IT’S ALL OVER NOW, BABY BLUE…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Ζαχαριάδης

Χαρακτηρίστηκε ως «το απόλυτο τραγούδι αποχαιρετισμού· δεν αφήνει ούτε μία στο εκατομμύριο για επαναπροσέγγιση». Ναι, αλλά ποια ή ποιος είναι η / ο Baby Blue; Οι εικασίες είναι πολλές: Η Baby Blue είναι η Joan Baez, είναι ο τραγουδιστής David Blue, είναι ο Paul Clayton, φίλος του Dylan… Επίσης έχει διατυπωθεί η υπόθεση πως Baby Blue είναι το folk κοινό του Dylan, το οποίο εκείνος αποχαιρετά, ετοιμάζοντας τη στροφή στο ηλεκτρικό ροκ (στο κάτω κάτω, ήταν το τελευταίο κομμάτι που έπαιξε με ακουστική το 1965 στην περίφημη εμφάνισή του στο φεστιβάλ του Newport, πριν πιάσει την ηλεκτρική, αποξενώνοντας ένα μεγάλο μέρος των μέχρι τότε φανατικών οπαδών του, που τον θεώρησαν προδότη). Ακόμα πιο ωραία είναι η ψυχαναλυτική ερμηνεία, ότι Baby Blue είναι ο ίδιος ο Dylan — δηλαδή ο folk Dylan, τον οποίον αποχαιρετά ο νέος ηλεκτρικός ροκ Dylan.

Ο ίδιος φυσικά δεν μας διαφωτίζει. Και καλά κάνει. Στο κάτω κάτω, μπορεί να μην είναι τίποτα από όλα αυτά ή —το πιθανότερο— όλα αυτά μαζί. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα περιμέναμε κατηγορηματική απάντηση από κανέναν σοβαρό συνθέτη, πόσο μάλλον από τον Dylan, που είναι και μέγας τζαναμπέτης. (Είναι ικανός να μη λέει ποιος, ποια ή τι είναι το Baby Blue μόνο και μόνο για να μας τσαντίσει.) Έχει πάντως εξηγήσει πού του ήρθε το όνομα: το έκλεψε από ένα τραγούδι του Gene Vincent: «Το τραγούδι ψηνόταν μέσα μου πολύ καιρό και θυμάμαι ότι, όταν κάθισα να το γράψω, μου ήρθε στον νου ένα τραγούδι του Gene Vincent, που το άκουγα όταν ακόμα πήγαινα σχολείο».

Σε κάθε περίπτωση, για όποιον κι αν έγραψε ο Dylan το It’s all over now Baby Blue, είναι κορυφαία κομματάρα.

You must leave now, take what you need, you think will last
But whatever you wish to keep, you better grab it fast
Yonder stands your orphan with his gun
Crying like a fire in the sun
Look out the saints are comin’ through
And it’s all over now, baby blue

The highway is for gamblers, better use your sense
Take what you have gathered from coincidence
The empty-handed painter from your streets
Is drawing crazy patterns on your sheets

This sky, too, is folding under you
And it’s all over now, baby blue

All your seasick sailors, they are rowing home
All your reindeer armies, are all going home
The lover who just walked out your door
Has taken all his blankets from the floor
The carpet, too, is moving under you
And it’s all over now, baby blue

Leave your stepping stones behind, something calls for you
Forget the dead you’ve left, they will not follow you
The vagabond who’s rapping at your door
Is standing in the clothes that you once wore
Strike another match, go start anew
And it’s all over now, baby blue

Και μερικές από τις καλύτερες διασκευές:

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2018/05/01/its-all-over-now-baby-blue/

 

Joe Hill, ο άνθρωπος που δε πέθανε ποτέ…


Joe hill002.jpg

Είναι 19 Νοεμβρίου 1915, στο προαύλιο του κρατικού σωφρονιστηρίου της Γιούτα στο Σωλτ Λέικ Σίτυ. Πέντε τυφεκιοφόροι στοχεύουν προσεκτικά έναν καταδικασμένο συνδικαλιστή των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW), τον Joe Hill, στέκεται μπροστά τους όρθιος, ευθυτενής και περήφανος.

«Πυρ!» φωνάζει με θάρρος.

Το εκτελεστικό απόσπασμα δεν αστόχησε. Αλλά όπως λέει η λαϊκή μπαλάντα του Joe Hill, «δεν πέθανε ποτέ». Συνεχίζει να ζει ως ένα από τα πιο ανθεκτικά και επιδραστικά αμερικανικά σύμβολα.

Η ιστορία του Joe Hill είναι αυτή του μάρτυρα της εργατικής τάξης που κατηγορήθηκε για δολοφονία από έναν λυσσαλέα αντεργατικό εργοδότη και κυβερνητικές δυνάμεις, ένα άτομο που δεν υποχώρησε ποτέ στην μάχη για τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, το οποίο δεν υποχώρησε ποτέ στις προσπάθειές του να τους ενώσει για τη συλλογική δράση, ουσιαστική αν επρόκειτο να νικήσουν τους πλούσιους και ισχυρούς καταπιεστές τους.

Η ιστορία του είναι η ιστορία ενός ατόμου και μιας οργάνωσης που καταστράφηκαν από την κυβερνητική αντίθεση, αλλά παρόλα αυτά ιδιαίτερα επιτυχημένα. Όπως σημειώνει ο ιστορικός Joyce Kornbluh, οι IWW άφησαν «ένα ανεξίτηλο σημάδι στο αμερικανικό εργατικό κίνημα και την αμερικανική κοινωνία», βάζοντας τις βάσεις για το μαζικό συνδικαλισμό, που ενέπνευσε τη δημιουργία οργανώσεων για την προστασία των αστικών ελευθεριών των αντιφρονούντων, την προώθηση μεταρρυθμίσεων για τις φυλακές και τις φάρμες εργασίας (ΣτΜ: αγροτικές φυλακές), και άφησαν πίσω «μια γνήσια κληρονομιά… βιομηχανικής δημοκρατίας».

Η ιστορία του Joe Hill είναι η ιστορία ίσως του μεγαλύτερου από όλους τους λαϊκούς ποιητές, του οποίου οι απλοί, σατυρικοί στίχοι, προσαρμοσμένοι σε απλές, γνωστές μελωδίες που πρόσφεραν τόσα πολλά για να επικεντρωθούν στο κοινό σώμα των ιδανικών που απαιτούνταν για να σφυρηλατηθούν σε μια συλλογική δύναμη.

Έχετε πιθανώς ακούσει μερικοί απ’ αυτούς. Τραγούδια όπως «The Preacher and the Slave», που οι υποσχέσεις, «Θα χορτάσετε φαΐ/όταν φύγετε απ’ τη γη…/στον Παράδεισο, στον ουρανό…/όσο όμως είστε εδώ…/ Δουλειά, προσευχή και  μικρούλα αμοιβή».

Ο Ralph Chaplain, ο βάρδος των IWW που έγραψε το «Solidarity Forever», βρήκε τα τραγούδια του Hill «τόσο τραχιά σαν πλεκτά ρούχα και τόσο λεπτά όσο το μετάξι, γεμάτα γέλιο και κοφτερή σάτιρα, γεμάτα λεπτή οργή και λεπτότερη τρυφερότητα, τραγούδια από και για τον εργαζομένο, γραμμένα στη μόνη γλώσσα μπορεί να καταλάβει».

Η ιστορία του Joe Hill είναι η ιστορία ενός ατόμου που είδε με ασυνήθιστη σαφήνεια τα άδικα αποτελέσματα του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος στους εργάτες και του οποίου η ευρεία δημοσιοποίηση της δίκης και της εκτέλεσης, προειδοποίησε τους ανθρώπους σε όλο το κόσμο για τις αδικίες και τους ώθησε στη δράση.

Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που είπε στους συντρόφους του στους IWW, λίγο πριν οδηγηθεί μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα: «Μην σπαταλήστε χρόνο πενθώντας. Οργανωθείτε!».

Οι σύντροφοι του Hill που δε στόχευσαν σε τίποτα λιγότερο από το να οργανώσουν όλους τους εργαζομένους σε Ένα Μεγάλο Συνδικάτο ανεξάρτητα από τη φυλή, την υπηκοότητα, τη τέχνη ή τις εργασιακές δεξιότητες, κάλεσαν γενική απεργία για να αποσπάσουν τον έλεγχο της οικονομίας από τους καπιταλιστές αφέντες της. Το επαναστατικό μήνυμα μεταφέρθηκε στην απλή γλώσσα του εργασιακού χώρου, στα τραγούδια του Hill, του Chaplain και άλλων, από τους ρήτορες στις γωνιές των δρόμων ως το τεράστιο χείμαρρο εντύπων, συμπεριλαμβανομένων μιας δωδεκάδας ξενόγλωσσων εφημερίδων που διανέμονταν μεταξύ των πολλών ανειδίκευτων μεταναστών από Ευρωπαϊκά έθνη που οι ενώσεις είχαν παρόμοιους στόχους.

Οι εργαζόμενοι άκουγαν ξανά και ξανά ότι όλοι είχαν τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες ανάγκες και αντιμετώπιζαν τον ίδιο εχθρό. Αυτοί ήταν που δούλευαν, ενώ άλλοι έπαιρναν το κέρδος, ήταν όλοι τους μέλη της εργατικής τάξης. Το να επιδιώκουν μια θέση στη μεσαία τάξη, όπως έλεγε το κατεστημένο εργατικό κίνημα, θα σήμαινε πως πάλευαν ενάντια στους συναδέλφους τους και θα προσδένονταν σε ένα σύστημα που τους υποδούλωσε.

Η οργανωμένη θρησκεία ήταν επίσης ένα εργαλείο υποδούλωσης, για να κρατάει το βλέμμα του εργαζομένου σε εκείνη την «πίτα στον ουρανό» ενώ τον εκμεταλλεύονταν σε αυτό το κόσμο. Ο πατριωτισμός ήταν ένα κόλπο για να θέσει τους εργαζομένους του ενός έθνους ενάντια σε εκείνους του άλλου για το όφελος των καπιταλιστών χειραγωγών.

Οι οργανωτές των IWW μετέφεραν το μήνυμα στα εργοστάσια, τα ορυχεία, τους μύλους και τους καταυλισμούς υλοτόμων σε όλη τη χώρα, και στα αγροκτήματα στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και την Καλιφόρνια.

Ο στόχος του ριζοσπαστικού συνδικαλισμού στον οποίο ο Joe Hill αφιέρωσε τη ζωή του χάθηκε πριν από πολύ καιρό. Το κάλεσμα για επανάσταση ακούγεται μόλις και μετά βίας στη σημερινή θορυβώδη καπιταλιστική κοινωνία. Οι εργατικές ενώσεις δεν επιδιώκουν να πάρουν τον έλεγχο των μέσων της παραγωγής αλλά μάλλον μερίδιο από τους καρπούς ενός οικονομικού συστήματος που ελέγχεται από άλλους. Παρόλα αυτά τα φλογερά λόγια και πράξεις του Joe Hill, το θάρρος του και οι θυσίες του συνεχίζουν να εμπνέουν ακτιβιστές για τα πολιτικά, εργατικά, αστικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Τα τραγούδια του τα τραγουδούν ακόμη απεργοί εργάτες, αντιφρονούντες φοιτητές και άλλοι, σε πικετοφορίες, σε διαδηλώσεις, σε συλλαλητήρια, στους δρόμους και στα αμφιθέατρα. Αντηχούν το πνεύμα διαμαρτυρίας του και τη μαχητικότητα του, την απαίτησή του για αληθινή ισότητα, μοιράζονται την ένθερμη πίστη του στην αλληλεγγύη, ακόμη και τη χρήση τακτικών που αξιοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον Hill και τους συντρόφους του.

Ο Hill μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την πατρίδα του στη Σουηδία του το 1902, άλλαξε το όνομά του από Joel Haaglund, εργάστηκε ως ναυτικός και ως πλανόδιος θεριστής, τοποθετούσε σωλήνες, σε ορυχεία χαλκού και σε άλλες δουλειές καθώς διέσχιζε ολόκληρη τη χώρα προς το Σαν Ντιέγκο, μεταφράζοντας σε δυνατούς στίχους τις ελπίδες και τις επιθυμίες, τις απογοητεύσεις και τα παράπονα των εργατών συντρόφων του.

Στο Σαν Ντιέγκο, το Hill συμμετείχε σε μια από τις πρώτες, από τις πολλές, «μάχες ελεύθερου λόγου» που διεξάγονταν από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου ενάντια στις προσπάθειες από τις δημοτικές αρχές γύρω από τη χώρα για να σωπάσουν τους ομιλητές στους δρόμους, που ήταν καίριο κομμάτι της οργανωτικής στρατηγικής των IWW.

Λίγο καιρό μετά ο Hill ανέβηκε σε ένα τραίνο για το Σωλτ Λέικ Σίτυ, όπου βοήθησε να οργανωθεί μια επιτυχημένη απεργία οικοδόμων και άρχισε να οργανώσει μια ακόμη μάχη ελεύθερου λόγου. Μέσα σε έναν μήνα όμως, τον συνέλαβαν με τη κατηγορία πως πυροβόλησε και σκότωσε παντοπώλη και το γιο του, χαρακτηρίστηκε αμέσως εξίσου ένοχος από τις τοπικές εφημερίδες και τις αρχές. Τελικά, ο Hill καταδικάστηκε με βάση τις πιο ανίσχυρες και περιστασιακές ενδείξεις.

Ο Hill είχε μπει τρικλίζοντας στο γραφείο ενός γιατρού, μια ώρα μετά τους πυροβολισμούς, αιμορραγώντας από μια πληγή στο στήθος, λέγοντας πως αιτία ήταν η φιλονικία για μια γυναίκα. Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι η πληγή προκλήθηκε από τον παντοπώλη σε απάντηση μιας επίθεσης από τον Hill, αν και δεν παρουσίασε ως στοιχεία, ούτε το όπλο του παντοπώλη, ούτε τη σφαίρα που υποτίθεται προήλθε από αυτό. Δεν παρουσίασε το όπλο που ο Hill υποτίθεται πως χρησιμοποίησε και δεν κάλεσε ούτε ένα μάρτυρα που θα μπορούσε να αναγνωρίσει το Hill με βεβαιότητα ως δολοφόνο. Αλλά έπεισε εύκολα τους ενόρκους ότι οι δολοφονίες ήταν ένα παράδειγμα της τρομοκρατίας των IWW και ότι αφού ο Hill ήταν ηγέτης των IWW και ήταν συλληφθεί και ήταν κατηγορηθεί για το έγκλημα, ήταν ένοχος.

Καθώς οι ανώφελες εκκλήσεις του Hill πήραν το δρόμο τους μέσω των δικαστηρίων, ο κυβερνήτης William Spry της Γιούτα, κατακλείστηκε με χιλιάδες αιτήσεις και επιστολές από όλο το κόσμο που ζητούσαν χάρη ή μετατροπή της ποινής. Δεν πείστηκε ούτε καν από τις εκκλήσεις για έλεος από τον Σουηδό πρέσβη. Ούτε καν από τις εκκλήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Woodrow Wilson.

Ο κυβερνήτης έδωσε πολύ μεγαλύτερη προσοχή στις απόψεις των ισχυρών ηγετών της εκκλησίας των Μορμόνων στη Γιούτα και των ισχυρών εργοδοτικών συμφερόντων, ιδιαίτερα εκείνων που έλεγχαν τα βασικά ορυχεία χαλκού της πολιτείας. Επέμειναν ότι το άτομο που θεωρούσαν έναν από τους πιο επικίνδυνους ριζοσπάστες στη χώρα έπρεπε να πεθάνει.

Το σώμα του Joe Hill στάλθηκε στο Σικάγο, όπου αποτεφρώθηκε μετά από κηδεία ήρωα, οι στάχτες τους χωρίστηκαν και που στάλθηκαν στα τοπικά παραρτήματα των IWW για να τις σκορπίσουν στους ανέμους σε κάθε πολιτεία εκτός από τη Γιούτα. Ο Hill, με χαρακτηριστικό μαύρο χιούμορ, είχε δηλώσει πως «δεν θέλω να βρεθώ νεκρός στη Γιούτα».

Ακόμη και στο θάνατο, ο Hill δεν ήταν ασφαλής από την κυβέρνηση. Ένα πακέτο με τις στάχτες του, που στάλθηκε με καθυστέρηση σε έναν οργανωτή των IWW το 1917 για να το σκορπίσει στο Σικάγο, κατασχέθηκε από ταχυδρομικούς επιθεωρητές. Ενέργησαν στο πλαίσιο του νόμου κατασκοπείας, που πέρασε αφού εισήγαγαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εκείνη τη χρονιά, που έκανε παράνομη την ταχυδρόμηση οποιουδήποτε υλικό που υποστήριξε «την προδοσία, την εξέγερση. ή τη βίαιη αντίσταση σε οποιοδήποτε νόμο των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο φάκελος, που περιείχε μια κουταλιά από τις στάχτες του Hill, στάλθηκε στα εθνικά αρχεία στην Ουάσιγκτον. Παρέμεινε κρυμμένο εκεί μέχρι το 1988, όταν ανακαλύφθηκε και επιστράφηκε στο Σικάγο, στα άτομα που προέδρευαν σε αυτό το λίγο που απέμενε από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου, που είχαν συρρικνωθεί σε μερικές εκατοντάδες μόνο μέλη.

Το ταχυδρομείο προφανώς είχε αντιρρήσεις στον τίτλο κάτω από τη φωτογραφία του Hill στο μπροστινό μέρος του φακέλου. «Joe Hill», έγραφε– «δολοφονημένος από την καπιταλιστική τάξη, στις 19 Νοεμβρίου 1915»

Κείμενο Dick Meister (μετάφραση Δ. Πλαστήρας)

πηγή

_____________________________________________________________

«Μαμά, αυτή δεν είναι η κυρία Esma;» …


« Σχεδόν 5 με 6 ώρες πορευόμαστε.. Λάσπες, νερά ..» λέει η κυρία Esma, « Είθε ο Θεός να βοηθήσει αυτούς που θα αποπειρατωθούν να έρθουν..» Μετά απο τις ημέρες τρικυμίας που υπέστη η οικογένεια Uludağ ευελπιστούσε να επανενωθεί και πάλι… Ωστόσο η Esma Uludağ αποδείχθει να μην είχε άλλο περιθώριο ζωής.

esma_and_her_family
Η Esma και τα παιδιά της

Η συμφορά είναι καταπνυκτική για τα θύματα της.

Η συμφοράς προσέγγισε και τον δικό μας οίκο.

Μετά απο 2 χρόνια στο αντάμωμα ενός οικογενειακού πρωινού με τις 2 κόρες μου και τη σύζυγο μου, είχαμε παγώσει με την είδηση που μας κατέφθασε.

Η πικρή είδηση απο την Αθήνα αφού περιήλθε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την ρώτηση της μικρής κόρης μου « Μαμά, δεν είναι αυτή η κυρία που είχαμε συναντήσει στο προξενείο ;» είχαμε καταρρεύσει την ίδια στιγμή.

Με την κυρία Esma Uludağ που είχε καταλήξει τις πρωινές ώρες έπειτα απο καρδιακή προσβολή είχαν συναντηθεί στο προξενείο κατα την αναμονή για βίζα. « Δεν ήταν καθόλου εύκολη η ζωή στην Αθήνα για αυτήν, για την ίδια συγκεκριμένα φαινόταν ακόμη πιο αφόρητη. Καθώς είχε μικρά παιδιά. Κουραζόταν παρα πολύ, ευελπιστούσε πως σύντομα θα ερχόταν εκείνη η στιγμή που θα αντάμωνε η οικογένειά της, η στιγμή εκείνη κατα την οποία τα παιδιά της θα αντάμωναν με τον πατέρα τους,» διηγείται η σύζυγος μου.

Οι κόρες μου μεταφέρουν δακρίζοντας τα λόγια του μικρού εννοιάχρονου Veli Said με τον οποίο παίζανε στον χώρο αναμονής « Μαμά μην έρθουμε πια εδώ, πάμε να μείνουμε στην Αθήνα, κοίτα και εδώ είναι ωραία, ίσως η Γερμανία να μην είναι τόσο ωραία.»

Στον δρόμο μας που πορευόμασταν για να τους παρηγορήσουμε, η σκέψη μας περιστρεφόταν πάντα γώρω απο την μαμά Esma και τα χαριτωμένα παιδάκιά της.

Συναντάμε έπειτα τις εικόνες της τριανταδυάχρονης Esma Uludağ. Παρακολουθούμε μαζί μία βιντεοσκόπηση στην οποία βλέπουμε την ίδια πριν από 6 μήνες ενθουσιασμένη και γεμάτη συγκίνηση αφού κατάφεραν σώοι και αβλαβείς να διασχίσουν τον ποταμό Έβρο να κάνει δηλώσεις προς τον φακό που την καταγράφει, « Σχεδόν 5 με 6 ώρες πορευόμαστε. Λάσπες, νερά..» δηλώνει η κυρία Esma. Έχοντας στην αγκαλιά το ένα απο τα παιδιά της και τα υπόλοιπα να την ακολουθούν ηγείται της πορείας. Καθ’οδόν προς τον κεντρικό δρόμο που θα τους βγάλει προς την Αθήνα, όπου τελικά θα άφηνε την τελευταία της πνοή, στέλνει τις ευχές της σε όσους πρόκειται να ακολουθήσουν την ίδια μοίρα. « Είθε ο Θεός να βοηθήσει αυτούς που θα αποπειρατωθόυν να έρθουν, ο θεός να τους σώσει..»

Όσοι είχανε γνωρίσει την Esma Uludağ, την θυμούνται για την επιμονή και την αποφασιστικότητά της, ενώ είχε πάρει και το δεύτερο της πτυχίο και ακόμη ενώ εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος, δεν είχε πάψει να συνεχίζει να αναζητά να εμπλουτίζει τη γνώση της. Αφού είχε αποφοιτήσει με πρωτιά απο την σχολή δικαστικών λειτουργών του Πανεπιστημίου Gediz, όταν ανάβηκε στο βήμα για την απονομή του πτυχίου της, συνοδευόταν απο τα 3 της παδιά με το ένα μάλιστα μόλις 38 ημερών. Αναμφίβολα η εικόνα αυτή προσέδιδε το προφίλ μιας πετυχυμένης μητέρας όπως επίσης και μιας πετυχημένης νεαρής γυναίκας.

Η κυρία Uludağ το 2007 είχε αποφοιτήσει απο το τμήμα φυσικού του Πανεπιστημίου Dokuz Eylül. Το 2009 τέλειωσε το μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστήμιο Celal Bayar. Τη χρονιά που παντρεύτηκε ξεκίνησε να εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Όταν είχε φέρει στον κόσμο και το τρίτο της παιδί, σπούδαζε στη σχολή δικαστικών λειτουργών του Πανεπιστημίου Gediz, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν και στη Νομαρχία Karabağlar. Ήταν καθηγήτρια φυσικής ταυτόχρονα.Όταν είχε αποφοιτήσει απο την τελευταία της σχολή ως αριστούχος με βαθμό 3.89 στα 4 , κατά την απονομή του πτυχίου της συνοδευόταν απο τα 3 της παιδιά, τον Veli Said, την Müşerref Zümra και το μόλις 38 ημερών βρέφος Ceyda. Όπως ακριβώς ήσαν μαζί της στο ταξίδι αναζήτης της ελπίδας έτσι ακριβώς της είχαν συμπαρασταθεί και εκείνη την ημέρα.

« Προσπάθησα να αποδείξω στον περιγύρω μου αλλά κι στον εαυτό μου ότι δεν είναι αδύνατον να εργάζεσαι,να σπουδάζεις κι ταυτόχρονα να είσαι μαμά. Την περίοδο αυτή, είχα την συμπαράσταση του συζύγου μου. Εάν μπορούσα να εισαχθώ κι στη νομική, θα ήθελα να γίνω δικηγόρος» έλεγε η ίδια, κι δεν είχαν καμία αμφιβολία ούτε ο σύζυγος ούτε ο περίγυρος της ότι θα τα κατάφερνε.

Ωστόσο αυτό δεν επιτεύχθη. Μετά την 15η Ιουλίου στην Τουρκία, η οποία ημερομηνηνία αποτέλεσε το πρόσχημα ότι το συγκεκριμένο συμβάν αποτελούσε ‘δώρο του θεού’, έτσι ώστε κάθε ανθρώπινο δικαίωμα όπως επίσης και η έννομη τάξη να παραγραφεί, κι η ίδια λοπόν επηρεάστηκε απο την επικρατούσα ανομία. Στην Τουρκία υπέστη ό,τι έπρεπε να υποστεί ένας έννομος πολίτης. Αφού πρώτα με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου εκδιώχθη απο τη δουλειά της, στη συνέχεια συλλήφθη και φυλακίστηκε… Αφού εκτίησε τρίμηνη ποινή αφέθηκε ελεύθερη υπό όρους. Η αστυνιμία έκανε δεκάδες εφόδους στο σπίτι της. Τις αφόρητες αυτές στιγμές προσπάθησε να ξεπεράσει ζώντας μακριά απο τον σύζυγο της. Επειδή ωστόσο οι πιέσεις συνεχίζονταν με αυξητική τάση, ο σύζυγος της αναγκάστηκε να πάει λαθραία στη Γερμανία κι να αναζητήσει άσυλο. Η ίδια μετέπειτα πήρε τον δρόμο για την Ελλάδα.

Ο σύζυγος μετά απο ακολουθίες ενεργειών είχε καταφέρει να πάρει άδεια παραμονής και δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Την τελευταία αυτή εξέλιξη την περίμεναν όπως κι όπως, όπως ακριβώς συμβαίνει κι με τους εκατοντάδες πρόσφυγες που παραμένουν προσωρινά στην Ελλάδα. Αφού ολοκληρώνονταν οι αναγκαίες ενέργειες, μετά απο τη δύσκολη συγκυρία στην οποία είχαν περιέλθει, θα ακολούθούσε επιτέλους η επανένωση της πενταμελούς οικογένειας. Το οποίο δεν έγινε… Η Esma Uludağ δεν είχε άλλο περιθώριο ζωής…

Ο σύζυγος της κυρίας Esma Mehmet Ali Uludağ (38) θα κουβαλάει τώρα στην καρδιά του τον καημό της αδικοχαμένης συζύγου του , και συνεπώς έχοντας επίσης στους ώμους του την ευθύνη ανατροφής των 3, 7 και 10 ετών παιδιών του θα συνεχίσει το οδοιπορικό της ζωής του.

Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα: Αρχαιολόγοι βρίσκουν πρώιμες δημοκρατικές κοινωνίες και στην Αμερική


Μετάφραση για το Νόστιμον Ήμαρ: Afterwords

Ο υποψήφιος για το πολιτικό αξίωμα βρισκόταν σε μια πλατεία, γυμνός, υποβαστάζοντας τον εαυτό του από τις γροθιές και τις κλωτσιές. Οι ιαχές του πλήθους πάλλονταν γύρω του σαν χτύποι καρδιάς. Οι άνθρωποι για τους οποίους είχε διακινδυνεύσει τη ζωή του σε πόλεμο μετά από πόλεμο εξαπέλυαν χτυπήματα και προσβολές από όλες τις κατευθύνσεις. Ο υποψήφιος αναστέναξε βαθιά. Χάρη στην εκπαίδευσή του ως πολεμιστής, ήξερε ότι έπρεπε να παραμείνει ήρεμος για να φτάσει στην επόμενη φάση της υποψηφιότητάς του.

Αυτό το βασανιστήριο, καταγεγραμμένο από έναν Ισπανό ιερέα περί τα 1500, ήταν απλώς η αρχή της μακράς διαδικασίας προσχώρησης στην κυβέρνηση της μεσοαμερικανικής πόλης της Τλαξκάλα, που χτίστηκε γύρω στα 1250 μ.Χ. στους λόφους που περιβάλλουν τη σημερινή πόλη της Τλαξκάλα του Μεξικού. Μετά την ολοκλήρωση της δοκιμασίας, ο υποψήφιος θα μπορούσε να εισέλθει στον ναό που βρισκόταν στην άκρη της πλατείας και να παραμείνει έως και για 2 χρόνια εκεί, ενώ οι ιερείς θα τον μυούσαν στον ηθικό και νομικό κώδικα της Τλαξκάλα. Θα λιμοκτονούσε και θα τον ξυλοκοπούσαν με μαστίγια μόλις έπεφτε να κοιμηθεί. Αυτός έπρεπε επίσης να προκαλέσει κοψίματα στον εαυτό του σε τελετουργίες αιματοχυσίας. Αλλά όταν θα έφευγε από τον ναό, θα ήταν κάτι περισσότερο από πολεμιστής: θα ήταν μέλος της Συγκλήτου της Τλαξκάλα, ένας από τους 100 περίπου άνδρες που λάμβαναν τις σημαντικότερες στρατιωτικές και οικονομικές αποφάσεις της πόλης.

«Θα ήθελα να δω τους σύγχρονους πολιτικούς να κάνουν όλα αυτά, μόνο και μόνο για να αποδείξουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν», λέει ο αρχαιολόγος Λέιν Φάργκερ, που στέκεται στη σκιά μιας από τις πρόσφατα αναστηλωμένες υπερυψωμένες πλατείες της Τλαξκάλα. Ο Φάργκερ διεξάγει έρευνες και ανασκαφές από το 2007, μελετώντας το πολεοδομικό σχέδιο και τον υλικό πολιτισμό ενός τύπου κοινωνίας που πολλοί αρχαιολόγοι πίστευαν κάποτε ότι δεν θα βρουν ποτέ στη Μεσοαμερική: μια δημοκρατία. «20 ή 25 χρόνια πριν, κανείς δεν θα δεχόταν ότι οργανωνόταν με τον συγκεκριμένο τρόπο», λέει ο Φάργκερ, ο οποίος εργάζεται στο ερευνητικό ίδρυμα Cinvestav στη Μερίδα του Μεξικού.

Χάρη εν μέρει στην εργασία του Ρίτσαρντ Μπλάντον, μέντορα του Φάργκερ και ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Πέρντιου του Δυτικού Λαφαγιέτ της Ιντιάνα, η Τλαξκάλα είναι μια από τις πολλές προσύγχρονες κοινωνίες σε όλο τον κόσμο που οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οργανώνονταν συλλογικά, όπου οι ηγεμόνες μοιράζονταν την εξουσία και οι απλοί πολίτες είχαν λόγο στην κυβέρνηση που εξουσίαζε τη ζωή τους.

Αυτές οι κοινωνίες δεν ήταν κατ’ ανάγκην πλήρεις δημοκρατίες, στις οποίες οι πολίτες ψήφιζαν, αλλά ήταν ριζικά διαφορετικές σε σχέση με τις αυταρχικές, κληρονομικώ δικαίω κυβερνήσεις που βρέθηκαν – ή εικάζεται ότι υπήρχαν – στις περισσότερες πρώιμες κοινωνίες. Βασιζόμενοι στις αρχικά θεωρητικές ιδέες του Μπλάντον, οι αρχαιολόγοι λένε τώρα ότι αυτές οι «συλλογικές κοινωνίες» άφησαν ενδεικτικά ίχνη στον υλικό τους πολιτισμό, όπως είναι η επαναλαμβανόμενη αρχιτεκτονική, η έμφαση στον δημόσιο χώρο έναντι των παλατιών, η εξάρτηση από την τοπική παραγωγή κι όχι από τα εξωτικά εμπορικά αγαθά και η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των ελίτ και των απλών πολιτών.

«Ο Μπλάντον και οι συνεργάτες του χάραξαν έναν νέο δρόμο στην εξέταση των δεδομένων μας», λέει η Ρίτα Ράιτ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στην πόλη της Νέας Υόρκης, που ερευνά τον πολιτισμό 5000 χρόνων της Κοιλάδας του Ινδού που βρίσκεται στη σημερινή Ινδία και το Πακιστάν, ο οποίος παρουσιάζει επίσης ενδείξεις συλλογικής άσκησης εξουσίας. «Ένα ολόκληρο νέο σύνολο ακαδημαϊκών γνώσεων προέκυψε σχετικά με τις πολύπλοκες κοινωνίες».

«Νομίζω ότι είναι μια σημαντική ανακάλυψη», συμφωνεί ο Μάικλ E. Σμιθ, αρχαιολόγος στο κρατικό πανεπιστήμιο της Αριζόνα (ASU) στο Τέμπε. «Θα το αποκαλούσα το σημαντικότερο έργο στην αρχαιολογία της πολιτικής οργάνωσης τα τελευταία 20 χρόνια». Αυτός μαζί με άλλους εργάζονται για να επεκτείνουν τις ιδέες του Μπλάντον σε μια δοκιμαστική μέθοδο, ελπίζοντας να εντοπίσουν τα συλλογικά κράτη αποκλειστικά μέσω των αντικειμένων που άφησαν πίσω τους.

Η δημοκρατία δεν είναι μια εφάπαξ υπόθεση. Έρχεται και φεύγει. Είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί.

Ρίτσαρντ Μπλάντον, Πανεπιστήμιο Πέρντιου

Τη δεκαετία του 1960, οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές του Μπλάντον δεν πίστευαν ότι υπήρχαν συλλογικές κοινωνίες στην προκολομβιανή Μεσοαμερική. Οι προσύγχρονες δημοκρατίες όπως η κλασσική Αθήνα και η μεσαιωνική Βενετία θεωρούνταν ένα αμιγώς ευρωπαϊκό φαινόμενο. Η συμβατική σοφία υποστήριζε ότι στις προσύγχρονες, μη δυτικές κοινωνίες, οι άρχοντες αποσπούσαν από τους υπόδουλούς τους εργασία και πλούτο.

Ορισμένοι μεσοαμερικανικοί πολιτισμοί μοιάζουν να ταιριάζουν με το δεσποτικό μοντέλο. Πάνω από 2000 χρόνια πριν, στις πρωτεύουσες των Ολμέκων, Σαν Λορέντζο και Λα Βέντα, κατά μήκος των ακτών του Μεξικού, οι βασιλιάδες είχαν τα πρόσωπά τους χαραγμένα σε κεφαλές από πελώριες πέτρες και ζούσαν σε παλάτια βουτηγμένοι σε εξωτικά είδη πολυτελείας, όπως πράσινη πέτρα και σιδερένιους καθρέφτες. Αιώνες αργότερα, οι βασιλιάδες των Μάγιας της κλασσικής περιόδου στο νότιο Μεξικό και στη Γουατεμάλα κατέγραφαν τις κατακτήσεις, τους γάμους και τις δυναστείες τους σε γλυφές λαξευμένες σε πέτρες. Εν τω μεταξύ, οι απλοί πολίτες ζούσαν ταπεινά σε οικισμούς διάσπαρτους γύρω από την καρδιά των πυραμίδων και των μνημείων της πόλης.

Όμως, καθώς ο Μπλάντον καταχωρούσε με την πάροδο του χρόνου τις έρευνες και τις ανασκαφές του στο Μεξικό, παρατήρησε έναν όλο και πιο μακρύ κατάλογο με τοποθεσίες που δεν συμμορφώνονταν με αυτές τις προσδοκίες. Για παράδειγμα, το Μόντε Αλμπάν, πρωτεύουσα του λαού των Ζαποτέκων στην Οαχάκα, μεταξύ 500 π.Χ. και 800 μ.Χ., δεν παρουσίαζε τις επιδεικτικές αναπαραστάσεις μεμονωμένων ηγεμόνων που ήταν τόσο συνηθισμένες στην τέχνη των Ολμέκων και της κλασσικής περιόδου των Μάγιας. Φάνηκε επίσης να στερείται ανακτόρων και βασιλικών τάφων γεμάτων με πολύτιμα αγαθά. Αντίθετα, οι ενδείξεις εξουσίας ήταν πιο ανώνυμες, συνδέονταν με κοσμολογικά σύμβολα και μακροχρόνιες θεότητες αντί με συγκεκριμένα άτομα.

Τέτοιες αποκλίσεις κίνησαν το ενδιαφέρον του Μπλάντον και τριών συνεργατών του, οι οποίοι συνέλαβαν μια νέα θεωρία, που δημοσιεύτηκε το 1996 στο Current Anthropology. Με βάση κυρίως τα μεσοαμερικανικά παραδείγματα, έθεσαν δύο μορφές, τις οποίες θα μπορούσαν να λάβουν οι κυβερνήσεις. Σύμφωνα με τον  Μπλάντον, οι μορφές αυτές είναι οι «αυταρχικές» και «συλλογικές» κυβερνήσεις. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις βασίζονταν στην εξουσία ενός μεμονωμένου άρχοντα και συχνά υποστηρίζονταν από τον πλούτο που συγκεντρωνόταν από τη μονοπώληση των φυσικών πόρων ή τον έλεγχο του εμπορίου. Σκεφτείτε τους Ολμέκους, οι οποίοι έλεγχαν τις βασικές εμπορικές οδούς του κόλπου ή ακόμα και τη σημερινή Σαουδική Αραβία, «όπου η βασιλική οικογένεια ελέγχει τη βιομηχανία πετρελαίου και την χρησιμοποιεί για να χρηματοδοτήσει τις κρατικές δραστηριότητες. Δεν χρειάζεται να λογοδοτούν στον λαό», λέει ο Μπλάντον.

Το Τεοτιουακάν προβληματίζει τους αρχαιολόγους: Εμφανίζει ενδείξεις τόσο αυταρχικής διακυβέρνησης (αυτή η μεγάλη οδός και οι πυραμίδες) όσο και συλλογικότητας (πλέγμα δρόμων και απουσία αναπαράστασης των βασιλιάδων). © MARCOS FERRO/AURORA PHOTOS

Τα συλλογικά συστήματα έδιναν έμφαση στο αξίωμα του άρχοντα, το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να καταλάβει οποιοσδήποτε στην κοινωνία: Ηγέτης γίνεσαι. Δεν γεννιέσαι. Οι φόροι ήταν αυτοί που χρηματοδοτούσαν το κράτος και τους ηγέτες του, και όχι ο εξωτερικός πλούτος. Η Τλαξκάλα, με την τελετουργία πολιτικής μύησης προκειμένου να εισέλθουν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις στο κυβερνόν συμβούλιο, είχε μια συλλογική διακυβέρνηση. Το ίδιο συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ινδία. Ο όρος «συλλογική κοινωνία» με αυτήν τη χρήση δεν σημαίνει απαραίτητα και «σοσιαλιστική κοινωνία», προσθέτει ο Μπλάντον. Οι περισσότερες από τις συλλογικές κοινωνίες που έχει μελετήσει, βασίζουν την οικονομία στην αγορά, μια οικονομία που δημιουργεί φορολογούμενους αρκετά πλούσιους, έτσι ώστε να συμβάλλουν στα δημόσια αγαθά.

Η προοπτική του Μπλάντον «ήταν πολύ ενδιαφέρουσα», λέει η Ράιτ. «Για πολύ καιρό στην αρχαιολογία, αναζητούσαμε τα σημάδια ενός βασιλιά». Τώρα οι ερευνητές έχουν μια θεωρία για να κατανοήσουν τις κοινωνίες φαινομενικά χωρίς βασιλιάδες. Αλλά για να μελετήσουν τις αρχαίες κοινωνίες χωρίς ιστορικά αρχεία, οι αρχαιολόγοι πρέπει να γνωρίζουν τι διακριτά υλικά ίχνη ενδέχεται να έχει αφήσει πίσω της μια τέτοια συλλογική κοινωνία. «Πώς θα φαινόταν πραγματικά επί τόπου; Αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα», λέει ο Μπλάντον. «Πώς θα αναγνωρίζαμε αυτά τα κράτη;»

«Εκεί είναι που βρήκαμε το σπίτι», λέει ο Φάργκερ. Πλαισιώνει την πλατφόρμα που κάποτε κρατούσε μία από τις μεγαλύτερες δημόσιες πλατείες της Τλαξκάλα και κατευθύνεται σε ένα κομμάτι γυμνού εδάφους που περιβάλλεται από πράσινο. Στο βάθος το Ποποκατέπετλ, το πιο διάσημο ηφαίστειο του Μεξικού, καπνίζει στον καθαρό χειμωνιάτικο ουρανό.

Ο Φάργκερ επισημαίνει τις αμυδρές βραχώδεις γραμμές στην αμμώδη γη, όπου στέκονταν τα τείχη πριν από 600 χρόνια. «Ήταν μια σειρά από μικρά δωμάτια που ξαναχτίστηκαν αρκετές φορές, με ένα πάτιο στο σημείο αυτό», λέει, κινούμενος μέσα στον μικρό χώρο. Από ό,τι φαίνεται, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο. Ένα σύνηθες σπίτι για έναν απλό πολίτη.

«Αλλά κοιτάξτε πού είμαστε», λέει ο Φάργκερ. «Ακριβώς μπροστά από έναν δημόσιο χώρο. Σε οποιονδήποτε άλλο Μεσοαμερικανικό χώρο, δίπλα στην κύρια πλατεία, υπάρχει συνήθως ένα τεράστιο ανάκτορο. Εδώ όμως έχουμε ένα ταπεινό σπίτι».

Τέτοιες αντιθέσεις είναι συνήθεις για την πορεία της Τλαξκάλα, λέει ο Φάργκερ. «Αυτό είναι σαν το Bizarro World του Σούπερμαν. Όλα είναι διαφορετικά από αυτά που περιμένει να δει κανείς στην Μεσοαμερική».

Οι περισσότερες Μεσοαμερικανικές πόλεις συγκεντρώνονταν σε ένα μεγαλειώδες κέντρο με πυραμίδες και πλατείες. Στην Τλαξκάλα, οι πλατείες διασκορπίζονταν σε κάθε γειτονιά, χωρίς σαφές κέντρο ή ιεραρχία. Αντί να κυβερνά από την καρδιά της πόλης, όπως έκαναν οι βασιλιάδες, ο Φάργκερ πιστεύει ότι η σύγκλητος της Τλαξκάλα συναντιόνταν πιθανότατα σε ένα μεγάλο κτίριο που βρισκόταν μόνο 1 χιλιόμετρο έξω από τα σύνορα της πόλης. Αυτή η κατανεμημένη διάταξη είναι επίσης ένδειξη της κοινής πολιτικής εξουσίας, λέει.

Οι αρχαιολόγοι έχουν αποκαλύψει εκδοχές αυτής της ασυνήθιστης διάταξης σε αρκετές άλλες Μεσοαμερικανικές πόλεις. Η μία είναι η πόλη Τρες Ζαπότες που βρίσκεται κατά μήκος της ακτής του κόλπου, η οποία άκμασε από το 400 π.Χ. έως το 300 μ.Χ., τους αιώνες αμέσως μετά την πτώση της Λα Βέντα, της τελευταίας πρωτεύουσας των Ολμέκων. Αν και οι πολίτες της Τρες Ζαπότες διατήρησαν πολλές πολιτιστικές πρακτικές των Ολμέκων, η πόλη τους δεν έμοιαζε καθόλου με τις πρωτεύουσες που υπήρχαν προηγουμένως εκεί, λέει ο Κρίστοφερ Πουλ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι στο Λέξινγκτον, ο οποίος έχει περάσει τα τελευταία 20 χρόνια κάνοντας ανασκαφές εκεί. Αντί να συγκεντρωνόταν σε ένα πολυτελές ανάκτορο, η Τρες Ζαπότες είχε τέσσερις πλατείες τοποθετημένες συστηματικά σε όλη την πόλη. Η καθεμία είχε την ίδια διάταξη με χωμάτινες πυραμίδες και δημόσιους χώρους. Οι ημερομηνίες με τη μέθοδο ραδιοάνθρακα αποκάλυψαν ότι καταλαμβάνονταν την ίδια στιγμή. Ο Πουλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν τέσσερις φατρίες που συνεργάζονταν για να κυβερνούν την Τρες Ζαπότες.

Οι συλλογικές κοινωνίες τείνουν να διατάσσουν τις πόλεις τους με συνήθεις τρόπους, με τις μεγαλύτερες να χρησιμοποιούν ακόμη και δίκτυα, λέει ο Μπλάντον, που διευκόλυναν την πλοήγηση τόσο των κατοίκων όσο και της κυβέρνησης που παρείχε υπηρεσίες. Στην πρωτεύουσα της κοιλάδας του Ινδού, Μοχέντζο-ντάρο, στο σημερινό Πακιστάν, για παράδειγμα, η τέχνη απεικονίζει μερικούς μεμονωμένους ανθρώπους, και τα σπίτια που χτίστηκαν με συνήθη μεγέθη τούβλων, σχηματίζουν οικοδομικά τετράγωνα κανονικού μεγέθους. Το αυστηρό πολεοδομικό σχέδιο ενσωμάτωνε πηγάδια και επέτρεπε σε χιλιάδες ανθρώπους να χρησιμοποιούν τουαλέτες που ήταν συνδεδεμένες με τους πρώτους αποχετευτικούς αγωγούς του κόσμου.

Ιστορία δύο πόλεων

Λίγο πριν την άφιξη των Ισπανών, δύο πολύ διαφορετικές δυνάμεις πολεμούσαν στην καρδιά του σύγχρονου Μεξικού. Η Τενοτστιτλάν, η αυταρχική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του Μεξικού, κατακτούσε σχεδόν κάθε κοινωνία που βρισκόταν στο πέρασμά της, αποσπώντας φόρους τιμής και ανθρώπινες θυσίες από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η μόνη αντίπαλος της ήταν η Τλαξκάλα, μια συλλογική δημοκρατία που βρισκόταν πάνω στα βουνά και υπερασπιζόταν σθεναρά την ελευθερία της.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό των συλλογικών κοινωνιών είναι η οικονομική ισότητα, την οποία οι αρχαιολόγοι μπορούν να συμπεράνουν από τη σύγκριση των αγαθών πλούσιων και φτωχών ανθρώπων. Στις αυτοκρατορικές κοινωνίες, όπως στην κλασική κοινωνία των Μάγιας, τα πολυτελή προϊόντα, όπως τα περίπλοκά ζωγραφισμένα είδη κεραμικής και ο νεφρίτης, εντοπίζονται μόνο στα ανάκτορα και στους βασιλικούς τάφους. Αντίθετα, στην  Τλαξκάλα άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων φαίνεται να είχαν στην κατοχή τους και να χρησιμοποιούσαν κεραμικά είδη με περίτεχνα, πολύχρωμα σχέδια. «Δεν μπορείτε να διακρίνετε μεταξύ πλουσίων και φτωχών με βάση τα πράγματα τους», λέει ο Φάργκερ. Ο Πουλ παρατηρεί παρόμοιο χάσμα στον πλούτο στην Τρες Ζαπότες. Και στην κλασική Αθήνα, ίσως στην πιο διάσημη προσύγχρονη δημοκρατία, «οι πλούσιοι άνθρωποι ζούσαν σε σπίτια που ήταν παρόμοια με αυτά των απλών πολιτών», λέει ο Μπλάντον.

Αλλά ο Σμιθ του πανεπιστημίου ASU προειδοποιεί ότι η οικονομική ισότητα δεν εγγυάται ότι η πολιτική εξουσία μοιράζεται στην κορυφή. «Υπάρχει μια σχέση [μεταξύ τους], αλλά αυτό δεν καθιστά την ανισότητα μέτρο συλλογικότητας, ή το αντίστροφο», λέει. Και παρόλο που συμφωνεί ότι η διάταξη μιας πόλης προσφέρει ενδείξεις για τη διακυβέρνηση, σημειώνει ότι οι ανασκαφές επικεντρώνονται συχνά στον κεντρικό πυρήνα μιας τοποθεσίας και μπορεί να χάσουν τις πιο απόμακρες πλατείες. Για να οριστικοποιηθεί η σύνδεση, οι αρχαιολόγοι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα από τα περίχωρα των πόλεων και πιο αυστηρές στατιστικές μεθόδους για να τα ερμηνεύσουν, λέει.

Μέχρι ο υποψήφιος να υποβληθεί στην τελετουργία πολιτικής μύησης της Τλαξκάλα, είχε ήδη αποδείξει την ανδρία του στον πόλεμο. Για αιώνες το κράτος μαχόταν ενάντια στην Αυτοκρατορία του Μεξικού, της οποίας η πρωτεύουσα, Τενοτστιτλάν, βρισκόταν ακριβώς πάνω από τα βουνά στα δυτικά. Εκεί, στην σημερινή πόλη του Μεξικού, μια ευγενής γενιά βασιλιάδων κυβερνούσε από μια μεγάλη κεντρική πλατεία. Η Τλαξκάλα ήταν το μοναδικό πολίτευμα στην περιοχή που εμπόδιζε τον έλεγχο των Mexica, μετατρέποντάς το σε ένα οικονομικό και πολιτικό νησί.

Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι οι Mexica (που ονομάζονται σήμερα Αζτέκοι) επέβαλλαν εμπορικό αποκλεισμό για να αποδυναμώνουν τους αντιπάλους τους. Παρόλα αυτά, ο Φάργκερ διαπίστωσε ότι ορισμένα αυτοκρατορικά αγαθά, όπως το αλάτι και ο πράσινος οψιανός, εξακολουθούσαν να εισρέουν στην Τλαξκάλα. Από τους 10 τόνους κεραμικών που έχει ανακαλύψει στην πόλη, μόνο τρία ή τέσσερα κομμάτια ανήκουν στους Mexica. Η αναλογία των ισότοπων άνθρακα στους σκελετούς που ανακτώνται κάτω από τις πλατείες υποδεικνύει ότι το καλαμπόκι – που μπορεί να παράγεται τοπικά και να αποθηκεύεται – κυριαρχεί στη διατροφή των ανθρώπων, ακόμη και στην πλούσια σε καλαμπόκι Μεσοαμερική. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι η Τλαξκάλα πρέπει να βασιζόταν στους πολίτες της, και όχι στις συναλλαγές ή στους φυσικούς πόρους, για να χρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές της.

Δεν υπάρχουν γραπτές πηγές σχετικά με την οικονομία της Τρες Ζαπότες. Αλλά και εκεί, τα εισαγόμενα προϊόντα ήταν σπάνια, λέει ο Πουλ, πράγμα που σημαίνει ότι και οι τέσσερις κυβερνούσες φατρίες πρέπει να βασίζονταν σε εσωτερικούς πόρους. Αυτό το μοτίβο της είναι τελείως αντίθετο σε σχέση με τον πρόγονό της, την Λα Βέντα, όπου οι αυταρχικοί ηγέτες έλεγχαν το εμπόριο και απολάμβαναν τις εξωτικές πολυτέλειες.

Και οι δύο πόλεις υποστηρίζουν την πεποίθηση του Μπλάντον και του Φάργκερ ότι ο καλύτερος προγνωστικός παράγοντας της συλλογικής κυριαρχίας είναι μια ισχυρή εσωτερική πηγή εσόδων, δηλ. οι φόροι. Οι πηγές εσόδων είναι δύσκολο να εντοπιστούν από αντικείμενα και κτίρια. Ωστόσο, μετά από έρευνα 30 προσύγχρονων κοινωνιών τεκμηριωμένων εθνογραφικά και ιστορικά, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα κράτη με εσωτερικές πηγές εσόδων χαρακτηρίζονται από υψηλό επίπεδο δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, ισχυρή κυβερνητική γραφειοκρατία και πολίτες που έχουν την εξουσία να κρίνουν τις ενέργειες των αρχόντων. «Όταν οι φορολογούμενοι πληρώνουν για το κράτος, τότε οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι πρέπει να κάνουν το σωστό», λέει ο Μπλάντον.

Τα συλλογικά κράτη μπορεί να έχουν μια άλλη τάση που μπορεί να εντοπιστεί αρχαιολογικά: προσελκύουν ανθρώπους πέρα από τα σύνορά τους, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους τέχνεργα που μπορούν να συνδεθούν με άλλους πολιτισμούς. «Όταν υπάρχει ένας συλλογικός σχηματισμός που χρηματοδοτείται από εσωτερικούς πόρους, είναι προς το συμφέρον αυτών που κυβερνούν να προσελκύουν περισσότερους ανθρώπους», λέει ο Γκάρι Φάινμαν, αρχαιολόγος στο Mουσείο Φυσικής Ιστορίας του Σικάγο, Ιλλινόι, και συνεργάτης στην εργασία του Μπλάντον (1996). Η οικονομική ισότητα και οι αγορές μπορούν επίσης να προσελκύσουν μετανάστες στις συλλογικές κοινωνίες. «Οι άνθρωποι κινούνται προς τα εκεί που πιστεύουν ότι υπάρχουν καλύτερες ευκαιρίες. Εκεί όπου μπορούν να ζήσουν. Εκεί όπου τα παιδιά τους θα τακαταφέρουν καλύτερα από εκείνους. Αυτό είναι πάντα ένα κίνητρο», λέει ο Φάινμαν.

Η Τλαξκάλα φιλοξενούσε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, πολλές από τις οποίες αποτελούνταν από πρόσφυγες που εγκατέλειπαν την κυριαρχία των Mexica, σύμφωνα με τα ισπανικά χρονικά. «Απορροφούνταν από την Τλαξκάλα με την προϋπόθεση ότι υπερασπίζονται το κράτος», λέει ο Αουρέλιο Λόπεζ Κοράλ, αρχαιολόγος που εργάζεται στον χώρο του Εθνικού Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Μεξικού. Οι καλύτεροι πολεμιστές, ανεξάρτητα από την εθνότητα τους, δικαιούνταν να ενταχθούν στη σύγκλητο, αν μπορούσαν να αντέξουν την αρχική δοκιμασία. «Είναι το αντίθετο του εθνοτικού εθνικισμού», λέει ο αρχαιολόγος Ντέιβιντ Κάρμπαλο του Πανεπιστημίου της Βοστώνης (BU).

Οι πολεμιστές Τλαξκαλτέκοι βοήθησαν την Ισπανία να κατακτήσει την κοντινή κεντρική πόλη, Τενοτστιτλάν, το 1521. Ο κονκισταδόρος Ερνάν Κορτές περιέλαβε αυτόν τον χάρτη της Τενοτστιτλάν στη δεύτερη επιστολή του προς το ισπανικό στέμμα.

Ωστόσο, τα στοιχεία δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολα κατανοητά. Περίπου 100 χιλιόμετρα από την Τλαξκάλα βρίσκεται ένας πολύ διαφορετικός μνημειακός χώρος: το Τεοτιουακάν, το οποίο κυριαρχούσε στο κεντρικό Μεξικό μεταξύ περίπου 100 μ.Χ. και 550 μ.Χ.. Ο μεγάλος Δρόμος των Νεκρών διχοτομεί την πόλη με επιβλητικές δομές, συμπεριλαμβανομένων των τεράστιων πυραμίδων του Ήλιου, της Σελήνης και του Φτερωτού Ερπετού. «Πρόκειται για μια μεγάλη πόλη», λέει ο αρχαιολόγος Σαμπούρο Σουγκιγιάμα στο πανεπιστήμιο του Αϊτσι στο Ναγκακούτε της Ιαπωνίας, ο οποίος έχει ανασκάψει μερικά από τα πιο εικονικά μέρη της πόλης, συμπεριλαμβανομένων των πυραμίδων. «Υπήρχε μια πολύ ισχυρή ηγεσία που σχεδίαζε και εκτελούσε αυτό το μνημειακό εγχείρημα». Ο Σουγκιγιάμα θεωρεί αυτόν τον ηγέτη ως συνήθη αυτοκράτορα – βασιλιά που διέθετε μεγάλη στρατιωτική δύναμη – βασιζόμενος εν μέρει στα όπλα και πολεμικές απεικονίσεις που βρέθηκαν μαζί με τα απομεινάρια μιας μαζικής ανθρώπινης θυσίας και ταφής στην Πυραμίδα του Φτερωτού Ερπετού.

Ωστόσο, η Λίντα Μανσανίγια , αρχαιολόγος στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού στην πόλη του Μεξικού, που κάνει ανασκαφές στο Τεοτιουακάν από τη δεκαετία του 1970, βλέπει την ίδια ακριβώς πόλη με διαφορετικό τρόπο. Σημειώνει ότι είναι διατεταγμένη σε ένα δίκτυο, όπου οι πολίτες ζουν σε συνήθη κτίρια που έχουν ταξινομηθεί τακτικά σε όλη την πόλη. Μεγάλοι δρόμοι χώριζαν την πόλη σε τέσσερα τεταρτημόρια, λέει. Κάθε τεταρτημόριο είχε τη δικιά του εικονογραφία –  ιπτάμενα ζώα, αιλουροειδή, φίδια ή κογιότ – που κυριαρχούσαν στην τέχνη και στην κεραμική του. Κάτω από την πυραμίδα της Σελήνης που βρίσκεται κεντρικά, θυσιάζονταν ζώα από κάθε ομάδα μαζί. Η τέχνη δεν απεικονίζει μεμονωμένους ηγέτες ή δυναστείες και η Μανσανίγια ισχυρίζεται ότι το Τεοτιουακάν κυβερνιόταν από ένα συμβούλιο τεσσάρων ηγετών. Ο καθένας αντιπροσώπευε ένα διαφορετικό τεταρτημόριο – ένα είδος συλλογικής κυβέρνησης. Στο Τεοτιουακάν, «Οι ομάδες είναι πιο σημαντικές από τα άτομα», λέει.

Οι διαφορετικές ερμηνείες τονίζουν τις προκλήσεις της εφαρμογής του μοντέλου του Μπλάντον. Ο Σμιθ σημειώνει ότι υπάρχει πάντα κάποια ασάφεια σχετικά με την πολιτική σημασία των φυσικών χαρακτηριστικών μιας τοποθεσίας. Για παράδειγμα, η συνήθης στέγαση του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού και τα εξελιγμένα συστήματα ελέγχου των υδάτων μπορούν να θεωρηθούν ενδείξεις κοινής εξουσίας, αλλά έχουν επίσης ερμηνευθεί ως ενδείξεις ολοκληρωτικού ελέγχου. «Μέχρι να δημιουργηθεί ένα μοντέλο αυστηρό και αποδεκτό από όλους, στο μυαλό μου όλα αυτά θα είναι αρκετά υποκειμενικά και υποθετικά», λέει ο Σμιθ.

Ο Κάρμπαλιο του πανεπιστημίου BU υποστηρίζει ότι η μορφή διακυβέρνησης μπορεί να μην είναι το πιο σημαντικό μέτρο αυτού που ορίζει ως συλλογικότητα ο Μπλάντον. Παρουσιάζει ένα τεράστιο εργαστήριο οψιανού που ανασκάφηκε σε μια απομακρυσμένη συνοικία του Τεοτιουακάν ως σημάδι ότι οι απλοί πολίτες οργανώνονταν από τα κάτω, ανεξάρτητα από ποιος κυβερνούσε από τον Δρόμο των Νεκρών. Αυτό κάνει το Τεοτιουακάν συλλογική κοινωνία, ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι είχε έναν μόνο βασιλιά.

Οι κοινωνίες, όπως το Τεοτιουακάν, πολύ απλά δεν υπάγονται σε τακτικές κατηγορίες, λέει ο Πουλ. Ή μπορεί να αλλάξουν οι στρατηγικές με την πάροδο του χρόνου. Στην Τρες Ζαπότες, για παράδειγμα, οι φατρίες της ελίτ μπορεί να έχουν κοινή εξουσία στην πόλη, αλλά οι πρωτεύουσες είχαν στην κατοχή τους κοντινές πόλεις, οι οποίες είχαν μια κεντρική πλατεία σύμφωνα με τη διάταξη της Τρες Ζαπότες. Στη συνέχεια, σιγά-σιγά, το αυταρχικό μοντέλο επέστρεψε στην Τρες Ζαπότες. Γύρω στο 1 μ.Χ., οι τέσσερις ομάδες της πλατείας έχασαν την αρχιτεκτονική τους συνοχή και οι μεμονωμένοι ηγεμόνες εμφανίστηκαν για άλλη μια φορά στην τέχνη της πόλης.

Οι συλλογικές κυβερνήσεις τείνουν να ακμάζουν και να παρακμάζουν. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, λέει ο Μπλάντον. Στην Οαχάκα, το πολιτικό εκκρεμές μετατοπιζόταν μεταξύ της συλλογικότητας και του αυταρχικού μοντέλου κάθε 200 έως 300 χρόνια. Αυτό φαίνεται κυρίως από τις αλλαγές στις διατάξεις των κυρίαρχων τοποθεσιών και ιστοριών που καταγράφηκαν σε αποικιακά χρονικά. «Η δημοκρατία δεν είναι μια εφάπαξ υπόθεση. Έρχεται και φεύγει. Είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί», λέει.

Σύμφωνα με την ιστορία, υπήρξε μια ιδιαίτερη ειρωνεία για τη δημοκρατία της Τλαξκάλα, όταν έφτασαν οι Ισπανοί. Μετά από αιώνες αντίστασης στην Αυτοκρατορία του Μεξικού, οι Τλαξκαλτέκοι είχαν τελικά την ευκαιρία να καταστρέψουν τους εχθρούς τους. Συμμάχησαν με τον κονκισταδόρο Ερνάν Κορτές, βοηθώντας τον να σχεδιάσει επιθέσεις στην Τενοτστιτλάν και να προστατεύσει τον στρατό του μετά την αρχική ήττα του. Αυτό επέτρεψε στις ισπανικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να προσπαθήσουν ξανά – αυτή τη φορά με επιτυχία. «Δεν είμαι σίγουρος εάν η κατάκτηση θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια της Τλαξκάλα», λέει ο Φάργκερ.

Αλλά μόλις οι Τλαξκαλτέκοι έγιναν υπόδουλοι του ισπανικού στέμματος, η δημοκρατία εξαφανίστηκε. Οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πλατείες τους στην κορυφή των λόφων και κατέβηκαν στην κοιλάδα, ιδρύοντας τη σύγχρονη πόλη της Τλαξκάλα. Όταν το Μεξικό κέρδισε την ανεξαρτησία του από την Ισπανία 3 αιώνες μετά την κατάκτηση, οι Τλαξκαλτέκοι χτυπήθηκαν ως προδότες και η κοινωνία τους σχεδόν αφανίστηκε. Χρειάστηκαν άλλα 100 χρόνια μέχρι η επανάσταση να επιστρέψει τη δημοκρατία στο σύνταγμα του Μεξικού. Τώρα, φιλόδοξοι υποψήφιοι μάχονται και πάλι για το πολιτικό τους μέλλον – όχι στην πλατεία, αλλά στην κάλπη.

Lizzie WadeMar για το Sciencemag


Aπό:http://www.nostimonimar.gr/den-itan-mono-i-ellada-archeologi-vriskoun-proimes-dimokratikes-kinonies-ke-stin-ameriki/