Πολυμορφία της «Παλιάς» Ευρώπης σε κρίση: 1. Ιταλική παρακμή, γεροντική φάση του Μπερλουσκονισμού…


του Αλεσσάντρο Λεογκράντε
 

 © Gli asini  – Alessandro Leogrande: Il ritorno di Belluscone. L’ultimo editoriale di Alessandro Leogrande

Ο Alessandro Leogrande πέθανε από καρδιακό επεισόδιο στις 26 Νοεμβρίου 2017 σε ηλικία 40 ετών. Στο τελευταίο σημείωμα της Σύνταξης που έγραψε για το τεύχος Δεκεμβρίου 2017 – Ιανουαρίου 2018 του περιοδικού Gli asini. μιλούσε για την κοινωνική και πολιτισμική παρακμή στην Ιταλία και για την αποτυχία μιας πολιτικής δεκαετιών στη γειτονική χώρα πέρα από τα «γεφύρια του Ιονίου».
Στη σειρά Πολυμορφία και αντιφάσεις της «Παλιάς» Ευρώπης σε κρίση, θα ακολουθήσουν:
2. Ισπανία: Αριστερά και Δεξιά, επιστροφή στην κανονικότητα, του Pablo Castaño

3. Γερμανία: Ιδεολογικό και κοινωνικό αδιέξοδο, υπονόμευση του μέλλοντος – «Μεγάλος Συνασπισμός» ως πολιτικό απολίθωμα – αναβράζουσα πολιτική ζύμωση, με άρθρα των Heinz Bude, Stefan Braun, Mariam Lau.

Tο 2014, μετά από πολλά χρόνια επώασης, ολοκληρώθηκε και βγήκε στις οθόνες το φίλμ του Φράνκο Μαρέσκο Belluscone – Μια Σικελική Ιστορία. Ήτανμια ταινία με θέμα αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Μπερλουσκονιανήανθρωπολογική ρήξη ή μεταλλαγή στη Σικελία και στην Ιταλία· δηλαδή μιλά για κάτι που συνέβη πολύ πριν γίνει η εν λόγω ταινία, κι έτσι πολλοί είπαν ότι πρόκειται για φίλμ που μιλά για το παρελθόν. Αυτή την ανθρωπολογική ρήξη – μολονότι εκδηλώθηκε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους – την είδαμε τόσο στο υπο-προλεταριάτο της Vucciria, όσο και στα φεστιβάλ των συνοικιών και προαστείων των μεγάλων πόλεων με την έκρηξη των neomelodici[Ναπολιτάνικο μουσικό στυλ που επιχειρεί να συνδυάσει τα παραδοσιακά τραγούδια με αφηγήματα από τον «μοντέρνο τρόπο ζωής» και τα «μοντέρνα ερωτικά ήθη»], αλλά και στην αστική τάξη της Λεωφόρου της Ελευθερίας [στο Παλέρμο – ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, όταν ζούσε εκεί το 1881-1982, την είχε αποκαλέσει «Champs-Élysées της Σικελίας»].

Alessandro Leogrande

Η ταινία αυτή έμοιαζε πιο πολύ με άσκηση στην αρχαιολογία, άν λάβουμε υπόψη ότι ο Μπερλουσκόνι ήταν ήδη «τελειωμένος» ως πολιτικός από το 2011 ενώ το 2013 είχε εκδιωχθεί και από τη Γερουσία· ήταν μόνον ένα πολιτικό ερείπιο σε μια Ιταλία όπου θριάμβευε ο Ματτέο Ρέντσι και ο Ρεντσισμός.«Ποιός είναι σήμερα Μπερλουσκονιστής;», αναρωτιόνταν το 2014 οι επικριτές του Μαρέσκο. ​​Οι περισσότεροι Ιταλοί πολιτικοί, το 2014 είχαν σκαρφαλώσει άρον-άρον στο βαγόνι του νέου νικητή ή περίμεναν στην αποβάθρα για να επιβιβαστούν. 

Όμως ο Μαρέσκο ​​ήταν σωστός και εκείνοι έσφαλλαν, γιατί σε μια χώρα όπως η Ιταλία, τις πολιτικές αλλαγές μπορούν να τις κατανοήσουν πραγματικά μόνον εκείνοι που τις παρατηρούν υπό ανθρωπολογικό πρίσμα, ακόμη και άν τηρούν εντελώς απολιτική στάση. Όποιος συρρικνώνει την πολιτική σε απλές ειδήσεις, σε σειρές από γεγονότα άσχετα μεταξύ τους, σε σωρούς χωρίς ειρμό, στο αιώνιο παρόν που στριφογυρίζει μέσα στα ρωμαϊκά μέγαρα, αυτός δεν μπορεί να κατανοεί και να ερμηνεύει. 
Ο Μαρέσκο είχε δίκιο. Για παράδειγμα, ήταν αδύνατο να μην προσέξουμε μια εκπομπή του Radio 24 αμέσως μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος των περιφερειακών εκλογών στην Σικελία με νικητή την Κεντροδεξιά συσπειρωμένη γύρω από τον Musumeci. Ήταν εκπομπή με ανοιχτό μικρόφωνο, και μέσα σε λίγα λεπτά, πολλοί ακροατές τηλεφώνησαν ή έστειλαν ένα κύμα από γραπτά μηνύματα. Για να πουν τί«Ψήφισα για τον Μπερλουσκόνι!Ψήφισα για τον BellusconeΟ Musumeci και οι μετεκλογικές αλχημείες ήτανμια απλή λεπτομέρεια. 
http://cineuropa.org/en/video/262355/rdid/261071/
Η Σικελική ψήφος (όπως και εκείνη του μικρόκοσμου της Ostia) έχει το πλεονέκτημα τού να αποκαλύπτει εκ των προτέρων, και με πιο ακραίο τρόπο, τι θα συμβεί στις επόμενες γενικές εκλογές της Ιταλίας. Ωστόσο, πριν να μιλήσουμε για επιστροφή του Μπερλουσκόνι στην πολιτική, ή και για το γεγονός ότι ο «Μπερλουσκονιστής» ως ανθρώπινος χαρακτήρας στην Ιταλία ποτέ δεν έσβησε αλλά μόνον μεταμορφώθηκε, θα πρέπει να κάνουμε μερικές παραδοχές. 
Στην κοινοβουλευτική περίοδο 2014-2018, με τις μεγάλες κομματικές συναινέσεις, με την είσοδο του Κινήματος των Πέντε Αστέρων στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, με την άνοδο και την πτώση του Ρέντσι, δεν συνέβη τίποτε άλλο, παρά μόνον βάθυνε το χάσμα μεταξύ μιας κοινωνίας απονεκρωμένης, ισοπεδωμένης σε αποχρώσεις του γκρίζου και μιας πολιτικής αδύναμης, αποτυχημένης. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι οι μισοί από τους Ιταλούς ψηφοφόρους δεν πηγαίνουν καν να ψηφίσουν, ενώ οι άλλοι μισοί, εκείνοι που πηγαίνουν, ψηφίζουν ως πρώτο κόμμα το Κίνημα των Πέντε Αστέρων (M5S), πράγμα που συμβαίνει κατά πρώτο λόγοεπειδή το κίνημα αυτό γίνεται αντιληπτό ως το κόμμα εναντίον της «κάστας».Όταν λοιπόν θα έλθει η ώρα να εμφανιστεί στην κοινή αντίληψη ακόμη και το M5S ως κόμμα φθαρμένο, τότε η ψήφος διαμαρτυρίας θα πάρει ευθέως το δρόμο που οδηγεί στην Άκρα Δεξιά (όπως ήδη συνέβη στην Ostia), επειδή θεωρείται ως η μόνη αντι-συστημική δύναμη· και μάλιστα την θεωρούν ακόμη πιο αντι-συστημική, ακριβώς επειδή είναι ανοιχτά ξενοφοβική και ρατσιστική.
Η άλλη παραδοχή αφορά την έλλειψη επιρροής στην οποία είναι τώρα καταδικασμένο το Δημοκρατικό Κόμμα. Ή, μάλλον, ο κύκλος των Ρεντσιστών.Ο Ρέντσι ηττήθηκε στο δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου 2016 για τρειςτουλάχιστον λόγους. Οι δύο πρώτοι είναι κοινωνιολογικοί: Σε όλες τις περιοχές της Νότιας Ιταλίας η γλώσσα του θεωρήθηκε εντελώς απόμακρη, έγινε αντιληπτή όπως κάτι που απέχει πολλά έτη φωτός· εξίσου απόμακρη είναι και για τις νέες ηλικίες του εκλογικού σώματος. Ο τρίτος λόγος είναι πολιτικής φύσης: Ο Ρέντσι αποδείχτηκε ανίκανος να πάει λίγο πιο πέρα ​​από την απλοϊκή ιδέα της αυτοσυντήρησης και αυτάρκειας του στενού κύκλου του ή του όλο και πιο συρρικνούμενου κόμματός του και από την άσκηση ελέγχου μονής κατεύθυνσης από πάνω προς τα κάτω. Όταν συνειδητοποίησε ότι θα ‘πρεπε να κάνει άλλες συμμαχίες, ήταν ήδη πολύ αργά: Η δυνατότητα ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου είχε ήδη εξατμιστεί. Έτσι δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την επιστροφή του Μπερλουσκόνι. Ή τουλάχιστον, για να φτάσει η Ιταλία στη σημερινή κατάσταση, στην οποία οι δύο δυνάμεις που μπορούν να αγωνιστούν για εκλογική νίκη είναι η συνασπισμένη Δεξιά [Λέγκα+ Μπερλουσκόνι + δύο μικρότερα κόμματα] και οι Πεντάστεροι. 

Αλλά στο σημείο αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη βάση το περιφερειακόεκλογικό αποτέλεσμα της Σικελίας, πρέπει να γίνουν και δύο άλλες διευκρινίσεις. 

Ο πρώτος αφορά τη φύση αυτού του Μπερλουσκονισμού που τώρα πια είναι σεφάση γεροντική. Υπάρχει πιθανότητα ο Μπερλουσκόνι να κερδίσει τις εκλογές του Μαρτίου 2018 όπως συνέβη το 1994, το 2001 και το 2008 [κάτι που τελικά δεν συνέβη – το άρθρο γράφτηκε 2 μήνες πριν τις γενικές εκλογές στην Ιταλία]·δηλαδή, με το να γίνει ο συνδετικός κρίκος κομματιών του Κέντρου και τηςΔεξιάς τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, ώστε στη συνέχεια να η ανάπτυξη μιας κοινής κυβερνητικής πρακτικής να γίνει πολύ δύσκολη. Ακούγεται ήδη το όνομα του Σαλβίνι για το Υπουργείο Εσωτερικών, πράγμα που προκαλεί ταραχή για τις συνέπειες που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο για τη διαχείριση τωνμεταναστευτικών ρευμάτων στη Μεσόγειο και των κέντρων υποδοχήςπροσφύγων· όμως ο Μπερλουσκόνι δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να προτείνει κεί πάλι έναν γνώριμο μηχανισμό διακυβέρνησης: Θέλει να κρατήσει το κόμμα του, η Forza Italia, την πρωθυπουργία και να δώσει το υπουργείο εσωτερικών στην Λέγκα. 

Αυτό που άλλαξε σε σύγκριση με είκοσι χρόνια πριν δεν είναι το σχήμα της συνεργασίας τους, αλλά η φύση του Λεγκισμού και του Μπερλουσκονισμού.Μοιάζει σαν να έχουν εγκαταλείψει και οι δύο εκείνα τα προωθητικά στοιχείαπου έθρεψαν και μεγάλωσαν τόσο τον ένα όσο και τον άλλο (δηλαδή την τηλεοπτική επανάσταση και την πολιτική ως show από τη μία πλευρά, τοντοπικιστικό αυτονομισμό από την άλλη), για να οχυρωθούν ο καθένας στο πιο συντηρητικό, κλειστό και μισαλλόδοξο ιδιαίτερο πολιτικό του εγχείρημα: Οένας στην Δεξιά που απευθύνεται πολιτικά στο αιώνιο μαλακό υπογάστριο της χώρας, ο άλλος σε έναν Λεπενισμό εναντίον των ξένων. ‘Ετσι, οΜπερλουσκονισμός επιστρέφει χωρίς να εμπνέει όνειρα, αλλά ξυπνώντας πολλούς εφιάλτες, και καταφέρνει για ακόμη μια φορά να γίνει καθρέφτης που καθρεφτίζει πιστά του βαθύτερο πρόσωπο της χώρας. Το ζήτημα είναι ότι καιαυτό το πρόσωπο έχει αλλάξει· σε σύγκριση με το πρόσωπο της Ιταλίας πριν από δύο δεκαετίες, τώρα είναι πολύ πιο ανώνυμο, φοβισμένο, κλεισμένο στον εαυτό του. 

Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που κερδίσει η Κεντροδεξιά [δηλαδή η Λέγκα σύν το κόμμα Forza Italia του Μπερλουσκόνι], με το νέο εκλογικό σύστημα θα αναγκαστεί να κάνει ευρύτερες κυβερνητικές συμμαχίες. Και σε τέτοιες συμμαχίες θα εξαναγκαστούν και οι άλλοι υποψήφιοι κυβερνήτες (δηλαδή οι Πεντάστεροι ή η Κεντροαριστερά), σε περίπτωση που νικήσουν αυτοί [πράγμα που τελικά συνέβη: το Κίνημα Πέντε Αστέρων που αναδείχτηκε πρώτο κόμμα με 32,68 % και 227 έδρες στη Βουλή σχημάτισε κυβέρνηση με το τρίτο σε δύναμη μεμονωμένο κόμμα, την Λέγκα (17,35 % και 115 έδρες στη Βουλή), η οποία δεν μπορούσε να συγκυβερνήσει με τους αρχικούς της συμμάχους, το κόμμα του Μπερλουσκόνι (14 % και 104 έδρες) και δύο μικρότερα κόμματα της Κεντροδεξιάς και Ακροδεξιάς, επειδή μαζί δεν συγκέντρωσαν την πλειοψηφία]. 

Αυτό μας λέει ότι τα δύο νομοθετικά σώματα, η Βουλή και η Γερουσία θα τεθούν αμέσως μπροστά σε ένα δίλημμα: είτε να αυτοδιαλυθούν και πάλι, είτενα καταφύγουν σε ακόμη πιο αδύναμες και φθαρμένες μεγάλες πολιτικές συναινέσεις, οι οποίες το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να διευρύνουν το χάσμα μεταξύ απονεκρωμένης κοινωνίας και αποτυχημένης πολιτικής σφαίρας.Εν κατακλείδι, αυτό που προκύπτει – με ακόμη πιο ριζικό τρόπο σε σύγκριση με την δεκαετία που πέρασε – είναι η κατάρρευση του συστήματος, έτσι πουγίνεται όλο και πιο δύσκολο να χτιστούν αναχώματα για να το κρατήσουν όρθιο.
Η κατάρρευση αυτή ήταν απολύτως προβλέψιμη από όσους παρακολουθούσαν το πολιτικό χρονικό της Ιταλίας, αλλά μόνον άν είχαν επεκτείνει την ανάλυση και στο πολιτισμικό πεδίο. Έχουμε φθάσει πλέον σε μια κρίσιμη καμπή: Τα πολιτικά και μετα-πολιτικά πολιτισμικά περιεχόμενα που συγκροτούσαν τηνΠρώτη [1948–1992] και την Δεύτερη Ιταλική Δημοκρατία [1992 – σήμερα], έχουν εξαντληθεί. Αυτό το κενό το γέμιζε εν μέρει (με κακοποιά αποτελέσματα) ο Μπερλουσκονισμός, και εν μέρει μια «επικοινωνιακή» διαχείριση της καθημερινής πολιτικής, η οποία στην πραγματικότητα ήταν ένας άμορφος χυλός, απαγορευτικός για κάθε μορφή πολιτικής σκέψης μακράς πνοής.
Φυσικά, αυτό δεν συνέβη μόνον στην Ιταλία. Άν όμως κάνουμε μια βόλτα στην Ευρώπη, συνειδητοποιούμε πώς στην Ιταλία τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από οπουδήποτε αλλού. Ιδού ένα παράδειγμα: Βλέπετε κάποια πραγματική πιθανότητα να γίνει μέσα στους επόμενους μήνες κάποια σοβαρή πολιτική συζήτηση στην Ιταλία για το τί πρέπει να κάνει η χώρα και τί δεν πρέπει να κάνει στη Μεσόγειο ή στη Λιβύη; Όχι, δεν θα υπάρξει τέτοια συζήτηση.
Δεν είναι λοιπόν τόσο εξωπραγματικό να πιστέψουμε, ότι αυτό που θα έλθει για να καλύψει το κενό, θα είναι, για άλλη μια φορά, η μάσκα του Μπερλουσκόνι. Τώρα είναι εύκολο να το υποθέσουμε. Ήταν πιο δύσκολο να κοιτάξουμε και να ερευνήσουμε μέσα στα σπλάχνα της Ιταλίας πριν από τρία χρόνια, τότε που ο Φράνκο Μαρέσκο ​​το έκανε σε απόλυτη μοναξιά.
Ο Alessandro Leogrande γεννήθηκε στον Τάραντα το 1977 και πέθανε στη Ρώμη στις 26.11.2017. Ήταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Gli asini, διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής του περιοδικού Lo straniero,έγραφε στις εφημερίδες Corriere del MezzogiornoSaturn και The Daily.Πρώτο του βιβλίο ήταν το Un mare nascosto (2000), μια ιστορία στην πόλη του Τάραντα. Έγραψε για την Μαφία, τα κινήματα διαμαρτυρίας και την εκμετάλλευση των ξένων εργατών στην ύπαιθρο. Con Uomini e caporali. Viaggio tra i nuovi schiavi nelle campagne del Sud (Mondadori 2008)  – Premio Napoli – Βιβλίο της Χρονιάς, το Βραβείο της Πόλης της Αντίστασης Omega, το Βραβείο Sandro Onofri και το Βραβείο Βιβλιοθηκών της Ρώμης.
Έχει επιμεληθεί την Ανθολογία του Νότου Χωρίς Πυξίδα – Venti voci per ritrovare l’orientamento (L’ancora del Mediterraneo 2002, μαζί με τον Goffredo Fofi) και Ogni maledetta domenica. Otto storie di calcio (minimum fax 2010). Τελευταία βιβλία: Il naufragio. Morte nel Mediterraneo (Feltrinelli, 2011),
Adriatico 
(Feltrinelli, 2011), Fumo sulla città (Fandango, 2013), Katër i Radës (Feltrinelli, 2014), La frontiera (Feltrinelli, 2015), Haye. Le parole, la notte (Feltrinelli, 2017)

 

Στον ιστοχώρο Μετά την Κρίση: 

 
____________________________________________________________
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s