Ο κατσούφης σουλτάνος…


Το μόνο που δεν αμφισβητείται από τις χτεσινές εκλογές στην Τουρκία, είναι ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα παραμείνει πρόεδρος και για τα επόμενα πέντε χρόνια. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: κατάφερε, τελικά, ο Ερντογάν να γίνει σουλτάνος στην θέση του σουλτάνου ή η χτεσινή του νίκη είναι η πλέον πύρρεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας; Πάνω σ’ αυτό γίνονται πολλές συζητήσεις ήδη από χτες και δεν έχω σκοπό να τις αναμεταδώσω εδώ. Το μόνο που επιδιώκει το σημερινό σημείωμα είναι να καταγράψει μερικές σκέψεις, οι οποίες μάλλον δεν θα πολυακουστούν.

Ας αρχίσουμε με το αναμφισβήτητο γεγονός τής επανεκλογής Ερντογάν. Κοντεύει να συμπληρωθεί εικοσαετία από την εποχή που το όνομα του τούρκου προέδρου άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του στα πολιτικά πράγματα της γείτονος χώρας και όμως ο κόσμος εξακολουθεί να τον ψηφίζει. Στις χτεσινές εκλογές μάλιστα το ποσοστό συμμετοχής ξεπέρασε το 85%, φτάνοντας σε επίπεδα που η Δύση δεν μπορεί καν να ονειρευτεί. Πώς τα καταφέρνει ο Ερντογάν, λοιπόν, να κερδίζει συνεχώς επί τόσα χρόνια;

Φαίνεται πως οι οπαδοί τού Ερντογάν δεν έχουν καταλάβει πως ο ηγέτης τους προσπαθεί να σβήσει τον κεμαλισμό.

Κατ’ αρχάς, ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται πλήρως τον παράγοντα που λέγεται ισλάμ. Στις εκτός των μεγάλων πόλεων ενδοχώρα και στις ανατολικές περιοχές, όπου τα ποσοστά αμορφωσιάς είναι υψηλά, το θρησκευτικό συναίσθημα είναι έντονο. Από την στιγμή που ο Ερντογάν τρέφει αυτό το συναίσθημα, εκατομμύρια θεοσεβούμενοι πεινασμένοι πίνουν νερό στο όνομά του. Εκατομμύρια γυναίκες, οι οποίες επί Ερντογάν απέκτησαν το δικαίωμα να κυκλοφορούν ανενόχλητες, να πηγαίνουν σχολείο και να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση φορώντας την μαντήλα τους, έχουν κάνει την φωτογραφία τού προέδρου εικόνισμα. Αυτός είναι ο λόγος που το ΑΚΡ (το κόμμα του Ερντογάν) σαρώνει στις εν λόγω περιοχές, φτάνοντας σε ορισμένα σημεία και το 90%. Αντίθετα, στις πιο «εξευγενισμένες» και πιο εξευρωπαϊσμένες περιοχές, όπως η ανατολική Θράκη και τα παράλια του Αιγαίου, η επιρροή του είναι καταφανώς μειωμένη.

Εκτός από το ισλάμ, ο Ερντογάν παίζει θαυμάσια και το παιχνίδι που λέγεται οικονομία. Επί μιάμιση δεκαετία η Τουρκία σημειώνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε σημείο που πολλοί δυτικοί αναλυτές (ανάμεσά τους και αρκετοί δικοί μας) να την παρουσιάζουν ως υπόδειγμα για μίμηση. Η αύξηση του ΑΕΠ επέτρεψε στις κυβερνήσεις του ΑΚΡ να ενισχύσουν τα χαμηλά λαϊκά στρώματα, δίνοντας την ψευδαίσθηση σε εκατομμύρια φτωχούς τούρκους ότι έγιναν μικρομεσαία ή ακόμη και μεσαία τάξη. Φυσικά, μια ανάπτυξη που στηριζόταν καταφανώς στα υψηλά χρέη δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί στο διηνεκές, οπότε τα φαινόμενα που παρατηρούνται εδώ και κάμποσους μήνες (εκτροχιασμένος πληθωρισμός, κατακρήμνιση της λίρας, επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου κλπ) ήσαν απολύτως αναμενόμενα.

Γιατί, όμως, ο Ερντογάν κερδίζει ακόμη και τώρα, που έχει ξεσπάσει η καταιγίδα; Διότι, πολύ απλά, οι αντίπαλοί του δεν μπορούν να προτείνουν απτές φιλολαϊκές λύσεις, επειδή τέτοιες λύσεις σε προβλήματα του κεφαλαίου δεν υπάρχουν. Ή θα έπρεπε να προτείνουν στους ψηφοφόρους κάποια φάρμακα νεοφιλελεύθερης προέλευσης (σαν αυτά που πήραμε εμείς την τελευταία οκταετία) ή θα έπρεπε να μιλήσουν για ριζική ανατροπή τού συστήματος. Επειδή, λοιπόν, το πρώτο αντενδείκνυται σε πολιτικούς που διεκδικούν λαϊκή ψήφο και το δεύτερο είναι ακατανόητο γι’ αυτούς, αναγκαστικά έπαιξαν στο γήπεδο του Ερντογάν, με τους δικούς του όρους, περιοριζόμενοι σε δηλώσεις καλών προθέσεων και αόριστες υποσχέσεις.

Απέναντι σε μια βαθειά συντηρητική κοινωνία, η οποία μισεί την αβεβαιότητα και αποφεύγει τις αλλαγές σε δύσκολες περιόδους (όπως κάθε συντηρητική κοινωνία), ο Ερντογάν προσφέρει την σιγουριά τού γνωστού, του πεπατημένου, του «αυτόν ξέρουμε, αυτόν εμπιστευόμαστε». Όπως εύστοχα σημειώνει ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος στην Χρυσή Διαθήκη του, «είναι προτιμώτερα τα ράκη τού παρελθόντος από τας αβεβαίους πορφύρας τού μέλλοντος». Με άλλα λόγια, το δίλημμα του φτωχού τούρκου πολίτη θα μπορούσε να εκφραστεί απλά ως: «γιατί να είναι κάποιος άλλος ο κατάλληλος για να λύσει τα οικονομικά προβλήματά μας και όχι ο Ερντογάν, ο οποίος τόσα χρόνια μάς έδωσε και κάτι, εν πάση περιπτώσει;»

Παράλληλα, ο Ερντογάν φροντίζει να ενισχύει τα εθνικιστικά αισθήματα ενός εν πολλοίς αμόρφωτου λαού αλλά και την εθνική του περηφάνεια. Την ώρα που όλοι οι αντίπαλοί του διαφημίζουν τις άριστες σχέσεις τους με την Δύση και δηλώνουν την επιθυμία τους να εκσυγχρονίσουν την χώρα και να κάνουν τους τούρκους ευρωπαίους, ο Ερντογάν στέκεται απέναντί τους ως «περήφανος τούρκος» που τολμάει να αντιτίθεται στους ισχυρούς και να ονειρεύεται μια πανίσχυρη Τουρκία, άξιο διάδοχο της μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν θέλετε να κάνουμε έναν παραλληλισμό εδώ, ας θυμηθούμε την πρόσφατη αποστροφή τού δικού μας μητροπολίτη Καστοριάς, όταν κυκλοφόρησε η φήμη πως η κυβέρνηση απεμπόλησε τον όνομα της Μακεδονίας με αντάλλαγμα την ρύθμιση του χρέους: «εμείς θέλουμε την Μακεδονία μας κι ας τρώμε πέτρες». Τέτοιες αποστροφές έχουν πάντοτε πέραση σε αμόρφωτες μάζες, που έχουν γαλουχηθεί με «εθνικές περηφάνειες» κάθε μορφής.

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: ο κατσούφης σουλτάνος

Πάμε παρακάτω. Πέρα από κάθε σκέψη και ανάλυση, οι οποίες μπορεί να είναι και λαθεμένες, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια το ΑΚΡ δεν κατάφερε να κερδίσει αυτοδυναμία. Το κόμμα τού Ερντογάν εξέλεξε μόνο 293 βουλευτές σε μια βουλή 600 εδρών (είχε 315 σε βουλή 550 εδρών) αλλά καταφέρνει να διατηρεί την εξουσία χάρη στην σύμπραξή του με το ακροδεξιό εθνικιστικό ΜΗΡ (το κόμμα των Γκρίζων Λύκων), το οποίο μάζεψε 11,22% και εξέλεξε 49 βουλευτές. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Ερντογάν θα εξαρτάται πλέον από τους εθνικιστές τού ΜΗΡ, οι οποίοι θα έχουν ανά πάσα στιγμή την δυνατότητα να μπλοκάρουν στην βουλή οποιαδήποτε απόφασή του.

Αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι από σήμερα στην Τουρκία ισχύει το νέο σύνταγμα, το οποίο δίνει στον πρόεδρο αυξημένες εξουσίες και καταργεί τις εκλογές για πρωθυπουργό, είναι σαφές ότι ο Ερντογάν θα ήθελε να κάνει τα κουμάντα μόνος του, δίχως να εξαρτάται από τα κέφια των εθνικιστών τού ΜΗΡ. Με άλλα λόγια, με τις χτεσινές εκλογές ο Ρετζέπ Ταγίπ έγινε σουλτάνος αλλά όχι ο απόλυτος σουλτάνος που θα ήθελε και που είχε κατά νου όταν σχεδίαζε το νέο σύνταγμα. Κάπου εδώ πρέπει να αναζητηθεί η αιτία τής χτεσινής του κατήφειας παρά την νίκη και την επιτυχημένη (όπως ο ίδιος λέει) «δημοκρατική επανάσταση» που -υποτίθεται πως- πραγματοποιήθηκε στην Τουρκία. Πράγματι, πρώτη φορά είδαμε τόσο κατσούφη νικητή εκλογών. Τι θα ακολουθήσει; Ίδωμεν.

_____________________________________________________________

Tα «δημιουργικά» βασανιστήρια της εξουσίας: Χριστός, Μίσσιος, Λειβαδίτης…


Τσε Γκεβάρα

Χρήστος Αβραμίδης

Όπως είναι γνωστό, στις 21 Απριλίου επιβλήθηκε η χούντα των Συνταγματαρχών. Τόνοι μελάνης θα χυθούν, για ακόμα μια φορά, ενάντια σε αυτή τη βάρβαρη εξουσία. Οι καθεστωτικές εφημερίδες θα χύσουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους για τα βασανιστήρια, ίσως οι πιο διψασμένες για πωλήσεις θα αναπαράγουν και τις μαρτυρίες ανθρώπων που αντιστάθηκαν.

Είναι τέτοια η εμπορική ανάλωση του θέ(α)ματος που σου δίνει την εντύπωση πως για να περιγράψει κανείς τι ήταν τελικά η χούντα δεν μπορεί να καταφέρει πολλά αν δεν μπλέξει τον λόγο του με την τέχνη, για να δείξει σαν μεγεθυντικός φακός, όπως έλεγε και ο Μαγιακόφσκι, το παρανοϊκό νουάρ που παίχτηκε εκείνα τα χρόνια σε αυτή τη μικρή γωνιά της γης. Παρανοϊκό όσο οι χούντες της Λατινικής Αμερικής και παρακμιακό, όσο ένα υπόγειο μπουρδέλο της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας. Θα παραθέσουμε, λοιπόν, ένα απόσπασμα του Χρόνη Μίσσιου, που αναδεικνύει ποιος ήταν αυτός ο κόσμος της δεξιάς που ανήλθε στην εξουσία.

«Μου λεγε ένας φιλαράκος φοιτητής, όταν τον βασάνιζε ένας λοχίας της ΕΣΑ, και στα διαλείμματα του έκανε κατήχηση, τού λεγε, είσαι βλάκας, ρε, που κάνεις και το μορφωμένο. Από δω ρε μαλάκα, είναι ο μαρξισμός, ίσον προδοσία της πατρίδος και δε συμμαζεύεται. Από κει, ρε κόπανε, είναι οι ακρογιαλιές με τους κώλους και τα κωλαράκια ξαπλωμένα στην αμμουδιά. Με ποιους θα πας, ρε, άμα δεν είσαι μαλάκας; Τρισχιλιετής πολιτισμός να σου φύγει το καφάσι».

Στόχος του κειμένου αυτού δεν είναι να δείξει γιατί η εφταετία ήταν μία μαύρη εποχή. Στο κείμενο θα ασχοληθούμε με μια πολύ συγκεκριμένη θεματική. Ο προβολέας μας θα φωτίσει τα βασανιστήρια της χούντας και της κάθε εξουσίας, όχι σαν ένα σαδιστικό μηχανισμό, ούτε σαν τρόπο εκτόνωσης του κάθε αποβράσματος που φόρεσε στολή και δολοφονεί τους αγωνιστές. Άλλωστε τα βασανιστήρια από τότε μέχρι τώρα δεν γίνονται εν αγνοία της εξουσίας. Σαν Πόντιοι Πιλάτοι οι εξουσιαστές νίπτουν τας χείρας τους σε ένα δοχείο γεμάτο άγνοια… Ο Πατακός δήλωνε ότι οι εκτοπισμένοι καλοπερνούσαν και έτρωγαν αστακούς και ένας πιο σύγχρονος, ο Δένδιας, ότι οι αντιφασίστες στο Αστυνομικό τμήμα δεν βασανίστηκαν ποτέ (αλήθεια αυτός πότε θα παραιτηθεί;). Όλοι αυτοί όμως είχαν λίγο ή πολύ συντελέσει σε μια πραγματικά δημιουργική πράξη. Δημιουργική σαν μαύρη τρύπα στον χρόνο της ανθρωπότητας. Είχαν πετύχει την παραγωγή ενός άλλου ανθρώπου.
Εκτιμώ ότι για να κατανοήσουμε το μέγεθος της πράξης θα πρέπει να κάνουμε το πρώτο μας ταξίδι στα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη, ο οποίος μέσα σε μόλις μερικούς στίχους κατάφερε να περιγράψει έναν από τους κύριους στόχους των καταπιεστών.

«Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος»

Χούντα και βασανιστήρια λοιπόν. Μια εξώγαμη πίστη των από πάνω ότι ο άνθρωπος αλλάζει. Τα βασανιστήρια είναι, πρώτα απ’ όλα, ο ύστατος τρόπος της εξουσίας να λυγίσει κάτι που έχει μέσα του χρόνια ιστορίας και δεν λυγίζει με τίποτα. Είναι η προσπάθεια των από πάνω να προκαλέσουν μια ανθρωπολογική μετάλλαξη. Να τοποθετήσουν μέσα στο κελί την πρώτη ύλη της παραγωγής σαν άνθρωπο και να βγει με την θέλησή του, σαν μία άρνηση του προηγούμενου εαυτού . Να σε βγάλουν όπως αυτοί θα ήθελαν να είσαι. Και αυτό το κατάλαβαν καλύτερα από όλους, οι αγωνιστές που τα είδαν, τα έζησαν και τα πολέμησαν.

«Φαντάσου πως δεν αρκούνταν σε μια ταπεινωτική υπογραφή, σε μια δήλωση μετανοίας, όπως την έλεγαν, αλλά υποχρέωναν τους ανθρώπους, μετά απ’ αυτό να γράφουν ταπεινωτικά γράμματα στη μάνα τους. Γράμματα που διαβάζονταν στις εκκλησίες από τους παπάδες τις Κυριακές. Κι ακόμα τους υποχρέωναν να παίρνουν το βούρδουλα ή το μπαμπού και να βασανίζουν τον αδερφό, το φίλο, το σύντροφο, που η αντοχή του στον πόνο ήταν μεγαλύτερη και αρνούνταν να υπογράψει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Χρόνης Μίσσιος.

Γιατί όμως η εξουσία επιδιώκει σε τελική ανάλυση να υποβάλει τους ηττημένους σε τέτοιες διαδικασίες; Οι στόχοι είναι καταρχήν δύο. Πρώτον, η προδοσία του αγώνα αποτελεί ένα τεράστιο πλήγμα, μια πολιτική νίκη της εξουσίας εναντίον αυτών που δεν πρόδωσαν. Είναι χαρακτηριστική μία ιστορία που έχει μείνει στην λαική αφήγηση από το παρελθόν
Εν μέσω του εμφυλίου, οι Αρχές ζητούσαν από μια γιαγιά αντάρτη να υπογράψει ότι αποκηρύσσει τον γιο της και έτσι θα την άφηναν ελεύθερη. Αυτή αναφώνησε ότι δεν υπογράφει διότι «κάθε χαρτί που υπογράφεις είναι σαν να τους δίνεις βόλια να σκοτώνουν τους δικούς μας». Η δεύτερη λειτουργία που επιτυγχάνει η εξουσία είναι η αλλαγή του ανθρώπου. Πρόκειται για μία καταστροφική αλλά και παραγωγική διαδικασία ταυτόχρονα.

Θεωρητικά, είναι η αριστερά και δη η Εγελιανή αριστερά που πιστεύει σε αυτό το αέναο γίγνεσθαι όπου όλα σε αυτό τον κόσμο, όπως και ο άνθρωπος, αλλάζουν δια της διαρκούς άρνησης του εαυτού τους. Στον γνωστό Εγελιανό όρο της Aufhebung επιτελείται η άρση, όταν υπάρχει η άρνηση της άρνησης ενός οργανισμού.
Να λοιπόν που εδώ, είναι η εξουσία που πιστεύει εκ νέου στην αλλαγή του ανθρώπου αλλά όχι και της ανθρωπότητας. Μια χούντα, που εν αγνοία της (πάντα εν αγνοία της) υποβάλλει τους αγωνιστές σε μία οριακή στιγμή όπου είναι πιθανό να χάσουν τα πάντα και πλέον «ανάμεσα στους ζωντανούς να βρίσκεις τους πιο αληθινά πεθαμένους», όπως γράφει με οξυδέρκεια ο Λειβαδίτης. Έτσι η εξουσία υποβάλει τον αγωνιζόμενο σε μια οριακή κατάσταση όπου ανάλογα με την οριακή του επιλογή διακυβεύεται το μέλλον του σαν άνθρωπος. Θέλουν ο αγωνιστής να αρνηθεί τον εαυτό του και στο κενό που μένει, να εγγράψουν στον υπήκοο τα χαρακτηριστικά που «πρέπει» να έχει.

Ας μιλήσουμε όμως για τις λεγόμενες οριακές καταστάσεις τις οποίες εξετάζει εκτενώς το ρεύμα του υπαρξισμού. «Οι καταστάσεις αυτές ξεπροβάλουν ανάγλυφα από το φόντο τους, αποκαλύπτοντας την πραγματική φάση του υποκειμένου ως συγκεκριμένη ιστορική διάσταση μίας πραγματικότητας», θα μας πει ο Πάολο Φρέηρε. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε αυτή την πρόκληση με ενέργειες που ονομάζονται οριακές ενέργειες. Δηλαδή, ενέργειες που αποβλέπουν στην άρνηση και στο ξεπέρασμα και όχι στην παθητική αποδοχή του δοσμένου. Έτσι λοιπόν, δεν πρέπει να είμαστε μονάχα απαισιόδοξοι απέναντι τις κακουχίες της εξουσίας αφού αυτές δεν πετυχαίνουν πάντα αυτό που θέλουν. Ο Αλβάρο Βιειρά Πίντο λέει ότι οι οριακές καταστάσεις δεν είναι τα αξεπέραστα όρια όπου τελειώνουν οι δυνατότητες αλλά τα πραγματικά όρια από όπου όλες οι δυνατότητες αρχίζουν. Δεν είναι το σύνορο που χωρίζει το ον από το μηδέν αλλά το σύνορο που χωρίζει το ον από το περισσότερο όν.

Και οι οριακές αυτές καταστάσεις δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνουν ξύλο, βασανιστήρια ή φυλακίσεις, αλλά μερικές φορές, ίσως, το δέλεαρ της αποφυγής τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σκηνή όπου ο Χρόνης Μίσσιος αρνείται ακόμα και να χαμογελάσει μπροστά στον Διευθυντή της ασφάλειας και καταλήγει για 6 χρόνια στην φυλακή, σκηνή (της οποίας απόσπασμα θα διαβάσετε παρακάτω) από την οποία πήρε τον τίτλο το συγκλονιστικό βιβλίο «Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε».

«Το μεσημέρι είχα ραντεβού με την Πελαγία, μια μοδιστρούλα ολάνθιστο περιβόλι. Είχαμε κανονίσει να την κοπανήσουμε και να πάμε για μπάνιο. Μου στέρησαν αυτή την αιωνιότητα, ένα όμορφο κορίτσι, θάλασσα άσε που πληγώθηκε γιατί θα νόμιζε πως δεν πήγα στο ραντεβού.

Και θέλαν και κουβέντα οι κουφάλες. Με μπάζουν στο γραφείο του διοικητή, με ήξερε από πιτσιρικά. Μου λέει : Ρε Σαλονικέ σε ξέρω από τόσο δα, στα χέρια μας μεγάλωσες. Είσαι καλό παιδί, δουλευτάρης όταν είσαι έξω βέβαια, σ’ αγαπάν οι γυναίκες, τι θέλεις και τραβιέσαι συνέχεια. Δεν κοιτάς και λίγο της ζωή σου, τη μάνα σου που δεν σε χάρηκε και τα τέτοια. Λέω ωραίοι είστε μη σας βασκάνω, εσείς είστε θεατές, δεν με τραβολογάτε εσείς ε; Δεν προσπαθείτε να με συντρίψετε σαν άνθρωπο…

-Εμείς, ορίστε, εγώ δε σου ζητώ να μου υπογράψεις καμία δήλωση, χαμογέλασέ μου απλώς και σου δίνω το λόγο της τιμής μου, παρουσία των κυρίων ότι θα πας αμέσως σπίτι σου χωρίς να σε πειράξει κανείς, απλώς χαμογέλασε…
Η εξουσία των νικητών, το εφιαλτικό κράτος, ζητούσε από μένα τον παρία, που χρόνια και χρόνια προσπάθησε να με εξοντώσει, «απλώς» να του χαμογελάσω…

Του λέω, κοίτα να δεις δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω από ευτυχία για την αχρήστευση της βίας, θα χαμογελάσω για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ. Ελπίζω αφού μου το ζητάτε, να καταλαβαίνεται γιατί αρνούμαι να χαμογελάσω… Παρόν στην συζήτηση και ο Αρτέμης. Ήθελε κανα δυο μήνες να βγει στη σύνταξη και τον είχαν μόνιμο χαφιέ στα κρατητήρια. Όπως σου είπα, τον ήξερα από πιτσιρικάς, μια γειτονιά. Ποτέ δε βασάνισε άνθρωπο αντίθετα όπου μπορούσε και πέρναγε από το χέρι του βοηθούσε.

Τώρα λοιπόν ο Αρτέμης ακούει τον διοικητή του που μου ζητάει να χαμογελάσω απλώς και να με αφήσει να πάω σπίτι μου, και εντελώς αυθόρμητα από αγάπη για μένα, γυρίζει παρουσία όλων και λέει: «Χαμογέλα ρε μαλάκα, τι σου ζητάνε;»
Tον κοίταξα στα μάτια και του λέω, τίποτα, ρε Αρτέμη, απλώς, υπάρχει και το ζεϊμπέκικο. Το μάτι του είχε μια γυαλάδα…»

Ναι, η εξουσία πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει ο άνθρωπος. Ακόμα και με ένα χαμόγελο. Μετά από 5 χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων σε αυτή τη χώρα, ένας ψίθυρος σκοτεινός, σαν ακροδεξιός συνταγματάρχης, καταλαμβάνει την ατμόσφαιρα. «Ο άνθρωπος δεν αλλάζει». Μπροστά στην σύγχρονη κυρίαρχη ιδεολογία όπου ο κάθε καθηγητάκος, σαν Νίτσε του 21ου αιώνα, προσπαθεί να μας πείσει ότι ο άνθρωπος ισούται με το μηδέν, τα παραδείγματα του Λειβαδίτη, του Μίσσιου και χιλιάδων ακόμα ανθρώπων, μπορούν να πείσουν για ένα ον που έχει τις δυνατότητες να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που είναι σήμερα και από αυτό που θα ήθελαν οι από πάνω.
Για ένα ον που μπορεί να αρνείται τον εαυτό του, αλλά αντί να αφήνει στην θέση του ένα κενό, η άρνηση της άρνησης να οδηγεί σε μία νέα ολότητα, μία σύνθεση σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτόν τον νέο τύπο ανθρώπου για τον οποίο μίλησαν οι εξεγέρσεις του προηγούμενου αιώνα.

Για πολλούς ο 20ος αιώνας ήταν ο αιώνας του Χέγκελ, ο αιώνας του πάθους για το Απόλυτο, το Είναι, του επίγειου Θεού. Δηλαδή τον άνθρωπο σαν Θεό, που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Τελικά, αυτός ο αιώνας πνίγηκε στο αίμα, οι μεγάλες αφηγήσεις της απελευθέρωσης κατέρρευσαν και όπως λέει ο Λειβαδίτης: «Tώρα με τα κουρέλια που μου απόμειναν προσπαθώ να φτιάξω ένα ομοίωμα ανθρώπου».

Όμως, ο Χριστός της Ιστορίας δεν πρόκειται να χάνει για πάντα. Είναι κάποιες σπάνιες ευκαιρίες, όπου το ανθρώπινο ον θα μπορούσε να κάνει τις οριακές επιλογές με τέτοιον τρόπο, όπου τελικά στον Σταυρό να ανεβαίνουν οι Ρωμαίοι και οι Φαρισαίοι και όχι οι ανατροπείς τους.

Κάτι που χαρακτηρίζει τον Λειβαδίτη είναι η μόνιμη πίστη του στους Άθλιους και στους μοιραίους, στον κόσμο που καταπιέζεται Αυτό είναι που κρατά πολλούς από τους «ποιητές της ήττας» εντός του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, παρά τις ήττες του επαναστατικού κινήματος. «Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών και στον Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…», θα γράψει στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Λειβαδίτης. Και αυτή η Πίστη, είναι ένα προσόν αναγκαίο για αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο.

Αντί επιλόγου, θα παραθέσουμε ένα ακόμα εκτενές απόσπασμα από τον Χρόνη Μίσσιο:
«Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ότι θέλαν αυτοί. Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε- πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με την καθοδήγα μας.
Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; Κάνε μια δήλωση , βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστεl Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; Και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας.

Και ο Χριστός τον κοίταγε με εκείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του λεγε: Άσε μας ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι φωτοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδια του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του, είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου. Όλες οι ασφάλειες του κόσμου, καπιταλιστικές σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…»

Σημειώσεις:

Λειβαδίτης Τ. (1978). Ποίηση τ. 1,2,3. Αθήνα: Κέδρος

Λειβαδίτης Τ. (1997). Απάνθισμα. Αθήνα: Κέδρος

Μίσσιος Χ. (1988). Χαμογέλα ρε…Τι σου ζητάνε;. Αθήνα:γράμματα

Μίσσιος Χ. (1985). Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Αθήνα:γράμματα

Φρέιρε Π. (1977). Η αγωγή του καταπιεζόμενου. Αθήνα: Κέδρος

Πηγή: Κοίτα τον Ουρανό


Από:https://info-war.gr/t%CE%B1-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%BF/