Ο Κάφκα στην ακτή του Haruki Murakami…


Μπορεί να μην έχει πάρει ακόμα το Nobel λογοτεχνίας που του αξίζει, αλλά τουλάχιστον μας έχει προικίσει με δεκάδες μυθιστορήματα για να υμνούμε το ταλέντο και την φαντασία του. Ο Haruki Murakami είναι ο πιο φευγάτος ιάπωνας επί γης αυτή την στιγμή που μιλάμε, δηλαδή που με διαβάζετε, και το βιβλίο του ο Κάφκα στην ακτή είναι νομίζω η σαφέστερη απόδειξη.

haruki-murakami-sozleri_1511426013

Ο καθένας από εμάς χάνει κάτι πολύτιμο. Χαμένες ευκαιρίες, χαμένες δυνατότητες, χαμένα συναισθήματα που δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ. Όλα αυτά είναι μέρος της ζωής. Μέσα στο κεφάλι μας όμως –τουλάχιστον εκεί το φαντάζομαι εγώ- υπάρχει ένας μικρός χώρος όπου αποθηκεύουμε τις αναμνήσεις. Ένα δωμάτιο σαν τα ράφια αυτής της βιβλιοθήκης. Και προκειμένου να κατανοήσουμε την λειτουργία της δικής μας καρδιάς πρέπει να συντάσσουμε συνεχώς καινούργιες λίστες. Πρέπει όμως πότε πότε να τον ξεσκονίζουμε, να τον αερίζουμε, να αλλάζουμε το νερό στα βάζα με τα λουλούδια. Με άλλα λόγια είσαι ο μόνιμος ένοικος της δικής σου προσωπικής βιβλιοθήκης.

Ο Κάφκα Ταμούρα είναι ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που την ημέρα των γενεθλίων του το σκάει από το σπίτι κυνηγημένο από ζώντα φαντάσματα και μια οιδιπόδεια προφητεία. Διαλέγει ένα μέρος τυχαία και φεύγει ψάχνοντας να βρει την μητέρα και την αδερφή του που τον εγκατέλειψαν χρόνια πριν. Μερικά στενά παρακάτω μένει ο Νακάτα, ένας όχι και τόσο έξυπνος, σίγουρα όμως εξυπνότερος από πολλούς που περνιούνται για ξύπνιοι, γέρος. Ο Νακάτα όταν ήταν μικρός του συνέβη ένα πολύ περίεργο περιστατικό και από τότε οι εγκεφαλικές του ικανότητες πάγωσαν. Παρόλα αυτά, είναι προικισμένος με πολλά άλλα «σπουδαία» γνωρίσματα. Ένα μεσημέρι, ψάχνοντας μια εξαφανισμένη γάτα, εμφανίζεται ένας σκύλος και του ζητάει να τον ακολουθήσει. Από τότε ξεκινάει και το δικό του ταξίδι.

Οι δύο αυτοί ήρωες πρωταγωνιστούν στον Κάφκα στην ακτή και, ενώ η σύνδεση τους είναι αναγκαία και προκαθορισμένη, δεν συναντιούνται ποτέ μέσα στην ιστορία. Ο Murakami έχει κάνει εξαιρετική δουλεία τόσο στην παρουσίαση και την ανάπτυξη των δύο βασικών ηρώων, όσο και στους επι μέρους χαρακτήρες. Ακόμα και οι γάτες που μονοπωλούν το ενδιαφέρον του Νακάτα (και το δικό μου) έχουν έντονες προσωπικότητες, ανάλογες της ανατροφής και της ράτσας τους.

Σκέφτομαι τον χρόνο, τον χρόνο που δεν γίνεται να ξανακερδηθεί. Σκέφτομαι τους ποταμούς, τα κύματα, τα δάση, το νερό που αναβλύζει. Την βροχή και τους κεραυνούς. Τους βράχους και τις σκιές. Και όλα αυτά είναι μέσα μου.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου οι κριτικοί χαρακτηρίζουν τον Murakami ως έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες παγκοσμίως. Μέχρι σε ένα σημείο έχουν δίκιο, αλλά μετά από αυτό το βιβλίο σιγουρεύτηκα πως ακόμα και ένας τόσο βαρύς τίτλος είναι μικρός. Ο  ιάπωνας λογοτέχνης στα μυθιστορήματά του φτιάχνει ολόκληρους κόσμους. Βασισμένους και άμεσα εξαρτημένους με τον δικό μας «κανονικό», αλλά πολύ πιο μυστηριώδους και φανταστικούς. Στον Κάφκα ανεβαίνει δέκα σκαλοπάτια παραπάνω και πλέκει το μύθο μιας αρχαίας τραγωδίας με τα σύνορα του ονειρικού κόσμου και τα σύννεφα της μνήμης. Μπερδεύει τις μορφές της αγάπης, τις κάνει σμπαράλια και μετά τις ενώνει ξανά σε ένα σουρεαλιστικό βιτρό. Η ένωση των ψυχών δεν έχει ούτε ηλικία ούτε ιδιότητες ούτε δεσμεύσεις, μονάχα μνήμη.

Εντάξει, μου πήρε αρκετά βιβλία αλλά επιτέλους κατάλαβα ότι ο Χαρούκι είναι συγγραφέας άλλης διάστασης. Δίνει στον αναγνώστη την δυνατότητα να συμμετέχει στην πλοκή, να τελειώνει την ιστορία όπως θέλει αυτός και να βγάζει τα δικά του μοναδικά συμπεράσματα. Καταλαβαίνω ότι τέτοιου είδους ελευθερίες δεν αρέσουν σε όλους τους αναγνώστες, παραείναι αόριστες και ριψοκίνδυνες. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια γενναία συγγραφική κίνηση, παρά την αίσθηση ευκολίας μπορεί να αποπνέει.

2018-01-11 03.54.09 1.jpg

Ο Κάφκα στην ακτή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Φυσικά και προτείνεται, αλλά όχι σε όσους δεν έχουν έρθει ήδη σε επαφή με την γραφή του λογοτέχνη. Δεν είναι κατάλληλο για πρώτη επαφή, αλλά αν σας αρέσει ο Haruki είναι σίγουρο ότι θα λατρέψετε το συγκεκριμένο βιβλίο.


Από:https://stylerivegauche.wordpress.com/2018/01/12/kafka-murakami/

Advertisements

Εκατό χρόνια από τη ρωσική επανάσταση και την αποκήρυξη των χρεών…


Πρώτη από έξι συνέχειες

 του Eric Toussaint

2018 01 13 01 1917 2017

Τον Φεβρουάριο του 1918, η αποκήρυξη των χρεών στην οποία προχώρησε η σοβιετική κυβέρνηση ταρακούνησε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και οδήγησε σε ομόφωνη καταδίκη από πλευράς των κυβερνήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Αυτή η απόφαση αποκήρυξης εγγράφονταν στην συνέχεια του πρώτου μεγάλου κινήματος κοινωνικής χειραφέτησης που συντάραξε την ρωσική αυτοκρατορία, το 1905. Αυτό το ευρύ επαναστατικό κίνημα είχε προκληθεί από συνδυασμό πολλών παραγόντων: την κατατρόπωση των ρωσικών δυνάμεων στον πόλεμο με την Ιαπωνία, τον θυμό των αγροτών που απαιτούσαν γη, την απόρριψη της απολυταρχίας, τις διεκδικήσεις των εργατών… Το κίνημα ξεκίνησε με απεργίες στη Μόσχα, τον Οκτώβρη του 1905, κι επεκτάθηκε σε όλη την αυτοκρατορία υιοθετώντας ποικίλες μορφές αγώνα. Κατά την διάρκεια της διαδικασίας αυτό-οργάνωσης των λαϊκών μαζών γεννήθηκαν συμβούλια (τα «σοβιέτ», στα ρωσικά) αγροτών, συμβούλια εργατών, συμβούλια στρατιωτών…

1. Η αποκήρυξη των χρεών στην καρδιά των επαναστάσεων του 1905 και του 1917

Στην αυτοβιογραφία του, ο Λέων Τρότσκι που προέδρευσε στο Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης (πρωτεύουσας της Ρωσίας ως τον Μάρτη του 1918) εξηγεί πως η σύλληψη του συνόλου του διευθυντηρίου του, στις 3 Δεκέμβρη 1905, προκλήθηκε από την δημοσίευση ενός μανιφέστου όπου τα μέλη του εκλεγμένου αυτού συμβουλίου καλούσαν σε αποκήρυξη των χρεών που είχαν συναφθεί από το καθεστώς του τσάρου. Εξηγεί επίσης ότι αυτό το κάλεσμα του 1905 για μη αποπληρωμή του χρέους συγκεκριμενοποιήθηκε τελικά στις αρχές του 1918, όταν η κυβέρνηση των σοβιέτ υιοθέτησε το διάταγμα αποκήρυξης των τσαρικών χρεών:

Μας συνέλαβαν την επομένη της δημοσίευσης αυτού που ονομάστηκε το «χρηματοοικονομικό μας μανιφέστο», όπου ανακοινώνονταν η αναπότρεπτη πτώχευση του τσαρικού καθεστώτος: καθιστούσαμε απολύτως κατανοητό ότι τα χρέη των Ρομανώφ δεν θα αναγνωρίζονταν από τον λαό την ημέρα που θα νικούσε |1|.

Ο Τρότσκι (με τον φάκελο στα χέρια) μεταξύ των μελών του σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης, το 1905, κατά την διάρκεια της δίκης τους

Ο Τρότσκι (με τον φάκελο στα χέρια) μεταξύ των μελών του σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης, το 1905, κατά την διάρκεια της δίκης τους

Το μανιφέστο των εργατών εκλεγμένων αντιπροσώπων δήλωνε ξεκάθαρα τα ακόλουθα:

«Η απολυταρχία δεν απόλαυσε της εμπιστοσύνης του λαού και δεν της δόθηκε ποτέ κανενός είδους νομιμοποίηση από τον λαό.Γι’αυτό και αποφασίσαμε να μην επιτρέψουμε την εξυπηρέτηση των δανείων που έχει συνάψει η τσαρική κυβέρνηση ενώ είχε ανοιχτά εμπλακεί σε πόλεμο με ολόκληρο τον λαό.»

Το γαλλικό Χρηματιστήριο απάντησε στο δικό μας μανιφέστο λίγους μήνες αργότερα, παραχωρώντας νέο δάνειο στον τσάρο, ύψους επτακοσίων πενήντα εκατομμυρίων φράγκων. Ο φιλελεύθερος και αντιδραστικός Τύπος ειρωνεύονταν τις αδύναμες απειλές του Σοβιέτ κατά των τσαρικών οικονομικών και των Ευρωπαίων τραπεζιτών. Στην συνέχεια, προσπάθησαν να ξεχαστεί το μανιφέστο. Όμως, είχε καταγραφεί στις μνήμες. Η δημοσιονομική χρεοκοπία του τσαρισμού, που προετοιμάζονταν από ολόκληρο το παρελθόν του, ξέσπασε με την στρατιωτική κατάρρευση του καθεστώτος. Και, με τη νίκη της επανάστασης, ένα διάταγμα του συμβουλίου των λαϊκών επιτρόπων, που εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1918, διακήρυττε απλά και ξεκάθαρα την διαγραφή όλων των χρεών του τσάρου. Το διάταγμα αυτό είναι ακόμη σε ισχύ |2|. Όσοι δηλώνουν πως η Οκτωβριανή επανάσταση δεν αναγνωρίζει καμία υποχρέωση, σφάλλουν. Η επανάσταση αναγνωρίζει πλήρως τις δικές της υποχρεώσεις. Την δέσμευση που ανέλαβε στις 2 Δεκεμβρίου 1905, την εκπλήρωσε στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Είχε κάθε δικαίωμα να πει στους δανειστές του τσαρισμού: «Κύριοι, είχατε προειδοποιηθεί εγκαίρως!»

Υπό αυτήν την έννοια, όπως και υπό όλες τις άλλες, το 1905 είχε προετοιμάσει το 1917.

Στο βιβλίο με τίτλο 1905, ο Λ. Τρότσκι περιγράφει τη διαδοχή των γεγονότων που οδήγησε στην υιοθέτηση του χρηματοοικονομικού Μανιφέστου με το οποίο το Σοβιέτ, αυτό το όργανο επαναστατικής δημοκρατίας, καλούσε στην άρνηση της αποπληρωμής των χρεών που είχε συνάψει ο τσάρος.

Συνέχεια

Μέχρι να κάνουμε πράξη ένα όνειρο…


Γράφει ο mitsos175

«Οι κομμουνιστές και όλες οι αριστερές πατριωτικές δυνάμεις στη Ρωσία καταλαβαίνουν ότι ο Κομμουνισμός είναι τόσο κοντά στον Χριστιανισμό όσο η μορφή του καπιταλισμού που υπάρχει στη χώρα μας σήμερα και η οικονομία μας είναι πολύ μακριά από τον Χριστιανισμό».

Ivan Melnikov μέλος του Κ.Κ. Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Επειδή οι δηλώσεις του Ρώσου Προέδρου Πούτιν είχαν πολλές ερμηνείες από τα ελληνικά ΜΜΕ θα πούμε τι ειπώθηκε και για ποιο λόγο.

«Ίσως θα πω κάτι σε κάποιον να μην αρέσει, αλλά αυτό είναι ο τρόπος που το βλέπω», δήλωσε ο Πούτιν σε μια συνέντευξη για ένα ντοκιμαντέρ.
«Πρώτα απ ‘όλα, η πίστη μας βοηθούσε πάντα, να γίνουμε ισχυρότεροι κάθε φορά που η χώρα μας, ο λαός μας, είχε περάσει δύσκολες στιγμές… Υπήρχαν εκείνα τα χρόνια μαχητικού αθεϊσμού, όταν οι ιερείς εξαλείφθηκαν, οι εκκλησίες καταστράφηκαν, αλλά ταυτόχρονα δημιουργήθηκε μια νέα θρησκεία. Η κομμουνιστική ιδεολογία είναι παρόμοια με τον Χριστιανισμό, στην πράξη: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη, Δικαιοσύνη – όλα βρίσκονται στην Αγία Γραφή, είναι όλα εκεί. Κι ο κώδικας της οικοδόμησης του Κομμουνισμού; Αυτό είναι εξύψωση, είναι απλά ένα τόσο πρωτόγονο απόσπασμα από τη Βίβλο, τίποτα καινούργιο δεν εφευρέθηκε…
Κοιτάξτε, ο Λένιν τέθηκε σε μαυσωλείο. Πώς αυτό είναι διαφορετικό από τα λείψανα των αγίων για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς και μόνο για τους Χριστιανούς; Όταν λένε ότι δεν υπάρχει τέτοια παράδοση στο Χριστιανισμό… Λοιπόν, να πάτε, να πάτε στον Άθω και να ρίξετε μια ματιά, υπάρχουν λείψανα των αγίων εκεί και έχουμε τα ιερά λείψανα εδώ».

Ο λόγος λοιπόν που ειπώθηκαν τα παραπάνω είναι η διαμάχη για την ταφή (ή όχι) της σωρού του Λένιν.
Χριστιανισμός και Κομουνισμός έχουν τεράστιες διαφορές, τις έχουμε πει στο παρελθόν. Όμως στην όλη υπόθεση υπάρχει κάτι πολύ θετικό, που παραδέχθηκε ο Πρόεδρος της Ρωσίας. Ο Λένιν εμπνέει τους Ρώσους. Μαζί φυσικά κι ο Στάλιν. Όλο και περισσότεροι Ρώσοι φαίνεται να αναπολούν την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης.

Κάποιοι βολεμένοι με την τωρινή κατάσταση της διαφθοράς και της εκμετάλλευσης, φοβούνται ότι ο Κομμουνισμός θα επιστρέψει. Έτσι προσπαθούν να απομακρύνουν τη σωρό του Λένιν πιστεύοντας πως μπορούν να θάψουν την Ελπίδα. 

Ο σημερινός Πρόεδρος της Ρωσίας κάθε άλλο παρά Κομμουνιστής είναι. Είναι όμως έξυπνος. Γνωρίζει πως, αν πειράξει το σώμα του Λένιν, αυτό θα γυρίσει εναντίον του. Βλέπετε η Ελπίδα δεν πεθαίνει κι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ – Λένιν έδωσε πολύ περισσότερα από Ελπίδα. Έκανε πράξη ένα Όνειρο: Σταμάτησε την καταπίεση των εργατών από τους πλούσιους τυράννους. Έβαλε τις βάσεις για να γίνει η Σοβιετική Ένωση μια υπερδύναμη τεχνολογική, οικονομική και στρατιωτική, από μια παρηκμασμένη, οπισθοδρομική χώρα… Αυτό είναι μεγάλο «θαύμα». Μπορεί να μην είναι Άγιος σύμφωνα με τον ορισμό του Χριστιανισμού είναι όμως από τους σπουδαιότερους ηγέτες της Παγκόσμιας Ιστορίας. Άλλαξε πραγματικά τον κόσμο κι αυτό δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί…


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_25.html

Κράτος και Αντεπανάσταση-περί της τριπλής εξέλιξης της Κρατικής Κυριαρχίας…


Το παρακάτω απόσπασμα από την εργασία Κράτος και Ασυνείδητο, αναφέρεται στην ακολουθία των Κρατικών μορφών και την εξέλιξη της Κρατικής Κυριαρχίας. Η Κρατική Κυριαρχία χαρακτηρίζεται από μια ειδική ορθολογικότητα, την ορθολογικότητα διακυβέρνησης. Προς επίλυση των προβλημάτων διακυβέρνησης, αναπτύσσεται μια επιστήμη και μια τεχνική που εξελίσσει την κυριαρχία σε θεωρία και πράξη. Η επιστήμη διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο δανείζεται το σχήμα της από την επιστήμη διακυβέρνησης της φύσης από τον άνθρωπο, όπως δείξαμε σε μια άλλη εργασία, με τίτλο Επιστημολογία της Κρατικής Μορφής-πέρα από την αντιπαράθεση Althusser-Πουλαντζά, θέση την οποία ανέπτυξε ημιτελώς η Σχολή της Φρανφκούρτης. Συνολικότερα υποστηρίζουμε, και δουλεύουμε στην κατεύθυνση να το δείξουμε εν καιρώ, πως διάφοροι ετερογενείς στοχαστές, όπως οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Foucault, o Lacan, οι Deleuze-Guattari κ.α, συγκλίνουν σε μια υλιστική αντιστροφή της εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου (την οποία είχε ξεκινήσει ο Marx), θεωρώντας ότι αυτή αποτελεί μια ορθή και έλλογη αναπαράσταση, όχι της προοδευτικής πορείας συνειδητοποίησης και πραγμάτωσης της ελευθερίας, αλλά της εξέλιξη της ορθολογικότητας της Κυριαρχίας απέναντι στους αγώνες, που τους ενσωματώνει στο όνομα μιας διευρυνόμενης ελευθερίας*. Η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση ήταν που οδήγησε το κριτικό δυτικό στοχασμό να επικεντρωθεί στη βαθύτερη κατανόηση της δυτικής καπιταλιστικής αντεπανάστασης και των μετεξελιγμένων μηχανισμών (κρατικής) εξουσίας, ενώ η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στο σοβιετικό μπλοκ έστρεψε το θεωρητικό ενδιαφέρον εκεί στην εξουσιαστικά και κρατικά διευθυνόμενη οργάνωση μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, η μεταπολεμική δυτική ριζοσπαστική σκέψη μας παρέχει εργαλεία κριτικής της Κυριαρχίας που τελικά νίκησε την ΕΣΣΔ, ενώ ο σοβιετικός στοχασμός μένει γενικά »αδιάφορος» απέναντι στη μελέτη του εξουσιαστικού και, ειδικότερα, του κρατικού φαινομένου. Αν ο Λένιν έγραψε το »Κράτος και Eπανάσταση», μπορούμε να πούμε ότι η εμπειρία της ήττας της επανάστασης στην Ιταλία και τη Γερμανία αλλά και της αντιστροφής της επαναστατικής διαδικασίας στην ΕΣΣΔ, οδήγησαν τη ριζοσπαστική θεωρία προς την αντιστροφή του Λένιν σε ένα διαφορετικό, αφανές αλλά ενεργό πρακτικά και θεωρητικά έργο, το »Κράτος και Αντεπανάσταση» σε Ανατολή και Δύση. 
*Η ιδιαίτερη περίπτωση του Alain Badiou, και η τελική εστίαση του ερευνητικού του ενδιαφέροντος στη λογική του Κράτους και στην υποκειμενοποίηση πέρα από τη μορφή-Κράτος, μπορεί επίσης να εγγραφεί επίσης εντός αυτής της γενικής κίνησης

Συνέχεια

Ο Φράνσις Μπέικον μεταξύ φθαρμένων εικόνων…


Στο θόρυβο των εικόνων η όραση εξασθενεί. Ασκείσαι στο να κοιτάς, αλλά όχι στο να βλέπεις. Καταναλώνεις εικόνες με ταχύτητα σε μια ατελείωτη καθημερινή ροή. Σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις. Εικόνες καθημερινές, τυχαία τραβηγμένες, εικόνες ιλουστρασιόν, χειρουργημένες, να φαίνονται όπως οι επιταγές ορίζουν, χωρίς ψεγάδι, χωρίς φθορά. Βλέπεις εικόνες που συνεχώς μεγαλώνουν την απόστασή τους από την πραγματική ζωή, συνεχώς μεγαλώνουν την απόσταση με αυτό που αντικατοπτρίζουν. Και οι εικόνες είναι απλώς ερμηνείες αυτού που απεικονίζουν, σχεδόν διορθώσεις στον άλλο κόσμο, αυτόν που κατοικείται αποκλειστικά από είδωλα και αναπαραστάσεις. Η όρασή μας καθημερινά ατροφεί. Σαν τα ζώα στις σπηλιές που έχασαν τα μάτια τους και βλέπουν μόνο το σκοτάδι. Μόνο που εμείς βλέπουμε πιο πολύ, όλο και πιο πολύ σαν να τυφλωνόμαστε από το ίδιο το φως.

Και στην ατελείωτη παρέλαση των εικόνων ξαφνικά το μάτι σκαλώνει. Βλέπει τη σάρκα σχεδόν ρευστή και μαζί ακαθόριστη, βλέπει ένα στόμα να ανοίγει σε κραυγή, βλέπει το σώμα έκθετο, την αγωνία ενσαρκωμένη, πολλαπλές γωνίες του ίδιου αντικειμένου να παρουσιάζονται ταυτόχρονα με τη μία να εισβάλει επιθετικά στην άλλη. Τις επιφάνειες παραμορφωμένες από την ίδια τη ζωγραφική τους αποτύπωση, σαν η ένταση του χεριού που τις ζωγράφισε να πέρασε μέσα στο χρώμα και να πάλει ακόμα εκεί.
Υπάρχουν πίνακες που κλείνουν προς την αφαίρεση και πίνακες που αφηγούνται. Και πέρα από αυτά υπάρχει ο Φράνσις Μπέικον. Ο Μπέικον αφηγείται μέσα από την αφαίρεση. Όχι μέσα από ένα πρόσωπο, αλλά από την κατάληξη του προσώπου, την απόσταση που διένυσε μέχρι να καταγραφεί. Σε κάθε πίνακα του Μπέικον υπάρχει κρυμμένη μια κραυγή. Ακόμα και στους πίνακες που δεν παρουσιάζουν στόματα, κάτι καραδοκεί έτοιμο να ξεσπάσει. Το σώμα δεν ήταν ποτέ τόσο ζωντανό όσο σε αυτή του την παραμορφωμένη εκδοχή. Πάνω σε καρέκλες, ή πάνω σε κρεβάτια τα σώματα μοιάζουν να παλεύουν. Ακόμα και όταν είναι τελείως μόνα τους, τα σώματα παλεύουν με τα μέλη τους.

Η ζωγραφική του Μπέικον είναι μια τέχνη που πάτησε πάνω στη φωτογραφία. Από τη σειρά φωτογραφιών για την κίνηση του ανθρώπινου σώματος του Ίντγουιρντ Μάιμπριτζ, μέχρι τα καρέ ταινιών από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αιζενστάιν ή τη «Χιροσίμα αγάπη μου» του Αλαίν Ρεναί ή τυχαίες φωτογραφίες από περιοδικά, πορνογραφικές εικόνες ή απλώς φωτογραφίες φίλων του. Η καθαρή απεικόνιση του φωτογραφικού φακού είναι παρούσα σε πολλούς πίνακες, σε σημεία τους ή στη δομή των φιγούρων. Ο Μπέικον συχνά ξεκινά από εκεί για να μας δώσει την παροντική του δυστοπία, αφαιρώντας, παραμορφώνοντας και συνδυάζοντας τις φωτογραφικές εικόνες με την ένταση των χρωμάτων και του σχεδίου. Η συνύπαρξη της φωτογραφικής καθαρότητας με την υπαρξιακή ένταση του σχεδίου δημιουργεί στη σημερινή συγκυρία του βομβαρδισμού της εικόνας ένα απόλυτο σοκ στον θεατή. Βλέποντας προσεκτικά ένα πίνακα του Μπέικον, μπαίνουμε σε μια διαδικασία κάθαρσης απ’ όλο τον φωτογραφισμένο μας πολιτισμό, μέσω της οδύνης του σώματος και του ανθρώπου. Η ασφάλεια που μας δίνει μια σαφώς καθορισμένη φωτογραφική μορφή εδώ εξαϋλώνεται μαζί της. Η ίδια εικόνα πνίγεται μέσα στη ρευστότητά της και τα πρόσωπα ως αποτυπώματα ύπαρξης γίνονται σχετικά. Παρουσίες και απώλειες ταυτόχρονα.
Μέσα από τους πίνακές του ο Μπέικον αποτύπωσε τον εφιάλτη των δυτικών πόλεων, την ανάμνηση του πολέμου, τη σχάση του πυρήνα του υποκειμένου σε εποχές όπου κάθε τι έγινε σχετικό. Οι πίνακες αυτοί σήμερα σε πετάνε με τον πιο απότομο τρόπο πίσω στην αρχή της όρασης. Όχι ως τέχνη, αλλά ως εμπειρία, η θέαση των πινάκων αυτών λειτουργεί ως κριτική του εαυτού μας και των αποτυπώσεών του στην εποχή των πολλαπλών ειδώλων.

Και σήμερα οι εικόνες του κραυγάζουν δυνατότερα από ποτέ.

(στην εφημερίδα Εποχή) 


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_11.html

Υπόθεση Ουάινστιν: η φύση αντικαθιστά την κουλτούρα ως πηγή της βίας…


του Ολιβιέ Ρουά

 

Κάτι έχει αλλάξει στον τρόπο καταγγελίας των σεξουαλικών επιθέσεων. Ο αναγνώστης θα θυμάται εκείνες που έγιναν στην Κολωνία την Πρωτοχρονιά τού 2016, ή τη συζήτηση για την κυκλοφορία των γυναικών στα «επικίνδυνα προάστια»: το σφάλμα εκεί είχε αποδοθεί στην κουλτούρα των δραστών (εν προκειμένω, φυσικά, το Ισλάμ). Οι επιθέσεις που διαπράττουν Δυτικοί άνδρες υπεράνω υποψίας είτε υποβαθμίστηκαν, είτε παρουσιάστηκαν ως κάτι που ανάγεται σε μια ατομική παθολογία. Και ως λύση προτάθηκε να προωθήσουμε τις «δυτικές αξίες» περί σεβασμού των γυναικών.

Αλλά με την υπόθεση Ουάινστιν και την καμπάνια «Μάζεψε το γουρούνι σου»[1], έχουμε μια αντιστροφή προοπτικής: το πρόβλημα δεν είναι πλέον η κουλτούρα του δράστη (που μπορεί να είναι οποιασδήποτε θρησκείας, φυλής, μορφωμένος, καλλιεργημένος, μέχρι και να «υπερασπίζεται τις δυτικές αξίες» δημοσίως), αλλά είναι ίδια του η φύση ως αρσενικού, ως ζώου, ως χοίρου. Η φύση έχει αντικαταστήσει την κουλτούρα ως πηγή της βίας. Αλλά όταν πρόκειται για μια επιστροφή στη ζωικότητα, δεν θεραπεύουμε τα αρνητικά του αρσενικού με τον ίδιο τρόπο όπως όταν πρόκειται για έναν πολιτισμικό καθορισμό.

Αυτή η αλλαγή προοπτικής (ασχέτως αν είναι ενδεδειγμένη ή όχι, και ασχέτως αν αποτελεί πραγματική επανάσταση ή απλώς μία μόδα) έχει βαθιές συνέπειες. Πράγματι, μέχρι τώρα, όπως έχουν εδώ και καιρό παρατηρήσει οι φεμινίστριες συγγραφείς, όλες οι μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές που εξηγούσαν την προέλευση της κοινωνίας συνέπιπταν στο ότι απέδιδαν στον άνδρα το ρόλο του περάσματος στην κουλτούρα, και έβλεπαν στη γυναίκα ένα ον που βρίσκεται με το ένα πόδι (αν όχι περισσότερο) μέσα στη φύση. Για να μην ανατρέξουμε και στους πατέρες της Εκκλησίας.

Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στην οποία πιστώνουμε τις νεωτερικές μας «κοσμικές αξίες», έκανε τον άντρα πρωταγωνιστή του κοινωνικού συμβολαίου το οποίο έβγαζε την ανθρωπότητα από τη φυσική κατάσταση στην οποία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό βυθισμένη η γυναίκα, ευλόγως στερούμενη πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πρόσφατα· η τελευταία έφερνε απλώς στον κόσμο το ανθρώπινο ον, ενώ ο άντρας το μεταμόρφωνε σε πολίτη.

 

Η ανδρική βία ως «οικιακή»

Η ανθρωπολογία εδώ και πολύ καιρό αναγορεύει την ανταλλαγή των γυναικών σε προϋπόθεση (ή ένδειξη) της κοινωνίας και, ως εκ τούτου, του πολιτισμού (ποτέ δεν γίνεται λόγος για ανταλλαγή ανδρών, ενώ οι σπάνιες μητριαρχικές κοινωνίες δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πολιτική κυριαρχία του άνδρα). Η ψυχανάλυση, στη μυθολογική εκδοχή της (Toτέμ και Tαμπού), όπως και στην ενορμητική (οι περιπέτειες του πέους) ή τη συμβολική (ο πατέρας είναι η μεταφορά του νόμου ή ο νόμος μεταφορά του πατέρα) διατήρησε τον άνδρα στο επίκεντρο της πολιτιστικής μεταρσίωσης. Η μοναδική εξέλιξη είναι ότι το αρσενικό δεν είναι πλέον απαραιτήτως ένας βιολογικός άνδρας αλλά μια αφηρημένη αρχή: οι γυναίκες μπορούν επιτέλους να φορούν κυλότα (ακόμη και αν ο μισθός δεν ακολουθεί). Αλλά δεν μετατράπηκαν και σε σεξουαλικούς θηρευτές: αυτό παραμένει προνόμιο των ανδρών.

Προφανώς, οι κουλτούρες ποτέ δεν αγνόησαν τη βία των ανδρών. Όλες ανέπτυξαν στρατηγικές για να την καναλιζάρουν και ταυτόχρονα να τη νομιμοποιήσουν: από την τιμή μέχρι τη σαγήνη, οι δυτικές κοινωνίες μας κατάφερναν να κοινωνικοποιούν ή να αισθητικοποιούν την αρρενωπότητα (απλώς προς υπόμνηση, αυτά που σήμερα σε άλλες κοινωνίες αποκαλούνται «εγκλήματα τιμής», σε μας αποκαλούνταν «εγκλήματα πάθους» και συνιστούσαν ελαφρυντική περίσταση· η δολοφονία μιας συζύγου επί μακρόν για τις εφημερίδες ήταν απλώς «οικογενειακή τραγωδία», λες και, εξ ορισμού, δεν αφορούσαν την κοινωνία).

Αρκεί να δούμε τη νοσταλγία των γαλλικών συντηρητικών σάιτ όπου οι χρήστες ειρωνεύονται διακριτικά την υστερία (τι νομίζατε!) των εκστρατειών κατά της παρενόχλησης, οι οποίες θα καταπνίξουν τη «γοητεία α λα γαλλικά», τόσο προσφιλή στις ασπρόμαυρες ταινίες μας, κάτω από την τυραννία του αμερικανικού πουριτανισμού του Χόλυγουντ. Ζήτημα «ατμόσφαιρας», που θα έλεγε και η Aρλεττύ.

Αυτή λοιπόν η δραστηριότητα με την οποία η ανδρική βία εμφανιζόταν ως «οικιακό» ζήτημα και ως αξία, πάντοτε μετασχηματιζόταν σε κουλτούρα, ενίοτε μάλιστα σε υψηλή κουλτούρα. Και η κουλτούρα, από τον ίδιο τον ορισμό της, βάζει τη φύση σε τάξη, την εγγράφει σε ένα μοιρασμένο σύστημα νοήματος, συμβόλων, γλώσσας, που γίνεται άρρητο σε βαθμό που να εμφανίζεται ως δεύτερη φύση. Δηλαδή ως αυτό που ο Μπουρντιέ αναλύει (ή, σύμφωνα με τις φεμινίστριες συγγραφείς, καθαγιάζει) υπό την επωνυμία έξη [habitus]: μια συλλογική συμπεριφορά ρυθμισμένη, εμπεδωμένη και ασυνείδητη. Η παράβαση και το σφάλμα αποκτούν νόημα μόνο με βάση το σύστημα αυτό.

Ο ποινικός κώδικας κωδικοποιεί μόνο τις «νοητές» βιαιότητες, δηλαδή όσες συνιστούν περίσσεια σε σχέση με μία αποδεκτή βία: εγκλήματα πολέμου υπάρχουν μόνο επειδή υπάρχει μια νομιμότητα του πολέμου. Ο κανιβαλισμός δεν αποτελεί καθαυτός αδίκημα κατά τον ποινικό κώδικα, επειδή δεν είναι «νοητός» (όπως είναι ακόμη, συχνά, η αιμομιξία), ακριβώς όπως, επί της ουσίας, δεν υπάρχει συζυγικός βιασμός καθόσον η ιδιωτική ζωή του ζεύγους εκφεύγει του κοινωνικού.

 

«Εθελοδουλεία»

 

Γιατί άραγε οι γυναίκες εσωτερίκευσαν τις νόρμες και τις αξίες των οποίων είναι θύματα;

Επειδή και η αντίσταση σχεδόν πάντοτε διατυπώνεται μέσα στο κυρίαρχο πολιτιστικό πλαίσιο: «Δεν είμαι εκείνη που νομίζετε», λέγανε στα χρόνια της γιαγιάς μου, προσυπογράφοντας τη μεγάλη διαίρεση ανάμεσα στη μαμά και την πουτάνα. Αυτό είναι όλο το πρόβλημα της «εθελοδουλείας», όπως την αποκαλούσε ο Λα Μποεσί –ενώ σήμερα την αποκαλούμε «αλλοτρίωση»: γιατί ασπάζεται κανείς νόρμες και αξίες που επικυρώνουν την ίδια του τη δουλεία;

Είναι η πάντοτε απαισιόδοξη τελικά θεώρηση του Bourdieu, στην οποία η έξη καθιστά την εξέγερση απίθανη και άρα κάνει τον ανθρώπινο πόνο ορίζοντα της επιβίωσης. Κι ωστόσο, «οι άνθρωποι» εξεγείρονται, έστω κι αν δεν υπάρχει απόλυτη εξέγερση, πέρα από εκείνη της τρέλας και του θανάτου. Πάντοτε όμως διατυπώνουν την εξέγερσή τους μέσα στο πλαίσιο μιας δεδομένης κουλτούρας, από τις «σουφραζέτες» μέχρι τις «φεμινίστριες του Ισλάμ». Γι’ αυτό και οι πραγματικές επαναστάσεις, εκείνες όπου επιβάλλεται μια απότομη και αυταρχική αλλαγή παραδείγματος, είναι πάντοτε αιματηρές (το 1789 όπως και το 1917).

Τότε όμως, γιατί άραγε η εξέγερση είναι δυνατή σήμερα, όταν δεν υποστηρίζεται από καμία βίας, καμία κατάληψη εξουσίας, καμία νέα διακυβέρνηση; (αλλά αντίθετα οι στόχοι βρίσκονται πριν απ’ όλα μέσα στο κατεστημένο το οποίο δεν απειλείται ως τέτοιο); Δεν μπορούμε καν να μιλάμε για λαϊκή κινητοποίηση, και ακόμα λιγότερο για πολιτική εξέγερση.

Πώς να σκεφτούμε αυτό το βαθύτερο κύμα; Τι έχει αλλάξει; Πρέπει, ασφαλώς, να ξαναγυρίσουμε στις πρόσφατες απαρχές του φεμινισμού ως κοινωνικού κινήματος, δηλαδή στο μεγάλο κύμα της δεκαετίας του 1960 που κατήγγελλε την καθεστηκυία τάξη και την πατριαρχία, προβάλλοντας την ουτοπία και τη σεξουαλική απελευθέρωση και κάνοντας τη σεξουαλικότητα πολιτικό ζήτημα (όπως και παρέμεινε μέχρι σήμερα). Ο Μάης τού 68 υπήρξε όντως μια επανάσταση στα ήθη.

Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο: πώς να εξηγήσουμε ότι ένα κίνημα το οποίο ορίζεται με βάση τη σεξουαλική απελευθέρωση μεταφράζεται εν τέλει σε ένα συστηματικό εγχείρημα κανονιστικής κωδικοποίησης των σεξουαλικών συμπεριφορών; Διότι περί αυτού πρόκειται: δεν ζητάμε από το «γουρούνι» να εκπολιτισθεί (συχνά πρόκειται, ακριβώς, για ανθρώπους ιδιαίτερα καλλιεργημένους, που εξαναγκάζονται σε μεταμέλεια ή εξορία από τις λυσσαλέες δικαστικές διώξεις ή από τη λαϊκή κατακραυγή). Του ζητάμε να μετανοήσει και να μάθει έναν νέο κώδικα συμπεριφοράς που, γι’ αυτόν, είναι μια ξένη γλώσσα.

Ας προσέξουμε για παράδειγμα ότι οι καλλιτέχνες, ηθοποιοί και συγγραφείς που κατηγορούνται για σεξουαλική κακοποίηση βλέπουν ξαφνικά τα έργα τους να «εκμηδενίζονται», και μάλιστα, για τους ηθοποιούς, ή ίδια η σωματική παρουσία τους να διαγράφεται από τις ταινίες. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο πολιτισμικό επιχείρημα για να το δικαιολογήσουμε ή να το σώσουμε, αλλά μία tabula rasa, πάνω στην οποία τίθεται η ωμή ζωικότητα. Και τότε ανακύπτει το πρόβλημα: πώς να κοινωνικοποιήσουμε αυτή τη ζωικότητα, πώς να εξανθρωπίσουμε τον χοίρο;

 

Καθοδηγητική παιδαγωγία

Εδώ ίσως αγγίζουμε τον κόμβο του ερωτήματος, που είναι πάντα ο δεσμός μεταξύ κουλτούρας και φύσης. Η φιλοσοφική ή και ιδεολογική απολογία της επιθυμίας ως φύσης, δηλαδή στην ουσία ως ελευθερίας της ενόρμησης απαλλαγμένης από το βάρος της κουλτούρας, παράγει σήμερα το αντίθετό της: το θρίαμβο της κανονιστικότητας. Αλλά μιας κανονιστικότητας απαλλαγμένης και από το βάρος της κουλτούρας. Διότι δεν πρόκειται κατ’ ουδένα τρόπο για μια επιστροφή στην ηθική τάξη του παλιού καιρού. Έχουμε άλλωστε ένα ενδιαφέρον παράδοξο: οι πιο επιφυλακτικοί μπροστά σε αυτή τη νέα αστυνομία των σωμάτων είναι οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, και ιδίως οι Χριστιανοί.

Έτσι, βλέπουμε, ομολογουμένως με ευχάριστη έκπληξη, την Κριστίν Μπουτέν, (ναι, του «Χριστιανικού Κόμματος Γαλλίας», την ηγερία της «επιστροφής στη Βίβλο»!) ως απολογήτρια της «γαλλικής αθυροστομίας», χέρι χέρι με τα σάιτ της νοσηρής νοσταλγίας και της καταγγελίας κατά της «ισοπέδωσης των πάντων» (όλα ήταν ωραία στο παρελθόν, άρα δεν μπορεί να είναι όλα στραβά με το γουρούνι).

Οπότε λοιπόν, τίνος το όνομα είναι το γουρούνι, αν δεν είναι ούτε επανάσταση ούτε αντίδραση; Υπάρχει σαφώς ένα κίνημα βάσης διότι, πριν ακόμη από την υπόθεση Ουάινστιν, οι αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις είχαν βαλθεί να ξεριζώσουν τη σεξουαλική παρενόχληση. Οι καμπάνιες λοιπόν αυτές έχουν ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: δεν βασίζονται σε μια ηθική προσέγγιση, αλλά σε μια αυταρχική παιδαγωγία, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να απομνημονεύσουν έναν νέο κώδικα χειρονομιών και φράσεων, σαν η υλοποίηση των νέων κανόνων να προϋποθέτει ότι οι άνδρες είναι ανίκανοι να κατανοήσουν από μόνοι τους ποιο είναι το πρόβλημα.

Αν ξαναγυρίσουμε στη σύγκριση με την Κολωνία, και στις δύο περιπτώσεις, ο λευκός σπουδαστής του κάμπους και ο μελαμψός μετανάστης αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο από μια παιδαγωγία καθοδηγητική και συγκαταβατική: στη Γερμανία μοιράζουν αποτρεπτικές αφισέτες (ένα χέρι πάνω σε δυο γλουτούς διαγεγραμμένο με ένα μαύρο NEIN και έναν κόκκινο σταυρό, σαν σήμα της τροχαίας)· στα αμερικανικά κάμπους (όπου επίσης βρίσκει κανείς τέτοιες αφισέτες) εισάγονται υποχρεωτικά μαθήματα με πρακτικές ασκήσεις όπου ο Τζον, ακίνητος (και όρθιος) πρέπει να ρωτήσει τη Σάρα: «μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω στον ώμο σου;», να αναμείνει ένα σαφές και ρητό Ναι και μετά ξανά: «Σάρα, μπορώ να βάλω το άλλο χέρι μου πάνω στον άλλο ώμο σου; », να αναμείνει ένα Ναι και ούτω καθεξής ξανά και ξανά, μέχρι να παντρευτούν και αν είναι τυχεροί να κάνουν πολλά παιδιά.

 

Το ένστικτο εξαφανίστηκε;

Στους φοιτητές λοιπόν διδάσκουν όχι μόνο τι δεν πρέπει να κάνουν (πράγμα θεμιτό), αλλά κυρίως τι πρέπει να κάνουν, λες και, ως διά μαγείας, το ένστικτο είχε εξαφανιστεί, ή μάλλον λες και, ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα όντα, δεν υπάρχει πλέον καμία κοινή κουλτούρα, δηλαδή τίποτε το έμμεσο και άρρητο. Όλα πρέπει να λέγονται, η ζωή είναι ανά πάσα στιγμή ένα συμβόλαιο προς ανανέωση: η σεξουαλικότητα υπό μορφή συμβάσεων ορισμένου χρόνου (οι οποίες άλλωστε είναι ήδη θεσμοθετημένες, κατά τρόπο πιο παιγνιώδη και ίσως πιο απολαυστικό, στα σάιτ γνωριμιών). Ο κώδικας επιβάλλεται για τη διαχείριση της φύσης όταν δεν υπάρχει πλέον κουλτούρα.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο επίσημος παιδαγωγισμός είναι απαραίτητος μέχρι να εγκαθιδρυθεί μία νέα κουλτούρα σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι θεμιτή, αλλά εγώ έχω αμφιβολίες. Μια νέα κουλτούρα δεν θεσπίζεται διά διατάγματος: το κράτος παράγει νόρμες, όχι αξίες. Απόδειξη ότι η παιδαγωγική αυτή ασκείται υπό τη διαρκή απειλή της ποινικής κύρωσης.

Ο αγώνας κατά της σεξουαλικής κακοποίησης δεν κομίζει κάποια ουτοπία, σε αντίθεση με τα επαναστατικά κινήματα· ελάχιστοι θεωρούν ότι η ισότητα των φύλων είναι υπόσχεση ευτυχίας. Είναι η απαίτηση εξάλειψης ενός κακού, όχι η προσδοκία ενός νέου κόσμου. Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι, με τον καιρό, ο κώδικας θα μετασχηματιστεί σε κουλτούρα; Αυτό δεν είναι βέβαιο: ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας, έναν αιώνα μετά την επινόησή του, είναι πάντα κώδικας· δεν έγινε έξη, και ακόμη λιγότερο κουλτούρα (ξέρουμε πάντα από πείρα ότι η δεύτερη αρσενική ζωικότητα μετά το γουρούνι είναι ο οδηγός).

Και κυρίως, αυτή η ολίσθηση από την κουλτούρα στον κώδικα δεν περιορίζεται στο σεξουαλικό ζήτημα. Είναι ένα πάγιο στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, που οδηγεί τις κουλτούρες σε κρίση. Το φαινόμενο αυτό το μελέτησα σε σχέση με την εμφάνιση νέων θρησκευτικών φονταμενταλισμών (La SainteIgnorance, Le Seuil, 2008). Υπάρχει εξάλλου στενή σχέση ανάμεσα στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την κανονιστικότητα που προέκυψε από την κουλτούρα των χίππηδων: όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ο νεο-ευαγγελισμός και το κίνημα των χίππηδων έχουν την ίδια ημερομηνία και τον ίδιο τόπο γέννησης (και πολλοί πέρασαν από το δεύτερο στον πρώτο) –την Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1960, η οποία έχει πλέον γίνει ένας από τους χώρους όπου η καθημερινή ζωή είναι περισσότερο ρυθμισμένη με κανόνες απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού σε όλον τον δυτικό κόσμο, και αυτό πάντα υπό την επίκληση μιας ελευθεριακής ουτοπίας.

Στους σύγχρονους θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς ξαναβρίσκουμε αυτή την εμμονή της κανονιστικότητας των χειρονομιών της καθημερινής ζωής, αυτή τη δυσκολία να διαχειριστούμε το γουρούνι που υπνώττει, ακόμη και αν το βαφτίσουμε με το όνομα του προπατορικού αμαρτήματος, αυτή τη βούληση ελέγχου του σώματος και του σεξ. Κατά βάθος, οι χίππηδες και οι σαλαφιστές είναι ξαδέλφια και δεν το ξέρουν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

 

balance-ton-porc

 

[1] «Balance [κατά λέξη: ζύγισε] ton porc» στη Γαλλία είναι το όνομα ενός σάιτ που δημιουργήθηκε για να επιτρέψει σε όσες γυναίκες θέλουν να καταγγέλλουν σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν (κάτι ανάλογο με την καμπάνια metoo).

 

Ο Olivier Roy είναι ισλαμολόγος, διευθυντής ερευνών στον Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πρίνστον. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στην LE MONDE στις 


Από:https://nomadicuniversality.com/2018/01/12/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BD-%CE%B7-%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC/

Αόρατοι 1…2…3…


Ο αγώνας γύρω απ’ την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας διαβάζουμε είναι κεντρικός στην μαρξιστική ανάλυση. Στο κεφάλαιο 10 του “Κεφάλαιου”, στον 1ο τόμο, ο Μαρξ κάνει μια χρονολόγηση των διάφορων τρόπων που χρησιμοποίησαν οι καπιταλιστές και τα κράτη για να επεκτείνουν τον ημερήσιο χρόνο εργασίας όσο περισσότερο ήταν δυνατόν, απ’ τα μέσα του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου. Η αιτία ήταν απλή: όσο περισσότερες ώρες ήταν η εργάσιμη ημέρα, τόσο περισσότερο μπορούσαν να εκμεταλλεύονται τους εργάτες. Επειδή, μετά την πληρωμή ενός μισθού επιβίωσης, όλη η εργασία που γινόταν στη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας ήταν υπεραξία για τους εργοδότες.

Στον 19ο αιώνα, η παγκόσμια εργατική τάξη ενώθηκε γύρω απ’ την απαίτηση για λιγότερες ώρες δουλειάς. Καθώς ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν 16 ώρες την ημέρα, οι εργάτες πολέμησαν πρώτα για το 12ωρο, ύστερα για το 10ωρο και στο τέλος για το 8ωρο. Η Πρωτομαγιά κατάγεται απ’ την διεθνή εργατική εκστρατεία για την εργάσιμη ημέρα των 8 ωρών.

Ας πηδήσουμε στο τώρα. Πολλοί εργάτες εξακολουθούν να δουλεύουν υπερβολικά πολλές ώρες, μακρυά καθημερινά και εβδομαδιαία ωράρια, και εκβιασμένες υπερωρίες. Ταυτόχρονα, ένας εξίσου μεγάλος αριθμός εργατών βρίσκεται μπροστά στο αντίθετο: ελάχιστες ώρες εργασίας και αλλοπρόσαλλες αλλαγές στα ωράριά τους, που διαφοροποιούνται μέρα την ημέρα και βρομάδα τη βδομάδα.

Πρωτομαγιά του 1936, στη Ν.Υόρκη. Η τάξη μας είχε ακόμα την “σοφία” να απαιτεί μείωση του χρόνου εργασίας. Τι έγινε και επί τουλάχιστον 70 χρόνια παραιτηθήκαμε απ’ τον εργατικό έλεγχο πάνω στον εργάσιμο χρόνο, παραχωρώντας πλήρη ελευθερία στ’ αφεντικά; Τι έχει γίνει και κρατάμε τα κεφάλια βαθιά μέσα στην άμμο;

____________________________________________________________

Αόρατοι 2

 Είναι πικρό, πολύ πικρό, που σαν σύγχρονη εργατική τάξη βρισκόμαστε πιο πίσω απ’ ότι οι μακρινοί μας πρόγονοι του 19ου αιώνα· απ’ την άποψη της συναίσθησης, της συνείδησης, της πραγματικότητάς μας. Το ότι η συνείδηση “βελτιώνεται σταθερά με τα χρόνια και τους αιώνες” δεν είναι ιστορικός νόμος: στις αρχές του 21ου αιώνα συνειδητοποιούμε, πράγματι, πολύ λιγότερα απ’ όσα συνειδητοποιούσαν πολλοί και πολλές της τάξης μας πριν 150 χρόνια.

Εξηγήσεις γι’ αυτήν την μαζική ιστορική συνειδησιακή κατάρρευση μπορούν να βρεθούν· όχι, όμως, δικαιολογίες. Δεν φταίει η απουσία κάποιου Μαρξ· ούτε και τότε ήταν αναγκαίος (για να μην πούμε ότι ήταν, απλά, άγνωστος). Δεν φταίει, τουλάχιστον με γραμμικό και άμεσο τρόπο, ο ρόλος των κομμάτων και των συνδικάτων, μικρών και μεγάλων: το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της τάξης μας βρίσκεται έξω απ’ αυτές τις δομές του κράτους και του κεφάλαιου. Βρίσκεται, απ’ την άλλη, μέσα στην ομίχλη του μικροαστισμού και των ελπίδων (;) για ατομική διάσωση. Όμως ούτε κι αυτό μας φαίνεται επαρκής εξήγηση. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, κυκλική: αν καταλαβαίνεις τις σχέσεις εργασίας με ιδιωτικό τρόπο είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να καταλάβεις ποτέ το μονοπώλιο που έχουν αποκτήσει τα αφεντικά (τόσο σαν αφεντικά όσο και σαν ξεχωριστά άτομα) στη διαχείριση και στην κατανομή του χρόνου εργασίας· είσαι μικροαστός ιδεολογικά. Ταυτόχρονα όμως αν δουλεύεις (και πληρώνεσαι) στα όρια της φυσικής επιβίωσης (και πολύ μακρυά απ’ τα δεδομένα της σύγχρονης αξιοπρεπούς ζωής) θα μπορούσες να καταλάβεις…

____________________________________________________________

Αόρατοι 3

 Δεν έχει, όμως, νόημα να δείχνουμε την δυστυχία ελπίζοντας ότι μια τέτοια υπόδειξη μπορεί να γίνει επιχείρημα. Ενισχύει η δυστυχία (επειδή δικαιολογεί), τελικά, τις διάφορες μορφές πατερναλισμού. Είτε την εξάρτηση απ’ την οικογένεια, είτε την εξάρτηση απ’ τον εργοδότη, είτε την εξάρτηση απ’ τα κόμματα, τις πολιτικές προσόδους, τις περσόνες της όποιας εξουσίας. Συνήθως όλες μαζί.

Θα πρέπει, μάλλον, σαν σύγχρονοι εργάτες / εργάτριες, στο βαθμό που συνειδητοποιούμε την κατάστασή μας όχι σαν προσωπικές περιπτώσεις αλλά σαν ταξική καταβύθιση, να προβοκάρουμε δημόσια μία μία όλες εκείνες τις βεβαιότητες που καλωπίζουν την εθελοδουλειά του μικροαστισμού. Δείχνοντας άλλου την γελοιότητά τους κι αλλού την (συχνά κρυμένη) αποτυχία τους. Ένα “punk” σκέλος (και μόνο σκέλος) του εξαιρετικά μειοψηφικού με τις τωρινές συνθήκες εργατικού ανταγωνισμού, όχι με όρους αισθητικής αλλά σαν ρεσάλτο της κοινής λογικής. Η οποία λαθροβιώνει κάτω από στρώματα ιδιωτικών και δημόσιων φαντασιώσεων.

Με άλλα λόγια αυτό θα λεγόταν ιδεολογική αποδιάρθρωση…

____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-1/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-2/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-3/