Για την «Πολιτική φαντασία του Μπέκετ» της Έμιλι Μορίν…


Για την «Πολιτική φαντασία του Μπέκετ» της Έμιλι Μορίν

Πρόσφατα στην έγκριτη επιθεώρηση Νew York Review of Books παρουσιάστηκε, με πολύ κολακευτικά χρώματα, ένα βιβλίο με τίτλο Η πολιτική φαντασία του Μπέκετ, γραμμένο από την Έμιλι Μορίν, καθηγήτρια αγγλικής και ιρλανδικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ. Σύμφωνα με τον Φίνταν Ο’Τουλ, συντάκτη του άρθρου, το βιβλίο αυτό, που το χαρακτηρίζει «πρωτοποριακό» και «βαθιά τεκμηριωμένο», ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη ότι ο Μπέκετ ήταν ένας απολιτικός ή και αντι-πολιτικός συγγραφέας, μια αντίληψη που έχει εδραιωθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες.

 

Π.χ. ένας σπουδαίος, σύμφωνα με τη Μορίν, λόγιος, ο Σταν Γκοντάρσκι γράφει: «Η εστία της αδικίας στον Μπέκετ δεν είναι ποτέ τοπική, πολιτειακή ή κοινωνική, αλλά συμπαντική: πρόκειται για την ίδια την αδικία του να έχεις γεννηθεί». Μια σπουδαία βιογράφος του Μπέκετ γράφει ότι «για τον Μπέκετ η πολιτική ήταν ανάθεμα» και ότι «ο ίδιος έφευγε μακριά κάθε φορά που μια συζήτηση στρεφόταν στην πολιτική».

 

Την ίδια αντίληψη είχαν και αριστεροί Βρετανοί θεατρικοί συγγραφείς του ’60, που υποστήριξαν ότι ο Μπέκετ ήταν ένας απόμακρος πεσιμιστής που η μόνη συνεισφορά του στην πολιτική αναζήτηση ήταν η αφοπλιστική απελπισία.

 

Η συγγραφέας στηρίζει τα επιχειρήματά της τόσο στο ίδιο το έργο του Μπέκετ, όσο και στον δημόσιο λόγο του, σε επιστολές, μαρτυρίες, κείμενα υπογραφών και άλλες πηγές. Παρόμοια ήταν η άποψη του Αντόρνο: «θα ήταν […] ανόητο το να τον χαρακτηρίσουμε πολιτικό μάρτυρα-κλειδί».

 

Ζήτω η [Ισπανική] Δημοκρατία!

 

Πρώτη φορά, πριν από πολλά χρόνια, ήρθα τυχαία σε επαφή με ένα δείγμα της πολιτικοποίησης του Μπέκετ σε ένα κείμενο για το πώς είδαν οι Βρετανοί συγγραφείς τον Ισπανικό Εμφύλιο. Το 1937, με πρωτοβουλία των Αραγκόν, Χάινριχ Μαν, Πάμπλο Νερούδα, Όντεν και Σπέντερ, δημοσιεύτηκε μια ανοιχτή επιστολή προς τους πεζογράφους και ποιητές «της Αγγλίας, Σκοτίας, Ουαλίας και Ιρλανδίας». Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, η επιστολή ζητούσε από τους συγγραφείς να απαντήσουν σε δύο ερωτήσεις:

 

«Είστε υπέρ ή κατά της νόμιμης κυβέρνησης και του λαού της Ισπανίας;

 Είστε υπέρ ή κατά του Φράνκο και του φασισμού;»

 

Οι απαντήσεις –ή μάλλον οι περισσότερες από αυτές– δημοσιεύτηκαν σε ένα φυλλάδιο του περιοδικού Left ReviewYπέρ της Δημοκρατικής Κυβέρνησης τάχθηκαν, με κείμενά τους, 127 συγγραφείς, 16 χαρακτηρίστηκαν «ουδέτεροι» (ανάμεσά τους ο Τ.Σ. Έλιοτ, και 5 φιλο-φασίστες. Ας μη σταθούμε σε λεπτομέρεις, παρόλο που είναι ενδιαφέρουσες (ίσως παρουσιάσουμε κάποιες μια άλλη φορά). Απ’ όλες τις απαντήσεις, ξεχωρίζει αυτή του Μπέκετ για τη λακωνικότητά της: «¡Up the Republic!» Ζήτω η Δημοκρατία!, έγραψε χρησιμοποιώντας το χαρακτηριστικό ισπανικό ανάποδο θαυμαστικό (¡) στην αρχή της πρότασης.

 

Το 1969 ο Observer περιέγραψε τον Μπέκετ σαν τον άνθρωπο που μόνο μία φορά είχε υπογράψει ένα συλλογικό κείμενο διαμαρτυρίας (για τους ελλιπείς κανονισμούς στα γαλλικά σφαγεία). Όμως στην πραγματικότητα ο Ιρλανδός συγγραφέας είχε προσθέσει την υπογραφή του σε δεκάδες συλλογικά κείμενα, αρχής γενομένης το 1931 όταν, σε ηλικία 25 ετών εξέφρασε με αυτό τον τρόπο την αλληλεγγύη τους στους οκτώ μαύρους έφηβους από το Σκότσμπορο της Αλαμπάμα που είχαν άδικα κατηγορηθεί για βιασμούς λευκών γυναικών.

 

Τον ενδιέφερε η πολιτική του καιρού του

 

Ο Μπέκετ διάβαζε συστηματικά αριστερές και κεντροαριστερές εφημερίδες, ανάμεσά τους τις Le Monde, Humanité, Libération. Η Μορίν αναφέρεται σε ένα πλήθος περιπτώσεων που δείχνουν ότι ο Μπέκετ έπαιρνε θέση από δημοκρατική, προοδευτική σκοπιά… αν όχι από επαναστατική με τα δικά μας κριτήρια.

 

Δεν ήταν μόνο οι υπογραφές. Τον ενδιέφερε η πολιτική του καιρού του, όχι μόνο η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση. Εξάλλου, ρίσκαρε τη ζωή του με τη συμμετοχή του στη γαλλική Αντίσταση και ας ήταν πολίτης μιας ουδέτερης χώρας, της Ιρλανδίας, ενώ στα νεανικά του χρόνια είχε σχέση με αριστερούς, κομμουνιστικούς φιλολογικούς κύκλους. Τα μεγάλα του έργα που άνοιξαν επαναστατικούς δρόμους στο θέατρο και τη λογοτεχνία, παρατηρεί η Μορίν, γράφτηκαν αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. «Τα βασανιστήρια, η υποδούλωση, η πείνα, η εκτόπιση, η φυλάκιση, η υποταγή στην αυθαιρεσία της εξουσίας είναι κοινά θέματα της μοίρας των περισσότερων προσώπων στα έργα του Μπέκετ».

 

Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει η Βρετανίδα πανεπιστημιακός, είναι το ακόλουθο: «Πώς γίνεται, με δεδομένο το ζωηρό του ενδιαφέρον για την καταπίεση, την προπαγάνδα, τον απολυταρχισμό, την αποικιοκρατία και το ρατσισμό, όλα αυτά να μην εμφανίζονται με σαφήνεια στο καλλιτεχνικό έργο του; Γιατί κάποιος που νοιάζεται τόσο πολύ για την ιστορία και την πολιτική, τις προσεγγίζει τόσο πλάγια και υπαινικτικά;»

 

Η Μορίν δίνει κάποιες απαντήσεις. Πρώτον, ότι ο Μπέκετ ήταν πάντα ένας εκτοπισμένος: προτεστάντης σε ένα ποτισμένο από τον καθολικισμό ιρλανδικό κράτος ενώ αργότερα ήταν ξένος στη Γαλλία. Δεύτερον, ότι ο Μπέκετ ήταν πάνω απ’ όλα «μάρτυρας» σε ό,τι ο ίδιος δεν ήταν: δεν ήταν Εβραίος, δεν βασανίστηκε, δεν στάλθηκε σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γλίτωσε από το χειρότερο, αλλά ποτέ δεν το ξεπέρασε. Η ερώτηση του Βλαντιμίρ στο Περιμένοντας τον Γκοντό «Μήπως κοιμόμουνα όταν οι άλλοι υπέφεραν; Κοιμάμαι τώρα;» στοίχειωνε τον ίδιο τον Μπέκετ.

 

Και η Μορίν προσθέτει: «Η θέση του Μπέκετ ήταν παράξενη: ήταν πολύ κοντά στον τρόμο ώστε να μη γράψει γι’ αυτόν, αλλά αρκετά μακριά ώστε να γράψει σαν να ‘ταν κάτι που το ΄χε ζήσει ο ίδιος». Πολλοί στενοί του φίλοι είχαν κατά καιρούς συκοφαντηθεί, συλληφθεί, εκτοπιστεί, εξοριστεί, όχι ο ίδιος: Όλα αυτά τα είχε βιώσει έμμεσα.

 

Περί τα τέλη του ’40 ο Μπέκετ είχε μιλήσει για την ανάγκη ενός νέους είδους τέχνης «που θα το χαρακτηρίζει η έκφραση ότι δεν υπάρχει τίποτα για να εκφράσει κανείς, κανένα μέσο για να το εκφράσει, καμία δύναμη να το εκφράσει – και όλα αυτά με την υποχρέωση να το εκφράσει».

 

Και η Μορίν καταλήγει: «Η τέχνη του προήλθε από την αδυναμία και την έλλειψη της επιθυμίας να γίνει μάρτυρας, από την έλλειψη του κύρους του μάρτυρα –μαζί με την απόλυτη υποχρέωση να γίνει μάρτυρας». (Μάρτυρας με την έννοια αυτού που καταθέτει μια προσωπική μαρτυρία, όχι αυτού που υποφέρει σαν μάρτυρας.) Όπως γράφει η Μορίν:

 

«Το πιο πολιτικό στοιχείο στο έργο του Μπέκετ είναι ότι καθώς ο χρόνος και ο τόπος δεν είναι αυστηρά καθορισμένοι, δεν υπάρχουν βολικά σύνορα…. Στον Μπέκετ ο τρόμος δεν ανήκει στο παρελθόν. Στον Μπέκετ υπάρχει μόνο ένας χρόνος: το παρόν. Υπάρχει μόνο η φωνή που μιλά αδιάκοπα μες στο σκοτάδι, που μας μιλά τώρα. Δεν μπορούμε να θυμόμαστε τους νεκρούς γιατί αυτοί δεν είναι καν νεκροί».

 

Το μακροσκελές άρθρο της Μορίν για τον Μπέκετ βρίσκεται στην ακόλουθη διεύθυνση:  http://www.nybooks.com/articles/2018/06/07/samuelbeckettwherelostbodiesroam/ Το παρόν κείμενο είναι μια από τρίτο χέρι μεταφορά μιας ενδιαφέρουσας προσέγγισης που, αν μη τι άλλο, επιχειρεί να ανατρέψει βεβαιότητες αρκετών δεκαετιών.

 

Περίληψη και επιμέλεια της Μαριάννας Τζιαντζή

_____________________________________________________________

Aπό:https://www.kommon.gr/politismos/item/2042-gia-tin-politiki-fantasia-tou-beket-tis-emili-morin

Advertisements