Μάης 68: Η εξέγερση που ένωσε τους Πλάτωνα, Μαρξ, Μπακούνιν και Όργουελ»…


«Κηρύξατε την πόλη σε κατάσταση διαρκούς ευτυχίας» (Σύνθημα Γαλλικού Μάη 68)

Η αναζήτηση της ευτυχίας συνιστά έναν ασυνείδητο στόχο ανθρώπινο. Μια ευτυχία, όμως, που δεν περιχαρακώνεται στα ασφυκτικά πλαίσιο του Εγώ, αλλά διαχέεται στον κοινωνικό χώρο, ως συλλογική κατάκτηση. Η πραγμάτωση, λοιπόν, της ευτυχίας υφίσταται και ως πολιτικόζητούμενο. Αυτήν τη συλλογική ευτυχία διεκδίκησαν και οι εξεγερθέντες στο Γαλλικό Μάη του 1968, όχι ως θεατές ή καταναλωτές αγαθών αλλά στήνοντας οδοφράγματα, διαδηλώνοντας και καταστρέφοντας.

ς.

«Η χαρά της καταστροφής είναι ταυτόχρονα χαρά δημιουργική» (Μ. Μπακούνιν)

Ίσως να συνιστά μια ιστορική παραδοξότητα ή αντιφατικότητα οι πολίτες μιας χώρας να διεκδικούν την ευτυχία μέσα από πράξεις καταστροφής και αταξίας. Η ευτυχία ορίζεται ως μια κατάσταση – βίωμα εσωτερικής ισορροπίας και πληρότητας. Πως μπορεί, επομένως, η ευτυχία (ψυχική ευταξία) να βιώνεται ως «πάθος δημιουργικό» και ως «χαρά καταστροφής»; Η ευτυχία είναι κινούμενος στόχος και όχι μια πάγια – μόνιμη κατάσταση. Γι’ αυτό χρειάζεται μια αναρχική σκέψη για να ενεργοποιήσει την «κοιμωμένη» συνείδηση.

«Σε έναν κόσμο όλο και πιο κονφορμιστή, αναίσθητο, ταξινομημένο, με νοοτροπία αγέλης, σε έναν κόσμο όπου δε χαράζονται πια νέοι δρόμοι, αλλά ακολουθούνται οι παλιοί» (Henri Arvon)

είναι φυσικό η ευτυχία και η ελευθερία να βαδίζουν παράλληλα με ενέργειες που φοβίζουν και προκαλούν πολιτική αταξία και κοινωνική αρρυθμία.

Βέβαια το αίτημα για ευτυχία απασχόλησε και τους αρχαίους φιλoσόφους (Επίκουρος….) και εντάχθηκε στην αναζήτηση της ιδανικής κοινωνίας όπου η εξουσία θα ανήκει στους φιλοσόφους. Σχετικά με αυτό ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του γράφει:

«Εάν μη ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή οι βασιλείς…… φιλοσοφήσωσι»

Η ιστορία και οι πολιτικές επιστήμες δεν δικαίωσαν τον Πλάτωνα, γιατί διαχρονικά οι άνθρωποι καταφεύγουν σε βίαιες ενέργειες για τη βελτίωση των όρων ζωής, στρεφόμενοι ενάντια στο κατεστημένο και στην παραδοσιακή μορφή εξουσίας. Μπορεί ο Γαλλικός Μάης να ανέδειξε το θέμα και να καλλιέργησε τον προβληματισμό γύρω από το περιεχόμενο της εξέγερσης και την αποτελεσματικότητά της, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει διχογνωμία ως προς τον παράγοντα που την πυροδοτεί.

Κάποιοι ταυτίζουν την εξέγερση με μια θυμική αντίδραση που εμπεριέχει στοιχεία αγανάκτησης και οργής για την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, πρεσβεύουν πως η εξέγερση τρέφεται και πυροδοτείται από ένα πλουσιότερο υπέδαφος (ψυχοδιανοητικό και οραματικό). Δεν λείπουν, βέβαια κι εκείνοι που διατείνονται πως κάθε εξέγερση (ατομική ή ομαδική) συνιστά μια πολιτική πράξη με στόχο την αλλαγή και την ανατροπή. Ανατροπή των υφιστάμενων δομών της εξουσίας και της ζωής που καταπνίγουν την αυθεντικότητα και το δικαίωμα για ελευθερία και αυτονομία.

Από τη φύση της, δηλαδή, η εξέγερση (1848, 1871, Γαλλικός Μάης 68) διεκδικεί την ανατροπή κι ευαγγελίζεται την αλλαγή και δεν συνιστά μια φιλολογική – ακαδημαϊκή συζήτηση για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αυτό είναι έργο των φιλοσόφων, που με κάποιο αιχμηρό τρόπο καυτηρίασε ο Μαρξ.

«Οι φιλόσοφοι έχουν απλά ερμηνεύσει τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους. Το θέμα είναι να τον αλλάξουμε».

Η παραπάνω εμβληματική φράση του Μαρξ βρήκε δικαίωση όχι μόνο στο Γαλλικό Μάη του 68 αλλά και σε κάθε προσπάθεια του ανθρώπου να αλλάξει τη ζωή του και τον κόσμο. Γιατί η εξέγερση δεν στοχεύει να αλλάξει τον άνθρωπο αλλά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που τους διαμορφώνουν. Γιατί σύμφωνα με το Μαρξ κοινωνία δεν είναι το άθροισμα των ανθρώπων αλλά οι διάφορες σχέσεις μεταξύ τους (οικονομικές…..).

May 68 – Abidin Dino

Γι’ αυτό, λοιπόν, κατά τον Μαρξ «οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας», κι ας μην είναι ορατά κι από όλους αποδεκτά τα επιτεύγματά τους. Σίγουρα πολλές εξεγέρσεις και επαναστάσεις χρωματίστηκαν από αίμα, εκδίκηση και βαρβαρότητα. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία δεν μας δίδαξε άλλον τρόπο αλλαγής ή άλλο νόμο. Οι ειρηνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις αφορούν την επιστήμη και την τέχνη και όχι τους όρους υλικής διαβίωσης, κοινωνικής συνύπαρξης και άσκησης της εξουσίας.

«Οι επαναστάσεις δεν είναι παιδιάστικο παιχνίδι, ούτε ακαδημαϊκή συζήτηση.  Η επανάσταση είναι πόλεμος…. Καταστροφή ανθρώπων και πραγμάτων. Είναι χωρίς αμφιβολία θλιβερό για την πραγματικότητα, που δεν ανακάλυψε ακόμα ένα πιο ειρηνικό μέσο προόδου» (Μ. Μπακούνιν)

Ο άνθρωπος, επομένως, στη διαχρονική του διαδρομή μέσα από τις εξεγέρσεις και επαναστάσεις προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δυο ακρότητες: τον απόλυτο κομφορμισμό και την ολική άρνηση ή το μηδενισμό. Μπορεί αυτό να συνιστά και το Σισύφειο έργο του που εμπεριέχει τη ματαιότητα και τη νομοτελειακή πτώση του. Ωστόσο συνεχίζει, αγωνίζεται, εξεγείρεται κουβαλώντας το βράχο – φορτίο της γνώσης και της ελευθερίας. Ίσως η εξέγερση να είναι μια ασυνείδητη αντίδραση στο στοιχείο του παραλόγου που διέπει τη βαθύτερη δομή της κοινωνίας, του κόσμου και της συμπαντικής τάξης.  Εξάλλου

«Στη φύση, όπως επίσης και στην επικοινωνία, τάξη δίχως πάλη είναι θάνατος» (Μ. Μπακούνιν)

Γι’ αυτό ο Γαλλικός Μάης ταυτίστηκε με την εξέγερση ενάντια στον παραλογισμό και το συντηρητισμό της κοινωνίας. Γιατί μέσα από την εξέγερση δομείται το «πολιτικό μας είναι» και βιώνεται η ελευθερία στα απώτατα όριά της και πραγματώνεται η ολοκλήρωση του ανθρώπου.

Αν για τον Hobsbaum «το σημαντικότερο κληροδότημα της Γαλλικής Επανάστασης στις μάζες ήταν η απόκτηση πολιτικής συνείδησης», ο Γαλλικός Μάης επιβεβαίωσε τη δύναμη και το πολιτικό βεληνεκές του ονείρου και της ουτοπίας «ο επαναστάτης είναι ένας ακροβάτης του ονείρου» (σύνθημα Γαλλικού Μάη 68).

Εξάλλου η ριζοσπαστικοποίηση των εξεγερμένων (όχι μόνο του Παρισιού) και η συνειδητότηταστάθηκαν τα μεγάλα οφέλη των πολιτών που κατανόησαν πως «το επαναστατικό υποκείμενο γεννιέται μέσα στην πράξη, με την ανάπτυξη της συνειδητότητας, της ανάπτυξης της δράσης» (Μαρκούζε).

Μπορεί η εξέγερση του Γαλλικού Μάη του 68 να μην έφερε την ευτυχία αλλά δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνυπήρξαν σε επίπεδο ιδεών ο Πλάτων (φιλόσοφοι), ο Μαρξ, ο Μπακούνιν και φυσικά ο Όργουελ που στο έργο του «1984» διακήρυξε με ένα διλημματικό τρόπο τη σχέση – προτεραιότητα της συνείδησης έναντι της επανάστασης.

«Δεν θα επαναστατήσουν, αν δεν συνειδητοποιήσουν και δεν θα συνειδητοποιήσουν αν δεν επαναστατήσουν».

Αυτός είναι και ο πλούτος και η παρακαταθήκη του Γαλλικού Μάη. Η γονιμοποίηση της συνείδησής μας μέσα από την εξέγερση.

***

Ηλίας Γιαννακόπουλος

Φιλόλογος 

mail: iliasgia53@gmail.com


Από: http://antikleidi.com

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

HEAVEN IS A PLACE ON EARTH…


DJ της ημέρας, ο Αργύρης Μεθωνίτης

Τερλέγκας εναντίον Διαμάντως (έτσι, για γούστο)

Ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει «guilty pleasures». Καταλαβαίνω τη φράση· η χρήση της είναι που με προβληματίζει. Υπάρχουν λόγοι να αισθάνεται κανείς ενοχές για κάτι που του αρέσει; Ασφαλώς – και μπορώ εύκολα να σκεφτώ μερικούς: ντρέπεσαι (δικαιολογημένα ή όχι – δεν το εξετάζω αυτό) αν, λ.χ., σου αρέσει να κάνεις κάτι που είναι παράνομο (π.χ., να καπνίζεις σε κλειστούς δημόσιους χώρους ή να κλέβεις σοκολάτες από περίπτερα ή να μην ακυρώνεις εισιτήριο στο μετρό) ή ηθικά μεμπτό ή/και εκνευριστικό για τους άλλους (π.χ., να φοράς το σώβρακο πάνω από το παντελόνι στον χώρο εργασίας ή να τρως πατατάκια στο θέατρο ή να προτιμάς τον χειμώνα από το καλοκαίρι) ή, τέλος, κάτι που απλώς θεωρείται κακού γούστου (εδώ δεν δίνω παραδείγματα γιατί η περί γούστου κουβέντα είναι ναρκοπέδιο χωρίς σήμανση). Όλα αυτά είναι κατανοητά και περίπου κοινός τόπος. Αλλά να αισθάνεσαι ενοχές επειδή σου αρέσει κάποια (έστω αμφιλεγόμενη) μορφή τέχνης γιατί;

Τούτων λεχθέντων, δεν καταλαβαίνω γιατί αποτελεί «guilty pleasure» να σου αρέσει, ξέρω γω, ο Τερλέγκας ή να τη βρίσκεις με τις βιντεοταινίες των 80s ή να φτιάχνεσαι με τα γλυπτά του Jeff Koons. (Από δω και πέρα, για λόγους οικονομίας του επιχειρήματος, θα μείνω μόνο στο πρώτο παράδειγμα, το οποίο είναι περίπου τυχαίο· δηλαδή, ναι μεν το επέλεξα επειδή σαν όνομα είναι εμβληματικό, αλλά τον άνθρωπο ούτε που τον ξέρω). Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι γουστάρεις με τρέλα Τερλέγκα. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις. (α) Αν ακούς μόνο Τερλέγκα και τίποτα άλλο (θεωρητικά γίνεται, αφού μπορώ να το φανταστώ), δεν έχεις λόγο να ντρέπεσαι: αυτό ξέρεις, αυτό εμπιστεύεσαι. (β) Αν ακούς και Τερλέγκα και, π.χ., Diamanda Galás, πάλι δεν έχεις κανέναν λόγο να ντρέπεσαι: προφανώς βλέπεις κάτι στον Τερλέγκα που οι υπόλοιποι φαν της Διαμάντως αδυνατούν να δουν. (Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι λες αλήθεια για τον Τερλέγκα και δεν προσποιείσαι οργασμό όταν τον ακούς, για να το παίξεις «προχώ» στους μεϊνστριματζήδες –λέμε, τώρα!– φίλους σου.)

Με όλ’ αυτά θέλω να πω ότι δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το γούστο του σε οτιδήποτε, είτε γιατί μέχρι εκεί φτάνει (και οι λόγοι μπορεί να είναι πάμπολλοι και, κατά κανόνα, άσχετοι με συνειδητές επιλογές) είτε γιατί έτσι (έστω κι αν αυτό το «έτσι» σηκώνει πολύ νερό).

Το μόνο υπαρκτό (για μένα, πάντα) πρόβλημα είναι δημοσίως να σκίζεις τα ρούχα σου για τον Τερλέγκα και στο σπίτι σου να ακούς μόνο Διαμάντω. Τότε είσαι κωλόπαιδο με πατέντα. Τότε κάνεις κακό. Γιατί σε παρακολουθεί ο άλλος που ακούει όντως μόνο Τερλέγκα (τιμίως και ειλικρινώς, γιατί έτσι τα ’φερε η ζωή) και, επειδή είσαι πρώτη δημόσια μούρη (αλλιώς κανείς δεν θα ασχολιόταν με το τι ακούς), πιστεύει ότι η αλήθεια πραγματικά βρίσκεται στον Τερλέγκα. Κι έτσι, μέσω της σικέ «νομιμοποίησης» ενός μεταμοντέρνου τάχαμου διαμορφωτή τάσεων, οι αυθεντικοί τερλεγκίσταςδικαιώνουν μέσα τους την επιλογή τους (ή, καλύτερα: την έλλειψη της δυνατότητας να επιλέξουν), επαναπαύονται στα κεκτημένα και δεν πάνε παρακάτω (ούτε μέχρι τον Χριστοδουλόπουλο – πόσο μάλλον μέχρι τη Διαμάντω).

Εδώ μία συνήθης ένσταση πηγαίνει ως εξής: «και ποιος μας λέει ότι η Διαμάντω είναι παρακάτω σε σχέση με τον Τερλέγκα;» Αντιστοίχως, μία απάντηση που σπάει τα νεύρα των ενιστάμενων πηγαίνει περίπου έτσι: «το λέω εγώ και ξέρω τι λέω γιατί το έχω σπουδάσει / μελετήσει / ζήσει κ.ο.κ.». Και ποιος είσ’ εσύ, ρε; Και κάπου εκεί σταματάει η συζήτηση και αρχίζουν τα μπινελίκια. Πάντως, αν τεθεί ήπια, η ένσταση έχει κάποια βάση: ποιος είμ’ εγώ, αλήθεια, που θα μιλήσω για τον Τερλέγκα; Τη (βαριά και ανθυγιεινή) δουλειά του κάνει ο άνθρωπος. Προσφορά και ζήτηση, κλασικά. Αφού υπάρχει ζήτηση, θα υπάρξει και προσφορά. (Κι αν δεν υπάρχει ζήτηση, θα βρεθεί ο παίχτης ο σωστός που θα τη δημιουργήσει – σιγουράκι.)

Αυτό μας φέρνει σε μία άλλη παπάτζα που έχει φορεθεί πολύ στο πλαίσιο της απενοχοποίησης του γούστου: «δεν υπάρχουν καλά και κακά είδη (π.χ., μουσικής – για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα)· υπάρχουν μόνο καλά και κακά δείγματα μέσα σε κάθε είδος». Αυτή η παραδοχή μεταφέρει την ένταση από το δάσος στο δέντρο. Ξαφνικά δεν μπορείς να πεις απερίφραστα ότι δεν αντέχεις τα σκυλάδικα ή την όπερα· πρέπει να σου αρέσουν τουλάχιστον τα καλά σκυλάδικα και κάποιες άριες. Αν απορρίπτεις συλλήβδην ένα είδος, είσαι κοντόφθαλμος, δογματικός και μανιαμούνιας. Ασφαλώς, όπως κάθε στερεότυπο, έχει κι αυτό ένα σοβαρό έρεισμα: όντως υπάρχουν αξιόλογα (περισσότερα ή λιγότερα, αναλόγως) δείγματα σε κάθε είδος – τα οποία όμως χρησιμοποιούνται ως άλλοθι όλου του είδους. Κι αφού είναι έτσι (που έτσι είναι), αν δεν σου αρέσει ένα είδος, δεν μπορείς να ρίξεις το «φταίξιμο» στο γούστο σου («εμένα τα σκυλάδικα δεν μου πάνε») γιατί αμέσως θα κατηγορηθείς για ελιτισμό. Μόνο που δεν είναι θέμα-γούστου-και-ξεμπερδέψαμε. Δεν «φταις» εσύ, αν δεν σου αρέσει ο Τερλέγκας. Όπως, αντιστοίχως, δεν «φταίει» ο άλλος, αν δεν του αρέσει η Διαμάντω. Από διαφορετικές αφετηρίες ορμώμενοι, έφτασες εσύ εδώ και ο άλλος εκεί· εσύ είχες δικαίωμα στην επιλογή, ο άλλος όχι. Η διαμόρφωση του γούστου είναι ταξικής υφής ζήτημα.

Όχι, δεν θα αναπτύξω περαιτέρω αυτό το τελευταίο. Αλλά θα δεχτώ κάτι: σε ό,τι αφορά τη μουσική, υπάρχει ώρα (εννοώ, χρήση) για όλα τα είδη. Δεν πας σε σκυλάδικο της Εθνικής για να ακούσεις Ξενάκη, όπως δεν πας και σε τζαζ κλαμπ για να ακούσεις ποντιακά. Με αυτή την παραδοχή, βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμο τον Τερλέγκα. Υπάρχουν στιγμές που (υποθέτω ότι) λειτουργεί θεραπευτικά σε όσους τον ακούν. Αλλά θα το ξαναπώ (κι ας γίνω κουραστικός): είναι σε άλλη θέση αυτός που ακούει με ευχαρίστηση Τερλέγκα στο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν για το Μέγαρο, όπου έχει κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα ν’ ακούσει Διαμάντω, και σε τελείως διαφορετική εκείνος που ακούει Τερλέγκα, καθ’ οδόν για το τερλεγκάδικο.

Συνοψίζω: Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεται κανείς ενοχές για το γούστο του, είτε μπορεί να υποστηρίξει μετά λόγου γνώσεως τις επιλογές του είτε όχι. Ο καθένας θα παίξει με τα χαρτιά που του μοίρασαν. Από κει και πέρα, αυτός που μοιράζει τα χαρτιά (εν προκειμένω, όποιος δημοσιοποιεί τις απόψεις του και ο λόγος του έχει ένα κάποιο βάρος) οφείλει να κλέψει λιγάκι – προς όφελος του συνόλου. Με αυτό εννοώ το εξής: αν έχεις πρόσβαση στα Μέσα, οφείλεις να εξηγήσεις με κάποιον τρόπο στο λάθος κοινό ότι η Διαμάντω κάνει άλλη δουλειά από τον Τερλέγκα. Κι ο τρόπος αυτός δεν είναι η αφ’ υψηλού διδασκαλία, αλλά το ίδιο το έργο.

Επίσης, για να λέμε όλα, ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε ο δικός μου σε αυτό το σημείωμα. Εδώ θα με διαβάσουν (αν με διαβάσουν) μόνο όσοι αγνοούν τον Τερλέγκα όσο κι εγώ – συν μερικοί που αγνοούν και τη Διαμάντω. (Χώρια που υπέπεσα όχι σε ένα αλλά σε δύο αμαρτήματα: αφενός της γενίκευσης και αφετέρου της κατάχρησης των δύο αυτών ονομάτων, απλά και μόνο επειδή ασκούν πάνω μου μία γοητεία. Συμπαθάτε με!) Δηλαδή, παραβιάζω ανοικτές θύρες. Αλλά όφειλα να τα πω (τα έχω ξαναπεί και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα ξαναπώ) γιατί έχω βαρεθεί να ακούω τη μόνιμο επωδό σε τέτοιες συζητήσεις: «είναι ζήτημα παιδείας». Ήμουνα νιος και γέρασα! Ασφαλώς και είναι ζήτημα παιδείας! Από την άλλη, αντί να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες (που ενδέχεται και να μην ωριμάσουν ποτέ, αν είναι της ποικιλίας «από άγουρες κατευθείαν σάπιες»), πρέπει κάτι να κάνουμε στον περιορισμένο χρόνο που μας αναλογεί σε τούτη τη ζωή. Εδώ. Τώρα. Στο μέλλον άλλοι ας κάνουν άλλα.

Μετά από αυτό το «σεντόνι», θα περίμενε κανείς να παίξω απόψε Βασίλη Τερλέγκα ή/και Diamanda Galás. Αδυνατώ, όμως. Λύσσαξα μ’ αυτούς τους δύο τόση ώρα, ενώ η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν με αφορά κανείς τους. (Ξέρω ότι –και πώς– διαφέρουν, αλλά μου είναι εξίσου αδιάφοροι. Γούστο μου καπέλο μου!) Για να κλείσω όπως ξεκίνησα, επιστρέφω στις «guilty pleasures». Γιατί έχω ράμματα για τη γούνα μου. Εγώ ήμουν που κάποτε ντρεπόμουν να πω ότι μου άρεσαν, π.χ., οι Abba (αν είναι δυνατόν!) γιατί ήμουν (κι ακόμα χειρότερα: αισθανόμουν πως έπρεπε να είμαι) κάθετος. Εκ των υστέρων, δεν μετανιώνω. Είχαμε πόλεμο τότε! (Σημειωτέον ότι ο ίδιος πόλεμος μαίνεται ακόμα, αλλά πια σε άλλο επίπεδο: ψηφιακός ανταρτοπόλεμος.) Και ο βασικός εχθρός δεν ήταν η μάζα (που στο κάτω-κάτω άκουγε αυτά που την τάιζαν γιατί «αυτά θέλει ο κόσμος»), αλλά κάτι ανερμάτιστες σκουληκαντέρες που είχαν βαλθεί να μας ξεβλαχέψουν με το ζόρι, μιλώντας περισπούδαστα για πρόσωπα και πράγματα κατά τεκμήριο καταγέλαστα. (Ο τίτλος του επεισοδίου ήταν: «Η επιβολή του κακού από τους μέτριους». Τι ζήσαμε κι εμείς, η της μεταπολίτευσης καημένη γενιά…) Όσο κατακάθεται η σκόνη, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το «ξεβλάχεμα» ήταν η απόλυτη μάστιγα από το 1981 και δώθε.

Τέλος. Ας βάλω κάτι, γιατί αλλιώς θα γράφω μέχρι να με φασκελώσει το πληκτρολόγιο. Δεν θα βάλω Abba, όμως. Σιγά την υπέρβαση! Θα βάλω ένα χαζο-ποπ τραγούδι που (ω, ναι!) μου αρέσει, αν και το 1987 θα προτιμούσα να κάνω τα ρεπά του Προμηθέα παρά να το παραδεχτώ. Heaven is a place on Earth, ρε!

ΥΓ. Έδωσα μάχη μέσα μου μέχρι να πατήσω «δημοσίευση». Ακόμα και τώρα, 30+ χρόνια μετά. Ακόμα και μετά από τα όσα (πολλά!) έγραψα παραπάνω, για να δικαιολογήσω την επιλογή μου να παίξω ένα «τραγουδάκι». Τι το ψάχνω; Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Την επόμενη φορά –δεν το συζητώ–, θα βάλω Peter Hammill να έρθω στα ίσα μου.

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2018/05/10/heaven-is-a-place-on-earth/

Ο Αριστοτέλης και τα όρια του κωμικού…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τον Αριστοτέλη η έννοια του κωμικού είναι συνυφασμένη με την ανάγκη του ανθρώπου να χαλαρώνει ξεφεύγοντας από αυτά που τον απασχολούν καθημερινά. Το γέλιο, ως στιγμιαία εκδήλωση ευτυχίας, έχει την τάση να λειτουργεί αυτόνομα, σαν εκτόνωση της ψυχής, ακόμη και μέσα σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Κι αυτός είναι ο λόγος που συνδέεται με την ανάπαυση, σαν απόδραση που προσφέρει αναψυχή. Το γέλιο, όταν είναι αυθόρμητο, δίνει ποιότητα στη ζωή κι αποτελεί ένδειξη ευτυχίας καταδεικνύοντας την ισορροπία της ψυχής.

Όμως, η σημασία του γέλιου στην ανθρώπινη ζωή δε συνεπάγεται την αποδοχή οτιδήποτε μπορεί να το προκαλέσει. Δεν αναιρεί δηλαδή την ανάγκη της ποιότητας του αστείου. Ο ελεύθερος άνθρωπος οφείλει να διαχωρίζει το αληθινά κωμικό από την ανοησία ή την κακοήθεια. Η φτήνια που παρουσιάζεται σαν χιούμορ είναι κατακριτέα, ακόμη κι αν προκαλεί το γέλιο στους περισσότερους.

To Της κακομοίρας (γνωστή και ως Ο μπακαλόγατος) είναι ελληνική κωμική ταινία παραγωγής του 1963, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη.
To Της κακομοίρας (γνωστή και ως Ο μπακαλόγατος) είναι ελληνική κωμική ταινία παραγωγής του 1963, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη.

Θα έλεγε κανείς ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται κανείς το αστείο αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο της παιδείας του. Ο απαίδευτος άνθρωπος φαίνεται πρόθυμος να γελάσει ακόμη και με τη χυδαιότητα. Η ποιότητα σε συνδυασμό με την απήχηση που μπορεί να έχουν τα αστεία αποτελούν κριτήριο και της ποιότητας του λαού που τα υιοθετεί.

Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Δεδομένου ότι στη ζωή υπάρχει επίσης αναψυχή και ανάπαυση (στην οποία περιλαμβάνονται η σχόλη και η διασκέδαση), λέμε ότι και εδώ υπάρχουν κάποιοι κομψοί και καλαίσθητοι τρόποι επικοινωνίας με τους άλλους: να λέμε – αλλά και να ακούμε – αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το είδος των ανθρώπων στους οποίους λέμε αυτά που λέμε ή των ανθρώπων από τους οποίους ακούμε αυτά που ακούμε». (1127b 8, 39-40 και 1128a 8, 1-2).

Με αλλά λόγια, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, καθώς τα αστεία υπόκεινται στη δική τους δεοντολογία που έχει να κάνει με «αυτά που πρέπει» και «με τον τρόπο που πρέπει» προκειμένου να αποτελούν «κομψούς και καλαίσθητους τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους». Ο Αριστοτέλης παραμένει συνεπής στον τρόπο που είχε ορίσει τη μεσότητα στα συναισθήματα και τις πράξεις από το δεύτερο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων («τη στιγμή που πρέπει, σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει, σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει» 1106b 6, 23-24), καθώς η αναφορά σε «αυτά που πρέπει» δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το χρόνο, τους ανθρώπους και τους λόγους, που οφείλει να λαμβάνει υπόψη του το ποιοτικό αστείο.

Κι εδώ βρίσκονται τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο που αστειεύεται, ο οποίος εκπληρώνοντας όλα τα δεοντολογικά δεδομένα οφείλει να ακολουθήσει το δρόμο της μεσότητας, αποφεύγοντας (όπως σε όλες τις περιπτώσεις) την υπερβολή και την έλλειψη: «Αυτούς λοιπόν που ξεπερνούν το μέτρο στην προσπάθειά τους να κάνουν τους άλλους να γελάσουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί “καραγκιόζηδες” («βωμολόχοι» στο πρωτότυπο): ανθρώπους απαίδευτους και κακόγουστους, ανθρώπους που θέλουν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν το γέλιο, ανθρώπους, τέλος, που έχουν πιο πολύ για στόχο τους να προκαλέσουν το γέλιο παρά να πουν αυτά που θέλουν να πουν με τρόπο αρμόζοντα και ευπρεπή, χωρίς να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο του σκώμματός τους». (1128a 8, 5-9).

Κι αν οι «καραγκιόζηδες» (βωμολόχοι) κινούνται προς την πλευρά της υπερβολής, οι «χωριάτες» στρέφονται κατάφωρα προς την έλλειψη: «Αντίθετα, αυτούς που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να πουν κάτι το αστείο ούτε ανέχονται αυτούς που το κάνουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί “χωριάτες” («αγροίκοι» στο πρωτότυπο) και τραχείς ανθρώπους». (1128a 8, 9-11).

Τη μεσότητα εκπροσωπούν οι ευτράπελοι, δηλαδή οι άνθρωποι που ξέρουν να συνδυάζουν το χιούμορ με τη λεπτότητα αποφεύγοντας οτιδήποτε άκομψο παραπέμπει στη χοντροκομμένη προσβολή: «Αυτούς, τέλος, που αστειεύονται με τρόπο κομψό και καλαίσθητο η γλώσσα μας τους λέει με τη λέξη ευτράπελοι, κάτι σαν “άνθρωποι που ‘τρέπονται’ εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί”· γιατί αυτού του είδους τα πράγματα λογαριάζονται κινήσεις του χαρακτήρα, και όπως κρίνουμε τα σώματα με βάση τις κινήσεις τους, έτσι και τους χαρακτήρες». (1128a 8, 11-17).

Η ταύτιση της αντίληψης του χιούμορ με το χαρακτήρα του ανθρώπου αποτελεί το αλληλένδετο της παιδείας σε όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφού η παιδεία δεν περιορίζεται μόνο στην απόκτηση της γνώσης, αλλά ενδιαφέρεται (θα λέγαμε πρωτίστως) και για τη διάπλαση του ηθικού χαρακτήρα μέσω των έξεων που θα καθορίσουν τα μόνιμα στοιχεία της προσωπικότητας. Και οι έξεις, για να είναι ορθές, δεν μπορούν παρά να διέπονται από την αρχή της μεσότητας. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ο κάτοχος της ηθικής αρετής, δηλαδή εκείνος που γνωρίζει τα όρια της έλλειψης και της υπερβολής που πρέπει να αποφύγει.

Κι ακριβώς αυτά τα όρια πρέπει να υπηρετηθούν και στην περίπτωση του αστείου: «Στη μεσότητα προσιδιάζει και η λεπτότητα και η διακριτικότητα. Του λεπτού και του διακριτικού ανθρώπου γνώρισμα είναι να λέει και να ακούει πράγματα που ταιριάζουν στον καλό άνθρωπο και σ’ αυτόν που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου· γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που ταιριάζει να τα λέει και να τα ακούει ένας τέτοιος άνθρωπος για διασκέδαση, και φυσικά η διασκέδαση ενός ελεύθερου ανθρώπου διαφέρει από τη διασκέδαση του κοινού και τυχαίου ανθρώπου, όπως διαφέρει και η διασκέδαση του καλλιεργημένου από τη διασκέδαση του ακαλλιέργητου ανθρώπου». (1128a 8, 19-25).

Της κακομοίρας
Της κακομοίρας

Ο Αριστοτέλης δεν εξηγεί τα επιμέρους χαρακτηριστικά της διασκέδασης και των αστείων που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους. Το βέβαιο είναι ότι απορρίπτει την αισχρολογία κι αυτός είναι και ο λόγος που δεν του αρέσουν οι παλιές κωμωδίες: «Μπορεί κανείς να το προσέξει αυτό συγκρίνοντας τις παλαιές κωμωδίες με τις καινούργιες: στους παλαιούς ποιητές το αστείο βασιζόταν στην αισχρολογία, ενώ στους καινούργιους στον υπαινιγμό και στο υπονοούμενο· αυτά όμως τα δύο παρουσιάζουν όχι μικρή μεταξύ τους διαφορά από την άποψη της ευπρέπειας». (1128a 8, 25-29).

Από την άλλη, για τον Αριστοτέλη αυτός που αστειεύεται με σωστό τρόπο δεν αποσκοπεί απλώς στο να ευχαριστήσει ή, έστω, να μη δυσαρεστήσει την ομήγυρη. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ήταν σχεδόν αδύνατο «αφού άλλα είναι τα πράγματα που δυσαρεστούν ή ευχαριστούν τον έναν και άλλα τον άλλον». (1128a 8, 32-33).

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το κομμάτι της δεοντολογίας που αφορά τους ανθρώπους που απευθύνεται ένα αστείο, καθώς, η προσαρμογή της συμπεριφοράς σε σχέση με τα άτομα που συναναστρέφεται κανείς δε σημαίνει μετάλλαξη. Εκείνος που διασκεδάζει με χυδαιότητες είναι δύσκολο να παραστήσει τον εκλεπτυσμένο, αλλά, ακόμη κι αν το καταφέρει, δεν έχει καμία σχέση με την αριστοτελική οπτική, καθώς δεν προβάλλει τη λεπτότητα του χαρακτήρα, αλλά το χαμαιλεοντισμό μετατρέποντας τις ανθρώπινες σχέσεις σε πεδίο υποκρισίας.

Το ξεκαθάρισμα του Αριστοτέλη ότι το αστείο δε γίνεται απλώς για να γελάσει κάποιος έχει να κάνει με την οπτική της ποιότητας, που όχι μόνο θα προκαλέσει την ευθυμία, αλλά ταυτόχρονα, χωρίς να προσβάλλει, θα αποδώσει με ρεαλισμό την προβληματική μιας συμπεριφοράς ή μιας τρέχουσας κοινωνικής αντίληψης. Κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί τέχνη και ιδιαίτερα λεπτούς χειρισμούς, ώστε να μη γίνει χοντράδα ή κακοήθεια προκαλώντας αντιδράσεις. Ο ελεύθερος άνθρωπος γνωρίζει τις λεπτές ισορροπίες. Τα αστεία του, όσο αιχμηρά ή καυστικά κι αν είναι δε θα μπορέσουν ποτέ να χαρακτηριστούν κακόβουλα.

Απαλλαγμένος από κάθε μοχθηρότητα μπορεί να αποδώσει ακριβώς αυτό που πρέπει. Ούτε θα αρκεστεί στην ανώδυνη ρηχότητα της επιδερμικής σάχλας, ούτε θα υποπέσει στο ατόπημα του άκομψου – προσβλητικού χαρακτηρισμού. Θα επισημάνει αυτό που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει, στον άνθρωπο που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει και για το λόγο που πρέπει. Κι αυτό δε σημαίνει ότι θα στερείται αιχμηρότητας, αφού, όταν κάτι δεν είναι αιχμηρό, είναι άνοστο, αλλά ότι η αιχμηρότητά του είναι τόσο καλά τροχισμένη, που θα χτυπήσει κατευθείαν στο ψαχνό, χωρίς όμως να γίνεται κακόβουλη.

Από κει και πέρα, τα αστεία που στερούνται προβληματισμού (όπως π.χ. κάποιος που σκοντάφτει και πέφτει) αρμόζουν περισσότερο στον «καραγκιόζη», αφού, όσο κι αν προσφέρουν ελαφρότητα ή ευθυμία, είναι αδύνατο να συγκριθούν με την ποιότητα της ακαριαίας ευστοχίας του «ευτράπελου» που διαβλέπει τα τρωτά κάποιου χαρακτήρα ή της κοινωνίας στο σύνολό της. Ο «ευτράπελος» είναι ο εκφραστής των αστείων που απευθύνονται στους ελεύθερους ανθρώπους. Κατά βάση το δυνατό χιούμορ αφορά τους σοβαρούς ανθρώπους.

Οι τυχαίοι θα προτιμήσουν κάτι πιο χοντροκομμένο, κάτι που τείνει περισσότερο στη σφαίρα του «καραγκιόζη». Γι’ αυτό και πολλοί συγχέουν τον καραγκιόζη με τον ευτράπελο: «… επειδή το αστείο και το κωμικό έχει πολύ μεγάλη πέραση και οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν στις διασκεδάσεις και στα σκώμματα περισσότερη απ’ ό,τι πρέπει ευχαρίστηση, ονομάζουν ευτράπελους και τους καραγκιόζηδες, θεωρώντας τους ευχάριστους και χαριτωμένους ανθρώπους· ότι όμως διαφέρουν οι μεν από τους δε, και μάλιστα όχι λίγο, έχει γίνει φανερό από αυτά που είπαμε». (1128a 8, 15-19).

Για τον Αριστοτέλη το μέτρο που θα μπορούσε να αποδώσει τα όρια του αστείου σε βάρος του άλλου είναι ο ίδιος ο εαυτός, καθώς αυτό που κάποιος δε θα ανεχόταν για τον εαυτό του δεν πρέπει να το απευθύνει σε άλλους: «… το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων ανέχεται να είναι αυτός το αντικείμενο είναι μάλλον το είδος των αστείων και των σκωμμάτων που ο ίδιος κάνει. Αυτό θα πει ότι υπάρχουν αστεία και σκώμματα που δε θα τα κάνει». (1128a 8, 33-34).

Το ότι ο καθένας προβαίνει μόνο στο είδος των αστείων που μπορεί να ανεχτεί κρίνεται μάλλον επισφαλές. Ο κακοήθης είναι πάντα πρόθυμος να πει για τους άλλους κακίες (δήθεν αστεία), χωρίς όμως να ανέχεται ποτέ τίποτα. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί περισσότερο ως κανόνας χιουμοριστικής εντιμότητας. Δικαιούται κανείς να αστειεύεται μέχρι εκεί που επιτρέπει και τους άλλους να αστειεύονται μαζί του.

Της κακομοίρας
Της κακομοίρας

Όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί κριτήριο διαχωρισμού του «ευτράπελου» από τον «καραγκιόζη», καθώς ο «καραγκιόζης», που ξεπερνά τα όρια ακυρώνοντας κάθε έννοια ποιότητας, μπορεί να επιτρέπει και στους άλλους να ξεπερνούν τα όρια σε βάρος του.

Το βέβαιο είναι ότι τα όρια πρέπει να υπάρχουν «… γιατί το σκώμμα είναι ένα είδος κακολογίας, και το να κακολογούμε κάποια πράγματα οι νομοθέτες μάς το απαγορεύουν – ίσως θα έπρεπε να μας απαγορεύουν και το να κάνουμε ορισμένου είδους σκώμματα». (1128a 8, 35-37).

Η νομοθετική λογοκρισία των αστείων αποτελεί περισσότερο προβληματισμό παρά πρόταση. Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει αμέσως: «Ο κομψός λοιπόν και εκλεπτυσμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που πήρε την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, θα συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, ωσάν ο ίδιος να είναι νόμος για τον εαυτό του. Τέτοιος είναι λοιπόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στο μέσον, είτε τον λέμε ευτράπελο είτε τον λέμε λεπτό και διακριτικό άνθρωπο». (1128a 8, 37-40).

Το αστείο δεν είναι ζήτημα νομοθεσίας, αλλά παιδείας. Η παρέμβαση του νομοθέτη για τον καθορισμό της θεματολογίας και του τρόπου του χιούμορ κρίνεται προφανώς προβληματική σε σχέση με την ποιότητα της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου. Τα όρια του χιούμορ και την ποιότητά του τα θέτει ο κόσμος. Κι αυτό έχει άμεση σχέση με την παιδεία του.

Το μόνο που μένει είναι το σχόλιο του Αριστοτέλη για τον «χωριάτη»: «Όσο για τον “χωριάτη”, αυτός είναι άχρηστος κι ακατάλληλος γι’ αυτού του είδους τις κοινωνικές διασκεδάσεις: μη μπορώντας να συνεισφέρει τίποτε αγανακτεί και γκρινιάζει για όλα». (1128b 8, 1-2).

Ο «χωριάτης» είναι μια ακόμη εκδοχή της ανοησίας. Αδυνατώντας να ανταποκριθεί στην εγρήγορση της χιουμοριστικής οξύτητας προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την ακαμψία της δήθεν σοβαρότητας. Στην ουσία είναι άνθρωποι που δεν ανέχονται κανενός είδους κριτική. Αρέσκονται να κάνουν λόγο για θρασύτητα και για έλλειψη σεβασμού. Εκφράζουν την κακώς εννοούμενη ευπρέπεια που ταυτίζεται με την αποστείρωση. Η ευθιξία και η οργή που δείχνουν αποκαλύπτουν την αδυναμία να ανταποκριθούν στα πειράγματα. Γι’ αυτό «αγανακτούν και γκρινιάζουν για όλα». Κι αν επιχειρήσουν να αστειευθούν, αλίμονο στην ομήγυρη που θα τους ακούσει.

Το γέλιο, δηλαδή η έμπρακτη αποκρυστάλλωση της αίσθησης του χιούμορ, αφορά μόνο τους ανθρώπους. Τα ζώα μπορεί να χαίρονται, μπορεί να έχουν διάφορους τρόπους για να εκδηλώσουν τη χαρά τους, όμως δε γελούν. Η αίσθηση του κωμικού νοείται μόνο μέσα από την οπτική της λογικής, η οποία ανατρέπεται. Γι’ ο Αριστοτέλης ορίζει τους «ευτράπελους» ως ανθρώπους που « “τρέπονται” εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί». Από τη μια τρέπονται προς τη σοβαρότητα της λογικής κι από την άλλη προς την ελαφρότητα της ανατροπής της. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, πράγμα που οι πραγματικά σοβαροί άνθρωποι γνωρίζουν καλά και οι «χωριάτες» δε θα μάθουν ποτέ.

Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια», βιβλίο τέταρτο, μετάφραση Δημήτριος Λυπουρλής, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, τόμος πρώτος, Θεσσαλονίκη 2006.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2018/05/10/%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D/

 

 

Πως τα ιταλικά μέσα βοήθησαν τη CasaPound να κάνει το φασισμό μόδα…


Claudia Torrisi

 

Πως τα ιταλικά μέσα βοήθησαν τη CasaPound να κάνει το φασισμό μόδα

Το Νοέμβριο του 2017, η ιταλική έκδοση του περιοδικού Marie Claire δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Ξέρεις ποιες είναι οι γυναίκες της CasaPound;». Σκιαγράφησε γυναίκες μέλη της ιταλικής ακροδεξιάς ομάδας, που γεννήθηκε το 2003 στη Ρώμη, δίνοντας στους αναγνώστες μια κλεφτή ματιά στις ιδιωτικές ζωές τους, μοιράζεται μαζί τους συμβουλές μόδας, τι τους αρέσει να φοράνε, και πώς ισορροπούν την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους με τις απαιτήσεις του να είναι μέλη ενός βίαιου φασιστικού κινήματος.

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών, η CasaPound Italia (CPI) προσπαθήσει να χτίσει πολιτική αξιοπιστία και να καθαρίσει την εικόνα του προκειμένου διεισδύσει στη κεντρική πολιτική σκηνή της Ιταλίας. Και τα μέσα έχουν παίξει το δικό τους, με πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το σχέδιο, βοηθώντας στο να κανονικοποιηθεί και ακόμη και «ωραιοποιήσουν» το ακροδεξιό κίνημα.

Ο Νοέμβριος ήταν σημαντικός μήνας για τους «φασίστες της τρίτης χιλιετίας» – όπως αυτοπροσδιορίζονται οι φασίστες του CPI. Μερικές ημέρες μετά τη δημοσίευση του άρθρου στο Marie Claire, οι πολίτες του ρωμαϊκού προαστίου της Όστια κλήθηκαν να ψηφίσουν για το αν θα ανανεώσουν την τοπική διοίκησή τους (που διαλύθηκε το 2015 λόγω της διείσδυσης της μαφίας).

Η εκλογή αντιμετωπίστηκε από τα ιταλικά μέσα ως «δοκιμή» για την αποδοχή του CPI στην ιταλική πολιτική ζωή. Το κίνημα κατέβασε υποψηφίους στην ψηφοφορία στην Όστια, και τώρα στοχεύει σε θέσεις στο Εθνικό Κοινοβούλιο – με τις εκλογές που προγραμματίζονται για το Μάρτιο του 2018 – βέβαιο αυτό έχει μια πιθανότητα να πετύχει.

Στις εκλογές στην Όστια, το CPI πήρε το 9% των ψήφων και κατέλαβε μια έδρα στο τοπικό δημοτικό συμβούλιο. Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι μεγάλοι, και μόνο το 36% των πολιτών ψήφισαν – αλλά έλαβαν τεράστια κάλυψη από τα μέσα (επίσης επειδή ένα μέλος μιας από τις εγκληματικές οικογένειες της Όστια, που έτυχε να στηρίζει το CPI, έσπασε τη μύτη ενός δημοσιογράφου με ένα βίαιο χτύπημα).

Αυτό που έκανε εντύπωση επίσης στις εκλογές του προαστίου ήταν ο ρόλος της τοπικής εκπροσώπου Carlotta Chiaraluce, συντρόφου του τοπικού δημοτικού υποψηφίου και τώρα μέλους του συμβουλίου της Όστια, Luca Marsella.

Οι εφημερίδες (ιδιαίτερα τα δεξιά έντυπα) αποκάλεσαν τη Chiaraluce «Κυρία CasaPound», και την αποκάλεσαν μια «όμορφη, φασίστρια… κυνηγό ψήφων», ή ακόμα και «βασίλισσα του ακροδεξιού κινήματος».

Υπήρξαν δουλοπρεπή άρθρα για το πόσο αφιερωμένη μητέρα ήταν, πώς ήταν πιστή σύντροφος, αθλήτρια και μαχήτρια. Ένα άρθρο περιέγραψε πως έχει «Καθαρό πρόσωπο, ειλικρινές χαμόγελο και ισχυρή θέληση».

Σε μια συνέντευξη σε μια δεξιά εφημερίδα, η Chiaraluce είπε ότι υπάρχουν πολλές γυναίκες στο κίνημα, και είναι όλες ευχαριστημένες με αυτό που κάνουν. Είπε: «Ακόμα κι αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή των μέσων σε αυτή τη πτυχή, αποδομούμε τη θεωρία του μισογυνισμού των φασιστών».

Σύμφωνα με την ανθρωπολόγο και ερευνήτρια Maddalena Gretel Cammelli, «από την ίδρυση της CasaPound, η παρουσία των γυναικών υπερπροβλήθηκε, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει ένας μικρός αριθμός γυναικών».

Η Cammelli παρατήρησε ότι πίσω στο 2010, ρόλοι των γυναικών του CPI οι «ήταν εξαιρετικά περιθωριακοί, ήταν ουσιαστικά απούσες από όλα τις υψηλές βαθμίδες της ιεραρχία», και πως το κίνημα, και ο φασισμός ως πολιτική φιλοσοφία, είναι πολύ «φαλλοκρατική».

Η ερευνήτρια θυμάται πως πήγε σε μια εκδήλωση της CPI το 2010 και «ο αριθμός γυναικών ήταν ντροπιαστικός: περίπου 20 από 500 ανθρώπους. Σχεδόν όλες τους ήταν στην κουζίνα, προετοιμάζοντας σάντουιτς για τους άνδρες».

Η κοινωνική εικόνα της Chiaraluce μεγαλώνει εν τω μεταξύ σταθερά: στις αρχές Ιανουαρίου, της έγινε πρόσκληση να είναι τακτική πολιτική αναλύτρια σε μια πολιτική εκπομπή του Rai3, ένα εθνικό ιταλικό τηλεοπτικό κανάλι (αν και κράτησε μόνο για μια εβδομάδα). Ο παρουσιαστής της εκπομπής, γνωστός για την αριστερή του πολιτική θέση, «κατάλαβε πως δεν μπορούσε να μας αγνοεί», είπε.

Η Chiaraluce ήταν επίσης μεταξύ των γυναικών CPI που προβλήθηκαν στο αφιέρωμα του Marie Claire Νοεμβρίου. Η ζωή της «αποτελείται από τη δουλειά της, το γιο της, τη σκηνή (είναι τραγουδίστρια) και τη πολιτική», έγραφε με ενθουσιασμό.

Μια άλλη γυναίκα του CPI περιεγράφηκε στο περιοδικό για «τα εμπενευσμένα από τη δεκαετία του ’50 σύνολά της», επειδή «η μόδα είναι ανατρεπτική, μπορεί να είναι μια αυθεντική επαναστατική έκφραση, ένα πολιτικό μήνυμα, μια έκφραση δημιουργικής ελευθερίας». Η σχέση της με τις αριστερές ομάδες όταν ήταν νεότερη «ενοχλούσε την αισθητική της», έγραφε.

Μια Τρίτη γυναίκα του CPI, από το Μιλάνο, περιγράφεται ως μια «τριάντα και κάτι γυναίκα, με τατουάζ, δίχως στολίδια, δίχως φτιασιδώματα, ενάντια στο δίκαιο του εδάφους» (αναφερόμενο στην αντίθεση του CPI σε ένα νόμο που θα δημιουργούσε μια ευκολότερη πορεία για την απόκτηση υπηκοότητας για τα παιδιά ξένων γονέων γεννημένων και που πάνε σχολείο στην Ιταλία).

Το άρθρο περιέγραψε επίσης την αντίδραση γονέων αυτής της γυναίκας στην επιλογή της να ενταχθεί στο CPI, και ενώ ο πατέρας της την κατέκρινε τις πολλές φορές – λέγοντας ότι ο παππούς της δολοφονήθηκε από τους φασίστες, και ότι θα πρέπει να ντρέπεται – η μητέρα της ήταν πιο δεκτική.

«Καθώς δεν είμαστε παράνομοι, δεν είμαστε αντισυνταγματικοί, δεν δέρνουμε κανένα, όταν έχω συνελεύσεις, η μητέρα μου προσέχει με προθυμία τα παιδιά μου», είπε.

Μια άλλη γυναίκα που περιγράφεται στο άρθρο της Marie Claire είναι η Emmanuela Florino. Περιγράφεται ως «μια ακόμη τριαντάχρονη μητέρα. Από τη Νάπολη. Διαφορετική από τις άλλες. Μια γυναίκα με cazzimma» – μια τοπική έκφραση για τη πονηριά και την ικανότητα να επιβιώνει σε οποιαδήποτε κατάσταση.

Αυτοό που αγνόησε το άρθρο ήταν η εμπλοκή της Florino σε μια έρευνα του 2013 που οδήγησε στη σύλληψη ακροδεξιών εξτρεμιστών (οι περισσότεροι τους από το CPI) που κατηγορήθηκαν για την συνωμοσία, βίαιες επιθέσεις σε αριστερούς ακτιβιστές, και την κατοχή παράνομων όπλων.

«Το άρθρο αυτό είναι καθαρή προπαγάνδα», είπε η Cammelli. Σημείωσε, για παράδειγμα, πως οι φωτογραφίες των γυναικών τραβήχτηκαν από το μέλος του CPI – Alberto Palladino (γνωστό ως «Zippo»), ο οποίος καταδικάστηκε σε περισσότερο από δύο χρόνια στη φυλακή μετά από μια επίθεση το 2011 που έστειλε πέντε στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος στο νοσοκομείο.

«Δεύτερον, αυτές οι πέντε γυναικείες μορφές τοποθετήθηκαν εκεί ακριβώς για να πουν ότι μπορείτε να είσαι γυναίκα και να είσαι ταυτόχρονα μέλος της CasaPound», ανέφερε.

Αλλά γιατί το CPI έχει εμμονή με την επίδειξη της αφοσίωσης και την άνεση των γυναικών του;

Σύμφωνα με τη Caterina Froio, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Ευρωπαϊκή Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών στη Λιλ της Γαλλίας, αυτό που κάνει το CPI πρέπει να ειδωθεί μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. «Από αυτή την άποψη, ο CPI δεν είναι αποκομμένο», μου είπε.

Η «υπάρχουσα έρευνα δείχνει πως, ιστορικά, η ακροδεξιά έχει παλέψει με το λεγόμενο «έμφυλο χάσμα», για παράδειγμα την υπεραντιπροσώπευση των ανδρών, και των πολιτικών προτιμήσεων των ανδρών, μεταξύ των μελών, των ψηφοφόρων και του πολιτικού προσωπικού της. Όμως, αυτό φαίνεται πως αλλάζει στη σύγχρονη Ευρώπη, με διάφορους τρόπους. Εκλογικά, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη πιθανή δεξαμενή υποστήριξης για την ακροδεξιά.»

Αυτό το φαινόμενο εξηγείται από το γαλλικό κόμμα του Εθνικού Μετώπου (FN). «Το 2002, όταν το FN καθοδηγούνταν από τον Jean-Marie Le Pen, το κόμμα κέρδισε πολύ μεγαλύτερο μερίδιο ψήφων των ανδρών από ότι των γυναικών. Το 2012, που η Marine Le Pen έγινε ο πρόεδρος του κόμματος, το έμφυλο χάσμα είχε πρακτικά εξαφανιστεί», εξήγησε η Froio.

«Όλο και πιο πολλά ακροδεξιά κόμματα προβάλλουν τις θηλυκές προσωπικότητες», των οποίων η εικόνα «θα ήταν ‘απαλότερη’ αντίθετα με τη ’τραχύτητα’ και τη βία που συνδέεται με τους άνδρες όμοιους τους», συνέχισε. «Σε αυτό το πλαίσιο, το CPI δεν αποτελεί καμία εξαίρεση».

Ο ολλανδικός ερευνητής Cas Mudde ανέφερε ομοίως πως, «για έναν ακραία δεξιό πολιτικό μπορεί στη πράξη να είναι πολύ καλό» να έχει έναν θηλυκό ηγέτη.

Το Μάρτιο του 2017, η Nina Moric, μια πρώην Κροάτισσα μοντέλο που έχει δουλέψει στην ιταλική σόου μπίζνες, εξέφρασε την υποστήριξή της για το CPI. Σύντομα, άρχισε να εμφανίζεται σε πολλές δημόσιες πρωτοβουλίες του CPI (προσελκύοντας έτσι πολλούς δημοσιογράφους) και συνέβαλε επίσης στην εκστρατεία για τις εκλογές στην Όστια.

Τους τελευταίους μήνες στην Ιταλία υπάρχει έντονος διάλογος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα πρέπει να καλύπτουν τα φασιστικά και ακροδεξιά κινήματα. Είναι μια επαναλαμβανόμενη ερώτηση στη χώρα, από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τουλάχιστον.

Το ζήτημα είναι ξανά στη μόδα από το Σεπτέμβριο, όταν το CPI οργάνωσε μια σειρά συζητήσεων με τον αντιπρόεδρο της μετακίνησης Simone Di Stefano, και γνωστούς τηλεοπτικούς δημοσιογράφους, στην έδρα του CPI στη Ρώμη – ένα κατειλημμένο κτήριο που η ομάδα ονομάζει «πρεσβεία της Ιταλίας».

Το σύνθημα που χρησιμοποιήθηκε για να προωθηθεί το γεγονός – «CasaPound, εκεί που η συζήτηση είναι ελεύθερη» – δείχνει το στόχο πίσω από τη πρωτοβουλία: να παρουσιάσει το κίνημα ως ανοικτό σε όλες τις απόψεις, σεβόμενο τη δημοκρατίας και των κανόνων της – αντίθετα από τους αντιφασίστες που μάχονται ενάντια στην παρουσία του CPI και την ρητορική μίσους που καλύπτουν κάτω από το μανδύα του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης.

Αυτή η νέα απόπειρα να μπει στο παρασκήνιο την ιστορία βίας και ξενοφοβίας του κινήματος που το έχουν χαρακτηρίσει από την ίδρυσή του – στοιχεία που το CPI έχει συχνά χρησιμοποιήσει για να κερδίσει χώρο στα μέσα και στα κοινωνικά δίκτυα.

Και η στρατηγική προφανώς δούλεψε. Δύο σημαντικοί δημοσιογράφοι δέχτηκαν τις προσκλήσεις στις συζητήσεις (μια των οποίων συντονίστηκε από τη Chiaraluce), υποστηρίζοντας ότι αφού το CPI συμμετέχει στις εκλογές «νομιμοποιούνται από τη δημοκρατία» – ενώ οι ηγέτες, τα μέλη και οι υποστηρικτές του κινήματος άρχισαν να έχουν όλο και περισσότερες εμφανίσεις στην εθνική TV.

Αν και τα μέσα δίνουν σημαντικό χώρο στο κίνημα, οι δημοσιογράφοι φαίνονται απρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν την «λέξη από Φ», ειδικά όταν παρουσιάζουν επεισόδια βίας ή επιθέσεων, ακόμα και όταν αφορούν πολιτικές ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ως φασιστικές – όπως το CPI.

«Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο φασισμός προσπαθεί να δώσει μια θετική εικόνα του εαυτού του: να είσαι φασίστας σήμερα είναι μόδα», υποστηρίζει η Cammelli, ανθρωπολόγος. «Υπάρχει βεβαίως μια [φασιστική] επικοινωνιακή στρατηγική, αλλά τα τελευταία 10 χρόνια τα μέσα έχουν παίξει το ρόλο τους σε αυτήν την διαδικασία της κανονικοποίησης. Και σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα».

 

 

 

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα openDemocracy 50.50. Η Claudia Torrisi είναι ανεξάρτητη δημοσιογράφος με ειδίκευση σε θέματα μετανάστευσης και κοινωνικών δικαιωμάτων. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

https://geniusloci2017.wordpress.com/2018/05/10/media_casapound/


Από:https://praxisreview.gr/%CF%80%CF%89%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CE%B2%CE%BF%CE%AE%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%B7-casapound-%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%AC/

23 φωτογραφίες παιδικής εργασίας που άλλαξαν την Αμερικανική βιομηχανία…


Απόδοση στα ελληνικά: V for Vallia, για το #IforInterview

Αγγλικό άρθρο: http://allthatsinteresting.com

Το 1908, ο Lewis Hine έγινε ο επίσημος φωτογράφος της Εθνικής Επιτροπής Παιδικής Εργασίας. Για τα επόμενα δέκα χρόνια ο Hine φωτογράφιζε παιδιά εργάτες σε όλη τη χώρα, από τη Νέα Υόρκη έως την Καρολίνα του Πίτσμπεργκ, καταγράφοντας τις άθλιες συνθήκες στις οποίες εργάζονταν τα παιδιά. Σε αντίθεση με τους φωτογράφους των ντοκιμαντέρ που επιδιώκουν απλώς να αναδείξουν γεγονότα και συνθήκες, ο Hine είχε έναν πολιτικό στόχο: να τερματίσει την πρακτική της παιδικής εργασίας.

Τότε, οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων σε ολόκληρη τη χώρα αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη από την παιδική εργασία και αγωνίστηκαν ενάντια σε οποιεσδήποτε προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις που θα αύξαναν την προστασία των εργαζομένων και κατ’ επέκταση και το μισθό τους. Στην πραγματικότητα, συχνά απειλούσαν και δεν συμμορφώνονταν με τους ήδη υφιστάμενους εργατικούς νόμους, πράγμα που σημαίνει ότι τα στελέχη δεν χαιρετούσαν ακριβώς την παρουσία φωτογράφων όπως ο Hine.

Κατά συνέπεια, ο Hine  αντιμετώπισε αντίσταση τόσο από τους αστυνομικούς όσο και τους εργοδότες που τον εμπόδιζαν να εισέλθει στα εργοστάσιά τους, φοβούμενοι πως οι φωτογραφίες θα απειλούσαν ολόκληρη τη βιομηχανία τους, είτε ήταν κονσέρβες είτε βαμβάκι.

Για να μπορέσει να εισέλθει σε αυτές τις εγκαταστάσεις, ο Hine συχνά μεταμφιεζόταν – και αντιμετώπιζε απειλές, ακόμα και απειλές για τη ζωή του, αν τύχαινε να τον ανακαλύψουν.

Αναμφισβήτητα, ο Hine συνέχισε να γυρίζει και να διαδίδει τις φωτογραφίες του παντού: φυλλάδια, περιοδικά, εκθέσεις φωτογραφίας και διαλέξεις. Τελικά, οι εικόνες που παρουσίαζαν κουρασμένα, τραυματισμένα, φτωχά παιδιά βοήθησαν να πείσουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να θεσπίσει και να επιβάλλει αυστηρότερους νόμους που σκοπό είχαν να προστατεύουν τα παιδιά στους χώρους εργασίας αντί να τα εκμεταλλεύονται.

Την εποχή της απογραφής των Ηνωμένων Πολιτειών του 1900, ένα στα έξι παιδιά ηλικίας μεταξύ πέντε και δέκα συμμετείχε στο εργατικό δυναμικό. Στην πραγματικότητα, την εποχή εκείνη η παιδική εργασία αποτελούσε το 20% του συνόλου του εργατικού δυναμικού. Τα περισσότερα εκτός σχολείου και αναλφάβητα, επειδή οι γονείς τους δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τα στείλουν για εργασία, ώστε να βοηθήσουν και να στηρίξουν την οικογένειά τους.

 

Η Βιομηχανική Επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι στις πόλεις, όπου υπήρχε ανταγωνισμός σε εργασία χαμηλού μισθού, σκληρή εργασία.

Πολλές οικογένειες εξαρτώνται από τα παιδιά τους για εισόδημα και χωρίς να υπάρχουν εργατικά συνδικάτα ή κανονισμοί ασφαλείας για την προστασία των παιδιών ως εργατικό δυναμικό, οι εργοδότες ήταν ελεύθεροι να εκμεταλλευτούν αυτή την νέα μορφή εργασίας.

Το 1900, περίπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι τραυματίστηκαν δουλεύοντας σε εργοστάσια, πολλά από τα οποία ήταν παιδιά. Στην πραγματικότητα, το 50% των συνθηκών της παιδικής εργασίας περιελάμβανε επικίνδυνη εργασία. Στα μηχανήματα ταχείας κίνησης κατακρεουργούνταν χέρια και χάνονταν δάχτυλα∙ εξαντλημένα παιδιά έπεφταν στα μηχανήματα νυσταγμένα∙ κι εκείνοι που περιορίζονταν σε στενούς χώρους πέθαιναν σε εκρήξεις, σπηλιές και πυρκαγιές.

 

Στη Νέα Υόρκη, οι κρατικοί νόμοι εμπόδιζαν τα παιδιά κάτω των 14 ετών να δουλεύουν σε εργοστάσια. Όμως, σε εργαστήρια που δημιουργήθηκαν σε ιδιωτικές κατοικίες δεν υπήρχαν τέτοιοι κανονισμοί. Έτσι, με τη λήξη της «εργατικής ημέρας» τους, συχνά τα παιδιά έπαιρναν σπίτι μεγάλα πακέτα με ημιτελή ρούχα από τα εργοστάσια, ώστε να τα τελειώσουν στο σπίτι.

 

Αν τα παιδιά εργάτες της Νέας Υόρκης ήταν τυχερά εργάζονταν σε κτίρια «νέου νόμου», τα οποία λειτουργούσαν σε πλήρη συμμόρφωση με τους νόμους περί φωτισμού και αερισμού. Πιο συχνά όμως, αυτά τα παιδιά και οι οικογένειές τους – συνήθως μετανάστες – ζούσαν σε ερειπωμένες, υπερβολικά πυκνοκατοικημένες κατοικίες.

 

Σε μερικά από τα μικρά διαμερίσματα του Μανχάταν, τα παιδιά έφτιαχναν τεχνητά λουλούδια σε αυτοσχέδια εργοστάσια. Ορισμένες οικογένειες έφταναν τα 20 δολάρια την εβδομάδα, αλλά αυτό σήμαινε πως τα παιδιά εργάζονταν μέχρι τις 8μμ, φτιάχνοντας 1700 λουλούδια ημερησίως και την επόμενη ημέρα παρακολουθούσαν το σχολείο.

 

Εκτός από τα τεχνητά λουλούδια και τις εργασίες ένδυσης, οι γυναίκες και τα παιδιά ξεφλούδιζαν καρύδια στους χώρους εργασίας στο σπίτι.

 

Συχνά, οι γονείς κρατούσαν τα παιδιά στο σπίτι αναγκάζοντάς τα να κάνουν εργασίας ένδυσης, όπως να ράβουν κουμπιά σε παντελόνια (όπου πολλές φορές πληρώνονταν μόλις 6 σεντς το κομμάτι).

Ανάγκαζαν πολύ μικρά παιδιά να μένουν στο σπίτι και όχι να πηγαίνουν σχολείο, παραβιάζοντας το νόμο, αλλά μόλις το παιδί περνούσε την ηλικία των 14 ετών, οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να επιβάλλουν τους νόμους της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

 

Στα τέλη του 18ου αιώνα, έως και 10.000 αγόρια ζούσαν στους δρόμους της Νέας Υόρκης και κοιμόντουσαν στις σκάλες των γραφείων των εφημερίδων. Μόλις έπαιρναν στα χέρια τους τα φύλλα της ημέρας, παρενοχλούσαν τους πεζούς για χρήματα και συνήθως έβγαζαν 30 σεντς την ημέρα.

 

Το 1899, ωστόσο, τα αγόρια των εφημερίδων ξεκίνησαν απεργία. Αρνήθηκαν να κρατούν τις εφημερίδες των Joseph Pulitzer και William Randolph Hearst, μέχρι οι εταιρείες να παρείχαν καλύτερη αποζημίωση στο παιδικό εργατικό δυναμικό που ήταν υπεύθυνο για την ευρεία κυκλοφορία των δημοσιευμάτων τους.

 

Τα «αγόρια-θραύστες», εκείνα τα παιδιά που εργάζονταν στα ανθρακορυχεία της Πενσιλβανίας, χώριζαν τον άνθρακα από τον σχιστόλιθο με το χέρι. Συνήθως δούλευαν δέκα ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα.

Το άσθμα και τα μαύρα πνευμόνια ήταν σύνηθες μεταξύ των αγοριών και πολλά έχαναν τα άκρα τους όταν έπεφταν στις μηχανές ή τραυματίζονταν θανάσιμα από αναχώματα άνθρακα ή από τους μεταφορικούς ιμάντες.

 

Παιδιά παίζουν ένα παιχνίδι καρτών έξω από ένα εργοστάσιο.

 

Η δημόσια κατακραυγή εναντίων των συνθηκών που εργάζονταν τα παιδιά βοήθησε στη δημιουργία ενός νέου νόμου στην Πενσιλβανία που απαγόρευε σε οποιοδήποτε κάτω των 12 ετών να εργάζεται στην πολιτεία ως θραύστης άνθρακα. Ωστόσο, ο νόμος δεν επιβλήθηκε σωστά: οι οικογένειες μερικές φορές πλαστογραφούσαν τα πιστοποιητικά γέννησης έτσι ώστε τα παιδιά τους να μπορούν να συνεχίσουν να βοηθούν στην υποστήριξη της οικογένειας και επειδή η παιδική εργασία ήταν φθηνή και κερδοφόρα, οι εργοδότες συχνά πλαστογραφούσαν αυτά τα έγγραφα.

 

Τελικά, η νέα τεχνολογία όπως οι μηχανικοί διαχωριστές και οι διαχωριστές νερού, έκαναν τα αγόρια-θραύστες απαρχαιωμένα. Οι υποχρεωτικοί νόμοι για την εκπαίδευση και η αυστηρότερη εφαρμογή των νόμων για την παιδική εργασία, που προήλθαν σε μεγάλο βαθμό από τις φωτογραφίες του Lewis Hine, βοήθησαν να τερματιστεί η πρακτική μέχρι το 1920.

 

Αλλού, τα παιδιά που εργάζονταν σε εργοστάσια βαμβακιού, όπως αυτό στη Βόρεια Καρολίνα, ήταν συχνά ορφανά. Οι μύλοι απασχολούσαν αυτά τα παιδιά με αντάλλαγμα καταφύγιο, φαγητό και νερό.

 

Στους μύλους, παιδιά ηλικίας 5 και 6 ετών εργάζονταν δέκα ώρες την ημέρα και έξι ημέρες την εβδομάδα, χωρίς διακοπές. Επιπλέον, ο αέρας γέμιζε με υπολείμματα βαμβακιού προκαλώντας συχνά περιπτώσεις πνευμονικής νόσου.

 

Τα παιδιά στους μύλους εργάζονταν επίσης ως νάρθηκες, αντικαθιστώντας τα καρούλια στις μηχανές νηματοποίησης (και με κίνδυνο να πέσουν μέσα στο μηχάνημα) ή τύλιγαν τις κλωστές. Γι’ αυτό τον μπελά, τα παιδιά στους μύλους κέρδιζαν 40 σεντς την ημέρα.

 

Ένα μικρό κορίτσι ξεκουράζεται μετά από μια μεγάλη εργασιακή μέρα.

 

Εκείνη την περίοδο, τα εργοστάσια δεν ήταν θερμαινόμενα ή κλιματιζόμενα και δεν είχαν επαρκή αερισμό και φωτισμό. Και η πληρωμή δεν ήταν καλύτερη: τα κορίτσια που εργάζονταν στα εργοστάσια ενδυμάτων το 1850, για παράδειγμα, κέρδιζαν μόλις πάνω από 100 δολάρια το χρόνο.

 

Στις κονσέρβες σαρδέλας του Maine, τα μικρά παιδιά που ονομάζονταν «κόπτες», είχαν μαχαίρια για να κόβουν τα κεφάλια και τις ουρές των ψαριών. Επειδή οι εργοδότες ενθάρρυναν την επικίνδυνη γρήγορη δουλειά κι επειδή τα ψάρια μπορούσαν να είναι πολύ ολισθηρά, υπήρχαν άφθονοι τραυματισμοί.

 

Στο Νότο, τα παιδιά εργάζονταν ως καθαριστές στρειδιών σε κονσέρβες πριν και μετά το σχολείο. Οι εργαζόμενοι στα κονσερβοποιία συνήθως εργάζονταν 14 ώρες και ζούσαν σε ειδικά στρατόπεδα που είχαν φτιαχτεί για το εργατικό δυναμικό του εργοστασίου.

 

Οι μητέρες συχνά έφερναν τα παιδιά τους στα εργοστάσια επειδή δεν είχαν επιλογές φροντίδας. Παρότι τα παιδιά δεν είχαν άδεια εργασίας στα κονσερβοποιία πριν τα 14, τα μικρά παιδιά συχνά βοηθούσαν, αλλά μερικές φορές έπρεπε να κρύβονται αν ένας ερευνητής επιθεωρούσε τους εργοστασιακούς όρους.

 

Παρόλο που η Εθνική Επιτροπή Παιδικής Εργασίας ιδρύθηκε το 1094, τα παιδιά εργάτες θα έπρεπε να περιμένουν περισσότερα από 30 χρόνια μέχρι να τεθούν σε εφαρμογή περιορισμοί και νόμοι – μερικώς με τη βοήθεια των φωτογραφιών του Hine.

Ο νόμος περί δικαίου των εργασιακών κανόνων, ο οποίος ψηφίστηκε το 1938, έθεσε οριστικά την ελάχιστη ηλικίας απασχόλησης στα 16 έτη (στα 18 για πιο επικίνδυνη εργασία) και περιόρισε τον αριθμό των ωρών που επιτρεπόταν στα παιδιά να εργάζονται – δημιούργησε αποτελεσματικά αυτό που πολλοί θεωρούν δεδομένο σήμερα: την παιδική ηλικία.

 

Απόδοση στα ελληνικά: V for Vallia, για το #IforInterview

Αγγλικό άρθρο: http://allthatsinteresting.com

_____________________________________________________________