθεση με το μπάσκετ, που είναι ένα άθλημα μεγάλης ταχύτητας, πολλών επαφών και λεπτομερειών, το ποδόσφαιρο παρακολουθείται καλύτερα από κάποιο σημείο της κερκίδας, παρά από την τηλεόραση. Αυτό διότι αφενός η ανάγκη για πολλά replay είναι μικρή –συνήθως όσα διαλαμβάνονται είναι ευχερώς αντιληπτά με γυμνό μάτι– κι αφετέρου διότι η τηλεοπτική κάλυψη ακολουθεί ως επί το πλείστον το ταξίδι της μπάλας εντός ενός αχανούς χώρου, στον οποίο συμβαίνουν πράγματα τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει στην ολότητά τους ο προσηλωμένος στην μπάλα και την πορεία της τηλεοπτικός φακός. Οι διατάξεις των δύο αντίπαλων ομάδων, οι κινήσεις που γίνονται μακριά από τη μπάλα, τα στιγμιότυπα εκτός της κύριας φάσης του παιχνιδιού, όλα αυτά είναι στοιχεία ενός ποδοσφαιρικού παιχνιδιού στα οποία μπορεί να σταθεί το ανθρώπινο μάτι κατά την παρακολούθηση εντός γηπέδου.

Το ποδόσφαιρο δεν είναι άθλημα αυστηρά κανονικοποιημένων κι επαναλαμβανόμενων φάσεων και μοτίβων. Είναι αυτό αλλά και κάτι περισσότερο, καθώς η ομορφιά του συχνά εκδηλώνεται αναπάντεχα με περίεργους, ακαθόριστους τρόπους. Είναι ένα παιχνίδι στην ουσία του συναισθηματικό και η γηπεδική εμπειρία παραμένει ιδιαίτερα σημαντική, για να παραβλέπεται. Αυτονοήτως, δεν είναι καθόλου συμβατό με την εμπειρία του γηπέδου να περιμένεις γεμάτος φόρτιση στην κερκίδα την αξιολόγηση ενός replay σε μια οθόνη στο κέντρο του γηπέδου. Να συγκρατείς ένα ποτάμι συναισθημάτων μέχρι την τελική απόφαση ή να σβήνεις κακήν κακώς πυρσούς και καπνογόνα –εάν τυχαίνει να βρίσκεσαι σε κάποιο οπαδικό πέταλο–, διότι ένα γκολ ακυρώνεται μισό ή ένα λεπτό μετά την επίτευξή του.

Σε όλους μας μοιάζει λάθος, όταν ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι γίνεται με άδειες εξέδρες, χωρίς το τραγούδι, τις φωνές και τη συλλογική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι θεατές. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος Simon Critchley, «το κλειδί στο ποδόσφαιρο είναι η σύνθετη διάδραση μεταξύ μεγαλειώδους μουσικής και όμορφης εικόνας. Ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας, οι θεατές και η ομάδα».[4] Έτσι, θεωρούμε πως η δραματική εισαγωγή τεχνολογιών όπως το VAR πιθανώς να οδηγήσει και σε μια αφυδατωμένη γηπεδική εμπειρία, ενδεχομένως με θεατές που θα κοιτάνε με το ένα μάτι μία οθόνη και με το άλλο τα τεκταινόμενα στον αγωνιστικό χώρο.

Το κοινωνικό νόημα του ποδοσφαίρου

Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και τις αλλαγές που θα επιφέρει το σύστημα VAR στις κοινωνικές σχέσεις που διαρθρώνονται γύρω από το ποδόσφαιρο. Παρόλη την παρακμή που έχουν επιφέρει τα εκατομμύρια των εταιρειών, το ποδόσφαιρο, όπως βιώνεται από τους οπαδούς, διασώζει μια έντονη αίσθηση λαϊκότητας, κοινής γιορτής, πάθους, έκστασης, νοήματος που υπερβαίνει το ορθολογικό.

Έτσι, οι λαϊκές πρακτικές γύρω από το ποδόσφαιρο –στην Αγγλία οι Pub, στην Ελλάδα οι συζητήσεις, τα πειράγματα και οι αναλύσεις με τον προπατζή, τον ψιλικατζή αλλά και την κυρία με το χαρτοπωλείο– αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του αθλήματος. Με τη σειρά του, αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των πρακτικών αποτελεί ο σχολιασμός των διαιτητικών αποφάσεων. Στα καφενεία, σχετικοί και άσχετοι με το άθλημα καταθέτουν τις απόψεις τους όχι μόνο γύρω από τους επερχόμενους πρωταθλητές, αλλά και γύρω απο τη μαλακία ή τη διορατικότητα του τάδε διαιτητή ή του δείνα επόπτη. Τώρα, αυτή η γόνιμη πολυφωνία θα κληθεί να σωπάσει μπροστά στην «αναντίρρητη αλήθεια» του video. Ίσως όμως και να μη σωπάσει, συναισθανόμενη διαισθητικά ότι, αν το VAR δείχνει όσα δεν είδε το μάτι, το μάτι βλέπει με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα μπορέσει το VAR.

Ο αθλητισμός και συγκεκριμένα το δημοφιλές ποδόσφαιρο αποτελούν πολιτισμικές πρακτικές με σημαντική κοινωνική διείσδυση και συμμετοχή. Συμπυκνώνουν εντός και γύρω τους σημασιακές κι αξιακές μεταβολές σύστοιχες των κοινωνικών δυναμικών. Αν αφιερώσουμε στο ποδόσφαιρο ένα σοβαρό και συνεπή στοχασμό, θα μας εκπλήξει ευχάριστα ο αναπάντεχος τρόπος με τον οποίο θα φωτιστούν πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας οι οποίες παρέμεναν θολές και αδιάβατες. Νομίζουμε πως εάν ο πρώτος στόχος αυτού του κειμένου είναι μια δομημένη κριτική πάνω στην εφαρμογή του VAR, ένας δεύτερος υπόρρητος στόχος θα μπορούσε να είναι η απόδειξη ότι μελετώντας και σκεπτόμενοι πάνω στο κοινωνικό και πολιτικό νόημα των σπορ και την οπαδική κουλτούρα, μπορούμε να οξύνουμε τα ερμηνευτικά μας σχήματα και να κατανοήσουμε εναργέστερα τις αντινομίες της εποχής.

~

Καθώς τελειώνει αυτό το κείμενο, ακόμη και αφήνοντας στην άκρη το αναντίρρητο γεγονός ότι οι τεχνολογίες έχουν την τάση να διαχέονται και να επεκτείνονται (χθες το goal line technology, σήμερα το VAR, αύριο τι;), ας μη σπεύσει κανείς να χαμογελάσει με τον «ρομαντισμό» μας για την υπεράσπιση της δυνατότητας του λάθους, του τυχαίου, του αυθόρμητου, του ακαθόριστου, του ανθρώπινου.[5] Ολόκληρες ποδοσφαιρικές μυθολογίες έχουν χτιστεί γύρω από μια λανθασμένη απόφαση. Υπερασπιζόμαστε αυτούς τους μύθους, γιατί είναι πιο αληθινοί από την «αλήθεια» του pause και του fast forward, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουμε το χέρι του θεού να αντικατασταθεί από το μάτι του συστήματος.

 Σημειώσεις

[1] Βλ. https://twitter.com/sombrerogr/status/1014538595909160960

[2] Στην πραγματικότητα, όπως φανερώνει και ο τίτλος της τεχνολογίας, ο στόχος είναι να κρίνει το video και όχι οι πέντε ή εφτά (!) διαιτητές που είναι τοποθετημένοι στο ειδικό δωμάτιο. Αυτοί απλώς παίζουν τον ρόλο των εξειδικευμένων υπαλλήλων, σύμφωνα με τον νέο καταμερισμό των καθηκόντων που επιβάλλει το VAR.

[3] Απολύτως σχετικές με όσα συζητάμε είναι και οι δηλώσεις του Μπουφόν, ο οποίος είχε αποβληθεί μετά τις διαμαρτυρίες του για το εν λόγω πέναλτυ: «Ο διαιτητής δεν έχει καρδιά» (δηλαδή, ακριβώς, του έλειπε το προσωπικόβιωματικό, συναισθηματικό στοιχείο) και, τις επόμενες μέρες, πιο ψύχραιμα: «Δεν έπρεπε να σφυρίξει. Ένας πιο έμπειρος διαιτητής δεν θα το είχε κάνει. Δεν θα είχε γίνει ο πρωταγωνιστής στο πάρτι. Έπρεπε να γυρίσει από την άλλη μεριά και να αφήσει τις δύο ομάδες να παίξουν παράταση.»

[4] Simon Critchley, What we think about when we think about Football, 2017.

[5] Εξάλλου, δεν είναι μόνο η δυνατότητα του λάθους, αλλά και η δυνατότητα του «σωστού». Πού θα πάει η αξιοπρέπεια του παίκτη που δεν βούτηξε, αν και θα μπορούσε, η περηφάνια του οπαδού που ξέρει ότι η ομάδα του πήρε δίκαια το πρωτάθλημα, από επιλογή κι όχι επειδή την επιτηρούσε η κάμερα; Πού θα πάει αυτό;

Πηγή: Kaboom

image_pdfimage_print
_____________________________________________________________

ΑΠΕΡΓΙΑ FIAT: «Για τον Ρονάλντο 400 εκ. και για τους εργάτες μονάχα κλωτσιές στα αρχίδια…»!…


Ορίστε ένας ωραίος αγώνας…

«Αντιμέτωποι με τόση ενοχή δεν μπορούμε από το να προχωρήσουμε σε απεργία. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι ενώ οι εργαζόμενοι εξακολουθούν για χρόνια να κάνουν τεράστιες οικονομικές θυσίες η ίδια η εταιρεία αποφασίζει να δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την αγορά ενός ποδοσφαιριστή. Μας λένε ότι η στιγμή είναι δύσκολη. Και ενώ οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους σφίγγουν όλο και περισσότερο τις ζώνες τους, η εταιρεία αποφασίζει να επενδύσει πολλά χρήματα σε μόνο έναν άνθρωπο! Είναι εντάξει; Είναι φυσιολογικό για ένα άτομο να κερδίζει εκατομμύρια και χιλιάδες οικογένειες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν έως τα μέσα του μήνα; Είμαστε όλοι εξαρτημένοι από το ίδιο αφεντικό, αλλά σε αυτήν την στιγμή τεράστιας κοινωνικής δυσκολίας, αυτή η άνιση μεταχείριση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Οι εργαζόμενοι της Fiat έχουν υπηρετήσει την εταιρεία για τουλάχιστον τρεις γενιές, πλουτίζοντας όποιον κινείται γύρω από την εν λόγω εταιρεία, και σε αντάλλαγμα έλαβαν πάντα και μόνο μια ζωή δυστυχίας. Η εταιρεία θα μπορούσε να επενδύσει σε μοντέλα αυτοκινήτων που διασφαλίζουν το μέλλον των χιλιάδων ανθρώπων και όχι μόνο σε έναν άνθρωπο. Προτιμούν τον κόσμο του παιχνιδιού, την διασκέδαση για οτιδήποτε άλλο. Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης κηρύσσει απεργία από την Κυριακή (22:00) 15 Ιουλίου μέχρι την Τρίτη (06:00), 17 Ιουλίου 2018».

Λοιπόν: Οι εργαζόμενοι της FIAT απεργούν με την παραπάνω ανακοίνωση με το που γίνεται η μεταγραφή του Ρονάλντο στη Juventus! Πραγματικό νέο. Σαφώς δεν είναι χούλιγκανς (μιας και αυτοί ενίοτε αγαπούν την απεργοσπασία) και σαφώς δεν βλέπουν την ζωή μέσα από το πρίσμα δέκα ακριβοπληρωμένων παιχτών που έχουν προσδώσει στο ποδόσφαιρο την δυσφημιστική αξία του πιο στημένου ως απάτη αθλήματος. Το να απεργεί κάποιος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Και αυτοί το αποφάσισαν. Αφενός για να παλέψουν για τα μεροκάματα τους. Αφετέρου για να δηλώσουν το απαράδεκτο του πράγματος να θεωρούνται δούλοι και με τέτοια θρασύτητα από τα αφεντικά. Και επιπλέον να  ξεκαθαρίσουν για την όλη ποδοσφαιρική ευτέλεια (Επιτέλους! Όχι στα κανάλια ειδικών και στις ειδικές εφημερίδες μα μπροστά στις κλειστές πύλες των εργοστασίων).

Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου συνεχίζει να αγαπάει το ποδόσφαιρο και προφανώς η περίφημη ρήση του Αλμπέρ Καμύ -ανάμεσα σε πολλές άλλες από παγκόσμια μυαλά που δεν χωράει ίχνος αμφιβολίας για την «ριζοσπαστικότητα» τους-, πως «όλα όσα γνωρίζω περί ηθικής και πειθαρχίας τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο» μας βρίσκει σύμφωνους. Αυτή η ρήση ωστόσο δεν εφάπτεται πουθενά με την «ηθική» οποιουδήποτε «ροναλντικού» ποδοσφαίρου, ποδοσφαίρου της ανείπωτης φήμης και των δισεκατομμυρίων που την ακολουθούν. Είμαστε τόσο σίγουροι -όσο ακριβώς σύμφωνοι- πως αν είχε εικόνα ο αγαπημένος μας συγγραφέας μονάχα του παρόντος ποδοσφαίρου θα το έθετε πολύ μα πάρα πολύ διαφορετικά.

Η ηθική του ποδοσφαίρου εν γένει (και όχι εν μέρει) είναι η ηθική ενός πραγματικού αγωνίσματος και τέτοια ηθική δεν γεννιέται μέσω bets, στοιχημάτων, ανοιγμένων κεφαλιών και μεταγραφικών νέων ηδονικής σχεδόν αντιμετώπισης. Μα μέσα από μια άλλη: Την ηθική του αγώνα. Έτσι μας βρήκε με ανοιχτές τις αγκαλιές η απόφαση των εργαζομένων της FIAT να απεργήσουν μπρος στις μπίζνες της μπάλας. Μιας απόφασης που δίνει μάθημα συνδικαλιστικής ευρύτητας, πολιτικής οξύτητας και ηθικής σοβαρότητας. Μιας απόφασης που είναι δεμένη με την ζωή γιατί μονάχα αν παλεύεις για αυτή μπορείς να είσαι μέρος της… και να παίζεις και πραγματικά μπάλα.

«Για τον Ρονάλντο 400 εκ. και για τους εργάτες μονάχα κλοτσιές στα αρχίδια» γράφει μια από τις αφίσες της απεργίας. πηγή: Corriere dello Sport.it

 

*Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι από την ταινία «Kes» του Ken Loach.

Aπό:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%B1-fiat-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%BF-400-%CE%B5%CE%BA-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1/#.W0pJjt_NFWc

Christopher Lasch: νοσταλγία ή μνήμη; …


J. Alfonso Toft (1866-1964) – Rural landscape with cottage

Από το βιβλίο του Christopher Lasch, The True and Only Heaven (1991), New York: W .W. Norton & Company, Inc.
Μετάφραση (του Μιχάλη Θεοδοσιάδη) της εισαγωγής της ενότητας Memory or Nostalgia (σ.82-83) και Images of Childhood: From Gratitude to Pathos (σ.87-92) του τρίτου κεφαλαίου Nostalgia: The Abdication of Memory (σ.82-119).


Η νοσταλγία, όντας ένας ιδεολογικός συγγενής της προόδου, καταρρακώνει κάθε μας προσπάθεια να κοιτάζουμε το παρελθόν με κριτική ματιά, όπως ακριβώς η πρόοδος μας στερεί την ικανότητα να προσεγγίσουμε το μέλλον με τρόπο έξυπνο. Τούτες οι φαινομενικά αντικρουόμενες νοοτροπίες φαίνεται πως συγκλίνουν σε αρκετά σημεία. Βέβαια, όλο και λιγότερο πειστική καθίσταται η έντονη εξιδανίκευση του παρελθόντος, μια τάση ακατανόητη για τα άτομα που ενστερνίζονται το ευαγγέλιο της προόδου.

Όπως θα έπρεπε να επανεξετάσουμε το συσχετισμό της προόδου με το συναίσθημα της ελπίδας, έτσι ακριβώς οφείλουμε να διαχωρίσουμε τη νοσταλγία από τη γλυκιά ανάμνηση κάποιας όμορφης στιγμής, η οποία βλέπει το παρόν ως συνέχεια του παρελθόντος και ταυτόχρονα προωθεί την ιδέα του κοινοτικού ριζώματος. Η νοσταλγία, που βασίζεται στην τάση μας να απορρίπτουμε το παρόν συλλήβδην, δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με τη συναισθηματική επίκληση σε κάποιες όμορφες στιγμές που χαράζονται στη μνήμη μας. Η νοσταλγία πηγάζει από το συναίσθημα πως το παρελθόν θα μπορούσε να προσφέρει ευχάριστες στιγμές που πλέον δεν υφίστανται· επικαλείται αναπαραστάσεις που έχουν χαθεί μια για πάντα, και για το λόγο αυτό εκλαμβάνονται ως αιώνιες αλήθειες που μένουν αναλλοίωτες στο χρόνο. Αυστηρά μιλώντας, η νοσταλγία δεν προϋποθέτει εξάσκηση της μνήμης, από τη στιγμή που το χθες εξιδανικεύεται και εκλαμβάνεται ως μια οντότητα σταθερή και τελειοποιημένη, που δεν μεταβάλλεται στο χρόνο. Παρότι η μνήμη τείνει να εξιδανικεύει το παρελθόν, την ίδια στιγμή δεν καταδικάζει συλλήβδην το παρόν. Από το χθες αντλούμε ελπίδα και θαλπωρή, αποσκοπώντας να εμπλουτίσουμε το παρόν, ώστε να καταστήσουμε τον εαυτό μας ικανό να αντιμετωπίσει τις επικείμενες προκλήσεις με τρόπο ευχάριστο. Η μνήμη συνδέει το χθες με το σήμερα και το αύριο· δεν ενδιαφέρεται τόσο για την απώλεια ενός χαμένου κόσμου, όσο για το γεγονός ότι στο ίδιο μας το παρελθόν οφείλουμε αρκετά, ότι το χθες αποτελεί διαφωτιστική επιρροή που εξακολουθεί να ζει στον τρόπο ομιλίας μας, στις συνήθειές μας, στα κριτήρια αξίας που αναγνωρίζουμε, στις απαιτήσεις μας και στις προδιαθέσεις μας για τον γύρω κόσμο μας.

Συνέχεια

selfie: ο καπιταλισμός σκοτώνει! …


selfie: ο καπιταλισμός σκοτώνει!

Το 2014 ήταν η αρχή. Μόνο 15… Το 2015 πήγε καλύτερα: 50. Το 2016 ξεκαθαρίστηκε ότι υπάρχει μια σταθερή ανοδική τάση: 97. Το 2017 υπήρξε κάτι σαν κοιλιά: μόνο 47, αν και άλλοι 48 έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν. Αυτά τα νούμερα είναι νεκρών από ατυχήματα στη διάρκεια προσπαθειών για “αυτοφωτογράφηση”. Μια καινούργια αιτία θανάτου προστέθηκε στις ήδη γνωστές: selfie. Θάνατος από ναρκισσισμό.

Οι εφευρέτες της φωτογραφίας και της φωτογράφησης, εκεί στον 19ο αιώνα, ασφαλώς δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν. Ότι κάποτε η φωτογράφηση θα έφτανε να σκοτώνει. Υπάρχει, βέβαια, μια λέξη που υποδεικνύει κάτι σχετικό: αποθανατίζω. Αλλά ο αποθανατισμός είχε το ανάποδο νόημα: να διατηρήσει την εικόνα ενός προσώπου (ή ενός πράγματος) όταν αυτό δεν θα υπάρχει. Το ότι για να υπάρξει η εικόνα είναι πολύ πιθανό να πάψει να υπάρχει το “θέμα” της (εδώ το ζωντανό υποκείμενο), το να γίνει δηλαδή η εικόνα όχι απλά η “αποτύπωση” αλλά αιτία θανάτου αυτό είναι μια ριζική αντιστροφή. Που ήδη συμβαίνει.

Συνέχεια

Πάμπλο Νερούδα Εκείνα τα φιλιά που δεν δόθηκαν…


Pablo Neruda

ΔΥΟ Η ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΆΝΕΙ, ο Pablo Neruda έγραψε το τελευταίο ποίημά του, το πιο βίαιο δημιούργημα που ένας πολύ διάσημος ποιητής και βραβείο  Nobel εξαπέλυσε ποτέ ενάντια κάποιου, λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα του Pinochet του ‘73, όταν τα αεροπλάνα είχαν βομβαρδίσει την Moneda και οι στρατιωτικοί είχαν σφαγιάσει τον πρόεδρο Allende διοχετεύοντας τον θάνατό του σαν αυτοκτονία. Το ποίημα του  Neruda έλεγε: “ Nixon, Frei και Pinochet / μέχρι σήμερα, μέχρι αυτό τον πικρό / μήνα του σεπτεμβρίου / του έτους 1973, με  Bordaberry, Garrastuzu και Banzer, / αχόρταγες ύαινες (…) σατράπες χίλιες φορές ξεπουλημένους / και προδότες, ενθουσιασμένους / από τους λύκους της New York, πεινασμένες μηχανές βασάνων, βαμμένες απ’ την θυσία / από τους μαρτυρικούς λαούς τους,  έμποροι πουτάνες/ του ψωμιού και του αέρα της Αμερικής / οχετοί, δήμιοι, αγέλη / μαστροπών πορνείων, δίχως άλλο νόμο απ’ το βασανιστήριο / και την πείνα απογοήτευσης του λαού ”.
Η κηδεία του ποιητή ήταν η πρώτη πράξη αντίστασης στο νέο καθεστώς. Είναι μια σκηνή που διηγήθηκα πολλές φορές και δεν θέλω να επαναλάβω. Κανείς εκείνη την στιγμή δεν σκέπτονταν πως ο  Pablo Neruda είχε δολοφονηθεί στο νοσοκομείο του Santiago, όπου είχε διακομιστεί, με θανατηφόρο ένεση. Ήταν άρρωστος με καρκίνο και θα είχε πεθάνει έτσι κι αλλιώς λίγους μήνες αργότερα. Όταν όμως πήγα να διαβάσω ξανά τις λεπτομέρειες του θανάτου του García Lorca, μεγάλου φίλου του, στην πανέμορφη βιογραφία του Ian Gibson, αντιλήφθηκα ένα ανησυχητικό παράλληλο. ο  Lorca μεταφέρθηκε λίγα χιλιόμετρα έξω από την Granada και δολοφονήθηκε σαν το σκυλί σε έναν λάκκο μαζί με άλλους αιχμαλώτους, όχι σαν άνθρωπος της αριστεράς ή ομοφυλόφιλος, όπως λέγονταν εκείνους τους καιρούς  (ο πιθανός φυσικός δράστης του εγκλήματος, Juan Luis Trescastro de Medina, υπερηφανεύονταν πως τον είχε πυροβολήσει δυο φορές χαμηλά στην πλάτη του διότι ήταν ένας “ maricon ”). Δεν τον σκότωσαν οι άνδρες της falange, αλλά οι αντιδραστικοί καθολικοί που δεν του συγχώρεσαν ποτέ ένα άρθρο, που εμφανίστηκε στην κυριότερη εφημερίδα της Granada, στο οποίο ο ποιητής αποκαλούσε και χαρακτήριζε τους αστούς της πόλης τους πιο άθλιους της Ευρώπης. Δεν ήταν κάτι που οι σύμμαχοι των φρανκιστών μπορούσαν να ανεχθούν.
ο Pablo Neruda, ανάμεσα σε αυτούς που θεωρήθηκαν μεγάλοι ποιητές,  υπήρξε ο πιο δημοφιλής όλων ακόμη και έξω από την χώρα του. Μέχρι και τα άτομα που δεν έχουν μεγάλη σχέση με την κουλτούρα, εάν τους ζητηθεί να δώσουν ένα όνομα ποιητή θα πουν Neruda. Οι νέοι κάτω από τα είκοσι χρόνια μάθαιναν τα ποιήματά του από μνήμης διότι ήταν εύκολο να τα απομνημονεύσουν, κατείχαν έναν όμορφο ρυθμό και όταν τα ψιθύριζαν στα αυτιά των κοριτσιών υπόσχονταν ένα σίγουρο αποτέλεσμα.  Κάποιοι στίχοι του έμοιαζαν στα “ piropos ”, εκείνα τα γλυκόλογα καταρράκτες που μουρμουρίζεις για να ρίξεις τα κορίτσια με τις πιο φανταστικές μεταφορές και τις πιο ευρηματικές εικόνες.  Χαρακτηρίστηκαν αυτοί οι στίχοι barocchi, ένας όρος passpartout, ή καλύτερα μια κοινοτοπία, που μεταχειρίστηκαν οι αγγλοσάξονες κριτικοί με κάποιαν υπογράμμιση περιφρόνησης για να δείξουν όλο εκείνο που είναι ισπανικό και παρακμιακό.
όμως ο Pablo υπήρξε επίσης ένας συγγραφέας εναλλακτικός, που άλλαζε συνεχώς θέματα και τρόπους γραφής. Άλλοι στίχοι του είναι ελαφρύτεροι, σουρεαλιστικού είδους, και δίδουν στην αισθησιακή και σαρκική σύνθεση μια κομψότητα και ελαστικότητα εξαιρετικές: “ Κοντά/ στο μικρό σου αυτάκι/ ή στο μέτωπο/ σκύβω, καρφώνομαι/
η μύτη ανάμεσα στα μαλλιά (…) και το αφρώδες σου στόμα/ αφέθηκα/ το χέρι μου/μυρωδιά από μελάνι και από ξύλο ”.
Ένα παρόμοιο ήχο τον ξαναβρίσκουμε σε εκείνα, μέχρι τώρα αδημοσίευτα, που δημοσιεύτηκαν σε αυτές τις σελίδες και ξέφυγαν από την αναθεώρηση της Matilde Urrutia, γυναίκας του.
Μα σε άλλες συνθέσεις περνά ακριβώς στην αντίθετη πλευρά, εκείνη της ενατένισης του θανάτου και του επικείμενου τέλους. Το ’35, όταν πήγε στην Ισπανία για πρώτη φορά προσκεκλημένος από την Σχολή των Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Madrid, παρουσιάστηκε από τον García Lorca με αυτά τα λόγια: «ο Pablo είναι πιο κοντά στον θάνατο απ’ ότι στην φιλοσοφία, κοντύτερα στον πόνο απ΄ ότι στην εξυπνάδα, κοντύτερα στο αίμα απ’ ότι στο μελάνι». Είναι αλήθεια. ο Neruda είχε ένα μακρύ βλέμμα που στόχευε επάνω σε όλα αυτά στα οποία ήταν καταδικασμένος, μια βαθιά στάση μελέτης όλων όσων βρίσκονται στην πλευρά του αντίο, όπως έλεγε ο Theodor Adorno μιλώντας για τις συμφωνίες του  Mahaler.
Είχε γεννηθεί στο Temuco, ένα χωριουδάκι στα Νότια της Χιλής, κρυμμένο σε εκείνες τις κοιλάδες που κατεβαίνουν προς την περιοχή της θάλασσας με τα περισσότερα ψάρια στον κόσμο, που διασχίζεται από το παγωμένο ρεύμα του Humbold. Ήταν περιοχές που ανήκαν στους αραουκανούς, μεγάλο λαό πολεμιστή, τους μοναδικούς  indios που στάθηκαν ικανοί να σταματήσουν τους ισπανούς “ tercios ” που οδηγούσε ο κατακτητής Valdivia και να τους νικήσουν. Σε αυτό το μέρος όπου πάντα βρέχει, δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να κάνεις και μπορούσες να πεθάνεις ίσως και από την ανία. Όμως ο νεαρός  Neruda περνούσε πολύ απ’ τον καιρό του γράφοντας στίχους, μαγεμένος από τον θόρυβο που έκαναν οι στάλες στις σκεπές από κυματισμένη λαμαρίνα. Μια παρόμοια αίσθηση την είχε επίσης ένας άλλος καλλιτέχνης, διάσημος τουλάχιστον όσο ο  Neruda, της ίδιας εποχής. Ονομάζονταν Cole Porter, ήταν ένας μεγάλος συνθέτης. Στο πιο σπουδαίο του τραγούδι, Night and day , ακούγεται το κουδούνισμα από τις σταγόνες της βροχής.
ο Pablo λάτρευε το χωριό του που μια αγγλίδα ιστορικός χαρακτήρισε το λεπτό χωριό, με μιαν ακτή να την χτυπούν κύματα τεράστια που προέρχονταν από την άλλη πλευρά του πλανήτη και που είχαν διασχίσει όλον τον Ειρηνικό ωκεανό για δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα δίχως να συναντήσουν εμπόδια.  Τα αφιερωμένα στον ωκεανό ποιήματα είναι από τα ωραιότερα που έγραψε ποτέ και όταν ήταν νέος έλεγε πάντα πως ήθελε ένα σπίτι μπροστά στην θάλασσα.  Έχτισε ένα σχεδιασμένο σαν μια βάρκα, στην κορυφή των αμμόλοφων, με τρόπο τέτοιο ώστε να δίνει την εντύπωση πως είχε παρασυρθεί εκεί από τα κύματα σαν να είχε ναυαγήσει. Η τοποθεσία ονομάζονταν Isla Negra και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για νησί ενώ είναι μια baia στα νότια του Valparaíso. Όταν πήγα εκεί, τον σεπτέμβρη του 1973, το σπίτι είχε καταστραφεί από τους αστυνομικούς του Pinochet και είχαν κλαπεί οι υπέροχες συλλογές από κοχύλια και ακρόπρωρα. Η κυβέρνηση του Santiago αντιλήφθηκε το λάθος που διαπράχθηκε όταν στις εφημερίδες εμφανίστηκε η φράση, που στην συνέχεια έγινε διάσημη και είχε διατυπωθεί από τον ίδιο τον Neruda ακριβώς για να εμποδίσει την καταστροφή, “Εδώ σαν εχθρό έχετε μόνο την ποίηση”.
Θα είχε θελήσει να θαφτεί εκεί — “ frente al mar que conozco ” — όμως ο Pinochet του αρνήθηκε και αυτή την μικρή του βούληση και υπήρξε δυνατό να γίνει μόνον όταν εκδιώχθηκε ο δικτάτορας. Εκεί τώρα αναπαύεται, δίπλα στην γυναίκα του. Εάν περάσετε από εκείνα τα μέρη να πάτε στην Isla Negra. Φτιάχτηκε όταν ο  Pablo και οι φίλοι του πήγαιναν στις πορείες φωνάζοντας πως η ενωμένη αριστερά δεν θα νικηθεί ποτέ,  “ la isqierda unida jamas sera vencida ”. Από τότε η αριστερά ηττήθηκε αναρίθμητες φορές, όμως η τοποθεσία είναι πολύ υποβλητική και θυμίζει τον ποιητή μας σαν κανένα άλλο μέρος στον κόσμο.
http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/
https://youtu.be/48pAFEWZ8u4

Απ΄το Δίσκο του Ορφέα Περίδη »Live με τους φίλους του»

_____________________________________________________________

Από:https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/11/02/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1-%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B4%CF%8C%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B1/