Σύγχρονη τέχνη και κρίση (Λίγες σκέψεις με αφορμή την ελληνική περίπτωση)…


The Absinthe Drinker – Viktor Oliva (1901)

Του Αλέξανδρου Μπριασούλη

Αν θα έπρεπε να ορίσουμε ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης τέχνης, το οποίο την διαχωρίζει αμετάκλητα από τις πιο παραδοσιακές καλλιτεχνικές μορφές του παρελθόντος, αυτό δεν θα ήταν τόσο η απόλυτη ελευθερία επιλογής των εκφραστικών μέσων ή η απειρία των αντίστοιχων αισθητικών συστημάτων, όσο η σχέση της και η αλληλεπίδρασή της με τον κοινωνικό περίγυρο και την πραγματικότητα. Αυτή η προνομιακή σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι, οι απαρχές της οποίας ταυτίζονται με την γέννηση του μοντερνισμού στα μέσα του 19ου αιώνα, σφράγισε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα τα περισσότερα από τα πρωτοποριακά ρεύματα που συνέβαλαν καθοριστικά στην μεταμόρφωση της ίδιας της έννοιας και της λειτουργίας της τέχνης. Ο πλούσιος σε ιστορικά γεγονότα 20ος αιώνας χαρακτηρήστηκε από την αναπόφευκτη σύμπλευση, αν όχι ταύτιση, κρίσηςκαι πρωτοποριακής τέχνης: στο αφήγημα του μοντερνισμού, η πρώτη παρουσιάζεται ως ιστορικό “φόντο” και απαραίτητη προϋπόθεση της δεύτερης, ενώ η δεύτερη ως διαλεκτικό ξεπέρασμα κι αντίδοτο της πρώτης. Δεν πρόκειται για ένα απλό θεωρητικό σχήμα, αλλά για συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και δράσης, που συναντούμε σε όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές των κλασσικών πρωτοποριακών ρευμάτων (φουτουρισμός, ντανταϊσμός, κονστρουκτιβισμός κ.α.), ένα modusoperandi που έχει ως στόχο να αναβαθμίσει το έργο τέχνης από απλό αισθητικό αντικείμενο σε καινοτόμο ιστορικό γεγονός. Η καλλιτεχνική δημιουργία θεωρείται έτσι ως μια δραστηριότητα ισάξια όλων εκείνων των πνευματικών και επιστημονικών ανακαλύψεων που προωθούν την εξέλιξη και την πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως ισχυρίζεται ο Κandinsky1, το έργο τέχνης είναι παιδί της εποχής του και έχει ως ιστορική αποστολή, βρισκόμενο στην κορυφή της πυραμίδας της εξέλιξης, να μεταμορφώσει το χθες σε σήμερα και το σήμερα σε αύριο και να ωθήσει έτσι προς τα εμπρός όλο το κοινωνικό σύνολο. Ο μοντερνισμός προήγαγε το έργο τέχνης από απλή αναπαράσταση κι έκφραση μιας εποχής (Kunstwollen) σε συνειδητή και στοχευμένη κοινωνικο-πολιτική δράση. Έφτασε έτσι αυτή η σχέση τέχνης και πραγματικότητας να αποτελεί στις μέρες μας τον κύριο, και κάποιες φορές μοναδικό, άξονα και κινητήριο μοχλό της καλλιτεχνικής παραγωγής και του αισθητικού στοχασμού.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο ίδιος ο όρος τέχνη απέκτησε για τον δυτικό νεωτερικό πολιτισμό ένα ξεχωριστό βάρος, εκτοπίζοντας από τον πυρήνα της καλλιτεχνικής πράξης ακόμα και το ίδιο το έργο τέχνης ως αντικείμενο (του οποίου η υλική υπόσταση και η φόρμα έχασαν, κυρίως μετά την ανατρεπτική χειρονομία του Duchamp, τον πρωτεύοντα ρόλο τους). Εάν στις προνεωτερικές εποχές το επίδικο της αισθητικής διαμάχης και της όλης εξέλιξης της τέχνης ήταν το έργο τέχνης καθαυτό, από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα είναι το νόημα κι ο καθορισμός της ουσίας της τέχνης. Το σπάσιμο κι η εγκατάλειψη της συνέχειας της παράδοσης δεν σημαίνει μόνο την απελευθέρωση του καλλιτέχνη από κάθε είδους αισθητικό δόγμα, αλλά ότι από εδώ και στο εξής, και με αφορμή το ένα ή το άλλο ιστορικό γεγονός, η τέχνη θα βρίσκεται σε συνεχή κρίση: θα πρέπει δηλαδή να αναμετράται συνεχώς με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, να αναστοχάζεται τον ρόλο και την ουσία της και να επιδρά έτσι άμεσα στην κοινωνία. Για να μπορεί να υπάρχει στον μοντέρνο κόσμο, η τέχνη οφείλει πλέον να είναι ριζοσπαστική.

Η υποχώρηση του πολιτικού στοιχείου που σημειώθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι και το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, δεν άλλαξε κάτι το ουσιαστικό σ’ αυτήν την θεώρηση της τέχνης. Απλά, οι ιδεολογικές διαμάχες κι η πολιτική στράτευση μετατοπίστηκαν σταδιακά στο πεδίο του προσωπικού: ο θρυμματισμός και η συνεχής επανασυναρμολόγηση της έννοιας της ταυτότητας, η έρευνα των άπειρων ριζωμάτων του υπο-ατομικού επιπέδου που αποδομούν τις ιδέες της ενιαίας προσωπικότητας και των κοινωνικών ρόλων, δημιούργησαν ένα πολυπρισματικό θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο, το οποίο μοιάζει να εφάπτεται τέλεια στο σώμα του σημερινού κατακερματισμένου κοινωνικού συνόλου. Η σύγχρονη τέχνη δίνει έτσι την εντύπωση ότι πραγματοποιεί επιτέλους το μοντερνίστικο ιδανικό, αυτό της απόλυτης ταύτισής της, όχι μόνο με την εποχή, αλλά και με το κάθε άτομο ξεχωριστά, όπως επίσης και αυτό μιας πλήρως αυτονομημένης καλλιτεχνικής έκφρασης που λογοδοτεί πλέον μόνο στον εαυτό της. Η σύγχρονη τέχνη ενσαρκώνει μερικά από τα σημαντικότερα προτάγματα της σημερινής δυτικής κοινωνίας: άπειρες δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης των υποκειμένων, μέσα στο πλαίσιο ενός κοινωνικού περιβάλλοντος που εξασφαλίζει ελευθερία έκφρασης και ισότητα.

Υπό αυτήν λοιπόν την οπτική γωνία, οι αντιδράσεις που προκάλεσαν στον ελληνικό καλλιτεχνικό χώρο μερικά από τα σπουδαιότερα γεγονότα της περιόδου της κρίσης, όπως ο ατυχής διορισμός του Jan Fabre στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών, ή η έλευση διεθνώς αναγνωρισμένων πολιτιστικών θεσμών στην Αθήνα (όπως η Documenta), είναι αποκαλυπτικές για το τί συμβαίνει όταν οι αισθητικές θεωρίες έρχονται σε επαφή με μια πραγματική κατάσταση κρίσης (κι όχι μ’ένα απλό ακαδημαϊκό concept) και για το αν αυτή η τελευταία επιβεβαιώνει ή αντιθέτως υπονομεύει τα πορίσματα και τις μεθόδους των πρώτων. Αυτό που καθιστά ενδιαφέρουσες για μας αυτές τις αντιδράσεις δεν είναι το βάσιμο ή μη των αιτιάσεων που προβάλλουν, ούτε κι η εγκυρότητα των προσώπων ή των φορέων που τις εκφράζουν, αλλά ο κοινός παρονομαστής τους: η διάχυτη, περισσότερο ή λιγότερο έντονη, δυσαρέσκεια σε σχέση με γεγονότα που, υπό κανονικές συνθήκες, μόνο ως θετικά θα είχαν αποτιμηθεί για την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα. Τόσο οι πιο μαζικές και “συνδικαλιστικού” τύπου αντιδράσεις στον διορισμό και το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Fabreόσο κι οι πιο νηφάλιες και ισορροπημένες κριτικές που χαρακτηρίζονται από μια στέρεη και συνεπή επιχειρηματολογία, εκφράζουν συνολικά μια νοοτροπία ρήξης του τύπου “εμείς-αυτοίαναπαράγοντας το γνώριμο κλίμα που επικρατεί στην ελληνική πολιτική ατμόσφαιρα μετά την εφαρμογή των μνημονίων κι επαναφέροντας στο προσκήνιο της καλλιτεχνικής σκηνής φαντάσματα του παρελθόντος, τα οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να είχαν θέση στο χώρο του πνεύματος και της τέχνης.

Το πρώτο είδος αντιδράσεων φαίνεται να έχει περισσότερο επαγγελματικά και οικονομικά κίνητρα: ο διορισμός του Fabre προσομοιάζει, σύμφωνα με τους επικριτές του, με τον ερχομό των τεχνοκρατών και του εξειδικευμένου προσωπικού τους που έρχονται να “εξευρωπασουν” με το ζόρι τους αδιόρθωτους ντόπιους, χτυπώντας όμως ταυτόχρονα τα ζωτικά τους συμφέροντα. Αυτή είναι βέβαια η καθαρά πολιτική ερμηνεία της κρίσης που επιβάλλεται σχεδόν αυτούσια στον καλλιτεχνικό χώρο κι αποκλείει κάθε συζήτηση που θα μπορούσε ενδεχομένως να φωτίσει τις σχέσεις αισθητικού και πολιτικού. Γι’ αυτό, ως αντίβαρο και συμπλήρωμα σε αυτήν την μονόπλευρη ερμηνεία, οφείλουμε να συμπαραθέσουμε ένα δείγμα μιας πιο συγκροτημένης κριτικής στάσης, όπως αυτό το άρθρο2 του Θ. Τραμπούλη, δημοσιευμένο με αφορμή την διοργάνωση στα Εξάρχεια της έκθεσης Driftwood” από την Fondazione Prada. Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί αποτελεί μια κριτική “εκ των έσω”: δεν εκφράζει δηλαδή μια στείρα και συντηρητική εχθρότητα προς τη σύγχρονη τέχνη ή κάποιον εκπρόσωπό της, αλλά συνοδεύει την πολεμική της με μια υπεράσπιση εκείνων ακριβώς των στοιχείων που την διαφοροποιούν από τις παραδοσιακές μορφές έκφρασης και την καθιστούν ευάλωτη στα μάτια των επικριτών της (κάτι το αναμενόμενο, αν σκεφτούμε ότι ο Θ.Τ. συμμετείχε δραστήρια στην ανανέωση της ελληνικής σκηνής, τουλάχιστον από την πρώτη Biennale της Αθήνας το 20073). Παρόλα αυτα, ο αρθρογράφος δεν μπορεί να μην διαπιστώσει ότι η χρησιμοποίηση της Αθήνας ως θεματικού άξονα αλλά και ως σκηνογραφίας για τα έργα της έκθεσης δεν λειτουργεί τελικά όπως θα έπρεπε, δημιουργώντας μια κατάσταση “κωμικά και εξοργιστικά γκροτέσκα”. Παρόλο που ο αρθρογράφος δεν αναγάγει τα αίτια αυτής της δυσλειτουργικής συνύπαρξης στο γενικότερο θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης, πιστεύουμε ότι αυτή η πιο μετρημένη κι ισορροπημένη κριτική του επαοντα έχει μεγαλύτερη σημασία για την κατανόηση της όλης κατάστασης. Κι αυτό γιατί αποδεικνύεται περισσότερο επιβαρυντική από την σκέτη απόρριψη, αποκαλύπτοντας άθελά της κάποιες εγγενείς αδυναμίες της σύγχρονης τέχνης.

Τί είναι λοιπόν αυτό που, πέρα από επαγγελματικούς ανταγωνισμούς, προσωπικές διαμάχες και αισθητικές αντιπαλότητες, προκάλεσε αυτήν την γενικευμένη αρνητική στάση των εκπροσώπων της τοπικής καλλιτεχνικής σκηνής (“Σταματήστε το θρήνο σας και φύγετε αμέσως από ‘δώ!”, αναφωνεί ο Θ.Τ. κλείνοντας το άρθρο του); Είναι, νομίζουμε, η πικρή και παράδοξη διαπίστωση ότι αυτά τα γεγονότα, αντί να σηματοδοτήσουν την πολυπόθητη αναβάθμιση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης σε ισότιμο μέλος της διεθνούς καλλιτεχνικής κοινότητας, καταδεικνύουν αντίθετα την περιθωριοποίησή της, επαναφέροντας στο προσκήνιο πολιτισμικά κλισέ, τα οποία υποτίθεται ότι η ίδια η σύγχρονη τέχνη είχε προ πολλού εξοβελίσει από το δημόσιο λόγο. Όπως ορθά επισημαίνει ο Τραμπούλης, αντί με αφορμή την κρίση η Ελλάδα να βρεθεί στο προσκήνιο, τοποθετείται αντίθετα στο παρασκήνιο, παίζοντας ξανά το ρόλο του ρομαντικού σκηνικού που εξάπτει τη φαντασία των (αλλοδαπών) πρωταγωνιστών και του κοινού, ενώ η ελληνική τέχνη περιορίζεται, στην καλύτερη περίπτωση, στο ρόλο του κομπάρσου, μιας βουβής δηλαδή παρουσίας που απλά προσθέτει λίγη αληθοφάνεια στην όλη σκηνοθεσία. Με άλλα λόγια, η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η ελληνική σύγχρονη τέχνη αντικατοπτρίζει επακριβώς αυτή της ίδιας της χώρας. Το ξέσπασμα και η εξέλιξη της οικονομικής κρίσης από το 2010 μέχρι σήμερα ξεγύμνωσαν τη φιλοευρωπαϊκή ιδεολογία της μεταπολεμικής εποχής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στα ευρωπαϊκά κέντρα, με την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται στον σκληρό πυρήνα της, αλλά και να συμβάλλει, μέσω των πολιτικών λιτότητας, στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού θεσμικού οικοδομήματος. Έτσι, περιφερειακές χώρες όπως η Ελλάδα βρίσκονται ξαφνικά, κι έχοντας επιπλέον απολέσει τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, σ’ ένα οικονομικό και γεωπολιτικό “κενό αέρος” από το οποίο αδυνατούν να εξέλθουν και μέσα στο οποίο δεν μπορούν να κινηθούν και να αναπνεύσουν. Τα 40 και πλέον χρόνια συστηματικού “εξευρωπαϊσμού” της Ελλάδας, την οδήγησαν τελικά, όχι πιο κοντά στο Παρίσι ή έστω τη Ρώμη, αλλά στην άμεση ζώνη επιρροής της Τουρκίας, θυμίζοντάς της με επώδυνο τρόπο την βαλκανική της ταυτότητα και το οθωμανικό της παρελθόν.

Αυτό ακριβώς το προβληματικό σημείο είναι που φωτίζει την παραδοξότητα της θέσης της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, καθώς και την εμφανή αμηχανία που αυτή προκαλεί ακόμα και στους πιο ένθερμους υποστηρικτές της. Δεν πρόκειται εδώ απλά για μια αντίφαση απ’ αυτές που, όπως υποστηρίζει στο άρθρο του ο Τραμπούλης, “αίρονται αυτόματα εάν τις γνωρίζεις”, αλλά μάλλον για μια βαθιά, δομική αδυναμία που επηρεάζει κατά τη γνώμη μας την ίδια την ποιότητα και την ουσία των παραγώμενων έργων τέχνης. Κι αυτό γιατί το νόημα που αρθρώνεται περί κρίσης δεν προέρχεται τελικά από τα ίδια τα έργα ή τους καλλιτέχνες, αλλά εκπορεύεται ερήμην τους και χωρίς αυτούς. Όπως συνέβη στο πολιτικό πεδίο, έτσι και στο καλλιτεχνικό η τοπική σκηνή προδόθηκε από εκείνο ακριβώς το στοιχείο το οποίο υποτίθεται ότι είχε αποδομήσει και μεταπλάσει με επιτυχία, την ταυτότητα: αντί η επιχείρηση της επιμελούς αποδόμησής της να σημάνει την πολυπόθητη διεθνοποίηση των ντόπιων καλλιτεχνών, στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Εάν οι Έλληνες καλλιτέχνες ενδιαφέρουν σήμερα τη διεθνή κοινότητα, είναι όχι ως μεμονωμένοι δημιουργοί, αλλά πρωτίστως ως Έλληνες, ως εκπρόσωποι δηλαδή μιας κοινής ιστορικής, εθνικής και γεωγραφικής ταυτότητας, την οποία όμως οι ίδιοι έχουν εγκαταλείψει ως εργαλείο και σημείο αναφοράς της δουλειάς τους. Έτσι μεταβάλλονται άθελά τους σε παθητικούς αποδέκτες ενός αφηγήματος που τους επιβάλλεται άνωθεν και που οι ίδιοι νόμιζαν ότι το είχαν ξεπεράσει διά μέσω της προσωπικής τους έρευνας. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν υπό αυτές τις συνθήκες οι τοπικoί καλλιτέχνες, μοιάζει με αυτό των σύγχρονων απόκληρων μεταναστών. Τόσο αισθητικά όσο και γεωγραφικά, ο σημερινός νομάς έχει θεωρητικά άπειρη δυνατότητα κίνησης, αλλά μία και μόνο επιλογή επιβίωσης: αυτή της οριστικής και αμετάκλιτης αφομοίωσής του από το παντοδύναμο κέντρο, μέσα στο οποίο η περίφημη διαφορετικότητά του θα γίνει αποδεκτή σε πολύ συγκεκριμένη δοσολογία και για πολύ συγκεκριμένους, “διακοσμητικούς”, λόγους (όπως μας το δείχνουν π.χ. οι περιπτώσεις διαφόρων “διεθνών” Ιρανών ή Τούρκων σκηνοθετών οι οποίοι έχουν αναλάβει να ασκήσουν στις χώρες τους εκείνη την πολιτισμική κριτική που τα κυρίαρχα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν μπορούν λόγω πολιτικής ορθότητας).

Ο ερχομός των κάθε λογής διεθνών ιδρυμάτων και προσωπικοτήτων έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι η τέχνη έχει πάψει να είναι το προνομιακό κι ανεξάρτητο πεδίο πνευματικής άμιλλας, όπου μπορούσε κάποιος να παλέψει στηριζόμενος μόνο στην πνευματική του σκευή και τις δημιουργικές του δυνάμεις (και, βέβαια, στην πολιτιστική του ταυτότητα). Αντιθέτως, σήμερα διαπιστώνουμε ότι πρώτα οφείλεις να ενταχθείς πολιτικά και οικονομικά στην λέσχη των ισχυρών και μετά να αξιώσεις να κριθείς ισότιμα ως δημιουργός πολιτισμού. Δυστυχώς για τους περιφερειακούς καλλιτέχνες, τα ιδεολογήματα της διεθνούς σύγχρονης τέχνης λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο ενός συγκεκριμένου πλαισίου-κυκλώματος, το οποίο όμως αντλεί την νομιμοποίησή του από μια καθαρά εξω-καλλιτεχνική ιεραρχία που παραμένει αδιάφορη και απρόσβλητη στις κάθε λογής αποδομήσεις. Αυτή το τεχνητά κατασκευασμένο κύρος των θεσμών που ρυθμίζει και προσπαθεί σήμερα να επηρεάσει εξ ολοκλήρου τη χρηματική και συλλεκτική αξία των έργων τέχνης, μπορεί να “καταπιεί” ανενόχλητο και να χρησιμοποιήσει υπέρ του, τόσο το πνευματικό στην τέχνη και το επικίνδυνο εργαλείο της ειρωνείας που της κληροδότησε ο Duchamp, όσο και την περίφημη αυτονομία της, για την οποία δόθηκαν τόσες μάχες από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Αν κι η κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της σύγχρονης τέχνης, τόσο σε διεθνές όσο και σε τοπικό επίπεδο είναι βέβαια πιο περίπλοκη απ’ότι αφήνει να διαφανεί αυτή η σύντομη και αποσπασματική περιγραφή, ένα πράγμα γίνεται φανερό: το γεγονός ότι οι αντιφάσεις που προβάλλουν ανάγλυφα κι αντιστοιχούν σε κακοδαιμονίες της ελληνικής πλευράς, είναι ταυτόχρονα αλληλένδετες με κάποιες σοβαρές αδυναμίες της ίδιας της σύγχρονης τέχνης και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί αυτή σήμερα. Κι είναι ακριβώς αυτή η σχέση που διαφαίνεται έμμεσα στην κριτική παρουσίαση του Θ. Τραμπούλη. Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της έκθεσης Driftwood” στα Εξάρχεια, μας λέει ο αρθρογράφος, δεν είναι τόσο τα εκθέματα κι η όποια ποιότητά τους, αλλά το αστείο και εκνευριστικό, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, θέαμα των τρέντυ εκπροσώπων του καλλιτεχνικού τζετ σετ που εισβάλλει σ’ένα κλασικό καφενείο της γειτονιάς για να παρακολουθήσει μια βίντεο-εγκατάσταση. “Ιδού”, μας λέει ο αρθρογράφος, “εδώ ακριβώς οφείλουμε να αναζητήσουμε τον νοηματικό κόμβο αυτού του γεγονότος, σ’ αυτό το συμβάν/happening που άθελά της οργάνωσε η επιμελήτρια.” Και είναι ακριβώς σ’ αυτό το “άθελα”, θα προσθέταμε εμείς, που οφείλει κανείς να αναζητήσει το τρωτό σημείο της τόσο χαρακτηριστικής μεθοδολογίας της σύγχρονης τέχνης: το γκρουπ των (ξένων) επισκεπτών περιηγείται μια (τοπική) υπαίθρια καλλιτεχνική διοργάνωση για να περιεργαστεί τα έργα που την απαρτίζουν, αλλά, παρατηρούμενο από έναν τρίτο (ντόπιο), γίνεται με τη σειρά του το ίδιο θέαμα και “έργο”, το νόημα του οποίου ξεπερνά και περικλείει μέσα του όλα τα αρχικά προηγούμενα νοήματα. Αυτή η συνεχής οπισθοχώριση του σημείου παρατήρησης μαζί με την εναλλαγή οπτικών γωνιών (ντόπιο-ξένο-ντόπιο), είναι μια εύγλωττη εικόνα του μηχανισμού παραγωγής νοήματος της σύγχρονης τέχνης, μηχανισμού που βασίζεται στην αντιπαράθεση και τις αλυσιδωτές σχέσεις σημασιολογικών δομών κι όχι σε κλειστές και στατικές έννοιες (όπως “έργο τέχνης” ή “φόρμα”). Βέβαια, για τους υπερασπιστές της σύγχρονης τέχνης, αυτό ακριβώς είναι το κατεξοχήν πλεονέκτημά της: μια μέθοδος που απελευθερώνει την καλλιτεχνική δραστηριότητα από τα ιδεολογικά δεσμά των παραδοσιακών τεχνικών και αισθητικών κατηγοριοποιήσεων και που είναι στη διάθεση του οποιουδήποτε θελήσει να συμμετάσχει επί ίσοις όροις στο αέναο παιχνίδι ερμηνείας του πραγματικού, προσθέτοντας στα ήδη υπάρχοντα μοντέλα την προσωπική του σημασιολογική απόχρωση. γενικευμένη δυσφορία που προκάλεσαν όμως τα προαναφερθέντα γεγονότα στον ελληνικό χώρο φανερώνει και το πού βρίσκονται τα όρια αυτής της μεθόδου: ο αέναος μετασχηματισμός του νοήματος δεν αποδεικνύεται στην πράξη παρά μία ψευδαίσθηση, ενώ η μεταμορφωτική ικανότητα της σύγχρονης τέχνης εξανεμίζεται όταν βγαίνει από το προστατευμένο περιβάλλον της και αγγίζει την πραγματικότητα.

Αυτή η συνεχής μετατόπιση του σημασιολογικού πεδίου όλο και “προς τα πίσω”, όλο και μακρύτερα δηλαδή από το έργο τέχνης και την καθαυτό δημιουργική διαδικασία, καθώς κι η μετατροπή των πολιτισμικών σταθερών και των εκφραστικών μέσων σε σκέτες δομές, σχετικοποίησαν στο έπακρο την ίδια την έννοια του νοήματος και της εκφραστικής πράξης, καθιστώντας τελικό κριτή και νομοθέτη το βλέμμα ενός προνομιακού παρατηρητή. Το γεγονός ότι αυτό το βλέμμα μπορεί ανά πάσα στιγμή να περιέλθει στο οπτικό πεδίο και την “εξουσία” ενός άλλου βλέμματος, χάνοντας έτσι την κανονιστική του αξία, δεν αλλάζει κάτι σημαντικό για το έργο ή τον δημιουργό: έχοντας απωλέσει το γόνιμο έδαφος ενός κοινού, ευρύτερου πολιτισμικού πλαισίου, και χειριζόμενος μια γλώσσα που έχει χάσει κάθε ικανότητα αυτόνομης σημασιολογικής απόβλεψης, ο σύγχρονος καλλιτέχνης και το έργο του καταλήγουν έρμαια της ταυτότητας του Άλλου, και μάλιστα της πιο κομφορμιστικής εκδοχής της. Αυτό εξάλλου ομολογεί κι ο διευθυντής της αθηναϊκής Bienalle του 2017, περιγράφοντας το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε η ελληνική διοργάνωση εξαιτίας της γειτνίασής της με τη Documenta:

Όταν οι άλλοι μιλούν για ανάδειξη του τοπικού παίρνουν εύσημα, αλλά όταν το τοπικό αιτείται τον αυτοπροσδιορισμό του, αυτό είναι ξαφνικά εθνικισμός; Αυτό είναι άκρως προβληματικό. Όταν η συζήτηση περί ιθαγενών έρχεται από επάνω προς τα κάτω, μιλάμε για εξωτικοποίηση στο μέγιστο βαθμό, γιατί, έχοντας το ηθικό πλεονέκτημα της αποστασιοποίησης της τέχνης, δεν έχεις κανέναν απέναντί σου4.

Όπως βλέπουμε, πρόσβαση στο “ηθικό πλεονέκτημα της αποστασιοποίησης” δεν μπορεί να έχει αυτός που έχει απαρνηθεί έστω και το απλό ενδεχόμενο να είναι κοινωνός μιας πραγματικής και καθολικής ταυτότητας, γιατί έτσι βρίσκεται ανυπεράσπιστος μπροστά στην επέλαση των brand names της παγκόσμιας πολιτιστικής βιομηχανίας. Ο τοπικός καλλιτέχνης ή θεσμός όχι μόνο δεν μπορεί να τα ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις στο καθαρά εμπορικό κομμάτι, αλλά βρίσκεται επιπλέον αποστερημένος από το μοναδικό μέσο με το οποίο θα μπορούσε να αμυνθεί. Μέσα στο αποστειρωμένο περιβάλλον του δοκιμαστικού σωλήνα, οι νεωτερικές ταυτότητες μπορούν να αιωρούνται όλες με το ίδιο τρόπο, καταλαμβάνοντας τον ίδιο χώρο. Μόλις όμως έρθουν σε επαφή με την ατμόσφαιρα εξατμίζονται, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην πιο συμπαγή και αδιαπέραστη εκδοχή της ταυτότητας, αυτή που ταυτίζεται με το κοινωνικο-οικονομικό ή, ακόμα χειρότερα, εθνικό status του φορέα της, μοναδικό πλέον κριτήριο θέσπισης ορίων και μέτρου σ’ ένα ερημωμένο πνευματικό τοπίο. Αυτή είναι η μόνη που έχει έρεισμα και αντίκτυπο στο πραγματικό, την ίδια στιγμή που οι άπειρες νεωτερικές ταυτότητες παραμένουν εγκλωβισμένες στο ατομικό φαντασιακό του καθενός. Ο Elémire Zolla, ένας από τους τελευταίους μύστες της ευρωπαϊκής, κι όχι μόνο, πνευματικής παράδοσης και οξυδερκής κριτής της πολιτισμικής νεωτερικότητας, προειδοποιούσε, ήδη από το 19715, ότι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ζητά την κατάργηση κάποιου νόμου ή κανόνα για χάρη της ελευθερίας, θα πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν δεν σκοπεύει να τον αντικαταστήσει κρυφά με έναν νέο, χειρότερο νόμο, ο οποίος, όντας αόρατος, θα γίνει ακόμα πιο τυραννικός απ’ τον παλιό. Σήμερα γίνεται πλέον φανερό, ότι χωρίς αυτή τη διερώτηση, η τέχνη, όπως εξάλλου και κάθε άλλη πνευματική δραστηριότητα, κινδυνεύει όχι μόνο να μην μπορεί να αρθρώσει ικανό λόγο σχετικά με το πραγματικό, αλλά και να εγκλωβιστεί έξω απ’ αυτό διά παντός.

1Βλ. το πρώτο κεφάλαιο στο “Πνευματικό στην Τέχνη” κι επίσης το “Essays über Kunst und Künstler” σελ. 249Benteli Verlag, Bern 1973.

3Ας θυμίσουμε εδώ ότι η έλευση της Documenta στην Αθήνα προκάλεσε τριβές και με τους Έλληνες διοργανωτές της Biennale κι ότι τελικά δεν βρέθηκε τρόπος συνεργασίας μεταξύ των δύο θεσμών. Βλ. σχετικά τί δηλώνει ο διευθυντής της Bienalle 2017, Poka-Yio:

Σίγουρα μπήκαμε στο διεθνή χάρτη της σύγχρονης τέχνης και η έλευση της Documenta το τεκμηρίωσε αυτό. Με τί όρους όμως; Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχει μια ισοτιμία στη συνομιλία. Βλέπω πως όσο περνάει ο καιρός οι ανεξάρτητες φωνές σιωπούν περισσότερο -και μάλιστα αυτό έχει ενταθεί τώρα-, με αποτέλεσμα αυτό το εργαστήριο που είναι η Αθήνα να μην καταφέρνει να επιτελέσει το σκοπό του: δηλαδή να παράγει έργο σε επίπεδο σύγχρονης σκέψης(Βλ. Νύσος Βασιλόπουλος – Τι γίνεται με την Μπιενάλε της Αθήνας;)

5Βλ. Che cos’è la Tradizioneεκδόσεις Adelphi, Μιλάνο 2011, σελ. 314.

_____________________________________________________________

Από:http://www.respublica.gr/2018/05/column/art-crisis/

Tα άκρα είναι πιο δημοκρατικά από το κέντρο…


του Ντέιβιντ Άντλερ

Τα σήματα συναγερμού είναι στο κόκκινο: η δημοκρατία απειλείται. Σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι υποψήφιοι είναι πιο αυταρχικοί, τα κομματικά συστήματα πιο ασταθή και οι πολίτες πιο εχθρικοί απέναντι στους κανόνες και τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Οι τάσεις αυτές έχουν προκαλέσει μεγάλη συζήτηση μεταξύ όσων θεωρούν την πολιτική δυσαρέσκεια ως οικονομικής, πολιτιστικής ή γενεακής προέλευσης. Αλλά όλες αυτές οι εξηγήσεις μοιράζονται μια βασική παραδοχή: η απειλή προέρχεται από τα πολιτικά άκρα.
Στα δεξιά, οι εθνο-κοινοτιστές [ethno-nationalists] και οι ελευθεριακοί κατηγορούνται ότι στηρίζουν φασιστικές πολιτικές· στα αριστερά, οι ριζοσπάστες των πανεπιστημιουπόλεων και το λεγόμενο κίνημα antifa κατηγορούνται ότι προδίδουν τις φιλελεύθερες αρχές. Και στις δύο περιπτώσεις, η υπόθεση είναι ότι οι ριζοσπαστικές απόψεις συμβαδίζουν με την υποστήριξη του αυταρχισμού, ενώ η μετριοπάθεια συνεπάγεται μια προσέγγιση περισσότερο προσηλωμένη στη δημοκρατική διαδικασία.

Είναι άραγε ορθή αυτή η υπόθεση;

Μάλλον όχι. Η έρευνά μου δείχνει ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική οι κεντρώοι είναι οι λιγότερο ευνοϊκοί προς τη δημοκρατία, οι λιγότερο προσηλωμένοι στους θεσμούς της και οι πιο ευνοϊκοί προς τον αυταρχισμό.
Εξέτασα τα δεδομένα από την πιο πρόσφατη World Values Survey  [παγκόσμια έρευνα για τις αξίες] (2010 έως 2014) και την European Values Survey [ευρωπαϊκή έρευνα για τις αξίες] (2008), δύο από τις πληρέστερες έρευνες κοινής γνώμης που πραγματοποιήθηκαν σε πάνω από 100 χώρες. Η έρευνα ζητά από τους ερωτώμενους να τοποθετηθούν σε ένα φάσμα που αρχίζει από την άκρα αριστερά, περνά από το κέντρο και καταλήγει στην άκρα δεξιά. Στη συνέχεια, κατένειμα το ποσοστό στήριξης κάθε ομάδας προς βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. (Αντίγραφο της εργασίας μου, με λεπτομερέστερη ανάλυση των δεδομένων της έρευνας, μπορεί να βρεθεί εδώ.)

 

Οι κεντρώοι είναι οι πιο επιφυλακτικοί

απέναντι στη δημοκρατία

 

πιν1

Οι ερωτηθέντες που τοποθετούν τον εαυτό τους στο κέντρο του πολιτικού φάσματος είναι οι λιγότερο ευνοϊκοί προς τη δημοκρατία, με βάση διάφορες παραμέτρους, όπως το αν θεωρούν τη δημοκρατία το «καλύτερο πολιτικό σύστημα» και μια γενικότερη αξιολόγηση της δημοκρατικών πολιτικών. Και στα δύο, όσοι βρίσκονται στο κέντρο έχουν τις πιο επικριτικές απόψεις για τη δημοκρατία.

 

Οι κεντρώοι έχουν τις λιγότερες πιθανότητες

να υποστηρίξουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές

 

πιν2

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία αφορά τις απόψεις των ερωτηθέντων για τις εκλογές. Η υποστήριξη για «ελεύθερες και δίκαιες» εκλογές σημειώνει πτώση στο κέντρο για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες του δείγματος. Το μέγεθος του κεντρώου κενού είναι εντυπωσιακό. Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, λιγότεροι από τους μισούς που τοποθετούνται πολιτικά στο κέντρο βλέπουν τις εκλογές ως απαραίτητες.

Οι κεντρώοι είναι λιγότερο πιθανό

να στηρίξουν φιλελεύθερους θεσμούς

πιν3

Φυσικά, η διατύπωση «υποστήριξη προς τη δημοκρατία» είναι κάπως αφηρημένη και οι ερωτηθέντες μπορεί να ερμηνεύσουν την ερώτηση με διάφορους τρόπους. Τι ισχύει με την υποστήριξη προς τα πολιτικά δικαιώματα, τα τόσο κεντρικά για τη διατήρηση της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης; Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, η υποστήριξη για τα πολιτικά δικαιώματα εξανεμίζεται στο κέντρο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόνο το 25% των κεντρώων συμφωνεί ότι τα δικαιώματα των πολιτών αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας.

Οι κεντρώοι υποστηρίζουν περισσότερο τoν αυταρχισμό

(Εκτός από την Άκρα Δεξιά)

 

πιν4

Ένα από τα ισχυρότερα προειδοποιητικά σημάδια για τη δημοκρατία ήταν η άνοδος λαϊκιστών ηγετών με αυταρχικές τάσεις. Αλλά ενώ οι ηγέτες αυτοί έχουν γίνει πιο δημοφιλείς, δεν είναι ξεκάθαρο αν οι πολίτες υποστηρίζουν ρητά πιο αυταρχικά στυλ διακυβέρνησης. Βρίσκω, ωστόσο, στοιχεία ουσιαστικής στήριξης για έναν «ισχυρό ηγέτη» ο οποίος να αγνοεί το νομοθετικό σώμα της χώρας του, ιδίως μεταξύ των κεντρώων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η στήριξη των κεντρώων για έναν ηγέτη τύπου «ισχυρού άνδρα» ξεπερνά κατά πολύ εκείνο της δεξιάς και της αριστεράς.

Ένα από τα ισχυρότερα προειδοποιητικά σημάδια για τη δημοκρατία ήταν η άνοδος λαϊκιστών ηγετών με αυταρχικές τάσεις. Αλλά ενώ οι ηγέτες αυτοί έχουν γίνει πιο δημοφιλείς, δεν είναι ξεκάθαρο αν οι πολίτες υποστηρίζουν ρητά πιο αυταρχικά στυλ διακυβέρνησης. Βρίσκω, ωστόσο, στοιχεία ουσιαστικής στήριξης για έναν «ισχυρό ηγέτη» ο οποίος να αγνοεί το νομοθετικό σώμα της χώρας του, ιδίως μεταξύ των κεντρώων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η στήριξη των κεντρώων για έναν ηγέτη τύπου «ισχυρού άνδρα» ξεπερνά κατά πολύ εκείνο της δεξιάς και της αριστεράς.

Τι σημαίνουν αυτά;

Σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, η στήριξη προς τη δημοκρατία βρίσκεται σε πτώση. Για να ερμηνεύσουν αυτή την τάση, οι καθιερωμένες αναλύσεις δείχνουν προς τα άκρα του πολιτικού φάσματος. Τόσο η άκρα αριστερά όσο και η άκρα δεξιά είναι, κατ’ αυτή την άποψη, πρόθυμες να προκαλέσουν πλήγματα στους δημοκρατικούς θεσμούς για να φέρουν ριζική αλλαγή. Οι μετριοπαθείς, αντιθέτως, υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τις αρχές και τους θεσμούς της.

Οι αριθμοί δείχνουν ότι αυτό δεν συμβαίνει. Καθώς οι δυτικές δημοκρατίες βυθίζονται σε δυσλειτουργία, καμία ομάδα δεν έχει ανοσία απέναντι στη γοητεία του αυταρχισμού –και λιγότερο απ’ όλους οι κεντρώοι, που φαίνεται να προτιμούν μια ισχυρή και αποτελεσματική διακυβέρνηση από τη συγκεχυμένη δημοκρατική πολιτική.

Οι ισχυροί άνδρες στον αναπτυσσόμενο κόσμο ιστορικά έβρισκαν στήριξη στο κέντρο: από τη Βραζιλία και την Αργεντινή μέχρι τη Σιγκαπούρη και την Ινδονησία, οι μετριοπαθείς μεσαίες τάξεις ενθάρρυναν αυταρχικές μεταβάσεις που να φέρνουν σταθερότητα και να οδηγούν στην ανάπτυξη. Θα μπορούσε άραγε να συμβεί το ίδιο και σε ώριμες δημοκρατίες όπως η Βρετανία, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες;

 

Πρώτη δημοσίευση: Centrists Are the Most Hostile to Democracy, Not Extremists, ΝΥ Τimes 23/5/2018

Μετάφραση: Α.Γ.

O David Adler είναι πολιτικός ερευνητής


Aπό:https://nomadicuniversality.com/2018/05/24/t%CE%B1-%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%AD%CE%BD/

Η “Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων” ξεκίνησε και φέρνει τα πάνω κάτω στην Αμερική! …


Του Γιώργου Μητραλιά

2018 05 24 01 article01

Τα αμερικανικά ΜΜΕ δεν λένε περίπου λέξη, τα ευρωπαϊκά την αγνοούν πλήρως αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι η Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων δεν βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με δράσεις που υπόσχονται να φέρουν τα πάνω κάτω στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής! Και αυτές οι δράσεις που άρχισαν στις 13 Μαίου, θα κρατήσουν 40 ολάκερες μέρες, σε τουλάχιστον 41 αμερικανικές Πολιτείες, καλύπτοντας όλο το φάσμα των καταπιεσμένων και των αγώνων τους που διαμορφώνουν ένα συνολικό διεκδικητικό πρόγραμμα εντελώς γειωμένο στη σημερινή βορειοαμερικανική πραγματικότητα και συνάμα αρκούντως ριζοσπαστικό για να ανοίγει το δρόμο που οδηγεί στην ανατροπή του ίδιου του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της χώρας!

Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλα άρχισαν πριν ακριβώς από μισό αιώνα, το 1968, όταν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ολοκλήρωνε τη ριζοσπαστικοποίησή του αναδεικνύοντας την ταξική διάσταση του ρατσισμού και καλώντας στη συστράτευση όλων των καταπιεσμένων ανεξάρτητα από φύλο, θρησκεία, χρώμα δέρματος, σεξουαλική προτίμηση ή εθνικότητα. Και έτσι εγένετο η πρώτη Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων που έμελλε όμως να διακοπεί βίαια και να βρει άδοξο τέλος όταν ο εμπνευστής και ηγέτης της Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έπεφτε λίγο αργότερα νεκρός, δολοφονημένος από εκείνους ακριβώς που πανικοβάλλε η προοπτική μιας εξέγερσης των “φτωχών ανθρώπων” στη μητρόπολη του παγκόσμιου καπιταλισμού.

2018 05 24 02 article02

Σήμερα, δηλαδή πενήντα χρόνια αργότερα, η Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων αναβιώνει και, κατά κοινή ομολογία, αυτό συμβαίνει την πιο κατάλληλη στιγμή. Τρανή απόδειξη, η τεράστια υποστήριξή της και η ενεργός συμμετοχή σε αυτήν εκατοντάδων κινημάτων και οργανώσεων κάθε λογής, σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ: Μεγάλα και μικρά εργατικά αλλά και αγροτικά συνδικάτα (επισιτισμός, τηλεπικοινωνίες, μέταλλο, …), διεκδικητικά κινήματα από το μαζικότατο και μαχητικό Fight fot 15 $ (για τα 15 $ κατώτατη ωριαία αμοιβή) μέχρι το επίσης μαζικό και ριζοσπαστικό Black Lives Matter, σχεδόν όλα τα φεμινιστικά και LGBT κινήματα, μεγάλες και μικρές, παλιές και νέες αντιρατσιστικές οργανώσεις και ιθαγενικά κινήματα μαζί με τις οργανώσεις των μεταναστών και των υποστηρικτών τους, και φυσικά το σύνολο των κινημάτων και δικτύων που παλεύουν ενάντια στην κλιματική και περιβαλλοντική καταστροφή. Και επίσης, αντιπολεμικά και αντιμιλιταριστικά κινήματα και εκατοντάδες θρησκευτικές (χριστιανικές, εβραϊκές, μουσουλμανικές, ινδουϊστικές, σιχ,…) και άλλες συλλογικότητες και κοινότητες που εκφράζουν την ποικιλότητα των καταπιεσμένων και των αντιστάσεών τους…

2018 05 24 03 article03

Τι είναι λοιπόν και τι θέλει η Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων; Η απάντηση που δίνει ή ίδια σε αυτό το ερώτημα είναι εύγλωττη και διαφωτιστική: Είναι Ένα πανεθνικό κάλεσμα για ηθική αναγέννηση (που) ενώνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε ολάκερη τη χώρα για να πολεμήσουν τα κακά που είναι ο συστημικός ρατσισμός, η φτώχεια, η πολεμική οικονομία, η οικολογική καταστροφή και η στρεβλή ηθική του έθνους”! Είναι ένα κάλεσμα για πάλη με έμφαση στην άμεση δράση, που ενώνει τις κατακερματισμένες διεκδικήσεις και αγώνες σε μια ενιαία πάλη όλων των καταπιεσμένων ακριβώς επειδή όλες αυτές οι καταπιέσεις και όλοι αυτοί οι αγώνες έχουν ένα κοινό παρονομαστή, σε πείσμα των “από πάνω” που δεν κάνουν τίποτα άλλο από το… να διαιρούν για να βασιλεύουν.

Η (νέα) Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων δεν πέφτει όμως από τον ουρανό. Για να φτάσουμε σε αυτήν, χρειάστηκε πρώτα να δοκιμαστούν στην πράξη οι ιδέες και προτάσεις που ο πρωτεργάτης της Αφροαμερικανός αιδεσιμότατος Γουίλιαμ Μπάρμπερ (William Barber) εφάρμοσε (με επιτυχία) στα τελευταία δώδεκα χρόνια στην πολιτεία του, στην αντιδραστική και ρατσιστική Βόρεια Καρολίνα. Φτάνοντας να συσπειρώσει τελικά στο ενιαίο κίνημα Μαζί Προς Τα Εμπρός (Forward Together Movement)145 οργανώσεις Χριστιανών, Μουσουλμάνων, Εβραίων, άθεων, μαύρων, Λατίνος, φτωχών λευκών, εργατών, αντιρατσιστών, φεμινιστριών, άνεργων, μεταναστών με και χωρίς χαρτιά, ομοφυλόφιλων, ανασφάλιστων, οικολόγων, νέων και ηλικιωμένων, ο φοβερός και τρομερός αγκιτάτορας Γ. Μπάρμπερ πέτυχε τελικά το μέχρι τότε αδιανόητο: Να ενώσει και να κινητοποιήσει τους διαιρεμένους και απογοητευμένους “από κάτω”, να αλλάξει δραστικά τους συσχετισμούς δυνάμεων, να πετύχει πολλές επί μέρους νίκες και τελικά, να ανατρέψει το αντιδραστικό πολιτικό κατεστημένο της Β. Καρολίνας! Και επιπλέον, να αρχίσει την “εξαγωγή” του του κινήματος σε μια ντουζίνα άλλες πολιτείες…

2018 05 24 04 Liz Theoharis

Ο αιδεσιμότατος Μπάρμπερ δεν μασάει τα λόγια του: “Ζούμε, λέει, σε μια φτωχοποιημένη δημοκρατία. Άνθρωποι από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της χώρας υψώνουν το ανάστημά τους ενάντια στο ψέμμα ότι όσα έχουμε δεν φτάνουν για όλους. Ξέρουμε ότι στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου, δεν υπάρχει λόγος παιδιά να πεινάνε, άρρωστοι να μην έχουν περίθαλψη και πολίτες να εμποδίζονται να ψηφίσουν. Και πρέπει να πολεμηθούν και τα δυο πολιτικά κόμματα, το ένα για αυτά που κάνει και το άλλο για αυτά που δεν κάνει”. Όμως, ο Μπάρμπερ δεν είναι μόνος. Δίπλα και μαζί του είναι η συν-πρόεδρος της Εκστρατείας, η αιδεσιμότατη (της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας) Δρ. Liz Theoharis (Λιζ Θεοχάρης), νεαρή μητέρα δυο παιδιών, με πλούσιο συγγραφικό έργο αλλά και με εικοσάχρονη πείρα έντονης δράσης δίπλα στους εργάτες, στους άστεγους, στους φτωχούς και στις κάθε λογής καταπιεσμένες μειονότητες. Για την ελληνικής καταγωγής Liz Theoharis (1) στόχος της Εκστρατείας είναι “να ακουστεί η φωνή μας. Να πούμε στο έθνος ότι υπάρχουν 140 εκατομμύρια φτωχοί που ζούνε σε αυτό. Ότι σήμερα, το 2018, έχουμε λιγότερα δικαιώματα ψήφου από ό,τι πριν από 50 χρόνια. Ότι υπάρχουν 11 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν υπό την απειλή να φυλακιστούν ή να εκτοπιστούν. Ότι έχουμε μεγάλη οικολογική καταστροφή με 4 εκατομμύρια νοικοκυριά που αντί για νερό βλέπουν να βγαίνει από τις βρύσες τους δηλητηριώδης μόλυβδος. Έρχεται η στιγμή που η σιωπή είναι προδοσία. Έρχεται η ώρα που δεν μπορούμε να το αντέξουμε άλλο. Η ώρα που πρέπει να κατέβουμε στους δρόμους, που πρέπει να φωνάξουμε δυνατά, που πρέπει να διαμαρτυρηθούμε και να οργανωθούμε…Αμερική, έχεις πάρει λάθος κατεύθυνση!”

2018 05 24 05 Liz Theoharis

Η Εκστρατεία των Φτωχών Ανθρώπων που προτάσσει την πάλη ενάντια στην κοινωνική ανισότητα, τη φτώχεια, το ρατσισμό, το μιλιταρισμό και την κλιματική καταστροφή,δεν περιορίζεται όμως μόνο στην πολιτική ανυπακοή, στην άμεση δράση και στις παραδειγματικές καταλήψεις (όπως π.χ.πριν από λίγες μέρες, της έδρας του δεύτερου μεγαλύτερου παγκόσμιου εργοδότη που είναι τα φαστφουντάδικα ΜακΝτόναλντς ή των Πολιτειακών κοινοβουλίων). Επεξεργάζεται και προτείνει λύσεις στα μεγάλα προβλήματα των καιρών μας και ταυτόχρονα κάνει τα πάντα για να δημιουργήσει δίκτυα αυτοοργανωμένων πολιτών που συντονίζουν τις δράσεις τους σε τοπικό, περιφερειακό, πολιτειακό και εθνικό επίπεδο. Σίγουρα, το έργο της δεν είναι καθόλου εύκολο καθώς έχει να αντιμετωπίσει το τερατώδες πλανητικό κτήνος στη φωλιά του, αλλά και μόνο η εμφάνισή της στο κοινωνικό προσκήνιο των ΗΠΑ προσφέρει ελπίδα, έμπνευση και αγωνιστικό προσανατολισμό σε δεκάδες εκατομμύρια πολίτες μέσα αλλά και έξω από τη χώρα. Και ας μην το κρύβουμε, μια ενδεχόμενη επιτυχία της θα άλλαζε δραστικά τα δεδομένα του αγώνα των “από κάτω” την ώρα ακριβώς που οι “από πάνω” παίζουν -σχεδόν ανενόχλητοι – στα ζάρια τους την τύχη του πλανήτη και της ανθρωπότητας…(2)

Σημειώσεις

1. Η οικογένεια Theoharis δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους γνωστούς μας “μπρούκληδες” που το ελληνικό κατεστημένο αρέσκεται να ταυτίζει με όλους τους Έλληνες μετανάστες στην Αμερική. Ο πολυγραφότατος πατέρας καθηγητής Athan Theoharis θεωρείται ότι είναι ίσως ο σημαντικότερος αμερικανός ιστορικός του βορειοαμερικανικού αντικομμουνισμού, και κυρίως, του FBI, των μυστικών υπηρεσιών και της παραβίασης των δημοκρατικών δικαιωμάτων των αμερικανών πολιτών από μέρους του κράτους και των υπηρεσιών του. Τόσο μάλιστα σημαντικός ώστε να είναι ο μόνος στον οποίο άνοιξαν τα προσωπικά αρχεία πολλών αμερικανών προέδρων με απόφαση της Γερουσίας. Η αδελφή Jeanne Theoharis είναι μια λαμπρή καθηγήτρια, ερευνήτρια και συγγραφέας στην οποία μάλιστα απονεμήθηκε το 2014 το ετήσιο βραβείο της παλαιότερης μεγάλης αντιρατσιστικής οργάνωσης NAACP των Αφροαμερικανών για τη βιογραφία της πρωτοπόρας του αγώνα των Μαύρων Ρόζα Παρκς (The Rebellious Life of Mrs. Rosa Parks). Τέλος, η μητέρα της Nancy Theoharis, προκάλεσε στα 80 της, την οργή του σιωνιστικού κύκλου του Harvard εκθέτοντας στο πανεπιστήμιο τις φωτογραφίες της με στιγμιότυπα από την τελευταία Ιντιφάντα του Παλαιστινιακού λαού για την ελευθερία του.
“Φυσικά”, η οικογένεια Theoharis και τα επιτεύγματά της παραμένουν εντελώς άγνωστα στη χώρα καταγωγής της που είναι η Ελλάδα!…

  1. Άρθρα, αναλύσεις, τοποθετήσεις και βίντεο από πρώτο χέρι για τις καθημερινές επιτυχίες και περιπέτειες της Εκστρατείας των Φτωχών Ανθρώπων, καθώς και για ό,τι σημαντικό συμβαίνει στην κορυφή και κυρίως, στη βάση της αμερικανικής κοινωνίας, μπορείτε να παρακολουθήσετε στο Facebook που ανανεώνεται ανά δίωρο :
    https://www.facebook.com/GreeksForBerniesMassMovement/

Aπό:http://www.contra-xreos.gr/arthra/1308-ekstratia-stin-ameriki.html

Do you remember Catalunya; 1…2…


Θυμάστε την καταλωνία; Προσέξατε τις καταδίκες 29 μελών του δεξιού / ακροδεξιού “partito populare” του Rajoy για «διαφθορά»; Θα μπορούσε η ιστορία των τελευταίων μηνών (απ’ την 1η του περασμένου Οκτώβρη) να είναι διαφορετική αν οι πολιτικές βιτρίνες στην καταλωνία (και οι ψηφοφόροι τους) δεν ήταν αυτοί που είναι; Πράγματι: με τα «αν» δεν γράφεται η ιστορία…

Πρώτα μια αναγκαστική επανάληψη από τα σχόλια εδώ:

Κυριακή 22 Οκτώβρη: … Σα συνέπεια του πρώτου ήρθε το δεύτερο χρήσιμο λάθος, και πάλι υπέρ της Μαδρίτης: μια «ανακήρυξη της ανεξαρτησίας» ένα βήμα μπροστά ένα πίσω, στο όνομα των «διαπραγματεύσεων», δηλαδή της καλής θέλησης των ισπανών δεξιών και των συμμάχων τους. Εκεί που θα έπρεπε η Βαρκελώνη να κόψει κάθε κουβέντα απέναντι στο ισπανικό καθεστώς απαιτώντας την απολογία και την συγγνώμη του Rajoy για την αστυνομική βία της 1ης Οκτώβρη (αλλιώς την παραίτησή του) βρέθηκε στη θέση (ας μας επιτραπεί η διασκευή της έκφρασης) και δαρμένοι και ζήτουλες. Ελπίζοντας, προφανώς, ότι το ισπανικό καθεστώς θα φάει το «ναι μεν αλλά» της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας και θα δείξει «καλωσύνη». Μα αν υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο, «καλωσύνης μετά το ξυλοφόρτωμα», γιατί να θέλουν οι καταλανοί το δικό τους κράτος;…

 

Σάββατο 28 Οκτώβρη: …Για εμάς είναι πολύ καθαρό. Κάνοντας το ένα τραγικό λάθος μετά το άλλο, οι ανεξαρτησιακές πολιτικές βιτρίνες της Βαρκελώνης, ξεκινώντας απ’ τον Puigdemont (αλλά, τελικά, και οι οπαδοί τους), πέτυχαν αυτό που βολεύει τον Rajoy και το ισπανικό καθεστώς: έδωσαν μεγάλη βοήθεια στο να δημιουργηθούν συνθήκες πόλωσης μέσα στην Καταλωνία, και όχι ανάμεσα στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη. Το μεγάλο πολιτικό και ηθικό όπλο που είχαν οι καταλανοί εθνικιστές το βράδυ της 1ης Οκτώβρη δεν ήταν το αποτέλεσμα του μισο-δημοψηφίσματος· ήταν η παγκόσμια κατακραυγή για την βία της guarda civil, που το τσάκισε. Αντί να πιάσουν τον ταύρο απ’ τα κέρατα, αντί δηλαδή να αξιοποιήσουν την φασίζουσα πρακτική της Μαδρίτης υπέρ τους, προτίμησαν την ουρά του: να κηρύξουν μετά από 8 ημέρες (!!!!) την ανεξαρτησία για να την παγώσουν αμέσως μετά, υπέρ διαπραγματεύσεων (με το ισπανικό καθεστώς)….

 

Τετάρτη 1 Νοέμβρη: …Μετά από μια σειρά φρικαλέων πολιτικών λαθών, τόσο η «πολιτική ηγεσία» όσο και οι ίδιοι οι οπαδοί της κρατικής ανεξαρτησίας της Καταλωνίας (η γενίκευση μπορεί να αδικεί κάποιους, δεν το θέλουμε…) αποδεικνύονται πολύ μικρότεροι των διακηρύξεών τους. Το πολύ άσχημο είναι ότι αυτό δεν είναι οικογενειακή τους υπόθεση: δίνει αντίστοιχα πολλούς πόντους σε μπόι στα στελέχη ενός καθεστώτος (την κυβέρνηση του ισπανικού «λαϊκού κόμματος») που θα έπρεπε να προβάρουν στολές με ρίγες και επιβίωση μέχρι τα βαθιά γεράματα σε μπουντρούμια. Ειδικά αυτός ο ακροδεξιός Rajoy, που παριστάνει τον ανήξερο για τις σχέσεις του κόμματός του με διάφορους ισπανούς καπιταλιστές / βαρώνους, φαίνεται να βγαίνει τόσο κερδισμένος, ώστε θα πρέπει να ανάψει για χάρη του Puigdemont, της κυβέρνησής του και των πολιτικών / κομματικών συστατικών της, μια λαμπάδα ίσια με το μπόι της Sagrada Familia…

 

Δευτέρα 6 Νοέμβρη:  Για πολιτική βιτρίνα που θα μπορούσε να κάνει βόλτες στο προαύλιο κάποιας φυλακής ο Rajoy καλά τα έχει καταφέρει: έβγαλε απ’ την «αντιμετώπιση της καταλανικής παρανομίας» κάμποσο πολιτικό κέρδος. Η «ανεξαρτησιακή» πολιτική ελίτ της Καταλωνίας και οι οπαδοί της, ήθελαν δεν ήθελαν, ανέστησαν κάποιον που θα έπρεπε να είναι (πολιτικά) νεκρός.

Δυο ή τρεις μήνες πριν, εκείνο που είχε μπροστά του ο Rajoy ήταν τα πάνω από 60 «σκάνδαλα» στα οποία εμπλέκονται υψηλόβαθμα στελέχη του «λαϊκού κόμματος». Πρόκειται για συστηματικές «μαύρες» χρηματοδοτήσεις από διάφορες εταιρείες για να παίρνουν δουλειές του δημοσίου – πράγμα τόσο γνωστό διαχρονικά και στα μέρη μας.

Μία απ’ αυτές τις εταιρείες λέγεται Indra, και είναι ένας τεχνολογικός κολοσσός, μισοκρατικής – μισοϊδιωτικής ιδιοκτησίας, που αναλαμβάνει την διοργάνωση κάθε είδους εκλογών στην ισπανία. Η Indra φέρεται να έσπρωξε στο κόμμα του Rajoy 600.000 ευρώ, μέσα από ένα πολύπλοκο δίκτυο off shore μαγαζιών. Τώρα η Indra πρόκειται να οργανώσει τις εκλογές στην Καταλωνία, στις 21 Δεκέμβρη…. Είναι κι αυτό μια απόδειξη του τι αγνόησαν (;) στη Βαρκελώνη εδώ και μήνες…

 

Πέμπτη 21 Δεκέμβρη: …Σημαίνουν κάτι όλα όσα έχουν γίνει (ή δεν έχουν γίνει) απ’ το δημοψήφισμα της 1ης Οκτώβρη μέχρι σήμερα στην καταλωνία; Για την ασταμάτητη μηχανή ναι. Το καθεστώς Rajoy αποδείχθηκε τριπλά νικητής. Πρώτον, έκανε επίδειξη καταστολής την 1η Οκτώβρη χωρίς να το πληρώσει. Δεύτερον, «έπαιξε» τον ρόλο του «πατέρα / σωτήρα» της ισπανίας γλυτώνοντας, ως τώρα, απ’ τα σοβαρά προβλήματα των «σκανδάλων» στα οποία θα έπρεπε να έχει βουλιάξει – σε βαθμό όχι χειροπέδας αλλά σιδερένιας μπάλας στα πόδια. Και τρίτον επιβεβαίωσε την ισχύ του ισπανικού συντάγματος (μέσω της εφαρμογής του άρθρου 155) όταν απ’ την καταλανική μεριά (και όχι μόνο) το αντίθετο θα έπρεπε να είναι το αδιαπραγμάτευτα ζητούμενο: η συνταγματική αναθέωρηση….

Do you remember Catalunya; 2

Τι έγινε, λοιπόν; Μετά την καταστολή στο δημοψήφισμα της 1ηςΟκτώβρη στην καταλωνία οι εκεί βιτρίνες είχαν μια μοναδική ευκαιρία να «παγώσουν» τις κινήσεις υπέρ της αυτονομίας, και να στραφούν κατά του ήδη υπόδικου τότε κόμματος και της κυβέρνησης μειοψηφίας του Rajoy, ζητώντας: «συγγνώμη», εκλογές στην ισπανία, και αλλαγή του συντάγματος.

Μόνο αυτό δεν έκαναν! Κι έτσι, μετά από 8 μήνες, το κυβερνητικό κόμμα αναδεικνύεται επίσημα «κόμμα ποινικών»· ο Rajoy κατάφερε να την γλυτώσει· και ζητούν εκλογές οι πάντες. Αλλά οι καταλανοί αναλώνονται γύρω από εξόριστους ή μισοεξόριστους πρωθυπουργούς και υπουργούς.

Όταν ο αντίπαλός σου κάνει την κίνηση που θεωρεί ότι τον παίρνει (την καταστολή) αλλά εσύ, αντί να τον αναγκάσεις να ξεράσει κοιτάς αλλού και του επιτρέπεις να γίνει μάγκας σε βάρος σου, είσαι άξιος της «μοίρας» σου.

Πόλεμος είναι και η πολιτική, ακόμα και σαν τεχνική της εξουσίας – απλά με άλλα μέσα… Οι «ψευτοστρατηγοί» ξεχωρίζουν εκεί απ’ την αθλιότητα των δήθεν «επιτυχιών» τους…

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/05/do-you-remember-catalunya-1/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/05/do-you-remember-catalunya-2/