Σταμάτα να είσαι φτωχός …


Από την ψυχολόγο Εύη Νικολοπούλου

Πριν κάποιες δεκαετίες, μια έρευνα εξέτασε την υγεία σε μια ομάδα από ηλικιωμένες καλόγριες στην Αμερική. Οι γυναίκες αυτές είχαν μείνει μαζί για δεκαετίες, είχαν την ίδια διατροφική δίατα, την ίδια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την ίδια έκθεση σε κινδύνους και ερεθίσματα.Το εντυπωσιακό ήταν, ότι αυτό που προέβλεψε την κατάσταση της υγείας τους 50 χρόνια μετά, ήταν ο κοινωνικοοικονομικός δείκτης(SES) των γυναικών αυτών πριν μονάσουν.Η φτώχεια δηλαδή, αφήνει βαθιά και επίμονα σημάδια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία* της Eurostat,το 2015 στην Ευρωπαική Ένωση πέθαναν 1.700.000 άτομα κάτω από 75 ετών. Απο αυτούς τους θανάτους οι 570.000 θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Και αυτό σημαίνει: θα μπορούσαν οι άνθρωποι αυτοί να ζήσουν, αν είχαν την απαιτούμενη πρόσβαση σε προγράμματα πρόληψης και καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Καλύτερες συνθήκες ζωής, εκπαίδευση και εργασία. Και φυσικά οι θάνατοι αυτοί ήταν υψηλότεροι σε ποιές χώρες λέτε;

Στις φτωχότερες της Ε.Ε, δηλαδή Ρουμανία, Λετονία, Λιθουανία, Σλοβακία.

US National Library of Medicine : « Ο συνδυασμός εκπαίδευσης και εισοδήματος ισοδυναμούν με πρόσβαση σε μια σειρά από ευκαιρίες και πόρους που σμιλεύουν την καλή υγεία, μέσα από πολύπλοκους ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς»

Η πρόσβαση σε προγράμματα πρόληψης δηλαδή προυποθέτει και σημαίνει : γνώση της κρισιμότητας της πρόληψης, δηλαδή κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και εκπαίδευση, που θα οδηγήσει το άτομο να βάλει την πρόληψη και τις υπηρεσίες υγείας σε πρώτη προτεραιότητα στη ζωή του. Και βέβαια οικονομικό επίπεδο τέτοιο, που θα του επιτρέψει να κάνει χρήση αυτών των υπηρεσιών.

Οι φτωχές κοινωνικές ομάδες έχουν περιθωριοποιημένη την πρόληψη, είναι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο» και επομένως τη σπουδαιότητα αλλά και τον ρόλο που παίζει στην ψυχική υγεία, στην καταπολέμηση του στρες και σε μια σειρά ψυχοσωματικών νοσημάτων.

Εκτός από το να εισαι φτωχός, υπάρχει κάτι άλλο ισοδύναμα κακό;

Ναι, αμέ: Το να νιώθεις φτωχός.

Με άλλα λόγια οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Μια πιο ξεκάθαρη εικόνα του τι σημαίνει να βιώνεις τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες που σε κάνουν να νιώθεις, εκτός από το να είσαι, φτωχός, είναι το να βλέπεις στην τιβι π.χ κάποιους να διακοπάρουν στην Μύκονο μέσα στη χλιδή, την ώρα που εσύ δεν έχεις να πληρώσεις το ρεύμα εν μέσω καύσωνα, στο σπίτι σου που χρησιμοποιείς αναγκαστικά και ως θέρετρο διακοπών.

O κοινωνικοοικονομικός (SES) δείκτης σημαίνει ότι όσο πιο φτωχός είσαι, τόσο πιο πιθανόν είναι να έχεις χειρότερη υγεία, και τόσο περισσότερο μικραίνει το προσδόκιμο ζωής σου, κατά 5-10 χρόνια.

Αν θέλεις λοιπόν να βρεις την υγειά σου,σταμάτα να είσαι φτωχός.

 

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:

http://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/-/DDN-20180629-1

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2837459/

Wilkinson R : Mind the Gap :Hierarchies, health and human evolution

http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Glossary:Avoidable_cause_of_death

_____________________________________________________________
Advertisements

ζεστά τσιμέντα…


Έχω καιρό να ακούσω ενημερωτική εκπομπή στο ραδιόφωνο, αλλά σήμερα φαίνεται είναι η μέρα. Πετυχαίνω τον Κοττάκη και το αφήνω εκεί να παίζει, καθώς ψάχνω να παρκάρω στο Ζωγράφου. Συζητάνε για τον ρουβίκωνα και για το pride. Συζητάνε για το ποιος πλήττεται απ’ τη δράση της οργάνωσης, μα η έννοια της δημόσιας τάξης βέβαια, η χώρα και διάφοροι άλλοι, συζητάνε για το αν θα κατέβει ο ρουβίκωνας στις εκλογές (και το συζητάνε σοβαρά) και τέλος συζητάνε το ποιος ωφελείται απ’ τη δράση της ομάδας. Το περίφημο cui bono, λέει χαρακτηριστικά ο Κοττάκης. Η φράση πάνω στην οποία συναντώνται οι πάντες, δεξιοί, αριστεροί, η ελεύθερη ώρα και πανεπιστημιακοί με διδακτορικό στη γεωστρατηγική ανάλυση του βαλκανικού χώρου. Νομίζω ότι αν οι monty python γύριζαν σήμερα τους Ιππότες του Νι, θα έβαζαν αυτούς τους γίγαντες να σε ρωτάνε αενάως, όπου σε πετύχουν σε κάθε δρόμο και στενό του κέντρου, cui bono. Ναι αλλά, cui bono, σκέψου το καλύτερα φίλε μου cui bono, κατάλαβες λοιπόν; CUI BONO αυτή είναι η σωστή ερώτηση, το πιασες επιτέλους πως συνδέονται τα κομμάτια CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO.

Επιτέλους παρκάρω και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το πόσο αδιανόητα αλλόκοτο, σε τόσα πολλά επίπεδα, ήταν αυτό που είχα ακούσει. Θα μπορούσε αυτή η εκπομπή, αυτούσια, χωρίς καμία απολύτως αλλαγή, να σταθεί ως μια αρκετά καλή, αν και κάπως τραβηγμένη, παρωδία.

35071151_2212424232117789_4831685775315697664_n

Πέμπτη.

εζεσταθηκαν τα τσιμεντα

επυρωσανε οι σωληνες

Χ.Σ.

Καταντάει αστείο, αλλά εντέλει φτάνεις σε διάφορα συζητήσεις να βλέπεις δύο πλευρές, μάλιστα όχι εναλλάξ, αλλά και τις δύο ταυτόχρονα. Είναι η Αθήνα ωραία (για να μην πω βιώσιμη) το καλοκαίρι; Ξέρει η Αθήνα να λειώνει; Πας το πρωί δουλειά και καθώς ιδρώνεις και ξεϊδρώνεις αλλάζοντας βαγόνια στο μετρό, αποφαίνεσαι οριστικά. Όλα τα ζητήματα έχουν πλέον συναιρεθεί στο ένα. Ή έχεις ή δεν έχεις. Η Αθήνα καλοκαίρι χωρίς λεφτά είναι εφιαλτική. Χωρίς μία για δροσερά κοκτέιλ το απογευματάκι, χωρίς μία για παγωμένες μπύρες το μεσημέρι, χωρίς μία για αυτή ή την άλλη συναυλία, χωρίς μία για a/c στο αμάξι, χωρίς μία για τριημεράκια στα κοντινά νησιά και το Σούνιο,  χωρίς μία για φαγητό έξω και ύστερα στο θερινό. Όλα αυτά που δεν μπορείς να απολαύσεις και που πλέον δεν μπορείς και να αποφύγεις. Γιατί όλα είναι παντού, ηλιοβασιλέματα στο ινσταγκραμ, καφενεία με φόντο τη θάλασσα στο facebook, μαγικές συναυλίες και στα δύο. Η φάση είναι παντού και γίνεται χαμός – η Αθήνα ξέρει να λειώνει, μόνο που μπορεί να το κάνει και χωρίς εσένα. Ή μάλλον εσένα σ’ αφήνει να περιμένεις ένα συρμό χωρίς κλιματισμό, σε βάζει να ντυθείς με παντελόνι, ενώ σκας, για να πας σε μια δουλειά που καλά καλά δεν πληρώνει. Σε βάζει να περπατάς σε πεζοδρόμια που βράζουν, ενώ από πάνω σου στάζουν βροχή τα a/c. Σε βάζει να κοιτάς στο βάθος της Συγγρού τη θάλασσα, ενώ η θάλασσα φέτος δεν είναι κάτι δεδομένο για σένα. Σε βάζει να παρατηρείς τους απειράριθμους τουρίστες που παίρνουν παγωτό, παίρνουν φωτογραφίες το φως, παίρνουν εισιτήριο και φεύγουν απ’ τον Πειραιά. Ενώ εσύ, ενώ εσύ στέκεσαι στη Σταδίου μαζεύοντας στιγμή τη στιγμή την εξουθενωτική ζέστη.

Αλλά την ίδια ώρα με κάποιο μαγικό τρόπο λεφτά πάντα κάπως βρίσκονται και αν δεν βρίσκονται λεφτά, βρίσκονται φίλοι βρίσκονται σπιτικές ρακές βρίσκονται κερασμένα ποτά βρίσκονται μαγικά μπαλκόνια βρίσκονται παγάκια βρίσκονται ένα σωρό κόλπα. Το ίδιο τσιμέντο που κυκλώνει τα πόδια σου και σε βράζει μέρα νύχτα, είναι το ίδιο τσιμέντο που χαρίζει μια ανάλαφρη ταλαιπωρημένη ιδρωμένη διαύγεια. Ο πονοκέφαλος του μεθυσιού είναι διαφορετικός, ο τρόπος που σε ρουφάει η καρέκλα στο καφέ είναι διαφορετικός, ο τρόπος που οι άνθρωπος κοιτάζονται είναι διαφορετικός – υπάρχει κάτι κουρασμένο, κάτι νωχελικό, κάτι που επιβάλλει να πέσει ο ρυθμός και να ακούσεις λίγο προσεχτικότερα, λίγο πιο ήρεμα, λίγο λιγότερο βιαστικά όλους τους απέναντι. Και όπως τα πόδια της παρέας απλώνονται στις καρέκλες του απέναντι και του δίπλα, όπως τα φουστάνια και τα υφάσματα μετατρέπονται σε αυτοσχέδιες βεντάλιες και όπως κουνιούνται πέρα δώθε βεντάλιες κανονικές και βεντάλιες από διαφημιστικά φυλλάδια, όλα ξαφνικά υπακούν σ’ αυτό το ψευτοαεράκι που δημιουργεί το ίδιο το αίσθημα των ανθρώπων γύρω σου. Και αυτό το αεράκι μοιάζει για μερικά λεπτά αρκετό για να καταρρίψει εκείνο το αντιδραστικό ή έχεις ή δεν έχεις. Αρκετό για να βουλιάξεις σε αυτή τη μητροπολιτική ιδέα ότι ξέρεις να λιώνεις, ότι όλοι δίπλα σου ξέρουν να λιώνουν. Ότι υπάρχει κάτι το σχεδόν ερωτικό σ’ αυτή την μισόγυμνη μουλιασμένη κατάρρευση.

Σάββατο.

Κάποια στιγμή στο Pride περπατάμε δίπλα από ένα φορτηγάκι και όπως ο κόσμος πάνω και κάτω από αυτό χορεύει, δίπλα δύο τύποι συζητάνε: – Τι ωραία να περπατάμε έτσι την Πανεπιστημίου ε; – Ναι ρε. – Καιρό είχα να κατέβω έτσι στο δρόμο. – Ναι κι εγώ, απ’ τις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ νομίζω.

Για μερικά λεπτά περπατούσα και σκεφτόμουν τον συγκεκριμένο διάλογο. Αμφιταλαντευόμουν αν πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου να ξενερώσει, να χαλαστεί, ίσως να κάτσω κανά μισάωρο ακόμη και μετά να φύγω. Φυσικά επανήλθε μέσα μου όλη η κριτική (με την οποία συμφωνώ έτσι κι αλλιώς) περί χορηγών, νέας δημοκρατίας, βονταφον, πρεσβειών, αποκλεισμών κλπ κλπ. Αλλά συνεχίζοντας να βρίσκομαι εκεί και παρατηρώντας λίγο τα πρόσωπα, αφέθηκα για λίγο σ’ αυτή την εικόνα των κορμιών και των προσώπων στα οποία ανήκε μια κεντρική αθηναϊκή λεωφόρος για λίγες ώρες. Έστω κι έτσι, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μου φάνηκε τόσο εξωφρενικά γλυκιά αυτή η εικόνα. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου από σώματα που μπορούσαν να είναι (προσωρινά τουλάχιστον) ελεύθερα. Να είναι προσωρινά τουλάχιστον, όπως αυτά θέλουν να είναι. Τα λιγοστά είναι η αλήθεια, πάντως υπαρκτά, επιθετικά βλέμματα τυχαίων περαστικών, έκαναν αυτή την αίσθηση ακόμη μεγαλύτερη.

Μάλιστα για να είμαι ειλικρινής, το πήγα και λίγο παρακάτω. Σκεφτόμουν ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς που έχει πρόβλημα με το pride και προτάσσει τους γνωστούς λόγους περί μη ριζοσπαστικού προτάγματος και περιεχομένου, έχει πέρα απ’ αυτά και ένα πρόβλημα να συνυπάρξει με αυτό το πλήθος. Νομίζω ότι νιώθει μια αμηχανία με τα βαμμένα πρόσωπα, τα ημίγυμνα σώματα, τη χαρά ενός χύμα και ακανόνιστου φλερτ. Νομίζω ότι έχει εξαπλωθεί και στ’ αριστερά αυτή η αφήγηση που λέει πράγματα του στιλ ναι αλλά δε χρειάζονται οι υπερβολέςναι αλλά αυτή είναι πρόκληση για την πρόκληση και άλλα παρόμοια. Ενώ η ουσία είναι ακριβώς σε αυτό που οι άλλοι αποκαλούν πρόκληση και που φυσικά καθόλου τέτοια δεν είναι. Το περιεχόμενο ενός pride σαν αυτό του Σαββάτου, όσα και όποια ρητά διατυπωμένα αιτήματα κι αν έχει, επιτελεί έτσι κι αλλιώς και μια άλλη λειτουργία. Να φέρει στο προσκήνιο, στα τσιμέντα της Σταδίου και της πλατείας Συντάγματος το σώμα όπως θέλει ο καθένας να είναι, δηλαδή ημίγυμνο, γυμνό, ντυμένο έτσι, ντυμένο αλλιώς, βαμμένο λίγο, βαμμένο πολύ και πάει λέγοντας. Φέρνοντας σε αμηχανία αυτόν που κοιτάζει με τα μάτια του κοινωνικά κανονικού, το σώμα αποδεικνύει τις πολλαπλές καταπιέσεις και την φοβερά δυνατή κυρίαρχη πίστη σε αυτή τη μέση νορμάλ κατάσταση είτε αυτή είναι η πατρίς θρησκεία οικογένεια του δεξιού είτε ο σοβαρός αντικαπιταλισμός του αριστερού.

Έτσι αργότερα, όταν στα γκαζόν πέφτουν βροχή τα φιλάκια που δεν συνηθίζουν να πέφτουν βροχή στο δημόσιο χώρο, η ενσωμάτωση κάνει μερικά βήματα πίσω.

Θα κάνω λίγο αέρα με τη βεντάλια της Στέγης και όλα θα ξαναρθουν στα ίσα τους, αφού το θέμα μου δεν είναι στ’ αλήθεια το pride, αλλά ότι η κριτική για έλλειμμα ριζοσπαστικότητας μοιάζει να εκκινεί από θέσεις βουλιαγμένες μες στην κυρίαρχη αντίληψη για το τι συνιστά κανονική καθημερινότητα.

35070797_2212427468784132_3035733406513102848_n

via

Δευτέρα.

Στο μετρό Ομόνοια μπαίνουν δύο πρεζάκια. Κάθεται ο ένας δίπλα μου και ο άλλος απέναντί μου. Ο άλλος που καθόταν στην τετράδα σηκώνεται αμέσως και στέκεται παραδίπλα όρθιος. Δεν ξέρω αν φταίνε οι κλασσικές επαναλαμβανόμενες υποδείξεις απ’ το ηχείο να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα ή η μυρωδιά. Η μυρωδιά των ανθρώπων που έχουν μείνει μέρες στο δρόμο. Η μυρωδιά των ανθρώπων που δεν έχουν αλλάξει ρούχα για μέρες. Μετά από λίγη ώρα, η συζήτησή τους γίνεται σε σχετικά δυνατούς τόνους.

– Ναι ρε φώτα στη βουλή. Τί άλλο θα δούμε ρε μαλάκα; Τί άλλο;

– Τί τι άλλο; Είδες τι είπε πάλι ο Τούρκος;

– Όχι ρε. Για πες.

(έχει γείρει μπροστά και δεν ακούω καλά)

– Το πάνε επιθετικά ρε. Έχει και εκλογές τώρα. Ο Ερντογάν βγαίνει και λέει διάφορα.

– Ναι και οι δικοί μας δεν κάνουν τίποτα. Τίποτα.

– Τι να κάνουνε μωρέ, αφού την εξουσία την έχουν κάτι αδερφές.

Σιωπή. Στο Σύνταγμα κατεβαίνω. Το τελευταίο πράγμα που ακούω είναι το παρακάτω:

– Κάτι τέτοιες στιγμές λέω, μακάρι να ‘χαμε τουλάχιστον τον Αντρέα τον Παπανδρέου.

_____________________________________________________________

Aπό:https://tovytio.wordpress.com/2018/06/11/zestatsimenta/

Η μάχη των συμβόλων…


Theodoor Rombouts (1597-1637) – Prometheus

Μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες και ατράνταχτες πεποιθήσεις της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας που δοκιμάζεται σκληρά από τα γεγονότα, είναι ο περίφημος πραγματισμός της στην αντιμετώπιση των διάφορων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Το νεωτερικό πνεύμα διατείνεται ότι χάρη στην ορθολογική διαχείριση των κοινωνικών συνισταμένων, διαχείριση που βασίζεται στην όλο και πιο εξειδικευμένη ανάλυση κάθε πτυχής του επιστητού, μπορεί να λύσει επιτυχώς και αποτελεσματικά οποιαδήποτε σχεδόν δυσλειτουργία που απειλεί να αποσταθεροποιήσει την ισορροπία της κοινωνίας. Αυτό βέβαια ισχύει όταν τα προβλήματα είναι περιορισμένης σχετικά έκτασης και τεχνικής κυρίως φύσης. Σε αυτήν την περίπτωση παρατηρείται μάλιστα το εξής φαινόμενο: τα προβλήματα αυτά, ακόμα κι όταν οι συγκρούσεις που αυτά προκαλούν είναι έντονες και ταράσσουν βίαια το εσωτερικό της κοινωνίας, ενδυναμώνουν με ένα παράδοξο τρόπο την κοινή πίστη στο κυρίαρχο μοντέλο διαχείρισης της εξουσίας. Αυτό συμβαίνει γιατί, ως φαινόμενα, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το γενικότερο εκείνο σύστημα που τα δημιούργησε, ώστε μόνο εντός αυτού του ίδιου συστήματος να μπορεί να αναζητηθεί μια πιθανή ρεαλιστική λύση. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε είδους αμφισβήτηση του υπάρχοντος πλαισίου και κάθε εναλλακτική επιλογή, ακόμα και καθαρά θεωρητική, καθίστανται τελικά κυριολεκτικά αδιανόητες. Τα περίφημα σλόγκαν «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» και βέβαια το «there is no alternative», αποτελούν εκφράσεις αυτού ακριβώς του φαινομένου.

Συνέχεια