Η περιοδικότητα των κρίσεων (και μια εξήγηση)…


Στο προηγούμενο σημείωμα αναφέρθηκα στην περιοδικότητα των κρίσεων, αναφέροντας μάλιστα ότι αυτό το φαινόμενο το είχε εντοπίσει και καταγράψει ο Μαρξ. Επειδή έχουμε μιλήσει αρκετές φορές γι’ αυτό το θέμα, δεν θεώρησα αναγκαίο να γίνω αναλυτικώτερος. Όμως, μια συζήτηση στο γραφείο με πείθει ότι πρέπει να επανέλθω.

Μέχρι που εμφανίστηκε ο καπιταλισμός (δηλαδή, μέχρι και τον 18ο αιώνα), ως «οικονομική κρίση» εννοείτο η απρόβλεπτη μείωση της αγροτικής παραγωγής λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών (κυρίως), ασθενειών κλπ. Από κει και μετά, χάρη στην κεντρική ιδέα που έφερε ο καπιταλισμός, η οποία δεν είναι άλλη από την μεγιστοποίηση του κέρδους, η έννοια «κρίση» άλλαξε περιεχόμενο και χαρακτηριστικά: υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση αδρανών κεφαλαίων, απότομη μείωση παραγόμενου προϊόντος, αύξηση ανεργίας, χρεωκοπία οικονομικών μονάδων κλπ.

Η πρώτη καταγραμμένη καπιταλιστική κρίση εκδηλώθηκε το 1816, αν και δεν επρόκειτο για αμιγώς καπιταλιστική. Από τότε και μέχρι το μεγάλο κραχ του 1929 καταγράφηκαν άλλες δώδεκα κρίσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, με την ίδια πάντα ρουτίνα, έστω και με μικρές παραλλαγές: έξοδος από την προηγούμενη κρίση – επέκταση της οικονομίας – αύξηση παραγωγής και κερδών – αύξηση επενδύσεων – υπερσυσσώρευση κεφαλαίων – μείωση απόδοσης κεφαλαίων (δεν υπάρχει χώρος για κερδοφόρες επενδύσεις λόγω υπερσυσσώρευσης) – μείωση παραγωγής – πτώση κερδών – καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου – συρρίκνωση της οικονομίας… και πάλι από την αρχή.

Βέβαια, είτε σε ανάπτυξη είτε σε συρρίκνωση, η ενδοκαπιταλιστική διαμάχη για την μεγιστοποίηση των κερδών παραμένει αμείωτη και οι πιέσεις τόσο για αύξηση της ζήτησης όσο και για μείωση του κόστους εργασίας μένουν ανυποχώρητες. Όλοι οι κεφαλαιοκράτες γνωρίζουν ότι αύξηση της ζήτησης σε συνδυασμό με μείωση της αμοιβής της εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει αλλά όλοι επιμένουν σ’ αυτόν τον παραλογισμό, προσδοκώντας ο καθένας ξεχωριστά ότι δεν θα βρίσκεται στην πλευρά των χαμένων όταν αρχίσει η καταστροφή των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων.

Και κάτι τελευταίο αλλά όχι λιγώτερο σημαντικό ως παρατήρηση: η μείωση του κόστους χρήματος, στην οποία αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, δεν είναι καταλυτική για την αύξηση των επενδύσεων. Δυστυχώς, παρά το ότι η εμπειρία των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει πρακτικά την ορθότητα του παραπάνω ισχυρισμού, υπάρχουν ακόμη πολλοί που υποστηρίζουν το αντίθετο. Για να τελειώνουμε: επενδύσεις γίνονται μόνον όταν υπάρχει προοπτική υψηλού κέρδους σε βάθος χρόνου και κόστος χρήματος σε βάθος χρόνου δεν μπορεί να εγγυηθεί κανείς. Μπορεί όμως να εγγυηθεί χαμηλή φορολόγηση κερδών και χαμηλό κόστος εργασίας.

Διάγραμμα από παλιότερο κείμενο με τίτλο «Ο κύκλος των κρίσεων«
———————————————————————-
Απαραίτητη εξήγηση

Από τις αρχές Ιουνίου, η δημοσίευση κειμένων στο ιστολόγιο έπαψε να γίνεται καθημερινά, κάτι που χάλασε μια συνήθεια ετών. Έχω ήδη εξηγήσει ότι εν πολλοίς αυτό οφείλεται στις αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις των ημερών. Αυτό δεν είναι ψέμα (κάθε άλλο!) αλλά δεν είναι και ολόκληρη η αλήθεια. Επιτρέψτε μου να εξηγηθώ.

Υπάρχουν ιστολόγια των οποίων κάθε ανάρτηση συνοδεύεται από δεκάδες ή και εκατοντάδες σχόλια. Εδώ δεν γινόταν ποτέ τέτοιος πανζουρλισμός αλλά πάντοτε υπήρχαν δυο, τρεις, πέντε αναγνώστες που είχαν κάτι θετικό να συνεισφέρουν στα θέματα που θίγουμε. Κάποια στιγμή, εδώ κι έναν περίπου μήνα, διαπίστωσα ότι έπαψε τελείως ο σχολιασμός εκ μέρους των αναγνωστών. Φυσικά, αυτό με προβλημάτισε. Και, μάλιστα, με προβλημάτισε τόσο έντονα ώστε πέρασε από την σκέψη μου ακόμη και η ιδέα να πάψω να γράφω. Ποιος ο λόγος να ξοδεύω χρόνο και κόπο για να ετοιμάζω κείμενα, τα οποία δεν ενδιαφέρουν κανένα;

Ευτυχώς, τα πράγματα δεν ήσαν έτσι. Οι αναγνώστες εξακολουθούσαν να στέλνουν τα σχόλιά τους αλλά για κάποιον άγνωστο λόγο (α) έπαψα να λαμβάνω στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση την σχετική ενημέρωση για έγκρισή τους και (β) καταχωνιάζονταν χωρίς εξαίρεση στον φάκελλο με τα ανεπιθύμητα, χωρίς βεβαίως να το προσέξω (ποιος ελέγχει ποτέ αυτόν τον φάκελλο;). Ώσπου χτες ήρθε ένας τακτικός αναγνώστης να μου ανοίξει τα μάτια με ένα λακωνικώτατο email: «Θοδωρή, τρέχει κάτι με τα σχόλια;». Χάρη σ’ αυτόν, λοιπόν, σήμερα το πρωί, πριν καν το ρολόι δείξει πέντε, εντόπισα το πρόβλημα, ανέσυρα από τον καταραμένο φάκελλο όσα «ανεπιθύμητα» μηνύματα είχαν επιζήσει από την αυτόματη διαγραφή και τα ενέκρινα δίχως καν να τα διαβάσω. 

Δεν έχει νόημα να ψάχνω αν όλα οφείλονται σε δυσλειτουργία τού Blogger ή σε κάτι άλλο. Ζητώ συγγνώμη και κατανόηση για το πρόβλημα και διπλή συγγνώμη από όσους δεν θα δουν ποτέ τα σχόλιά τους δημοσιευμένα (λόγω αυτόματης διαγραφής). Τέλος, στέλνω ειλικρινέστατες ευχαριστίες στον «Σεχτάρ τον τρομερό», χάρη στο μήνυμα του οποίου όχι απλώς λύθηκε μια μεγάλη παρεξήγηση αλλά θα παραμείνει καιτο ιστολόγιο ζωντανό.

ΥΓ: Εννοείται ότι τα μόνα σχόλια που δεν δημοσίευσα και δεν πρόκειται ποτέ να δημοσιεύσω είναι εκείνα του γνωστού ηλίθιου, ο οποίος επιμένει να στέλνει τις ανοησίες του. Αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα χρειαζόταν έγκριση των σχολίων πριν την δημοσίευσή τους και δεν θα είχε δημιουργηθεί το παραμικρό πρόβλημα. Και θέλει να κάνει και τον εκδότη, π’ ανάθεμά τον…

Η τέλεια υπηρεσία…


Γράφει ο mitsos175.

Κάποιοι νεοφιλελέ υποστηρίζουν ότι “το κράτος δεν λειτουργεί”. Κατηγορούν έμμεσα ήάμεσα τους δημοσίους υπαλλήλους, τους αγώνες για εργασιακά δικαιώματα κοκ, ξεχνώντας βέβαια πως εδώ και πολύ καιρό ακολουθείται μια και μόνη πολιτική, η δική τους. Ότι οι δημόσιες υπηρεσίες σκόπιμα υποβαθμίζονται, απαξιώνονται, σχεδόν σαμποτάρονται από τους ίδιους, με ποικίλους τρόπους.

Βέβαια υπάρχουν και υπηρεσίες που λειτουργούν τέλεια. Μόνο που αυτές δεν εξυπηρετούν τους πολίτες. Εξυπηρετούν τα αφεντικά, το οικονομικοπολιτικό κατεστημένο, με επίσης διαφόρους τρόπους.
Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας υπηρεσίας, που λειτουργεί άψογα, είναι η Ελληνική Αστυνομία. Μην διαμαρτύρεστε αγαπητοί μου. Αν υποθέσουμε, πως η αστυνομία υπηρετεί τους πολίτες, τότε μάλιστα, κάτι δεν πάει καθόλου καλά.
Αν όμως ο ρόλος της είναι άλλος; Δεν έχει ως τώρα προστατεύσει όλους τους πολιτικούς; Δεν έχει καταστείλει, δεν έχει διαλύσει ένα σωρό πορείες, συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, καταλήψεις, αγώνες κάθε λογής; 
Ποίος θα τολμήσει να πει να πει, πως οι πραιτοριανοί δεν προσπαθούν, δεν εκτελούν κάθε ξυλοδαρμό με ιδιαίτερο ζήλο, τολμώ να πω και με ευχαρίστηση; Θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε αυτή τους την προσπάθεια.

Γι αυτό ίσως και οι πολιτικοί τους δίνουν τα μπόνους, τους έχουν εξαιρέσει πολλά από τα δυσβάστακτα μέτρα, που πλήττουν όλους εμάς τους υπόλοιπους. Είναι λογικό, νηστικό αρκούδι δεν χορεύει και νηστικός μπάτσος δεν θα βαρέσει, τουλάχιστον με την απαιτούμενη δύναμη.

Κάποιοι νεοφιλελέ, πιο έξυπνοι από τους άλλους είναι αλήθεια προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο επειδή έχουμε νεοφιλελεύθερο σύστημα έχει ελευθερωθεί η αιχμάλωτη Ηριάννα!
Πως για όλα αυτά φταίει η ΕΛΑΣ, η οποία είναι μια υπηρεσία που δεν λειτουργεί καλά! Προσπαθούν ασφαλώς να πείσουν τους άλλους δεξιούς, τους ηλίθιους φασίστες, να σταματήσουν τα ψέματα, τις θεωρίες συνωμοσίας γιατί ακριβώς γελοιοποιούνται περισσότερο.

Πρώτα απ΄ όλα, αν η Ηριάννα ελευθερώθηκε επειδή έχουμε την αστική δημοκρατία τους, γιατί άραγε καταδικάστηκε, αφού ήταν αθώα; Γιατί έμεινε τόσο καιρό στη φυλακή; Γιατί αποφυλακίστηκε μόνο όταν η συμπάθεια και οι αγώνες του κόσμου έκαναν σαφές πως ήταν εις βάροςτων δεσμωτών να την κρατάνε όμηρο; Γιατί τόσοι δικαστές δεν έκαναν ως τώρα το αυτονόητο; Τα στοιχεία ήταν γελοία, φαίνονταν από την αρχή. Δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Όσο για την ΕΛ.ΑΣ. είμαι ο τελευταίος που θέλω να τους υπερασπιστώ. Έπαιξαν πολύ άσχημο παιχνίδι. Όμως σαν υπηρεσία λειτούργησαν τέλεια. Έκαναν ακριβώς αυτό που τους είπαν. Ότι τους διέταξαν. Προσπάθησαν, κι ως ένα βαθμό το πέτυχαν, να προσαρμόσουν την πραγματικότητα στη θεωρία κάποιων δεξιών κανιβάλων, κάποιων κηφήνων.
Δεν νομίζω πως τα εργαστήρια τους έκαναν λάθος. Λάθος είναι να πατήσεις κάποιον και να του πεις “συγνώμη δεν σας είδα”, έστω κι αν τον ξενύχιασες. Δεν νομίζω όμως πως μπορείς να πεις “λάθος” αν πάρεις ένα τσεκούρι και να του κόψεις το πόδι. Εκεί μάλλον χρειάζονται πειστικότερες εξηγήσεις. Εξηγήσεις όμως δεν πρόκειται να μας δώσουν. Πότε το έκαναν για να το κάνουν τώρα;

Βλέπετε, δεν τους βγαίνει. Προσπαθούν να συμμαζέψουν τ’ ασυμμάζευτα, να δικαιολογήσουν τ’ αδικαιολόγητα. Είτε είναι ηλίθιοι κομπλεξικοί φασίστες, είτε διορατικοί κι έξυπνοι οι αστοί δεν μπορούν να χωνέψουν μια μεγάλη νίκη των Αναρχικών. Ο εκβιασμός, η τρομοκρατία, δεν πέρασε. Η σκευωρία κατέρρευσε. Πολλοί δεξιοί, πράγματι, το είχαν πει, ότι η υπόθεση θα γυρίσει εις βάρος εκείνων που την έστησαν. Δεν είναι όμως τόσο τα όργανα οι φταίχτες για τα φάλτσα, όσο οι οργανοπαίχτες.

Έτσι λοιπόν, όσον αφορά τους μπάτσους, διαταγές εκτελούσαν. Όπως κι εκείνοι που έριχναν τους αιχμαλώτους στο φούρνο, παλιά, σε κάποια άλλη χώρα, εκτελούσαν άνωθεν εντολές.

Αν τους έλεγαν να πέσουν οι ίδιοι, για να ψηθούν, θα το έκαναν; 


Aπό:http://tsak-giorgis.blogspot.com/2018/07/blog-post_21.html

Τα απομεινάρια μιας ημέρας του Ιουλίου 2015 Για το δημοψήφισμα, τρία χρόνια μετά…


Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν απόφαση εν θερμώ ζαλισμένων μυαλών. Έθεσε λάθος ερώτημα σε λάθος χρόνο. Ήταν στιγμιαίο πολιτικό σφάλμα που το κυοφόρησε μια λαθεμένη πολιτική διαρκείας· ωστόσο, άν το δούμε υπόιστορική οπτική γωνία, δημιούργησε σωστό αποτέλεσμα.
Γράφαμε λίγο πριν το δημοψήφισμα, τον Ιούνιο του 2015 (Οι υπνοβάτες και ο βαρώνος Μινχάουζεν – πολιτικό λάθος και σωστό δημοψήφισμα, 28.6.2015):

Ο κ. Τσίπρας «γνώριζε […] πως με αυτή την κυβερνητική σύνθεση […] οι δημιουργικές πολιτικές και η διακυβέρνηση για την επακεκκίνηση και για την κοινωνική συνοχή είναι αδύνατες. Και οι εταίροι; Οι εκπρόσωποί τους, δηλαδή η κυβερνώσα σήμερα πολιτική ελίτ της ΕΕ, στους 5 μήνες της εικονικής διαπραγμάτευσης, συνέχισαν αυτό που γίνεται ήδη από το 2010. Συνέχισαν να περπατούν στην κρίση σαν υπνοβάτες, συντηρώντας το βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα, χειριζόμενοι την Ευρώπη ως “ένα ελιτίστικο εγχείρημα αποκομμένο από τους πολίτες της” (Χάμπερμας). Πολιτικοί αυτοϋποβαθμισμένοι σε ταμίες, σε αναλυτές δημοσκοπήσεων και σε νομικούς συμβούλους τραπεζών, αυτό μπορούν να κάνουν, τίποτε περισσότερο.
Έτσι, σε μια μακρά διαπραγμάτευση – οπερέττα, είδαμε από τη μια πλευρά το κακό πολιτικό μείγμα, την πολιτική απειρία και ανεπάρκεια των νεοφώτιστων της Αθήνας, με αιθεροβάμονες φαντασιώσεις, κακές ανδρεοπαπανδρεϊκές μιμήσεις (αλλά χωρίς έλεγχο του όλου κόμματος από τον αρχηγό) και αδυναμία να εκτιμηθεί η συγκεκριμένη κατάσταση, ενώ από την άλλη είδαμε τους πολιτικούς-ζόμπι στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο. Το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα της οπερέττας ήταν η ακόμη μεγαλύτερηδιάλυση της πραγματικής οικονομίας στην Ελλάδα και η πτώση της αξιοπιστίας της Ένωσης στο βαθύτερο σημείο της: Όλος ο πλανήτης σήμερα αναρωτιέται άν και πότε θα συμβεί Grexit και Brexit» [και δεν ήταν παράδοξη έκπληξη που το δεύτερο συνέβη πράγματι, έναν χρόνο αργότερα].
[…] «Αυτό το συνονθύλευμα στις Βρυξέλλες πολιτικών χωρίς όραμα, και τελικά χωρίς πολιτική, και μαθητευόμενων μάγων στην Αθήνα, θεωρεί το δράμα της φτώχειας και της ανεργίας με τιςχαμένες γενιές στην “ιδιόμορφη” Ελλάδα, και την αποτυχία (μέχρι τώρα) της ευρωπαϊκής παραγωγικής οικονομίας να επωφεληθεί ουσιαστικά από την προσφορά χρήματος της ΕΚΤ, τόσο ασήμανταπράγματα, όσο και την κοινή ιστορική μοίρα των ευρωπαϊκών εθνών. Η αποτυχία σε όλα αυτά τους φαίνεται παράπλευρη απώλεια. Αυτό που υπολογίζουν οι μεν είναι η ευρωστία της χρηματοπιστωτικής, εικονικής οικονομίας και των ολιγομελών κοινωνικών στρωμάτων που επωφελούνται από αυτήν. Αυτό που υπολογίζουν οι δε, είναι να διατηρηθεί το αποτυχημένο μετεμφυλιακό (και κυρίως το μεταπολιτευτικό) κοινωνικό συμβόλαιο στην Ελλάδα, του πελατειακού κράτους και των εξασφαλισμένων πελατών του.
Το δημοψήφισμα ήρθε πολύ αργά. Έπρεπε να είχε αποφασιστεί και να γίνει έγκαιρα, Φεβρουάριο ή Μάρτιο 2015, και να είχε καθαρό ερώτημα προς τους Έλληνες πολίτες: Ποιά Ελλάδα θέλουμε; Να συνεχίσουμε […] την επίπονη κοινή πορεία με την κοινή ευρωπαϊκή συντροφιά, αλλάζοντας όμως ως κοινωνία και κράτος τον κακό εαυτό μας, απορρίπτοντας επιτέλους τις κληρονομιές του μακροχρόνιου Οθωμανισμού και φροντίζοντας για κοινωνική συνοχή αντί για εγωϊσμό και για λάϊφ-στάϊλ; Ή ν’ ανοίξουμε πανιά για άγνωστες θάλασσες, μοναχικοί, αδιόρθωτοι και πτωχαλαζονικοί; Ωστόσο ακόμη και τώρα, ακόμη και έτσι που προέκυψε, με τον κ. Τσίπρα την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενον, η απόφασή του είναι στην πράξη σωστή, ανεξάρτητα από τα κίνητρα. Μετά τις 5 Ιουλίου η Ελλάδα δεν θα είναι ίδια με πριν. Ούτε η λοιπή Ένωση. Η κίνηση αυτή, άν και μοιάζει με ζαριά ζαλισμένων απο τους καπνούς τζογαδόρων, έρχεται σαν μια εξαγνιστική νεροποντή: ταράζει όλο τον βάλτο, ελληνικό και ευρωπαϊκό, τον πλημμυρίζει και τον ξεχειλίζει, μετατρέπει τα στάσιμα νερά του σε κινούμενα.
Όσοι πολίτες έχουμε βιώσει και γνωρίζουμε τον τόπο μας και πού ανήκει ο τόπος μας, όσοι ξέρουμε τη θέση μας μέσα στη σκληρότατη ελληνική κοινωνία του όψιμου καπιταλισμού και την διαδρομή μας, θα επιλέξουμε να συνεχίσουμε “με δάκρυα και ιδρώτα” την επίπονη κοινή πορεία. Μαζί με τους εργαζόμενους της λοιπής Ευρώπης, από κρίση σε κρίση, άν έτσι το θέλει η ιστορία. Είμαστε πολλοί. Και δεν είμαστε αυτόχειρες.
Ο κ. Τσίπρας μοιάζει εκ πρώτης όψεως με τον βαρώνο Μινχάουζεν που κόλλησε στο βάλτο και για να μη πνιγεί πιάστηκε από τα μαλλιά του […]. Το αποτέλεσμα δεν θα είναι αυτό που μας αφηγείται: ο ίδιος δεν θα σηκωθεί λίγο ψηλότερα. Ομως ο βάλτος κινείται, κι έτσι ο πρωθυπουργός προσφέρει υπηρεσία και γράφει ιστορία, γιατί αυτή η “απρόβλεπτη” πολιτική επίπτωση είναι που μετράει στην πράξη».
Όλα αυτά είναι πια ιστορία, αρμοδιότητα των ιστορικών. Το ιστορικό ερώτημα εξακολουθεί να υπάρχει: Ήταν μοιραίο και αναπότρεπτο να περάσουμε ως «ιδιόμορφη» χώρα  –  διαφορετικά από τις άλλες παθούσες, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρο, Ισπανία – κάτω από αυτές τις μυλόπετρες; Παίρνει όμως και μια δεύτερη, νέα μορφή, και η απάντηση δεν είναι της αρμοδιότητας των ιστορικών, αλλά των πολιτών: Είναι μοιραίο και αναπότρεπτο, που το ελληνικό πολιτικό προσωπικό – ιδίως το αυτοαποκαλούμενο «ευρωπαϊστικό» και«μεταρρυθμιστικό», αλλά και μεγάλο μέρος των οικονομικών και ακαδημαϊκών ελίτ – «τίποτα δεν διδάχτηκαν από την κρίση, απολύτως τίποτα;»

Ποιό ήταν όμως το  πραγματικό στρατηγικό λάθος – αλλά κυρίως πολιτική ανευθυνότητα διαρκείας – σημαντικού μέρους του πολιτικού προσωπικού της ελληνικής Αριστεράς; Ήταν τα πεπραγμένα του στα χρόνια των άνω – κάτω«πλατειών» (2010-2012). Ήταν η αταξική και τοξική πολιτική επιλογή, που έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ ουρά του μικροκομματικού «αντιμνημονιακού» Σαμαρά (ο οποίος, το μόνο που πραγματικά ήθελε, ήταν να ανατρέψει τον Γ. Παπανδρέου για να ξανα-κάνει την ΝΔ ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ). Το πιο ασυγχώρητο λάθος ήταν η ανοχή από «αριστερά», η παράλληλη συνύπαρξη ή και υποστήριξη σε φασιστοειδή φαινόμενα τύπου Σώρρα και Σία, στις κρεμάλες και τα απολιτικά υβρεολόγια του οργισμένου μεσο-μικρο-αστικού όχλου. Ήταν η«αριστερή» τροφή που δόθηκε στον ευρωπαιοφάγο «αντικαπιταλισμό για ηλίθιους».
Αυτό μπορεί να συνέβη είτε εξαιτίας «ψευδαισθήσεων» που διαψεύσθηκαν,είτε εξαιτίας κυνικού πολιτικού υπολογισμού που επαληθεύτηκε και έφερε την νίκη και την άνοδο στην εξουσία. Όμως η πιο ατυχής παράπλευρη επίπτωση της θολής στρατηγικής επιλογής, είτε ισχύει το ένα είτε το άλλο κίνητρο, δεν διαφέρει: Είναι ο εκφασισμός και άλλων μερίδων πολιτών, που δεν είχαν προηγουμένως σχέση με την παραδοσιακή ακροδεξιά. Και κυρίως, η εξάπλωση σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες λαού, αδιαφορίας ή και απέχθειας για την πολιτική, για τη ζωντανή δημοκρατία και για τις αρετές του πολίτη.

Εκκρεμεί, λοιπόν, εκτός των άλλων, η αυστηρή, ακριβοδίκαιη αυτοκριτική. Του πολιτικού προσωπικού της Αριστεράς – όπως εξίσου και όλου του υπόλοιπου. Για να συνετίζονται, να γίνονται πιο ταπεινόφρονες οι πολιτικοί και για να αποκτούν πολιτική παιδεία οι πολίτες.

Καθώς εισερχόμαστε στη μετα-μνημονιακή περίοδο, η ανεύθυνη στάση των τωρινών αντιπολιτευόμενων μπροστά στα άλλα προβλήματα – λόγου χάρη στο λεγόμενο Μακεδονικό ή στο εμπόριο απόλυτου αρνητισμού, απελπισίας και οργής, με επίμονη διασπορά ζοφερής ψυχολογίας στους πολίτες – δυστυχώς επιβεβαιώνει ότι «τίποτα δεν διδάχτηκαν από την κρίση, απολύτως τίποτα». Η λέξη-κλειδί που εξηγεί πολλά είναι πολιτικαντισμός. Το λεγόμενο πολιτικό κόστος και πίσω του το απέθαντο σύστημα κομματικής πατρωνείας.
Και έχουν απόλυτο δίκιο όσοι αρθρογράφοι διαπιστώνουν ότι σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως συνέβη στη δεκαετία του 1990 με το «Μακεδονικό», δυστυχώςσυμμετείχε ή συναίνεσε στη γένεση του ακραίου εθνικισμού «κατά μέγα μέρος και η Αριστερά». Με πολλούς τρόπους – παρά τις μαχητικές εξαιρέσεις ανθρώπων τύπου Μ. Παπαγιαννάκη, Ά. Ελεφάντη και λίγων άλλων.
Ούτε σ’ αυτό δεν βλέπουμε ουσιαστική αυτοκριτική του πολιτικού προσωπικού της Αριστεράς. Αλλά τουλάχιστον, αυτοί επανορθώνουν τώρα εν μέρει με πολιτικές πράξεις για τη ζημία που προκάλεσαν άλλοτε, μαζί με τους άλλους.
Γιώργος Β. Ριτζούλης
_____________________________________________________________