Σχεδόν καλοκαίρι…


il trovatore

Απέναντι τα βουνά της Αλβανίας .

Τα  χιόνια έχουν σχεδόν λιώσει.

Τα καλύτερα μπάνια τα κάνω πάντα πριν έρθουν,  η αφού φύγουν (οι άλλοι).

Σήμερα είχε τριάντα βαθμούς το καταμεσήμερο.

Η Λισάβετ προέβλεψε Αρμαγεδδώνα.

Την αγνόησα και είπα να κάνω το τελευταίο μπάνιο μου στον Αλμυρό πριν το οριστικό τέλος του κόσμου.

Η απέραντη παραλία ήταν άδεια.

Έβαλα το ποδάρι μου στο νερό.

Σχεδόν κρύο.

Κυριακή σήμερα και το Λούκοβο απέναντι δεν θα έχει ξυπνήσει ακόμα.

Η πλατεία του χωριού θα είναι άδεια.

Αργότερα θα γεμίσει με άντρες για το πρωινό κυριακάτικο καφέ.

Τις γυναίκες του Λούκοβο φαίνεται ότι τις πειράζει ο καφές και κάθονται σπίτι να μαγειρέψουν.

Οι κάτοικοι του Λούκοβο πιστεύουν ότι είναι σχεδόν Ηπειρώτες.

Άλλοι τους θεωρούν σχεδόν Αλβανούς.

Ζουν στην πλαγιά του βουνού και είναι σχεδόν βουνίσιοι.

Η σχεδόν θαλασσινοί.

Πέρασαν και έναν «σχεδόν Κομμουνισμό» και δείχνω κατανόηση.

Είναι σχεδόν μεσημέρι.

Βλέπω τον Τάσο να  έρχεται σέρνοντας  βαριεστημένα τις σαγιονάρες του στην άμμο με μια πετσέτα στο πλάτη.

Μου κουνάει σοβαρός το κεφάλι από μακριά .

Κάτι σαν σχεδόν «καλημέρα».

Δούλευε από μικρός «αρτοποιός σε βιοτεχνία που έφτιαχνε ψωμί και φύλλο και άλλα πολλά».

Καλό παιδί , καλός μάστορας και το καλύτερο σέντερ μπακ στην τοπική ομάδα του χωριού.

Παρέμεινε ένας εξαιρετικός φαρσέρ , φιλόσοφος, , φτωχός και αγαπητός σε όλους.

Θα μπορούσε να είχε ανοίξει δική του βιοτεχνία και να τα έχει κονομήσει αλλά «δεν ήτανε του χαραχτήρα του».

Σε λίγο  εμφανίστηκε και ο Κώστας φορτωμένος συμπράγκαλα παραλίας λες και θα έμενε για πάντα εκεί.

Μόλις είδε τον Τάσο λοξοδρόμησε και πήγε από την άλλη μεριά .

Με βάλανε στη μέση.

Δεν γουστάρει ο ένας τον άλλον.

Παλιά ήτανε μαζί «στο κόμμα».

Ο Κώστας ήτανε πάντα άνθρωπος «της προόδου».

Είχε τελειώσει την «Εμπορική» και πίστευε ακράδαντα ότι «ο καπιταλισμός προσφέρει άπειρες ευκαιρίες για να τον ανατρέψουμε από τα μέσα».

Έτσι βάλθηκε να  ανατρέψει τον καπιταλισμό μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ.

Έκανε και γραφείο  «οικονομικών υποθέσεων και συμβουλών» και απέκτησε μεγάλη πελατεία που τον θαύμαζε και τον παρότρυνε να συνεχίσει το ανατρεπτικό του έργο.

Κάποτε τόνε ψηφίσανε και ως «ανεξάρτητο δημοτικό σύμβουλο»  και έφτασε μέχρι «αντιδήμαρχος οικονομικών υποθέσεων».

Το Τάσο τον απέφευγε γιατί τον ειρωνευόταν και τον χλεύαζε δημοσίως.

Ποτέ δεν συγκάνανε αυτοί οι δύο.

Παρόλα αυτά   όπου έβλεπες το έναν, κάπου εκεί κοντά θα ήταν και ο άλλος.

Λες και κάτι τους τραβάει.

Έτσι , που λέτε βρέθηκα να λιάζομαι  ανάμεσα σε ένα «σχεδόν καλοκαίρι» που δεν το έχει πάρει ακόμα απόφαση και σε έναν «σχεδόν χειμώνα»  που παριστάνει καμαρωτός το καλοκαίρι.


Από:http://iltrovator.blogspot.gr/2018/04/blog-post_29.html

Τελειομανία, αυτή η ασθένεια…


«Η ζωή μου δεν ήταν παρά μια αποτυχία» Claude Monet

Πολλοί από εμάς θεωρούν ότι η τελειομανία είναι θετική. Αλλά οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι είναι πολύ επικίνδυνη και ευθύνεται για πολλά ψυχικά προβλήματα, τα οποία μάλιστα αυξάνονται με το πέρασμα των χρόνων.

 Τις περισσότερες φορές κάτι φαινομενικά ασήμαντο μπορεί να προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα. Εκείνο το ανούσιο σχόλιο κάποιου φίλου ή κάποιου συγγενικού προσώπου αρκεί να για να θεωρήσει κανείς ότι είναι «λίγος». «Πόσο χαζό αυτό που είπες, θα έπρεπε να το γνωρίζεις καλύτερα, μην μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι, γιατί δεν μπορείς να τελειώσεις τις σπουδές σου;», είναι μόνο λίγες από τις φράσεις που μπορεί να κάνουν κάποιον να αισθανθεί άσχημα ακόμα και υποσυνείδητα, χωρίς να το καταλαβαίνει εκείνη τη στιγμή.

Η εικόνα της ανάμνησης μπορεί να έχει εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Αλλά αυτό το αίσθημα της βαθιάς απογοήτευσης, ακόμη και ντροπής, μένει. Και εκεί ξεκινάνε οι σκέψεις και οι φωνές που σου ψιθυρίζουν ότι δεν είσαι αρκετά καλός και ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρεις.

Η τάση της τελειομανίας που «μαστίζει» όλο και περισσότερα άτομα, ξεκινάει από μικρή ηλικία και γίνεται όλο και πιο συνηθισμένη. Οι πρόσφατες αναλύσεις των ποσοστών τελειομανίας του Thomas Curran και του Andrew Hill από το 1989 έως το 2016, διαπίστωσαν σημαντικές αυξήσεις μεταξύ των νέων προπτυχιακών φοιτητών στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά. Ο μέσος φοιτητής πανεπιστημίου ήταν δηλαδή πολύ πιο πιθανό να έχει τάσεις τελειομανίας σε σχέση με ένα φοιτητή της δεκαετίας του 1990 ή ακόμα και του 2000.

«Τα ποσοστά δείχνουν ότι δύο στα πέντε παιδιά και νέους είναι τελειομανείς. Αρχίζουμε να μιλάμε για μια επιδημία και ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας», ανέφερε η Katie Rasmussen, η οποία ερευνά την ανάπτυξη εφήβων στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια.

Η άνοδος αυτή δυστυχώς δε σημαίνει ότι με την πάροδο των χρόνων αποκτούμε πιο ολοκληρωμένες προσωπικότητες, αλλά ότι γινόμαστε πιο θλιμμένοι και υπονομεύουμε όλο και περισσότερο τις δυνατότητες μας.

Η τελειομανία είναι τελικά ένας αυτοκαταστροφικός τρόπος να κινηθεί κανείς μέσα στον κόσμο. Είναι βασισμένη σε μια μεγάλη ειρωνεία: η δημιουργία και η αποδοχή των λαθών είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη, τη μάθηση και την ύπαρξη του ανθρώπου, ενώ παράλληλα μπορεί να βελτιώσει την ανέλιξη της καριέρας, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη ζωή γενικότερα. Όταν όμως ένας τελειομανής προσπαθεί να αποφύγει τα λάθη με οποιοδήποτε κόστος, μπορεί να είναι πιο δύσκολο να φτάσει τους μεγάλους του στόχους.

Αλλά το μειονέκτημα της τελειομανίας, δεν είναι ότι κάνει τους ανθρώπους πιο επιτυχημένους και πιο παραγωγικούς. Οι τάσεις τελειομανίας έχουν συνδεθεί με πολλές ψυχικές ασθένειες, όπως η κατάθλιψη, το άγχος (ακόμα και στα παιδιά), ο αυτοτραυματισμός, η αγοραφοβία, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, η ανορεξία, η βουλιμία, η διαταραχή του τραυματικού στρες, το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, η αϋπνία, η δυσπεψία, οι χρόνιες ημικρανίες ακόμα και η πρόωρη θνησιμότητα και οι τάσεις αυτοκτονίας.

«Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι όσο περισσότερο τέλειος θέλει να φαίνεται κάποιος, τόσο πιο πολλές ψυχολογικές θα υποστεί στη διάρκεια της ζωής του», ανέφερε η Sarah Egan, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Curtin στο Περθ, η οποία ειδικεύεται στην τελειομανία, τις διατροφικές διαταραχές και το άγχος.

Από πολιτιστικής απόψεως, βλέπουμε συχνά την τελειομανία ως θετική. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που σε μια συνέντευξη για εύρεση εργασίας, την παρουσιάζουμε ως το μεγαλύτερο μας ελάττωμα, θεωρώντας την στην πραγματικότητα «προτέρημα». Αυτό είναι που καθιστά την τελειομανία περίπλοκη και αμφιλεγόμενη. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχει η «υγιής» τελειομανία, που χαρακτηρίζεται από υψηλά πρότυπα, κίνητρα και πειθαρχία, και η «ανθυγιεινή» έκδοση της, όπου τίποτα δεν ικανοποιεί τους στόχους ενός ατόμου.

Σε μία μελέτη που συμμετείχαν πάνω από από 1.000 Κινέζοι φοιτητές, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτοί που είχαν τα περισσότερα φόντα ήταν τελειομανείς με την καλή έννοια. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα, καθώς  άλλες έρευνες έδειξαν ότι το να έχει κανείς υψηλά πρότυπα, συνδέεται άμεσα με την ιδέα της αυτοκτονίας.

«Υπήρξαν κάποιες ενδείξεις που έδειξαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η τελειομανία μπορεί να είναι υγιής και επιθυμητή. Με βάση τις 60 μελέτες που κάναμε, πιστεύουμε ότι υπήρχε μια παρανόηση στο θέμα. Η σκληρή εργασία, η αφοσίωση, η επιμέλεια κλπ., είναι πολύ επιθυμητά χαρακτηριστικά. Αλλά η τελειομανία δεν αφορά τα υψηλά πρότυπα σαν αυτά. Αφορά κυρίως μη ρεαλιστικά πρότυπα. Η τελειομανία δεν είναι μια συμπεριφορά. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης για τον εαυτό σου», τόνισε ο York St John του πανεπιστημίου Hill.

Ειδικότερα, η τελειομανία δεν ορίζεται από τους υψηλούς στόχους που θέτει κάποιος ή από τη σκληρή δουλειά, αλλά από μια κρίσιμη εσωτερική φωνή που υπάρχει μέσα μας, σύμφωνα με τους ειδικούς. Αυτή η εσωτερική φωνή επικρίνει διαφορετικά πράγματα σε κάθε άνθρωπο, όπως τις σχέσεις, τις σπουδές, την καριέρα, τη νοσηρότητα και την φυσική κατάσταση.

Αυτό σημαίνει ότι οι τελειομανείς είναι αρκετά ευαίσθητοι και ευάλωτοι στο στρες. Και πολλές φορές αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν, με αποτέλεσμα να αποτυγχάνουν πιο εύκολα.

Σε ένα πείραμα, ο Hill έδωσε στους τελειομανείς και τους μη τελειομανείς συγκεκριμένους στόχους. Αυτό που δεν τους είπε, ήταν ότι κανένας από αυτούς δεν θα τους πετύχαινε. Είναι ενδιαφέρον ότι και οι δύο ομάδες συνέχισαν να καταβάλουν την ίδια προσπάθεια. Αλλά μια ομάδα αισθάνθηκε πολύ πιο δυσαρεστημένη για το όλο θέμα και εγκατέλειψε νωρίτερα. Μάντεψε ποια…

«Αντιμέτωποι με την αποτυχία, οι τελειομανείς τείνουν να αντιδρούν πιο έντονα συναισθηματικά. Βιώνουν περισσότερη ενοχή και περισσότερη ντροπή, όπως και περισσότεροθυμό. Θα εγκαταλείψουν πιο εύκολα. Έχουν την τάση να αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν τα πράγματα, όταν δεν πάνε όπως τα θέλουν», υπογραμμίζει ο ο Hill.

Αυτό, φυσικά, τους εμποδίζει από την ίδια την επιτυχία. Στις μελέτες που επικεντρώνονται στους αθλητές, για παράδειγμα, ο Hill έχει βρει ότι ο μοναδικός προγνωστικός δείκτης επιτυχίας στον αθλητισμό είναι η συνεχής προπόνηση. Αν όμως αυτή δεν πάει καλά, οι τελειομανείς είναι πολύ πιθανό να τα παρατήσουν.

Το πρόβλημα είναι ότι, για τους τελειομανείς, η απόδοση είναι συνυφασμένη με τον εγωισμό. Όταν δεν τα καταφέρνουν δεν αισθάνονται μόνο απογοήτευση, αισθάνονται ντροπή για αυτό που είναι. Κατά ειρωνικό τρόπο, η τελειομανία γίνεται μια αμυντική τακτική για να κρατούν τη ντροπή στο περιθώριο. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος, αφού αν κάποιος είναι τέλειος ποτέ δεν αποτυγχάνει κι αν δεν αποτυγχάνει δε νιώθει ντροπή.

Τελειομανία και προβλήματα ψυχικής υγείας

Το αίσθημα της τελειομανίας όμως είναι πολύ επικίνδυνο. Οι αριθμοί των νέων που εμφανίζουν ψυχικές ασθένειες, είναι πολύ υψηλοί σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Η κατάθλιψη, το άγχος και οι αυτοκτονικές τάσεις είναι πολύ πιο συχνές τα τελευταία χρόνια από ό, τι πριν από μια δεκαετία και σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η τελειομανία. Η συνεχής αυτοκριτική μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα κατάθλιψης, αλλά τα συμπτώματα αυτά μπορούν να επιδεινώσουν με τη σειρά τους την αυτοκριτική, πυροδοτώντας έτσι την τελειομανία.

Μια πρόσφατη μελέτη, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι σε μια περίοδο ενός έτους, οι φοιτητές που είχαν κοινωνικό άγχος ήταν πιο πιθανό να γίνουν τελειομανείς. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι μία από τις πιο ισχυρές «ασπίδες» κατά του άγχους και της κατάθλιψης είναι η αυτοσυγκέντρωση, κάτι που δεν έχουν οι τελειομανείς.

Παράλληλα, μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι οι τάσεις της τελειομανίας, συμπεριλαμβανομένης της ανησυχίας για τα λάθη, της κριτικής και των υψηλών προτύπων συσχετίστηκε σε πολλές περιπτώσεις με τις τάσεις αυτοκτονίας. Ορισμένα από αυτά τα κριτήρια, ιδιαίτερα η πίεση από τους γονείς και τα προβλήματα «τελειοποίησης», συσχετίστηκαν επίσης με περισσότερες απόπειρες αυτοκτονίας. Αυτό συμβαίνει γιατί οι τελειομανείς μπορεί να ερμηνεύσουν τις αποτυχίες ως καταστροφές που, σε ακραίες περιστάσεις, θεωρούνται δικαιολογημένες για το θάνατο, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Και ενώ οι ευσυνείδητοι άνθρωποι τείνουν να ζουν περισσότερο, οι τελειομανείς πεθαίνουν πρόωρα. Αυτό έχει μια λογική εξήγηση, αφού οι τελειομανείς δεν κάνουν ποτέ διαλείμματα για να χαλαρώσουν με αποτέλεσμα το σώμα και ο εγκέφαλος να μην δουλεύουν σωστά.

Σημειώνεται, ότι η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρήθηκε στην «κοινωνικά προδιαγεγραμμένη τελειομανία», που χαρακτηρίζεται από την αίσθηση ότι οι άλλοι έχουν υψηλές απαιτήσεις, η οποία έφτασε το 32%, ενώ μεγάλα ποσοστά εμφανίστηκαν σε νέα παιδιά επτά και οχτώ χρονών.

Από πού προέρχεται αυτή η αύξηση των ποσοστών τελειομανίας;

Ζούμε σε μια κοινωνία που το κοινωνικό στάτους παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που πολλές φορές όταν πρωτοσυναντάμε κάποιον είναι να τον ρωτήσουμε τι δουλειά κάνει. Οι άνθρωποι έχουν μάθει να εκτιμούν τους υπόλοιπους για αυτά που έχουν πετύχει σε επαγγελματικό και οικονομικό επίπεδο, ενώ και η εξωτερική μας εμφάνιση (ρούχα, σωματική διάπλαση) παίζει επίσης το δικό της ρόλο.

Συνεπώς, η αποτυχία είναι πολύ σοβαρή σε μια κοινωνία που βασίζεται στην αγορά. Ο ανταγωνισμός έχει ενσωματωθεί ακόμα στα σχολεία. Δεν είναι περίεργο ότι οι γονείς ασκούν όλο και μεγαλύτερη πίεση στον εαυτό τους και στα παιδιά τους για να πετύχουν περισσότερα.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να αισθάνονται ένοχα όταν κάνουν κάποιο λάθος ή όταν δεν έχουν καλές επιδόσεις. Και οι έρευνες δείχνουν ότι αυτοί οι τύποι γονικής τακτικής κάνουν τα παιδιά πιο πιθανό να αποκτήσουν τάσεις τελειομανίας και αργότερα να αναπτύξουν κατάθλιψη.

Ο φόβος της αποτυχίας αυξάνεται και με άλλους τρόπους. Πάρτε για παράδειγμα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Κάνετε ένα λάθος και ο φόβος σας ότι μπορεί να μεταδοθεί είναι σχεδόν παράλογος.

Πως μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε;

Σε ορισμένες περιπτώσεις η τελειομανία είναι κληρονομική, αλλά δημιουργείται κυρίως από τον κοινωνικό περίγυρο. Οι γονείς μπορούν να την αντιμετωπίσουν επιδεικνύοντας άνευ όρων αγάπη στα παιδιά τους, σύμφωνα με τους ειδικούς. Άλλωστε δε χρειάζεται να είσαι τέλειος για να είσαι αξιαγάπητος ή να αγαπάς τους άλλους.

Η τελειομανία είναι είναι μια μεγάλη πρόκληση ως προς την θεραπεία της, πόσο μάλλον σε έναν κόσμο μας κάνει καλύτερους στο εργασιακό μας περιβάλλον με έναν αυστηρό και απαιτητικό εργοδότη. Οι «ασθενείς» πρέπει να καταλάβουν τα συμπτώματα και να προσπαθήσουν να να μην είναι τόσο κριτικοί με τον εαυτό τους και με τον περίγυρο τους. Η κριτική μπορεί να είναι απαραίτητη, αλλά χρειάζται πάντα μέτρο.

Το εγχείρημα είναι δύσκολο. Πρόκειται για ένα έργο που θέλει συνεχή προσπάθεια και εξέλιξη. Άλλά όταν φτάσετε στο σημείο να τα καταφέρετε, με έκπληξη θα ανακαλύψετε όχι μόνο ότι δε θα έχετε τόσο άγχος, αλλά θα νιώθετε και πιο ελεύθεροι. Και αυτό είναι ανεκτίμητο.


   Πηγή: tvxs.gr


Από: http://antikleidi.com

Φέισμπουκ, προσωπικά δεδομένα και ο εφιάλτης του μέλλοντος, που βρίσκεται ήδη εδώ…


Στις 12 Απριλίου 2018 ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ ζήτησε προσωπικά και επίσημα συγγνώμη, στην κατάθεσή του, στο Κογκρέσσο, για τα λάθη στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και για την πολιτική χειραγώγηση. «Είναι προφανές σήμερα ότι δεν έχουμε κάνει αρκετά για να αποτρέψουμε αυτά τα εργαλεία να χρησιμοποιούνται λανθασμένα. Δεν λάβαμε ένα μεγάλο μέρος των ευθυνών μας και αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Ήταν λάθος μου και λυπάμαι», δήλωσε αναφερόμενος στο «σκάνδαλο» διαρροής προσωπικών δεδομένων 85 εκατομμυρίων αμερικανών, που χρησιμοποιήθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία τονίζοντας ότι το Facebook βρίσκεται σε «φιλοσοφική καμπή».

Φυσικά ο Ζούκεμπεργκ ψεύδεται και μάλιστα ασυστόλως. Δεν έγινε κανένα απολύτως λάθος. Αλλά η ουσία βρίσκεται αλλού.

Ας δούμε τι γράφει σχετικά, ήδη από το 2016, ο ισραηλινός ιστορικός Χαράρι στο βιβλίο του Homo Deus:

«Μια πρόσφατη μελέτη που χρηματοδοτήθηκε από τη νέμεση της Γκούγκλ –το Φέισμπουκ– έχει υποστηρίξει ότι ήδη σήμερα ο αλγόριθμος του Φέισμπουκ μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα την προσωπικότητα και τις προδιαθέσεις των ανθρώπων απ’ ότι ακόμα κι οι φίλοι, οι γονείς, και οι σύντροφοί τους. Η μελέτη έγινε σε δείγμα 86,220 εθελοντών που έχουν λογαριασμό στο Φέισμπουκ και που συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο προσωπικότητας με εκατό ερωτήσεις. Ο αλγόριθμος του Φέισμπουκ προέβλεψε τις απαντήσεις των εθελοντών, βασισμένος στα λάικ τους –ποιες σελίδες, εικόνες, βίντεο είχαν σημειώσει ως αυτές που τους άρεσαν. Όσο περισσότερα λάικ, τόσο ποιο ακριβείς ήταν οι προβλέψεις. Οι προβλέψεις του αλγόριθμου συγκρίθηκαν με τις προβλέψεις συναδέλφων, φίλων, συγγενών και συζύγων. Είναι εκπληκτικό ότι αρκούσαν στον αλγόριθμο δέκα λάικ για να ξεπεράσει τις προβλέψεις των συναδέλφων. Χρειαζόταν εβδομήντα λάικ για να ξεπεράσει αυτές των φίλων, 150 για των συγγενών και 300 για των συζύγων. Με άλλα λόγια, αν τυχαίνει να έχεις κάνει πάνω από 300 λάικ στο λογαριασμό σου ο αλγόριθμος του Φέισμπουκ μπορεί να προβλέψει τις απόψεις και τις επιθυμίες σου καλύτερα απ’ ότι ο άντρας ή η γυναίκα σου […] Η έρευνα κλείνει με την ακόλουθη πρόβλεψη (η οποία ανήκει στους ανθρώπους που έγραψαν το άρθρο, όχι στον αλγόριθμο του Φέισμπουκ): «οι άνθρωποι μπορεί να εγκαταλείψουν τις δικές τους ψυχολογικές εκτιμήσεις και να βασίζονται στους υπολογιστές για να πάρουν σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή τους, όπως η επιλογή δραστηριοτήτων, σταδιοδρομίας ή ακόμα και ερωτικών συντρόφων. Είναι πιθανό αυτές οι βασισμένες σε δεδομένα αποφάσεις να βελτιώσουν την ζωή των ανθρώπων.

Από μια πιο δυσοίωνη πλευρά, η ίδια μελέτη υπαινίσσεται ότι στις μελλοντικές προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, μπορεί το Φέισμπουκ να μην ξέρει μόνο τις πολιτικές απόψεις δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών, αλλά επίσης και ποιοι απ’ αυτούς είναι οι κρίσιμοι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι και πως μπορεί να επηρεαστούν. Το Φέισμπουκ θα μπορούσε να λέει ότι στην Οκλαχόμα η κούρσα μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεμπουπλικάνων είναι πολύ αμφίρροπη, να εντοπίσει τους 32.417 ψηφοφόρους που δεν έχουν ακόμα αποφασίσει και να προσδιορίζει τι χρειάζεται να πει κάθε υποψήφιος για να τους φέρει προς το μέρος του. Πως μπορεί το Φέισμπουκ να αποκτά αυτά τα πολύτιμα πολιτικά δεδομένα; Του τα δίνουμε δωρεάν.

Στο απόγειο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού οι κονκισταδόρες και οι έμποροι αγόραζαν ολόκληρα νησιά με αντάλλαγμα χρωματιστές χάντρες. Στον 21ο αιώνα, τα προσωπικά μας δεδομένα είναι το πιο πολύτιμο περιουσιακό μας στοιχείο που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακόμα να προσφέρουν και το δίνουμε σε γίγαντες της υψηλής τεχνολογίας με αντάλλαγμα υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και αστεία βίντεο με γατάκια».

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η κλοπή προσωπικών δεδομένων, για την οποία προφανώς αδιαφορούν οι χρήστες του Φέισμπουκ, αφού οι περισσότεροι την θεωρούν δεδομένη και παρ’ όλα αυτά δεν πτοούνται στο να τα προσφέρουν οικειοθελώς. Οι άνθρωποι καλούνται να πιστέψουν ότι είναι πλέον προς το συμφέρον τους να αφεθούν στις δυνατότητες των αλγορίθμων να αποφασίζουν, για εκείνους, για τα πάντα. Η συγκεκριμένη έρευνα δεν αποτελούσε μόνο μια επίδειξη προς τους αγοραστές των προσωπικών δεδομένων, αλλά πρώτα απ’ όλα σ’ όλους εκείνους που οικειοθελώς αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «προϊόν».

Ένα «προϊόν» που μπορεί να βελτιώνεται, φθάνει να εμπιστευτούμε τα πάντα στους αλγόριθμους.

Προσδεθείτε. Οι ταχύτητες θα είναι ιλιγγιώδεις. Ο «Θαυμαστός Κόσμος» είναι ήδη εδώ…

Λ.

Οχιά στον κόρφο μας…


Του Περικλή Κοροβέση

Υπάρχουν δυο λογιών κυβερνήσεις στον υπαρκτό καπιταλισμό. Η μια που είναι όργανο του κεφαλαίου και εργάζεται πυρετωδώς για την αύξηση των κερδών του, αδιαφορώντας για το βιοτικό επίπεδο του λαού. Ο καθένας στην τύχη του. ‘Η, όπως έλεγε η Θάτσερ, δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά μονάχα άτομα.

Εδώ η εξουσία επικεντρώνεται στο να αποκλείσει και να περιθωριοποιήσει όσο γίνεται μεγαλύτερα κοινωνικά στρώματα, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες.

Την κοινωνική ισορροπία την κρατάει η αστυνομία με τη βία και, αν δεν επαρκεί αυτή, συνεπικουρείται από τον στρατό.

Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτές που πάλι υπηρετούν το κεφάλαιο, αλλά θέλουν να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας και, στο μέτρο του δυνατού, να δημιουργήσουν μια κοινωνία ευμάρειας και αφθονίας.

Σχηματικά τις πρώτες τις λέμε «δεξιές» και τις δεύτερες «αριστερές». Κατά την άποψή μου, αυτός ο χαρακτηρισμός είναι λάθος. Π.χ. τα αριστερά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης, με πρωτοπόρο τον Τόνι Μπλερ, έχουν μια ακραία δεξιά πολιτική στην υπηρεσία του νεοφιλελεύθερου αρπαχτικού καπιταλισμού.

Η κλασική δεξιά της Ευρώπης, Αντενάουερ στη Γερμανία, Ντεγκόλ στη Γαλλία, παλιότερα ο ακροδεξιός Μπίσμαρκ της Πρωσσίας, στα καθ’ ημάς ο Κ. Καραμανλής της Μεταπολίτευσης, είχαν μια κοινωνική πολιτική, που σε σύγκριση με τον κυβερνώντα συνασπισμό (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.-ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ) θα τη λέγαμε αριστερή.

Αυτό που κάνει μια κυβέρνηση να έχει μια αριστερή κοινωνική πολιτική είναι πάντα οι λαϊκές κινητοποιήσεις που αναγκάζουν τις κυβερνήσεις να κάνουν υποχωρήσεις, για να αποφύγουν ανεπιθύμητες καταστάσεις και κοινωνικές ανατροπές.

Ο Ρούσβελτ αυτήν την πολιτική τη συνόψισε επιγραμματικά: «Κύριοι καπιταλιστές, ή δίνετε το καπέλο σας ή χάνετε το κεφάλι σας».

Η ακραία φιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα, που αναγνωρίστηκε με επαίνους από τον κ. Γιούνκερ, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη μαζική παραίτηση αυτού του λαού από τα βασικά του δικαιώματα.

Η μόνη αντίσταση που υπάρχει σήμερα είναι από το ΚΚΕ, αλλά αυτή είναι εικονική, όχι κοινωνική. Η αντίσταση ως οργανωμένο θέαμα που ξέρει επακριβώς πότε θα πέσει η αυλαία. Το άγαλμα του Τρούμαν φάνηκε ότι πήγε να πέσει, αλλά είναι πάντα στη θέση του. Ετσι είναι και όλα τα υπόλοιπα. Εξ ου και η στασιμότητά του, σε μια συγκυρία που θα έπρεπε να ανθούσε.

Το ότι βρίσκεται στην 5η θέση, ανησυχεί όλη την κοινωνία της Αριστεράς, εκτός από τη γραφειοκρατία του Περισσού. Είναι δυνατόν η Χ.Α. να είναι πάνω από το ιστορικό ΚΚΕ; Εκατό χρόνων κόμμα είναι.

Οσοι από τους παλιούς συντρόφους του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι σήμερα βουλευτές και μου μιλούν ακόμα (υπάρχουν και άλλοι βουλευτές όπως και κάποιοι νεοσυριζαίοι δημοσιογραφούντες, που στρίβουν γωνιά μόλις με δουν), θέτουν το ερώτημα: καλοδεχούμενη η κριτική, αλλά τι έχετε να προτείνετε;

Και εμείς διαφωνούμε με τα μέτρα που παίρνουμε. Αλλά τι να κάνουμε; Θα είναι καλύτερα με τον Μητσοτάκη;

Επιχείρημα έωλο βέβαια, γιατί ο κ. Μητσοτάκης ουδέποτε υπήρξε πρωθυπουργός, για να τον συγκρίνουμε με τον κ. Τσίπρα. Τον κρίνουμε ως αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης, που στην ουσία έχει την ίδια πολιτική με την κυβέρνηση.

Τι θα μπορούσε να έκανε μια κυβέρνηση που θα είχε βάλει σε προτεραιότητα την κοινωνία και όχι τα κέρδη των καπιταλιστών;

Να το επαναλάβουμε επί τροχάδην. Πάγωμα χρέους. Προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Να δούμε ποιο είναι το πραγματικό και ποιο είναι το επαίσχυντο (επαχθές) χρέος. Αποπληρωμή ανάλογα με την οικονομική ανάπτυξη. Γερμανικές αποζημιώσεις από τη ναζιστική κατοχή, ως κύριος άξονας της εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Σχεδιασμός μιας οικονομικής πολιτικής με στόχο την αυτάρκεια. Χτίσιμο κοινωνικού κράτους κατά τα σκανδιναβικά μοντέλα. Κοινωνικό επίδομα σε όλους που έχουν ανάγκη και να αντιστοιχεί στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Και αυτό θα έχει ευεργετικές συνέπειες στην αγορά. Τέλος, μείωση των στρατιωτικών δαπανών. Είναι διπλάσιες του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Να συντονιστούμε σε αυτό το επίπεδο ή ακόμα πιο κάτω, σύμφωνα με τις δυνατότητες μιας χρεοκοπημένης χώρας. Υπάρχουν, βέβαια, και πολλά άλλα. Εδώ στεκόμαστε σε κάποιους ενδεικτικούς άξονες.

Να σταθούμε σε ένα θέμα ταμπού, που λίγοι τολμούν να το θίξουν. Ολες αυτές οι αλόγιστες στρατιωτικές δαπάνες εξυπηρετούν τίποτα εθνικές ανάγκες ή μήπως είναι, κυνικά, για τα κέρδη των πολεμικών βιομηχανιών με τις αντίστοιχες μίζες (προμήθειες πιο ευγενικά);

Μια στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία (την έκτη μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο) θα μας ξαναδώσει πίσω την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη ή θα γίνει η Ελλάδα Β. Κύπρος;

Η επιθετικότητα της Τουρκίας αντιμετωπίζεται διπλωματικά όχι στρατιωτικά. Με το παιχνίδι των αναχαιτίσεων, την περίοδο 1990-2018, έχουμε χάσει 125 στρατιωτικούς και 81 αεροσκάφη (Βήμα 15.4.18). Και αυτά σε καιρό ειρήνης.

Ζητήθηκε ποτέ καμία πολιτική ευθύνη για αυτήν την τραγωδία; Ο Γιώργος Μπαλταδώρος ήταν από τους ικανότερους πιλότους μας. Πώς ήταν δυνατόν να χαθεί, όταν ο συνάδελφός του έφτασε σώος και αβλαβήςΤο σκάφος του είχε ελεγχθεί προτού πετάξει; Γιατί ακόμα δεν έχει βγει κανένα πόρισμα;

Να σημειώσουμε πως κάθε αναχαίτιση στοιχίζει 15.000 ευρώ. Κατά μέσο όρο γίνονται 1.500 έξοδοι τον χρόνο. Γιατί τη δουλειά αυτή να μην την κάνει το ΝΑΤΟ; Ευρωπαϊκά σύνορα είναι.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουμε και την αναβάθμιση των F16. Πόσο θα στοιχίσει; Αγνωστο. Σε αυτά τα ερωτήματα κανείς δεν πρόκειται να μου απαντήσει.

Αλλά οι φίλοι μου βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν και μέσο τον Κουβέλη στην κατάλληλη θέση, δεν μπορούν να ρωτήσουν για μας

efsyn.gr


Από:http://www.nostimonimar.gr/ochia-ston-korfo-mas/

Ρεπουμπλικανικές αντιλήψεις της ελευθερίας: Hannah Arendt και Philip Pettit…


Γράφει ο Γρηγοριάδης Κωνσταντίνος

Η ρεπουμπλικανική σκέψη και τα βασικά της γνωρίσματα έχουν αναγεννηθεί στο περιβάλλον της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της είναι η Hannah Arendt και ο Philip Pettit, οι οποίοι έχουν φέρει στο προσκήνιο με διαφορετικό τρόπο κύρια χαρακτηριστικά αυτής της παράδοσης στο έργο τους. Στο ακόλουθο κείμενο θα επικεντρωθούμε στην προσέγγισή τους στην έννοια της ελευθερίας και επίσης στο ρόλο τον οποίο διαδραματίζει η έννοια αυτή στην πολιτική τους θεωρία.

Αρχικά, στο κλασικό πλέον έργο «Η Ανθρώπινη κατάσταση» η Arendt προχωρεί στη διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, κάθε μία από τις οποίες χαρακτηρίζεται από εντελώς διαφορετικές αξίες. Για παράδειγμα, η Arendt ισχυρίζεται ότι η βία ήταν μια συνηθισμένη πρακτική στον οίκο της αρχαίας ελληνικής πόλης, ενώ ο λόγος (η ομιλία) αποτελούσε το θεμελιώδες γνώρισμα της δημόσιας σφαίρας, διότι η πολιτική βασίζεται στην αλληλεπίδραση, την ανταλλαγή απόψεων και τη διαβούλευση. Άλλη διαφορά ανάμεσα στις δύο σφαίρες σχετίζεται με την αντίθεση ανάμεσα στην ανάγκη και την ελευθερία. Η πρωταρχική προτεραιότητα στην ιδιωτική σφαίρα ήταν η ικανοποίηση της ανάγκης για επιβίωση[1]. Αντιθέτως, στην πολιτική σφαίρα ο πολίτης ήταν ελεύθερος, επειδή είχε απελευθερωθεί από τις βιολογικές ανάγκες, οι οποίες ήταν κυρίαρχες στο νοικοκυριό. Έτσι, διαπιστώνεται η ύπαρξη δύο ζευγών αντίθεσης: α) βία – ομιλία, β) ανάγκη – ελευθερία.

Δίπλα σε αυτά τα δύο ζεύγη, η φιλόσοφος παρουσιάζει ακόμα μια διάκριση αναφορικά με τις δύο σφαίρες, εκείνην μεταξύ ισότητας και ανισότητας. Στο πεδίο της ιδιωτείας, το γεγονός ότι τα μέλη της οικογένειας υπόκεινται στην αρχή του ηγέτη και συνεπώς στερούνται της ελευθερίας τους, συνεπάγεται ότι το άτομο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας δεν είναι ίσο με τα υπόλοιπα μέλη. Σύμφωνα με την Arendt, η ισότητα μεταξύ των πολιτών συμπίπτει με την είσοδο των πολιτών εντός του πεδίου της δημόσιας σφαίρας. Μέσω της απελευθέρωσης από τη σχέση εξουσίας, ο Αθηναίος πολίτης έγινε ίσος με τα μέλη του δήμου. Συνεπώς, υποστηρίζει η φιλόσοφος ότι η ελευθερία και η ισότητα ήταν συμβατές αξίες, καθώς ισχυρίζεται ότι «αυτή η ισότητα που βασίλευε στην πολιτική σκέψη ελάχιστα κοινά είχε με τη δική μας αντίληψη της ισότητας: σήμαινε να ζεις και να έχεις να κάνεις μόνο με ισοτίμους σου…Η ισότητα, επομένως, χωρίς διόλου να συνδέεται, όπως στους νεώτερους χρόνους, με τη δικαιοσύνη, αποτελούσε ακριβώς την ουσία της ελευθερίας: η ελευθερία σήμαινε ελευθερία από την ανισότητα που υπάρχει στην κυριαρχία, και μετάβαση σε μια σφαίρα όπου δεν υπήρχε ούτε κυβερνήτης ούτε κυβερνώμενος»[2].

Αυτό το απόσπασμα δείχνει, ότι η προσέγγιση της Arendt στην έννοια της ελευθερίας διαφέρει ριζικά από τη νεώτερη αντίληψη της ελευθερίας, η οποία προβάλλεται κυρίως από τον κλασικό φιλελευθερισμό. Όπως υποστηρίζει η κλασικη φιλελεύθερη σκέψη, η ελευθερία αποτελεί φυσική ιδιότητα των ανθρώπων. Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και διασφαλίζουν εντός της πολιτικής κοινωνίας την προστασία της ατομικής ελευθερίας από το κράτος[3]. Αντιθέτως, η ελευθερία στην αρχαία ελληνική πόλη δε θεωρείται φυσική ιδιότητα, αλλά αποκτάται μέσω της συμμετοχής στην πολιτική σφαίρα. Επιπλέον, η άποψη ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι δεν υπάρχει στον αρχαίο κόσμο και η ισότητα, όπως και η ελευθερία, είναι τεχνητό δημιούργημα της δημόσιας σφαίρας. Η Arendt αναδεικνύει αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση υποστηρίζοντας ότι « η ισονομία εξασφάλιζε την ισότητα, όχι όμως επειδή όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, αλλά, αντίθετα, επειδή οι άνθρωποι είναι φύσει άνισοι και χρειάζονται έναν τεχνητό θεσμό, την πόλιν, η οποία χάρη στο νόμον της θα τους κάνει ίσους…..Η ισότητα και η ελευθερία δεν θεωρούνταν ιδιότητες εγγενείς στην ανθρώπινη φύση, δεν ορίζονταν φύσει αλλά νόμω, δηλαδή συμβατικά και τεχνητά·ήταν προϊόντα της ανθρώπινης προσπάθειας και χαρακτηριστικά του δημιουργημένου από τον άνθρωπο κόσμου»[4]. Οπότε, αυτές οι δύο θεμελιώδεις αξίες συντρέχουν μόνο στη δημόσια σφαίρα. Η εγκαθίδρυση της ελευθερίας απαιτούσε τη συνύπαρξη με τους άλλους πολίτες και αυτό ήταν εφικτό μόνο εντός της σφαίρας της δημοκρατικής διαβούλευσης.

Επιπλέον, η φιλόσοφος διαφωνεί με την προσέγιση της κλασικής φιλελεύθερης σκέψης, διότι η σημασία της ελευθερίας, η οποία προτείνεται από τους φιλελεύθερους, είναι αντιπολιτική. Όπως επισημαίνει η φιλελεύθερη σκέψη, η ελευθερία αντιστοιχεί στην ατομική ανεξαρτησία και την προστασία των δικαιωμάτων, τα οποία θωρακίζουν την ατομική αυτονομία. Η σημασία της ελευθερίας περιορίζεται στην εξασφάλιση της ατομικής επιλογής και του ατομικού συμφέροντος. Ακόμα, το πολιτικό σύστημα, το οποίο προτείνουν οι φιλελεύθεροι και βασίζεται στην εκλογική νομιμοποίηση του πολιτικού προσωπικού, στο κράτος δικαίου και τη διάκριση των εξουσιών δε συμπεριλαμβάνει τη δημόσια σφαίρα ως σημαντικό παράγοντα διαβούλευσης. Αυτή η παρατήρηση συνεπάγεται ότι η φιλελεύθερη προσέγγιση δεν απασχολείται με το πεδίο της ανθρώπινης δράσης, όπου οι άνθρωποι εισέρχονται για να απολαύσουν την ελευθερία ως τον κύριο λόγο για τον πολιτικό τους βίο.[5]

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις της ελευθερίας φαίνεται πιο προφανής, εάν λάβουμε υπόψη πώς ο Isaiah Berlin ορίζει την ελευθερία. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, ένα άτομο μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερο εάν και μόνο αν υπάρχει πλήρης απουσία παρέμβασης σε ένα μεγάλο εύρος επιλογών. Ο Berlin υποστηρίζει την αρνητική εκδοχή της ελευθερίας, διότι αυτή επιτρέπει την ανάδυση του αξιακού πλουραλισμού ανάμεσα στα άτομα. Αντιθέτως, για την Arendt, ένα άτομο είναι ελεύθερο εάν μπορεί να πετύχει την αυτοκυριαρχία στις πολιτικές διαδικασίες της λήψης αποφάσεων. Επομένως, η πολιτική ελευθερία είναι απαραίτητο προαπαιτούμενο της αυτοανάπτυξης των ανθρώπων. Είναι προφανές ότι η φιλόσοφος διαφωνεί με το πώς το άτομο θα έπρεπε να επιδιώκει την αντίληψή του περί αγαθού βίου και προτείνει ότι η δημόσια σφαίρα είναι ο κατάλληλος χώρος για ένα τέτοιο επίτευγμα. Ο περιορισμός της ελευθερίας στην ιδιωτική σφαίρα στερεί από το άτομο τη δυνατότητα να αποκτήσει την ελευθερία στο πεδίο των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων.

Όμως, η Arendt δεν είναι η μόνη που διαφωνεί με την νεώτερη αντίληψη της ελευθερίας, η οποία εκφράζεται από τους φιλελεύθερους. Ο Philip Pettit, ο ρεπουμπλικάνος πολιτικός φιλόσοφος έχει εισάγει στην πολιτική θεωρία μία νέα προσέγγιση της ελευθερίας. O Pettit εμπνέεται από την ρεπουμπλικανική παράδοση της ρωμαϊκής σκέψης, την πολιτική σκέψη της Αναγέννησης και των Άγγλων ρεπουμπλικάνων στοχαστών του 17ου αιώνα. Σε αυτές τις περιόδους, αρκετοί πολιτικοί στοχαστές όπως ο Κικέρων, ο Machiavelli και ο James Harrington όρισαν την ελευθερία ως την απουσία της αυθαίρετης βούλησης. Κάποιος θα μπορούσε να θεωρηθεί ελεύθερο άτομο εάν μόνο και αν δεν υπήρχε κάποιος κυρίαρχος ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλει τη βούλησή του σε αυτόν. Οι ρεπουμπλικάνοι στοχαστές αυτών των περιόδων υποστήριζαν ότι κάποιος μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του εάν υπόκειται σε βούληση κάποιου αφέντη. Έτσι, η απουσία παρέμβασης δεν είναι αρκετή για την ελευθερία ενός ατόμου, διότι προϋποτίθεται η απουσία ακόμα και της αυθαίρετης βούλησης ενός προσώπου που βρίσκεται σε θέση αρχής.

Η ιστορική διατύπωση της ελευθερίας από ρεπουμπλικάνους στοχαστές έχει εμπνεύσει τον Pettit να οικοδομήσει την πολιτική του θεωρία βασισμένη στην αντίληψη της ελευθερίας ως μη – κυριαρχίας. Αρχικά, πρέπει να αναφερθούμε σε ορισμένες λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της αντίληψης. Ποια είναι η σημασία της κυριαρχίας; Όπως ισχυρίζεται ο Pettit, « η κυριαρχία υποδεικνύεται από τη σχέση ενός αφέντη με υπηρέτη ή ενός υπηρέτη με αφέντη. Τέτοια σχέση σημαίνει, οριακά, ότι η κυρίαρχη πλευρά μπορεί να παρεμβαίνει σε αυθαίρετη βάση στις επιλογές εκείνων που κυριαρχούνται: μπορεί να παρεμβαίνει συγκεκριμένα στη βάση ενός συμφέροντος ή μιας άποψης η οποία δε χρειάζεται να γίνει αποδεκτή από το άτομο που επηρεάζεται»[6]. Η συμπερίληψη της κυριαρχίας αποδίδει στην έννοια της ελευθερίας ένα περαιτέρω προαπαιτούμενο, καθώς για να είναι κανείς ελεύθερος, απαιτείται η απουσία κάθε κυρίαρχης βούλησης, η οποία μπορεί να παρέμβει αυθαίρετα στις επιλογές κάποιου. Επομένως, η σχέση κυριαρχίας χαρακτηρίζεται από τρία κύρια γνωρίσματα: α) την ικανότητα παρέμβασης, β) αυθαιρεσία, γ) παρέμβαση σε συγκεγκριμένες επιλογές τις οποίες ο άλλος είναι σε θέση να πράξει[7].

Αν και η κυριαρχία συνήθως συνδέεται με την αυθαίρετη παρέμβαση, αυτό δε σημαίνει πάντοτε συμπεριλαμβάνει την παρέμβαση ως καίριο παράγοντα. Σύμφωνα με τον Pettit, είναι πολύ πιθανό να υπάρχει κυριαρχία χωρίς παρέμβαση και παρέμβαση χωρίς κυριαρχία. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση, ο Pettit αναδεικνύει δύο βασικούς τρόπους, σύμφωνα με τον οποίο ένας αφέντης μπορεί να κυριαρχεί χωρίς να ασκεί παρέμβαση: α) επιτήρηση, β) εκφοβισμός[8]. Στην κατάσταση της επιτήρησης «εγώ παρακολουθώ ό,τι κάνεις..ως αποτέλεσμα αυτής της επιτήρησης και ούτως ή άλλως εσύ έχεις επίγνωση του γεγονότος, θα υπόκεισαι στη βούλησή μου∙ θα εξαρτάσαι από την καλή μου βούληση για να διατηρείς την ικανότητα να ασκείς επιλογή. Οι επιλογές που αντιμετωπίζεις, τότε, δεν είναι Χ,Y,Z ως τέτοιες, αλλά Χ – εάν αυτό με ευχαριστεί, Υ – εάν αυτό με ευχαριστεί και Ζ – εάν αυτό με ευχαριστεί»[9]. Στην περίπτωση της επιτήρησης, η επιλογή κάποιου επηρεάζεται από τη διαρκή παρουσία ενός άλλου.

Μια σχέση κυριαρχίας μπορεί επίσης να δημιουργηθεί με εκφοβισμό, διότι ανεξαρτήτως του εάν κάποιος έχει τους πόρους να ασκεί αυθαίρετη παρέμβαση, το γεγονός ότι το υποκείμενο πιστεύει ότι τους έχει και ότι αυτό τον τρομοκρατεί, θα δώσει δύναμη στον κυρίαρχο. Οπότε, αυτός είναι ένας άλλος τρόπος υποταγής της βούλησης κάποιου σε έναν κυρίαρχο, καθώς ενδύεται ο τελευταίος με εξουσία και είναι ικανός να επιβάλει τις αποφάσεις του μέσω απειλών, ώστε το υποκείμενο δεν μπορεί να αποφασίσει για τον εαυτό του αλλά πρέπει να λάβει υπόψη τις οδηγίες του αφέντη. Ο παράγοντας αυτός δείχνει ότι η φήμη κάποιου ως κυρίαρχου είναι αρκετή για να ασκηθεί κυριαρχία στις αποφάσεις κάποιου χωρίς να παρεμβαίνει στη δράση του.

Όμως, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι είναι πιθανό να έχουμε παρέμβαση χωρίς κυριαρχία. Παρά το γεγονός ότι η παρέμβαση περιορίζει τις επιλογές κάποιου και επηρεάζει αρνητικά το διαθέσιμο εύρος επιλογών, δε συνεπάγεται απαραίτητα ότι μπορεί να υποτάξει κάποιον σε μια ξένη βούληση. Ας υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση επιβάλλει την πληρωμή φόρων στο πλαίσιο μιας δίκαιης κατανομής των δημοσίων εσόδων. Η πληρωμή φόρου στο βαθμό που δεν υπερβαίνει τα εύλογα επίπεδα, δεν μπορεί να θεωρηθεί κυρίαρχη πολιτική στην οικονομική ελευθερία κάποιου. Προφανώς, η παρέμβαση στο εισόδημα του πολίτη θα ήταν επιβλαβής για την ελευθερία του, όπως ισχυρίζεται η φιλελεύθερη σκέψη. Η ελευθερία ως μη – παρέμβαση δεν λαμβάνει υπόψη την κυρίαρχη παρουσία μιας ξένης βούλησης, αλλά πάντα θεωρεί την παρέμβαση επιζήμια για την ελευθερία.

Σχετικά με τον κυρίαρχο χαρακτήρα της παρέμβασης, ορισμένες περαιτέρω λεπτομέρειες πρέπει να αναφερθούν για τη διασάφηση της έννοιας της αυθαίρετης παρέμβασης. Όπως ισχυρίζεται ο Pettit, «το ρεπουμπλικανικό μάθημα για την ανεξέλεγκτη παρέμβαση έχει διατυπωθεί συχνά στον ισχυρισμό, ότι εφόσον δεν είναι αυθαίρετη, η παρέμβαση δεν υποτάσσει κάποιον σε ξένη βούληση»[10]. Ποια είναι η σημασία της αυθαίρετης παρέμβασης; Όπως επισημαίνει ο Pettit, η αυθαίρετη παρέμβαση σχετίζεται με την ανεξέλεγκτη άσκηση αυτής σύμφωνα με τη βούληση εκείνου που παρεμβαίνει[11]. Επιπλέον, η ανεξέλεγκτη παρέμβαση έχει ακόμα μια σημαντική διάσταση. Εκείνος που παρεμβαίνει, αναπτύσσει μια πατερναλιστική συμπεριφορά, αφού είναι ικανός να παρέμβει σύμφωνα με τα συμφέροντα κάποιου, αλλά να αγνοεί τις δικές του επιθυμίες[12]. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει και μια ερμηνεία των συμφερόντων του εκ μέρους του κυρίαρχου. Και από τη στιγμή που υφίσταται τέτοια ερμηνεία, θα υπάρξει αναπόφευκτα μια πατερναλιστική παρέμβαση σύμφωνα με τη βούληση του κυρίαρχου[13]. Συνεπώς, υπάρχει καίρια διαφορά ανάμεσα στην ελεγχόμενη παρέμβαση και στην αυθαίρετη παρέμβαση αφού η πρώτη δεν είναι επιζήμια για την ελευθερία.

Μέχρι αυτό το σημείο, έχουμε περιγράψει τα βασικά χαρακτηριστικά των δύο αντιλήψεων της ελευθερίας, οι οποίες διατυπώνονται από δύο σημαντικούς φιλοσόφους. Αν και οι αντιλήψεις αυτές θεωρούνται ρεπουμπλικανικές, έχουν και σημαντικές διαφορές. Για να προχωρήσουμε  σε μια σύγκριση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις, απαιτείται μια αναφορά στη σημασιολογική διαφορά των δύο εννοιών και στην παρουσίαση των προτάσεων για ένα μοντέλο δημοκρατίας, το οποίο προκύπτει εξαιτίας της αποδοχής διαφορετικής αντίληψης για την ελευθερίας.

Αρχικά, είναι σημαντικό να δείξουμε ότι αν και οι αντιλήψεις αυτές είναι ρεπουμπλικανικές, εγκαθιδρύουν διαφορετικές προϋποθέσεις ώστε να αποδοθεί η ελευθερία σε ένα πρόσωπο. Η διατύπωση της ελευθερίας ως μη – κυριαρχίας από τον Pettit, κατά τη γνώμη μου, λαμβάνοντας υπόψη τη διάκριση του Isaiah Berlin, είναι μια αυστηρή εκδοχή αρνητικής ελευθερίας. Αν και ο Pettit, απορρίπτει την ελευθερία ως μη – παρέμβαση, επιχειρηματολογεί υπέρ μιας αυστηρότερης εκδοχής αρνητικής ελευθερίας ισχυριζόμενος ότι η κυρίαρχη παρουσία ενός αφέντη είναι και αυτή μια μορφή αυθαίρετου εμποδίου. Στην προσέγγιση του Pettit δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το αυτοεξούσιο ως αναγκαία παράμετρο της ελευθερίας κάποιου, παρά το γεγονός ότι η μη – κυριαρχία υπαινίσσεται ενδεχομένως την αυτοκυριαρχία. Σύμφωνα με τον ρεπουμπλικάνο στοχαστή, η ελευθερία ορίζεται μόνο αρνητικά και δεν συμπεριλαμβάνει την πρόθεση κάποιου να είναι κυρίαρχος του εαυτού του. Αντιθέτως, στην περίπτωση της Arendt, η ελευθερία προϋποθέτει τη μη – κυριαρχία ώστε ο πολίτης να ζήσει ως πολιτικό ον εντός της δημόσιας σφαίρας.

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχει και μία επιπρόσθετη διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις. Οι σύγχρονοι ρεπουμπλικάνοι, όπως ο Pettit, αντιμετωπίζουν την πολιτική συμμετοχή με εργαλειακούς όρους, διότι η προτεραιότητά τους είναι η προστασία της ατομικής ελευθερίας ως μη – κυριαρχίας. Αντιθέτως, για την Arendt, η πολιτική συμμετοχή έχει εγγενή αξία. Η πολιτική ελευθερία είναι πρωταρχικά πολύτιμη, αφού η πολιτική κατανοείται ως σκοπός και όχι ως μέσο. Όπως υποστηρίζει η ίδια, «αν θέλει κανείς να κατανοήσει την πολιτική μέσα από τις κατηγορίες των μέσω και των σκοπών, τότε η πολιτική με την ελληνική έννοια ήταν, όπως και για τον Αριστοτέλη, κυρίως σκοπός και όχι μέσον…Επομένως, η «πολιτική», με την ελληνική έννοια της λέξης, επικεντρώνεται στην  ελευθερία, ενώ η ελευθερία γίνεται αντιληπτή με αρνητικό τρόπο ως μη ανοχή η άσκηση εξουσίας και με θετικό ως ένας χώρος που δημιουργείται μόνο από ανθρώπους και στον οποίο καθένας ζει μεταξύ ίσων. Χωρίς ανθρώπους ίσους με εμένα δεν υπάρχει ελευθερία και γι’ αυτό όποιος εξουσιάζει άλλους…είναι στην πραγματικότητα πιο ευτυχισμένος και πιο αξιοζήλευτος από εκείνους που ο ίδιος εξουσιάζει, όμως δεν είναι ούτε στο ελάχιστο πιο ελεύθερος από αυτούς»[14].

Από το παραπάνω απόσπασμα μπορούν να συναχθούν ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Πρώτον, η Arendt ισχυρίζεται ότι η πολιτική έχει εγγενή αξία και όχι εργαλειακή. Η σημασία της πολιτικής σχετίζεται με την ελευθερία, αφού ο κύριος λόγος για τον οποίο οι πολίτες εισέρχονται στη σφαίρα της πολιτικής είναι να ελευθερωθούν από οποιαδήποτε εξάρτηση. Δεύτερον, ο ορισμός της ελευθερίας συμπεριλαμβάνει τόσο την αρνητική όσο και τη θετική πτυχή αντίστοιχα. Η ελευθερία προϋποθέτει ότι ο πολίτης δεν μπορεί να εξαρτάται από άλλη βούλης κι επίσης πρέπει να είναι αυτόνομος στην πολιτική σφαίρα με τους συμπολίτες του. Μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι η πολιτική γίνεται αντιληπτή ως ελευθερία και δεν εξυπηρετεί εργαλειακούς σκοπούς.

Αυτή η σημαντική διαφορά που αφορά τη σημασία και την αξία της ελευθερίας έχει και αποφασιστικό αντίκτυπο στο μοντέλο δημοκρατίας, το οποίο προτείνει ο καθένας από τους δύο στοχαστές. Ο εκθειασμός της Arendt για την πολιτική μορφή διακυβέρνησης της αθηναϊκής πόλης καθιστά ξεκάθαρο ότι τάσσεται υπέρ της δημοκρατικής συνέλευσης και διαβούλευσης. Όπως επισημαίνει στο έργο της «Για την Επανάσταση» στο τελευταίο κεφάλαιο, αυτή η μορφή δημοκρατίας αναβιώθηκε για μια σύντομη περίοδο σε σημαντικές επαναστάσεις από το 1870 μέχρι το 1956. Το σύστημα συνελεύσεων ενέπνευσε μια ελπίδα για έναν ριζικό μετασχηματισμό του κράτους, αλλά υπέκυψε στην ανάγκη για μετάβαση σε μια μορφή κράτους, όπου η πολιτική εξουσία θα είναι συγκεντρωμένη[15]. Επιπλέον, η Arendt απορρίπτει την αντιπροσώπευση, διότι το σύστημα δεν παρέχει την ευκαιρία για συγκρότηση δημόσιας σφαίρας, όπου η απόλαυση της ελευθερίας είναι εφικτή. Συνεπώς, δεν εκτιμά τον πολιτικό πολιτισμό των νεώτερων χρόνων και υποστηρίζει ότι η αρχαία πόλη προωθεί μια πιο πολύτιμη μορφή πολιτικού βίου.

Ο Pettit, ο οποίος ορίζει την ελευθερία ως μη – κυριαρχία και είναι επηρεασμένος από τη ρεπουμπλικανική σκέψη της ρωμαϊκής res publica, της Αναγέννησης και των Άγγλων ρεπουμπλικάνων συγγραφέων του 17ου αιώνα, προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο το οποίο βασίζεται στην αντιπροσώπευση, αλλά το αναπτύσσει σε διάφορες πτυχές. Για να είσαι ελεύθερος κατά τον τρόπο τον οποίο υποστηρίζει ο ρεπουμπλικάνος θεωρητικός, απαιτείται ότι ο λαός πρέπει να ασκεί μια μορφή δημοκρατικού ελέγχου στην κυβέρνηση. Ο δημοκρατικός έλεγχος προϋποθέτει ότι τρεις συνθήκες πρέπει να πληρούνται[16]. Πρώτον, το σύστημα ελέγχου πρέπει να είναι εξατομικευμένο, καθώς ο καθένας πρέπει να απολαμβάνει μία ίση προσβάσιμη μορφή επιρροής, η οποία μπορεί να επιβάλλει λαϊκή κατεύθυνση σε μια κυβέρνηση. Δεύτερον, ο έλεγχος θα πρέπει να είναι μη συγκυριακός ώστε η κατευθυνόμενη επιρροή να υλοποιείται ανεξάρτητα από τη βούληση οποιουδήποτε κόμματος. Και τελικά, ο έλεγχος απαιτείται να είναι αποτελεσματικός με την έννοια ότι αν οι πολιτικές αποφάσεις στρέφονται εναντίον συγκεκριμένων πολιτών, τέτοιο λάθος δε θα είναι σημάδι υποταγής της βούλησης του λαού στην κυβέρνηση. Συνεπώς, εάν το πολιτικό σύστημα πληροί αυτές τις συνθήκες, μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικό.

Αν και το εκλογικό σύστημα είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας ρεπουμπλικανικής πολιτείας, η άσκηση της δημοκρατικής επιρροής απαιτεί περαιτέρω συνδρομή. Το πιο σημαντικό μέσο επιρροής είναι η άσκηση της αμφισβήτησης. Ο Pettit υποστηρίζει ότι το να έχεις ίση πρόσβαση στην επιρροή και να διασφαλίζεις ότι αυτή η επιρροή δεν είναι συγκυριακή, απαιτεί οι πολίτες να επιτρέπονται να αμφισβητούν τις ποικίλες πολιτικές αποφάσεις είτε ατομικά είτε μέσω κοινωνικών κινημάτων[17]. Η αμφισβητησιμότητα καθιστά αναγκαία την διαφάνεια στην δημόσια λήψη αποφάσεων και την αμεροληψία για την επίλυση των αμφισβητήσεων. Όπως επισημαίνει ο φιλόσοφος, η αμφισβήτηση είναι κατάλληλος τρόπος υπέρβασης της πολιτικής απάθειας και θεωρείται μορφή πολιτικής αρετής, η οποία μπορεί να επιτευχθεί ωστόσο[18].

Ανεξαρτήτως του πόσο ισχυρό μπορεί να είναι  ένα σύστημα επιρροής, πρέπει να επιβάλει λαϊκή κατεύθυνση στην κυβέρνηση. Η απαιτούμενη κατεύθυνση στην κυβέρνηση μπορεί να διασφαλιστεί μέσω της εγκαθίδρυσης ενός μοντέλου διπλής πτυχής, το οποίο ακριβώς θα συμφιλιώνει κατά το δυνατόν το δημόσιο με το ατομικό συμφέρον. Σύμφωνα με τον Pettit, η εγκαθίδρυση αυτού του μοντέλου θα ενεργοποιήσει το λαό να ασκήσει μία εξατομικευμένη, μη συγκυριακή και αποτελεσματική επιρροή στην κυβέρνηση[19]. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, «υπό το μοντέλο διπλής πτυχής ο καθένας θα έχει τις δικές του αντιλήψεις περί δικαιοσύνης διαφέροντας σε τουλάχιστον ορισμένες από τις πολιτικές τις οποίες νομίζουν ότι η δικαιοσύνη απαιτεί…Ενώ καμία πλευρά δεν μπορεί να προσδοκά πλήρη νίκη σε κοινωνία όπου ο πλουραλισμός κυριαρχεί..εκείνοι μπορούν ακόμα να προσδοκούν ότι οι πολιτικές και οι διαδικασίες που εγκαθιδρύονται, δεν πρόκειται να προσβάλουν ριζικά τις πιο κεντρικές αρχές τους»[20]. Συμπερασματικά, ο Pettit εγκρίνει ένα μοντέλο δημοκρατίας, το οποίο παρέχει την ευκαιρία στο λαό να ασκεί ισχυρό έλεγχο στην κυβέρνηση, ώστε να μην καταπιεστεί η ελευθερία.

Ανακεφαλαιώνοντας, η Hannah Arendt και ο Philip Pettit υποστηρίζουν δύο αντιλήψεις ρεπουμπλικανικής ελευθερίας, οι οποίες έχουν σημαντικές διαφορές. Η προσέγγιση της πρώτης είναι ρεπουμπλικανική διότι δίνει προτεραιότητα στην αξία της πολιτικής ζωής. Η ελευθερία εξισώνεται με το να είναι κάποιος συμμέτοχος σε ένα πολιτικό σύστημα αυτοκυβέρνησης και να ζει με τους άλλους ως ίσος στο περιβάλλον της δημόσιας σφαίρας. Ο Pettit αναβιώνει θεωρητικά τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ρεπουμπλικανικής παράδοσης και οικοδομεί ένα μοντέλο δημοκρατίας για να διασφαλιστεί η ελευθερία ως απουσία αυθαίρετης βούλησης για τα άτομα. Ο ίδιος, κατά τη γνώμη μου, είναι πιο αφοσιωμένος στις κλασικές ιδέες της εν λόγω παράδοσης, αφού το δικό του μοντέλο οικοδομείται σύμφωνα με τις θεμελιώδεις ρεπουμπλικανικές αντιλήψεις που ανάγονται ήδη στην αρχαία Ρώμη.

[1] Άρεντ Χάνα, Η ανθρώπινη κατάσταση (μτφρ. Σ. Ροζάνης- Γ. Λυκιαρδόπουλος), Αθήνα: Γνώση, 2009, σ.49

[2] Άρεντ Χάνα, όπ.π.., σ.52

[3] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι βασικές διατυπώσεις του John Locke στη Δεύτερη Πραγματεία Περί Κυβερνήσεως

[4] Arendt Hannah, Για την Επανάσταση (μτφρ. Αγγελική Στουπάκη), Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006, σ. 40.

[5] Arendt Hannah, Between Past and Future, London: Penguin Books, 2006, σ. 144-145

[6] Pettit Philip, Republicanism: A theory of Freedom and Government, Oxford: Oxford University Press, 1997, σ.22

[7] Στο ίδιο, σ.52

[8] Pettit Philip, On the people’s terms: A republican theory and  model of democracy, Cambridge: Cambridge University Press, 2012, p. 60

[9] Στο ίδιο, σ.58

[10] Pettit Philip (2012), όπ.π..,σ.58

[11] Στο ίδιο

[12] Όπ.π

[13] Όπ.π.,σ.59

[14] Arendt Hannah, Υπόσχεση Πολιτικής (μτφρ. Κ.Χαλμούκου), Αθήνα: Κέδρος, 2009, σ.175-176

[15] Βλ. Arendt Hannah (2006), όπ.., κεφ. 5

[16] Pettit Philip (2012), όπ..,σ.166-179

[17] Pettit Philip (2012), όπ.., σ.215-218, 225-229

[18] Όπ.π., σ.228-229

[19] Όπ.π., σ.280

[20] Οπ.π., σ.279


Aπό:http://www.respublica.gr/2018/05/column/%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%B5/?subscribe=error#blog_subscription-3