Φασίστες…


Αυτό (ΑΥΤΟ) είναι (ΕΙΝΑΙ) αντισημιτισμός (ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ)! Και είναι το μόνο που δίκαια ονομάζεται έτσι! Η προσβολή ενός μνημείου για το Ολοκαύτωμα· η άρνηση του ίδιου του Ολοκαυτώματος· ουσιαστικά η δικαιολόγησή του· και η δικαιολόγηση όλων των απάνθρωπων, ρατσιστικών, χριστιανικών διωγμών που υπέστησαν οι εβραίοι σαν θρήσκευμα και σαν πληθυσμός, στην ευρώπη, επί αιώνες: αυτός είναι ο αντισημιτισμός! Τίποτα άλλο… Αντισημιτισμός είναι οι επιθέσεις σε συναγωγές… Αντισημιτισμός είναι οι επιθέσεις στα εβραϊκά μνήματα και νεκροταφεία… Αντισημιτισμός είναι ο ιστορικός πρωτοκοσμικός φασισμός… Αντισημιτισμός είναι τα hard core χριστιανικά δόγματα εδώ και αιώνες, για τους «εβραίους που σκότωσαν τον Χριστό»…  Αντισημιτισμός είναι οι συνωμοσιολογίες των ηλιθίων, του είδους “πίσω απ’ όλα κρύβονται οι εβραίοι”… Κλπ κλπ…

Παράδοξο; Ενώ οι εβραίοι κυνηγήθηκαν πάντα από χριστιανούς και μόνο από χριστιανούς, κι ενώ πάντα οι αντισημίτες ήταν και είναι χριστιανοί φασίστες, τώρα ένα κράτος λευκό, πρωτοκοσμικό, ρατσιστικό, που υποστηρίζει ότι εκφράζει την διαχρονική ιστορία των εβραίων (ενώ το μόνο που εκφράζει είναι τα συμφέροντα φραξιών του πρωτοκοσμικού κεφάλαιου!) υπάρχει και επεκτείνεται μέσω της συμμαχίας του με τα κράτη και τα παρακράτη αυτών ακριβώς των αποδεδειγμένα αντισημιτών, φασιστών χριστιανών. Και δρα με χριστιανικό, σταυροφορικό φανατισμόεναντίον των αράβων και των μουσουλμάνων… Που ποτέ δεν κυνήγησαν εβραίους…

Παράδοξο; Όχι. Απλά αποκαλυπτικό, μπροστά στα μάτια όποιου διαθέτει τέτοια…

(φωτογραφία: το μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Σαλονίκη με τις μπογιές που πέταξε το φασισταριό τις προάλλες…)

  ___________________________________________________________

Γ. Ψαριανός: Η χυδαιότητα σε βουλευτική έκδοση…


Είναι συζητήσιμο αν έχει υπάρξει μετά την μεταπολίτευση πιο χυδαίος βουλευτής από τον Γρηγόρη Ψαριανό. Αυτός ο τυχάρπαστος, εξυπνάκιας και φαφλατάς πολιτικάντης, το απωθητικό παράσιτο από πολιτική σκοπιά, δεν διστάζει να εκτοξεύει τα εμέσματα του, προκαλώντας συνέχεια.

Δεν μπορείς να βρεις κόσμιες λέξεις και να σχολιάσεις την τοποθέτηση που έκανε σήμερα μέσω twitter, όταν έπεσε η αυλαία και δικαιώθηκαν Ηριάννα και Περικλής μετά από ένα χρόνο στην φυλακή, θύματα μιας αστυνομικοδικαστικής σκευωρίας.
Το ότι είναι συνεχώς μεθυσμένος είτε βρίσκεται καλεσμένος σε τηλεοπτικές εκπομπές, είτε στην αίθουσα του κοινοβουλίου τους, δεν του δίνει άλλοθι.
Ούτε αποτελεί δικαιολογία το ότι γνωρίζοντας ότι σύντομα θα αποτελέσει ένα πολιτικό απόβλητο, χάνοντας την παχυλή βουλευτική του αργομισθία έχει σαλτάρει. (Εντάξει, δεν είναι ότι το καλύτερο να κάνεις ψυχολογική προσέγγιση σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν βρίσκεις άλλο τρόπο να σχολιάσεις την χυδαιότητα και την αναίδεια αυτού του ανθρώπου).
Σε κάθε περίπτωση πάντως πρόκειται για ένα από πιο ελεεινά και τρισάθλια άτομα που πέρασαν απ’ τα έδρανα της βουλής.
_____________________________________________________________

Κωστής Παπαγιώργης: «Τα Μπαρμπέρικα»…


Το λαϊκά ποιητικό σύμπαν των κουρείων μέσα από μια εξαντλητική κοινωνιολογική και λογοτεχνική έρευνα

Γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης

Πολλοί παρατηρητικοί φίλοι μιλούν συχνά για την εξαφάνιση των παλαιών επαγγελμάτων (των τσαγκάρηδων, για παράδειγμα, ή των μπαλωματήδων, των μοδιστράδικων ή των τροχιστών, των περιφερόμενων καρεκλάδων ή των άλλων που βροντοφώναζαν: «αλλάζω μπουκάλια με μανταλάκια»). Ευτυχώς, τα κουρεία δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Η «κόμη» διατηρεί ακόμα και σήμερα τις ιδιότητές της, οπότε οι κομμωτές και οι καλλωπιστές της κεφαλής εξακολουθούν να είναι απαραίτητοι για το πόπολο. Πιθανώς ο πρώτος κουρέας που αναφέρεται στην Ιστορία (μετά τους ομηρικούς «κουρήτες») είναι εκείνος που πρωτοανακοίνωσε την είδηση της καταστροφής των Αθηναίων στη Σικελία.

«Τα Μπαρμπέρικα» είναι μια εξαντλητική μελέτη της Ζωής Ρωπαΐτου για την ιστορία του ελληνικού κουρείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στο οποίο εκτός από ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό από την πορεία της εξέλιξής τους, έχει μαζέψει αφηγήσεις από όλους σχεδόν τους εναπομείναντες κουρείς της Αθήνας [εν ενεργεία ή «αποσυρμένων»] και αρκετούς της ελληνικής επαρχίας. Φωτο: Νίκος Κατσαρός Πηγή: www.lifo.gr
«Τα Μπαρμπέρικα» είναι μια εξαντλητική μελέτη της Ζωής Ρωπαΐτου για την ιστορία του ελληνικού κουρείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στο οποίο εκτός από ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό από την πορεία της εξέλιξής τους, έχει μαζέψει αφηγήσεις από όλους σχεδόν τους εναπομείναντες κουρείς της Αθήνας [εν ενεργεία ή «αποσυρμένων»] και αρκετούς της ελληνικής επαρχίας. Φωτο: Νίκος Κατσαρός 

Στο βιβλίο της Ρωπαΐτου η ιστορία του επαγγέλματος ξετυλίγεται υποβλητικά, δηλαδή από αρχαιοτάτων χρόνων ίσαμε σήμερα. Ήδη από το 2500 π.Χ. οι κομμώσεις των ανδρών και γυναικών ήταν μέρος της εμφάνισης και της εν γένει εικόνας του ατόμου. Ο κουρέας οφείλει το όνομά του στο ρήμα κείρω (=κουρεύω), τα δε εργαλεία του είναι κι αυτά αρχαϊκά, όπως ο χρήστης τους: το ξυρόν (ξυράφι) και η κουρίς ή ψαλίς (ψαλίδι). Καθώς το επάγγελμα προόδευε, εμφανίστηκε το κτένιον (χτένι) και η καλαμίδα (για το κατσάρωμα των μαλλιών). Επίσης, δοθέντος ότι ο κουρέας περιποιούνταν και τα νύχια, εμφανίστηκε και το ονυχιστήριον, ειδικό ψαλίδι για το κόψιμο και τον καθαρισμό των νυχιών. Εκτός των εργαλείων, απολύτως απαραίτητος ήταν ο θρόνος (η καρέκλα δηλαδή), η σινδόνη (η λεγόμενη μπέρτα) και τα κάτοπτρα (ήτοι καθρέφτες κατασκευασμένοι από στιλβωμένα μέταλλα). Όσο για τη βαφή της κόμης, είναι κι αυτή πανάρχαια, καθώς από τον Ε’ αιώνα π.Χ. ήταν επαρκώς διαδεδομένη η συνήθεια του «μελαίννεσθαι ή ξανθίζεσθαι την κόμην» και, βέβαια, οι περούκες. Ο Αστυάγης, πάππος του Κύρου, έβαφε τα φρύδια του κι έφερε επίσης ψεύτικα μαλλιά.

Ζωή Ε. Ρωπαΐτου-Τσαπαρέλη, Τα Μπαρμπέρικα: Η πορεία τους στο πέρασμα χρόνου και αφηγήσεις κουρέων, Σελ.:368, εκδόσεις Φιλιππότη Πηγή: www.lifo.gr
Ζωή Ε. Ρωπαΐτου-Τσαπαρέλη, Τα Μπαρμπέρικα: Η πορεία τους στο πέρασμα χρόνου και αφηγήσεις κουρέων. Σελ.:368, εκδόσεις Φιλιππότη 

Επιβάλλεται να θυμίσουμε ότι η κουρά της κεφαλής προσέλαβε κι έναν πολεμικό χαρακτηριστικό. Επειδή μέσα στον σάλαγο της μάχης συχνά οι αντίπαλες παρατάξεις έρχονταν στα χέρια και μοιραία πιάνονταν από τα μαλλιά, οι αρχηγοί θεώρησαν απαραίτητο οι στρατιώτες τους να είναι «οπισθοκόμαι», όπως οι μαχητές του Θησέα που κούρευαν το πρόσθιο τμήμα της κεφαλής, συνήθεια που έφτασε μέχρι τους Σουλιώτες και τον Κολοκοτρώνη. Όσο για τους Μακεδόνες του Αλέξανδρου, μετά τη μάχη στα Άρβηλα, τους επέβαλε την κουρά της κεφαλής, επειδή παρατήρησε ότι στις συμπλοκές νικούσε τελικά ο εν χρω κεκαρμένος.

Ένα βασικό και περιλάλητο «κουσούρι» των μπαρμπέρηδων ήταν, και είναι βέβαια, η ακατάσχετη φλυαρία. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ελάττωμα του επαγγέλματος μόνο, αλλά κυρίως για γνώρισμα του κουρείου που, αρχικά τουλάχιστον, λειτουργούσε και ως καφενείο.   Όσο για το «άντε να κουρεύεσαι», που σταδιοδρομεί ακόμα και στις μέρες μας, κρατάει από τη συνήθεια των Βυζαντινών να κουρεύουν με το στανιό τα παραπτώματα (ο δείνα τυπτόμενος και κουρευόμενος εξοριζέσθω). Επίσης, αν η νύφη δεν ήταν «εν τάξει», την έστελναν στη μάνα της με συνοδεία «ξεκουρδισμένα βιολιά» ή με κομμένη πλεξούδα…

Μια από τις ιδιότητες του κουρέα που δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστή αφορά τη σχέση του επαγγέλματος με την ιατρική. Κατά τον Μεσαίωνα, όταν η ιατρική καθυστερούσε και δεν υπήρχαν επαγγελματίες χειρουργοί, οι αφαιμάξεις (που έκαναν οι κουρείς ως βοηθοί των ιερέων) αποτελούσαν την πιο προσφιλή μέθοδο θεραπείας. Όταν δε η Σύνοδος της Τουρ το 1163 απαγόρευσε στους κληρικούς να αντλούν αίμα ή να ασκούν καθήκοντα χειρουργού, η χειρουργική τέχνη πέρασε στα χέρια των κουρέων και άντεξε επί έξι αιώνες. Εξού και η μακροχρόνια σύγκρουση -κωμική σήμερα- ανάμεσα στους μπαρμπέρηδες και τους οδοντιάτρους.

Ένα βασικό και περιλάλητο «κουσούρι» των μπαρμπέρηδων ήταν, και είναι βέβαια, η ακατάσχετη φλυαρία. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ελάττωμα του επαγγέλματος μόνο, αλλά κυρίως για γνώρισμα του κουρείου που, αρχικά τουλάχιστον, λειτουργούσε και ως καφενείο. 

Ωσότου ν’ απεξαρτηθούν τα κουρεία και ν’ αποκτήσουν δική τους οντότητα, ο κουρέας δούλευε σε μια γωνιά του καφενείου, οπότε οι συζητήσεις «αλατίζονταν» και από τον μπαρμπέρη κατά τα δέοντα. Ο Γάλλος περιηγητής Μπεράρ (ήταν και μεταφραστής του Ομήρου) σημειώνει στο βιβλίο του Τουρκία και Ελληνισμός: «Μέρα και νύχτα το χάνι βουίζει από συζητήσεις, από κότες σκαρφαλωμένες πάνω στους κοπροσωρούς, από μπρίκια που αχνίζουν, από τηγανίσματα, από φλογερές κιθάρες τρίχορδες, από άντρες που τραγουδούν μπροστά σε μια φωτιά, γύρω από ένα καρπούζι ή γύρω από ένα ποτήρι ρακή. Κοντά στο πηγάδι μπαρμπέρηδες έχουν στήσει μεγαλοπρεπώς υπαίθριο μαγαζί και ξυρίζουν με το ίδιο εργαλείο τα μάγουλα των Χριστιανών και τα κρανία και τις μασχάλες των Μωαμεθανών». Ιδού και τα επαγγέλματα της εποχής, κατονομασμένα από τον Γ. Λυμπερόπουλο στο Παζαριού Ανατομή: «Χριστιανοί και Οθωμανοί της Κάτω Κόνιτσας, τσαρουχάδες, καποτάδες, φραγκοράφτες, φουρναράδες, ρολογάδες, μπαρμπέρηδες, πλήθος επαγγέλματα, πού ‘χαν στην κορυφή τους γουναράδες και στον πάτο τους γύφτους σιδεράδες. Όλοι αυτοί τρώγαν τα μεσημέρια στο μαγαζί».

Κατά τον 19ο αιώνα, γράφει η Ρωπαΐτου, «στη φουστανέλα αντεπιτίθενται τα παντελόνια και τα ευρωπαϊκά σακάκια και τα μαλλιά κονταίνουν». Κουρείο προβάτων, κουρείο ανθρώπων – η διαφορά, αρχικά τουλάχιστον, δεν ήταν μεγάλη. Ο κουρέας σεργιάνιζε με το κασελάκι του, εφοδιασμένος με τη μηχανή χειρός, το ξυράφι, το λουρί (όπου ακόνιζε το ξυράφι) και έψαχνε πελάτη από σπίτι σε σπίτι. Τι εισέπραττε; Τυρί, αυγά, σιτάρι, καλαμπόκι και λάδι, συχνά τίποτα. Αργότερα κέρδιζε πενήντα λεπτά για το ξύρισμα κι ένα φράγκο για το κούρεμα. Πολλοί έλεγαν «άμα πληρωθώ, θα σε πληρώσω».

Η εκμάθηση της τέχνης του κουρέα, ενέχει ένα από τα παλαιότερα επαγγελματικά διδάγματα, ήτοι τη σκέψη ότι «αν δε σε κλάσει ο μάστορης, δεν γίνεσαι τεχνίτης». Φωτο: Νίκος Κατσαρός Πηγή: www.lifo.gr
Η εκμάθηση της τέχνης του κουρέα, ενέχει ένα από τα παλαιότερα επαγγελματικά διδάγματα, ήτοι τη σκέψη ότι «αν δε σε κλάσει ο μάστορης, δεν γίνεσαι τεχνίτης». Φωτο: Νίκος Κατσαρός 

Από σελίδα σε σελίδα ο αναγνώστης έχει την εξής απορία: γιατί η συγγραφέας μιλάει αποκλειστικά για (ανδρικά) κουρεία και αφήνει στην πάντα τα γυναικεία κομμωτήρια; Η απάντηση είναι απλή: η γυναίκα έκανε την εμφάνισή της στην κοινωνία πολύ αργά, άρα η φροντίδα της θηλυκής ομορφιάς δεν έχει τόση ιστορία όσο το μπαρμπεράδικο. Συγκεκριμένα, η λέξη «κομμωτήριο» συνδέθηκε με το γυναικείο φύλο κατά τη δεκαετία του 1950. Το κομμωτήριο παρέπεμπε σε γυναίκες, ενώ το κουρείο στους άνδρες. Εξαιρετικά εύστοχη η παρατήρηση ότι «μέχρι το 1930 οι γυναίκες δεν εργάζονταν, ως εκ τούτου δεν υπήρχαν γυναίκες κομμώτριες. Όσο για τις γυναίκες της ανώτερης τάξης, τις φρόντιζαν άνδρες επαγγελματίες. Το απαραίτητο ποιημάτιο του Στέλιου Αυγουστάκη εκθέτει σαφώς την κατάσταση:   Εγέρασα κουρεύοντας λογιών-λογιών κεφάλια, Άλλα με τρίχα ολόστρωτη κι άλλα μ’ αγκαθωτή Και γένια σαν ξυλόπροκες και γένια που ‘χαν χάλια, Σαράντα χρόνια εξύρισα με δίχως διακοπή. Μα τώρα που εβάλθηκα την τέχνη αυτή ν’ αφήσω, Γιατί τα τρελογύναικα μου τρων τα σωθικά, Η μια μου θέλει αλαγκαρσόν να της τα ψαλιδίσω Κι η άλλη πόλκα αμερικέν κι η τρίτη ανδρικά.

Κουρείο στα μέσα της δεκαετίας του '50. Πηγή: www.lifo.gr
Κουρείο στα μέσα της δεκαετίας του ’50. 

Ο κουρέας, εκών άκων ωτακουστής όλων των συζητήσεων, γνώριζε στις εκλογές πόσες ψήφους θα λάβει το κάθε κόμμα. Ήταν κατασκευαστής μαντολάτων, αυτοσχέδιος οδοντογιατρός (ειδικός στις εξαγωγές), εξού και η τανάλια για την οδοντοβγαλτική, κατείχε βότανα για το κρυολόγημα, το ανεμοπύρωμα για τη χρυσή, διάφορα προϊόντα για τον καλλωπισμό και την υγιεινή του δέρματος και των μαλλιών. Επίσης, απαραίτητες ήταν οι βεντούζες και οι βδέλλες, ενίοτε δε και τα βότανα για τον τριχοφάγο. Οι βδέλλες χρησίμευαν για να ρίχνουν την πίεση, όσο για το κατσικίσιο κερατάκι και την ξυραφιά πίσω στον αυχένα, μέχρι να στάξουν μερικές σταγόνες η ημικρανία είχε περάσει.

Πολλές είναι οι περιπτώσεις μπαρμπέρηδων με ανώτερες ευαισθησίες και ροπή προς το γράψιμο. Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Τσακασιάνος, κουρέας από τη Ζάκυνθο, συνέγραψε ποιήματα, όσο για τα Άπαντά του, εξεδόθησαν με πρόλογο του Κωστή Παλαμά το 1936. Όσο για τον Μάκη Ρόμπολα, που καταγίνεται με τη φωτογραφία επιτυχώς, το ακόμη πιο σπάνιο γνώρισμά του είναι η ακόρεστη ανάγνωση και η κλίση στη νοτιοαμερικάνικη λογοτεχνία. Παρόμοια προσήλωση και ασκημένο κριτήριο δεν βρίσκει κανείς ούτε σε επαγγελματίες συγγραφείς.

Φυλάξαμε τελευταία την εκμάθηση της τέχνης του κουρέα, διότι ενέχει ένα από τα παλαιότερα επαγγελματικά διδάγματα, ήτοι τη σκέψη ότι «αν δε σε κλάσει ο μάστορης, δεν γίνεσαι τεχνίτης». Ο Διαμαντάρης, παιδάριο ακόμη, εργαζόταν στο κουρείο του πατέρα του, όπου «μετά τον θάνατό του το δούλευε ως υπάλληλος ο αδελφός της μητέρας του που είχε βγει τεχνίτης από τα χέρια του πάτερα μου. Αυτός όχι μόνο δεν μου έδειχνε, άλλα γύρναγε από την άλλη να μη δω πώς κούρευε. Ήτανε νοοτροπία: μη δείξουμε στον άλλον, μη μάθει και μας πάρει τη δουλειά!».

Ουρές δεν σχηματίζονταν στα κουρεία της γειτονιάς. Ο παραγιός ξεσκόνιζε τους πελάτες που είχαν κουρευτεί και, αφού τηλέφωνο δεν υπήρχε, έσπευδε στη γειτονιά για να φωνάξει τον επόμενο πελάτη. Ο παραγιός και μαθητευόμενος ήταν και υπηρέτης. Πότιζε τα λουλούδια, έπαιρνε το φαγητό από τον φούρνο, μάλιστα κάποια αφεντικά πλάκωναν στο ξύλο τον παραγιό δι’ ασήμαντον αφορμήν. Σε άλλη περίπτωση, ένας παραγιός που του έκρυβαν την τέχνη για να μην τους πάρει τη δουλειά περίμενε να φύγουν τ’ αφεντικά και φώναζε τα παιδάκια από τον δρόμο για να τα κουρέψει. Στο τμήμα του βιβλίου όπου φιλοξενούνται οι βιωμένες ιστορίες πολλών μπαρμπέρηδων μπορεί να βρει κανείς πολλές ιστορίες από τα παλιά, όπου το παλαιό ήθος, η παλιά πατρίδα και το δαιμόνιο του Ρωμιού επιβιώνουν κόντρα σε κάθε λογής αντιξοότητα.


Προσωπικά, παρότι ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και όχι κουρέας στο μικρό χωριό που είχε μετατεθεί μετά από σύντομη εξορία στην Ικαρία (το 1952, αν θυμάμαι καλά), δηλαδή στην Παραλία της Κύμης, η φτώχια ήταν τόσο φανερή ώστε, παρά το γεγονός ότι το χωριό διέθετε κουρέα (νομίζω ότι τον έλεγαν Μουτουφαράκη), ο πατέρας μου κούρευε τα σαράντα μαθητικά κεφάλια του σχολείου κάθε Σάββατο. Όπως εύκολα μαντεύει κανείς, ο κουρέας του χωριού ήταν απαρηγόρητος: «Δάσκαλε, πώς θα ζήσω εγώ, αν κουρεύεις όλα τα παιδιά του χωριού;». Ξέροντας ότι οι φτωχοί ψαράδες αποκλειόταν να πάνε τα παιδιά τους στον κουρέα, ο πατέρας μου του απαντούσε ότι -ως αποζημίωση- θα πήγαινε μέρα παρά μέρα να ξυρίζεται και μια φορά την εβδομάδα να κουρεύεται. Έτσι ήρθαν σε κάποια συμφωνία.

Διαβάζοντας τη διαπίστωση της Δήμητρας Νίττη, κατοίκου Κύμης, ότι σήμερα δεν υπάρχει κανένα κουρείο στην Κύμη και ότι οι άντρες κουρεύονται πια στις κομμώτριες, ένιωσα έντονη και πολλαπλή λύπη, χωρίς να ξέρω ακριβώς το γιατί.

Στον φίλο μου κουρέα, Μάκη Ρόμπολα

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2012.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2018/06/26/%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1/

Είναι «Σλάβoι» oι Μακεδόνες; …


του Άκη Γαβριηλίδη

 

Από τη στιγμή που ξέσπασε το «νέο μακεδονικό» ζήτημα και μέχρι σήμερα, έχει διατυπωθεί πολλές φορές και από πολλές πλευρές η απόφανση ότι οι κάτοικοι της πρώην πρώην ΓΔΜ και νυν Βόρειας (αλλά μη Γ) ΔΜ «είναι Σλάβοι που ήρθαν στη Βαλκανική τον 6ο αιώνα». Μια σχετική διατύπωση μάλιστα περιλήφθηκε και στη συμφωνία των Πρεσπών.

Συχνά αυτοί που αποδίδουν την «σλαβική» ιδιότητα στους Μακεδόνες (ή, αναλόγως, στους «Σκοπιανούς» σύμφωνα με την πολιτική ορθότητα του ελληνικού εθνικισμού) την συνοδεύουν με διάφορα άλλα απαξιωτικά ως επί το πλείστον επίθετα. Άλλοτε όμως ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται καλοπροαίρετα, συχνά και από τους ίδιους τους Μακεδόνες.

Ασχέτως της προαίρεσης, θεωρώ ότι η απόφανση αυτή από άποψη επιστημονικής ακριβολογίας είναι πολύ προβληματική, ενώ και από ιδεολογικοπολιτική άποψη βρίσκεται στα όρια του ρατσισμού.

Ως προς το πρώτο, εδώ και καιρό στις επιστημονικές κοινότητες αντιμετωπίζονται με όλο και περισσότερο σκεπτικισμό οι θεωρίες περί «μεγάλων μετακινήσεων των λαών» (ή «των βαρβάρων», όπως λεγόταν παλιότερα και εν μέρει ακόμη λέγεται) ως κινητήριου μοχλού της ιστορικής εξέλιξης.

Επί πολλά χρόνια στη δυτική επιστήμη υπήρξε μία πολύ παραγωγική πηγή εθνολογικών σεναρίων, τόσο λόγιων όσο και εκλαϊκευμένων, η αφήγηση ότι κάποτε, πριν πολλά χρόνια, υπήρχαν κάποιοι «λαοί» εγκατεστημένοι κάπου αλλού (από την Ευρώπη), π.χ. στο Βόλγα, στις «στέππες της Ασίας», στη Μογγολία κ.ο.κ., και κατά καιρούς κάποιος από αυτούς τους «λαούς» ένα πρωί σηκωνόταν και άρχιζε να βαδίζει προς τα δυτικά λεηλατώντας και σφάζοντας, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί κάποια στιγμή κάπου, παραμένοντας κατά τα λοιπά αναλλοίωτος, πάντοτε ίδιος με τον εαυτό του, διατηρώντας άθικτα όλα τα φυλετικά, γλωσσικά, πολιτισμικά, εθιμικά στοιχεία της «ταυτότητάς» του ως λαού, τα οποία μετέφερε και ενδεχομένως επέβαλε στον νέο αυτό τόπο όπου εγκαταστάθηκε (ή/ και τον οποίον κατέκτησε).

Εδώ και καιρό, όμως, διάφοροι έχουν αρχίσει να παρατηρούν ότι αυτό το αφήγημα αποτελεί αναδρομική μεταφορά του ρομαντικού εθνικισμού τού 19ου αιώνα στο παρελθόν[1], και ότι πολλές φορές η χρήση περιληπτικών ονομάτων για τις ανθρώπινες κοινότητες από τους συγγραφείς της εποχής γίνεται με τρόπο λογοτεχνίζοντα και μη συστηματικό. Με αποτέλεσμα να μην είναι θεμιτό να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για έναν «λαό» ή ένα «έθνος» με τη σημερινή έννοια του όρου· το σημαίνον παρέμενε ίδιο, αλλά το σημαινόμενο ρευστό, και συχνά κάποια πληθυσμιακά σύνολα ονομάζονταν (από άλλους) «Βούλγαροι», «Βησιγότθοι», «Πατσινάκες» κ.ο.κ. στη βάση όχι κάποιας καταγωγικής συγγένειας και ομοιογένειας, αλλά κάποιου άλλου ενδεχομενικού και συγκυριακού στοιχείου: π.χ. όσοι υπάγονταν κάποια συγκεκριμένη στιγμή σε έναν ηγεμόνα, όσοι κατοικούσαν πέρα από το τάδε ποτάμι ή βουνό, όσοι ασχολούνταν με μία συγκεκριμένη βιοποριστική δραστηριότητα …[2]

Για να είναι σαφές ποια είναι η ένσταση: δεν είναι ότι οι πληθυσμοί δεν μετακινούνταν. Το αντίθετο μάλιστα: ακριβώς επειδή γίνονταν διαρκώς μετακινήσεις, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι πληθυσμοί, τόσο όταν μετακινούνταν όσο και όταν εγκαθίσταντο κάπου, χωρίζονταν με τείχη από όλους τους υπόλοιπους πληθυσμούς που συναντούσαν, φρουρούσαν τα σύνορα, τηρούσαν αυστηρή ενδογαμία και διαφύλασσαν την «εθνική τους ιδιοπροσωπία». Τέτοια έννοια δεν υπήρχε καν.

 

Για να έρθουμε και στο προκείμενο: τι άραγε σημαίνει σήμερα ο ισχυρισμός ότι «οι Μακεδόνες είναι Σλάβοι»; Τι κερδίζουμε εάν μάθουμε τι «είναι»; Και τι σημαίνει άραγε σήμερα «Σλάβοι»;

Συμβατικά, με το επίθετο αυτό χαρακτηρίζονται όσοι μιλούν σλαβικές γλώσσες. Αλλά αν κανείς κοιτάξει τους Ρώσους, τους Τσέχους, τους Πολωνούς, τους Σέρβους, τους Σλοβένους, πολύ δύσκολα θα βρει κάποια κοινή ουσία που να είναι παρούσα σε όλους αυτούς τους λαούς, οι οποίοι γνώρισαν πολύ διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις –συχνά και στρατιωτικές αναμετρήσεις αναμεταξύ τους.

Όταν διατυπώνεται ιδίως από Έλληνες εθνικιστές ο ισχυρισμός αυτός, σημαίνει: οι «Σκοπιανοί» ήρθαν στη Μακεδονία τον 6ο αιώνα, άρα δεν έχουν καμία σχέση με «εμάς» που «είμαστε εδώ» πριν από «αυτούς».  Έχουν άλλη καταγωγή, άλλο πολιτισμό, δεν έχουμε τίποτα κοινό.

Ωστόσο, αν κανείς κοιτάξει τη συγχρονία και όχι την (υποθετική) διαχρονία, διαπιστώνει ότι αυτές οι φερόμενες ως αγεφύρωτες διαφορές, στην ουσία είναι απειροελάχιστες. Όποιος νομίζει ότι οι κάτοικοι της νότιας Μακεδονίας, και της υπόλοιπης Ελλάδας, χωρίζονται με κάποιο αβυσσαλέο χάσμα από εκείνους της βόρειας, δεν έχει παρά να επισκεφτεί μια φορά τα Σκόπια –ή απλώς τη Γευγελή. Θα διαπιστώσει ότι ο «ελληνικός πολιτισμός» είναι απελπιστικά όμοιος με τον «σκοπιανό», και επιπλέον ότι και οι δύο απέχουν παρασάγγας από τον αρχαίο μακεδονικό ή τον –όποιο- «αρχαίο σλαβικό».

Κανείς σημερινός άνθρωπος, ή σύνολο ανθρώπων, δεν είναι δυνατό να «ήρθε», ή να έκανε οτιδήποτε, είτε τον 6ο μ.Χ. είτε τον 4ο π.Χ. αιώνα. Η ζωή ενός ανθρώπου διαρκεί λιγότερο από έναν αιώνα, σε σπάνιες περιπτώσεις λίγο περισσότερο. Κανείς όμως δεν ζει 20 αιώνες –παρεκτός ίσως τα βαμπίρ, ελληνικά ή/ και βαλκανικά.

 

Αυτό λοιπόν που είναι θεμιτό να ισχυριστεί κανείς με ασφάλεια, είναι ότι η μακεδονική γλώσσα είναι σλαβική. Η γλώσσα αυτή μιλιέται και γράφεται σήμερα, και επίσης μελετάται, και όλοι οι μελετητές –ακόμη και εκείνοι που δεν δέχονται τον όρο «μακεδονική», δηλαδή ο εξής ένας– συμφωνούν ότι ανήκει στη σλαβική οικογένεια γλωσσών.

Όμως, ακριβώς, εδώ χρειάζεται προσοχή, διότι εδώ είναι που παραμονεύει ακόμη ένα στερεότυπο της νεωτερικής πολιτικής θεωρίας, λόγιας ή λαϊκής: ότι όποιος μιλάει Α, είναι Α.

Την παραπλανητική ισχύ αυτής της συνεπαγωγής επιχείρησε να αναδείξει, και να απενεργοποιήσει, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, στο «Οι γλώσσες και οι λαοί», ένα κείμενό του από το Mezzi senza fine το οποίο είχα μεταφράσει προ ετών σε αυτό εδώ το μπλογκ. Το κείμενο αυτό περιέχει μεταξύ άλλων την παρακάτω εντυπωσιακή διατύπωση:

 

δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι είναι ένας λαός, ούτε για το τι είναι μια γλώσσα (…), και, παρ’ όλα αυτά, ολόκληρη η πολιτική μας κουλτούρα βασίζεται στη συσχέτιση των δυο αυτών εννοιών. Η ρομαντική ιδεολογία, που εγκαθίδρυσε συνειδητά αυτή τη σύνδεση και, με τον τρόπο αυτό, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τόσο τη σύγχρονη γλωσσολογία όσο και την ακόμα και τώρα κυρίαρχη πολιτική θεωρία, προσπάθησε να αποσαφηνίσει κάτι ασαφές (την έννοια του λαού) με κάτι ακόμα πιο ασαφές (την έννοια της γλώσσας). Μέσω της αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας που εγκαθιδρύθηκε έτσι, δύο ενδεχομενικές πολιτιστικές οντότητες με ακαθόριστο περίγραμμα μετασχηματίζονται σε οργανισμούς σχεδόν φυσικούς, προικισμένους με ίδϊους και αναγκαίους χαρακτήρες και νόμους.

 

Ένα (ακόμα) τυπικό παράδειγμα για τη λειτουργία αυτής της αυθόρμητης ταύτισης βρίσκουμε πρόσφατα σε ένα ηλεκτρονικό ρεπορτάζ σε ελληνικό μέσο με τον εξής τίτλο –αλλά από τον τίτλο ξεκινά ακριβώς το πρόβλημα: “Είμαστε Σλάβοι” δηλώνει ο ΥΠΕΞ των Σκοπίων Ν.Ντιμιτρόφ.

Αν διαβάσουμε το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, θα διαπιστώσουμε ότι ο Ντιμίτροφ καμία τέτοια δήλωση δεν έκανε. Το κείμενο της δήλωσης, όπως το παραθέτει το ίδιο το ρεπορτάζ, είναι εξαιρετικά προσεκτικό· λέει επί λέξει μόνο το εξής:

 

Σε ερώτηση «πότε ξεκινά η “μακεδονική” ιστορία», ο Ντιμιτρόφ ανέφερε ότι αυτό είναι θέμα των ιστορικών και ότι ο ίδιος είναι νομικός. «Όμως, ως πολίτης γνωρίζω ότι η γλώσσα μου είναι μία από τις νοτιοσλαβικές γλώσσες, ο πολιτισμός μας, η παράδοσή μας

(η υπογράμμιση με πλάγια στοιχεία δική μου, με τα έντονα στο πρωτότυπο).

 

Ούτε στην απάντηση, αλλά ούτε και στην ερώτηση τίθεται το θέμα «τι εί(μα)στε». Ωστόσο, ο δημοσιογράφος που το διαβάζει αυτό, κάνει το λογικό άλμα και αυτομάτως μεταφράζει, ουσιοκρατικά, το «η γλώσσα μας είναι σλαβική» σε «εμείς είμαστε Σλάβοι».

 

Προσωπικά, θα πρότεινα, όπως και ο Ντιμίτροφ, να αφήσουμε τα ιστορικά ζητήματα στους ιστορικούς. Ή μάλλον, ας τα αφήσουμε σε όποιον θέλει να ασχοληθεί με αυτά· αρκεί αυτός/-ή να μην προβάλλει την όποια γνώση συνάγει από αυτή την ενασχόληση ως κριτήριο ιεράρχησης των ανθρώπων και διαφορικής αναγνώρισης δικαιωμάτων στον καθένα. Το κρίσιμο δεν είναι η επαγγελματική αρμοδιότητα και η επιστημοσύνη, αλλά η αξίωση κατάταξης και διαχείρισης κάποιων πληθυσμών με βάση κάποια υποτιθέμενη γνώση για το τι αυτοί «είναι». Αυτή την ευγενή φιλοδοξία ας την αφήσουμε στους ρατσιστές.

20071215_213927_bulg

[1] Βλ. σχετικά Éric Michaud, Les invasions barbares. Une généalogie de l’histoire de l’art, Gallimard, Paris 2015.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο αυτό πρόκειται, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να δημοσιευθεί μεταφρασμένο στα ελληνικά σε αυτό εδώ το μπλογκ το προσεχές διάστημα.

[2] Βλ. επίσης τη Βαλκανική Κολυμβήθρα Ονομάτων του Ευάγγελου Ζάχου – ΠαπαζαχαρίουΙσνάφι, Γιάννενα 2010.


Aπό:https://nomadicuniversality.com/2018/06/28/%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CE%BB%CE%AC%CE%B2o%CE%B9-o%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82/#more-5118