Η «Ακούσια Αγαμία» είναι απόδοση του “Incel”, από το “involuntary celibacy” – Μια μαζική δολοφονία…


της Ειρήνης Γεωργή

Δεν ξέρω αν το είδες, αλλά σήμερα ένας 25χρονος στον Καναδά διέπραξε μαζική δολοφονία, σκοτώνοντας 10 και τραυματίζοντας 14. Κυρίως γυναίκες. Πριν διαπράξει το έγκλημα, δήλωσε στο φέισμπουκ ότι ξεκίνησε το “Incel Rebellion”, που σημαίνει Επανάσταση της Ακούσιας Αγαμίας. Η «Ακούσια Αγαμία» είναι απόδοση του “Incel”, από το “involuntary celibacy”.

Αυτός ό όρος, το “incel”, είναι γνωστός σε πολλές σκοτεινές μεριές του ίντερνετ, ξεκινώντας από το Reddit, και μ’ αυτόν τον τρόπο αυτοπροσδιορίζονται άντρες που μισούν τις γυναίκες γιατί δεν τους κάθονται.

Αυτοί οι άντρες νομίζουν ότι οι γυναίκες δεν τους κάθονται επειδή είναι άσχημοι, ενώ στην πραγματικότητα καμιά δεν θέλει να κάνει σεξ μαζί τους γιατί είναι μισογύνηδες, βλέπουν τις γυναίκες σαν άψυχα άβουλα παιχνιδάκια και είναι φρικτοί άνθρωποι με σοβαρή έλλειψη βασικών κοινωνικών δεξιοτήτων. Αυτό όμως δεν τους σταματά από το να πιστεύουν ότι οι γυναίκες τους χρωστάνε σεξ, να συζητάνε μεταξύ τους ονλάιν πώς να τις εξαπατήσουν, να τις βιάσουν και να τις εκδικηθούν.

Δεν είναι η πρώτη μαζική δολοφονία γι’ αυτό το λόγο. Ο δολοφόνος «αφιέρωσε» την πράξη του στον προηγούμενο, έναν 22χρονο που σκότωσε 6 ανθρώπους το 2014.

Ακούσια Αγαμία. Γιατί για όλες τις γυναίκες που καλούνται να επιλέξουν μεταξύ των αντρών που θεωρούν ότι εκείνες οφείλουν να τους κάτσουν, ότι αν δεν τους κάτσουν πρέπει να τιμωρηθούν, που θα τις αντιμετωπίσουν σαν δοχείο μαλακίας, που δεν θα τους νοιάζει να τις ευχαριστήσουν, που θα τις πιέσουν να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν, και που αν παρόλα αυτά τους κάτσουν θα τις πουν πουτάνες, είναι εκούσια αγαμία. Γιατί ναι, αυτό θέλουν οι γυναίκες. Άλλωστε, εκείνες είναι που επιλέγουν.

____________________________________________________________
Advertisements

Τι θα έπρεπε να είχε κάνει η «κοινωνία» για να μην σκοτωθεί το μωρό στη Νέα Σμύρνη;…


του Άκη Γαβριηλίδη

Αναπόσπαστο τμήμα του εκσυγχρονιστικού-προοδευτικού κεκτημένου στο εσωτερικό της ελληνικής διανόησης, αλλά εν πολλοίς και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά, αποτελεί η πεποίθηση ότι κάθε φαινόμενο –ιδίως κάθε αρνητικό/ παθολογικό/ δυσάρεστο φαινόμενο- έχει «κοινωνικά αίτια».

Η πεποίθηση αυτή είναι καταρχήν και κατά βάση υγιής και χρήσιμη. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το αντανακλαστικό να αναζητάμε τις «ευρύτερες κοινωνικές αιτίες» βραχυκυκλώνει και απολήγει σε έναν αφελή κοινωνιολογισμό, αν όχι σε μία απολογητική ταυτολογία. Αυτό ιδίως συμβαίνει όταν, στη βιασύνη μας να απορρίψουμε την ερμηνεία μέσω «ατομικών αιτίων», καταλήγουμε απλώς να αντικαθιστούμε μία ουσιοκρατία με μία άλλη: αντί να προσφεύγουμε στο κυρίαρχο υποκείμενο ως έσχατη εξήγηση, προσφεύγουμε στην εξήγηση μέσω μιας φανταστικής οντότητας που αποκαλούμε «κοινωνία», «περίγυρο» ή «γενικότερες συνθήκες», και έτσι απλώς αναγορεύουμε αυτήν σε κυρίαρχο υποκείμενο, σε «τελευταία λέξη» ικανή να κλείσει το θέμα χωρίς υπόλοιπα.

Η πρόσφατη παιδοκτονία στη Νέα Σμύρνη είναι μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Όπως συμβαίνει με κάθε έγκλημα, (ενίοτε και χωρίς έγκλημα), και σε αυτή την περίπτωση αναμφίβολα είχαμε, στα επίσημα και στα κοινωνικά μέσα, μια έκλυση μίσους, επιθετικότητας και εκκλήσεων για παραδειγματική τιμωρία και εκδίκηση. Αντίστοιχα όμως, και προς αντίκρουση αυτών των εκκλήσεων, είχαμε την ανάπτυξη μιας άλλης σειράς αιτιο-/δικαιολογιών, οι οποίες, όσο και αν διατυπώθηκαν με καλές προθέσεις, ηχούν ελάχιστα ικανοποιητικές και πειστικές καθαυτές.

Όλες πηγάζουν από το ίδιο αυτό αντανακλαστικό: για το έγκλημα «φταίει η κοινωνία» (ή «η πολιτεία»).

Και γιατί φταίει η κοινωνία; Απ’ όσα διάβασα ή άκουσα εγώ, σταχυολογώ:

α) Διότι δεν έχει θεσπίσει επαρκή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.

β) Διότι δεν έχει δημιουργήσει αρκετούς βρεφονηπιακούς σταθμούς.

γ) Διότι είναι «πατριαρχική», και έτσι ενθαρρύνει τους (δυνάμει) πατεράδες να συμπεριφέρονται ανεύθυνα, επιρρίπτει ασύμμετρα ευθύνες στις μητέρες για μια εγκυμοσύνη που κρίνεται άτοπη και δεν τους παρέχει ηθικά και τεχνικά τη δυνατότητα να την διακόψουν.

δ) Διότι είναι «σεξιστική» και έτσι αντιμετωπίζει διαφορετικά την παιδοκτονία από την ανθρωποκτονία γενικά.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση βασίζεται εμφανώς σε άγνοια: στον ποινικό κώδικα, αυτή η διαφορετική μεταχείριση σαφώς υπάρχει, αλλά εξίσου σαφώς η διαφορά αυτή είναι υπέρ της παιδοκτονίας –η οποία τιμωρείται με ελαφρύτερη ποινή.

Αλλά και γενικά, το σύνολο των αντιρρήσεων αυτών δεν φαίνεται να συμποσούται σε κάτι περισσότερο από την παραδοσιακή σοφία «άραγε ποιος να ‘ναι η αιτία/ αχ κακούργα κοινωνία». Ή την παραλλαγή της, διατυπωμένη στη γλώσσα μιας θεωρίας της αντανάκλασης: «από την κόλασή μου σου φωνάζω/ εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω».

Κανείς όμως, και καμιά, δεν είναι «εικόνα» της κοινωνίας. Όποιος βγαίνει και βροντοφωνάζει –για λογαριασμό άλλων- κάτι τέτοιο, δεν φαίνεται να πετυχαίνει κάτι περισσότερο από μια τρύπα στο νερό: σύντομα διαπιστώνει ότι ο κόσμος το είχε τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι.

Όποιος θέλει να εγκαθιδρύσει με κάποια σοβαρότητα αιτιώδη σχέση ανάμεσα στη σύσταση της «κοινωνίας» και την πράξη της 22χρονης μητέρας, προσκρούει στην εξής προφανή δυσκολία: ότι η φερόμενη ως αιτία ήταν (και είναι) διαρκώς παρούσα, αλλά το φερόμενο ως αποτέλεσμα παρήχθη μόνον άπαξ. Η «κοινωνία» όλα αυτά τα χρόνια ήταν η ίδια, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο «πατριαρχική» ή «σεξιστική», με το ίδιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και με τον ίδιο αριθμό παιδικών σταθμών. Ωστόσο, ουδέποτε τα τελευταία πολλά χρόνια είχε συμβεί μία κοπέλα με αυτό το κοινωνιολογικό προφίλ να θανατώσει το βρέφος της διά της έκθεσης.

 

Το 17ο αιώνα, ο Σπινόζα είχε καταθέσει μία αποδομητική κριτική κατά της «βούλησης του θεού», δείχνοντας ότι η εν λόγω έννοια (μάλλον μη έννοια) λειτουργούσε ως άσυλο της άγνοιας, ως η απάντηση που δίνουμε όταν δεν έχουμε να δώσουμε καμία πραγματική απάντηση.

Στους διαφωτισμένους καιρούς μας, που λίγοι μπαίνουν στον κόπο να επικαλεστούν ερμηνευτικά το θεό και τη βούλησή του, το ρόλο αυτό έχει αναλάβει η έννοια/ μη έννοια της κοινωνίας και των «αιτίων» της. Από αυτή την άποψη, γίνεται περισσότερο ορατός ο παρηγορητικός χαρακτήρας της λειτουργίας της: αν πούμε ότι ένα γεγονός «έχει κοινωνικά αίτια», ίσως καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε, στον εαυτό μας και στους άλλους, την ψευδαίσθηση μιας κανονικότητας που καταλαγιάζει το άγχος απέναντι στην ανυπόφορη συνάντηση με το Πραγματικό. Αυτό ίσως είναι βραχυπρόθεσμα ένα κέρδος. Με τι αντίτιμο όμως, μακροπρόθεσμα; Με αντίτιμο, ακριβώς, την εξομάλυνση του φαινομένου, την ένταξή του σε μία προβλέψιμη κανονικότητα, ένα σύνολο νόμων, άρα τον εφησυχασμό και την αποφυγή κάθε περαιτέρω σκέψης περί αυτού.

Πράγμα που δείχνει ότι η ερμηνεία αυτή, όσο και αν στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται με φεμινιστικές αξιώσεις, ανάγεται μάλλον σε μία ανδροκρατική προσέγγιση –την παραδοσιακή  προσέγγιση του διαφωτισμού-μοντερνισμού: τα ξέρουμε όλα, ξέρουμε ποιες είναι οι αιτίες του προβλήματος και τι πρέπει να γίνει για να πάψει να συμβαίνει. Αφήστε τους επαΐοντες να αναλάβουν τη διαχείρισή του.

Ίσως μερικές φορές θα ήταν πιο γόνιμο να παραιτηθούμε από αυτή την ούτως ή άλλως πλασματική και ανήμπορη βεβαιότητα, και να αρκεστούμε σε μια επιθυμία (γνώσης) του μη-Όλου. Ας αφήσουμε το χάσμα να χάσκει. Οι άνθρωποι έχουν μέσα τους επιθετικότητα και καταστροφική δύναμη, και ενίοτε την εξασκούν. Το πότε και πώς δεν είναι προβλέψιμο. Δεν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ κάποια τέλεια οργανωμένη κοινωνία που να εξαλείφει κάθε ίχνος αυτής της επιθετικότητας· και δεν υπάρχει κάποιο καθολικό κυρίαρχο σημαίνον το οποίο να μπορεί να χωρέσει και να υπαγάγει αυτή την καταστροφικότητα κάτω από έναν εξαντλητικό νόμο, να συρράψει το ρήγμα από την ανάδυση του Πραγματικού.

Στην ανεπτυγμένη ΕΕ, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ψάχνουν φαγητό από τα σκουπίδια…


Μεγάλα τα ποσοστά στέρησης βασικών αγαθών στην ΕΕ- Πρωταγωνίστρια η Ελλάδα

Η Eurostat ανέδειξε τα αποτελέσματα του ποσοστού στέρησης βασικών αγαθών (deprivation rate) , με την Ελλάδα να κατέχει τη δεύτερη θέση, με 21.1 %, σε συνολικό μέσο όρο 6,7 %.

Τα Βαλκάνια συμπληρώνουν την «κορυφαία τριάδα» με την Βουλγαρία να φτάνει το 30 % και τη Ρουμανία το 19 %. Βέβαια, πτώσεις του ποσοστού υπήρξαν σε Ελλάδα και Ρουμανία , με την πρώτη να μειώνει το deprivation rate της κατά 2,7 και τη Ρουμανία να φτάνει σε 4,8 % μείωση. Προφανώς, αυτή η μείωση έγινε με τους χειρότερους όρους, με εργασία με ελαστικές συνθήκες εργασίας, που το μόνο που προσφέρει είναι κέρδος για την εργοδοσία.

Ωστόσο, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Σουηδία, Λουξεμβούργο, Φινλανδία και Ολλανδία εμφάνισαν ποσοστά στέρησης κάτω του 3% το 2017. Αλλά πουθενά -και ποτέ, εντός καπιταλισμού, δεν πρόκειται να- δεν έφτασε μηδενικά επίπεδα.

Τα κριτήρια για να ανήκει κάποιος/α στην κατηγορία ανθρώπων που στερούνται βασικά αγαθά είναι να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους εγκαίρως, να διατηρούν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό, να αντιμετωπίζουν έκτακτα έξοδα, να τρώνε κρέας, κοτόπουλο, ψάρι ή λαχανικά σε τακτική βάση, να έχουν τηλέφωνο, τηλεόραση, πλυντήριο ρούχων κ.τ.λ. Μία ζωή, στην οποία υπάρχουν μόνο αυτά, δεν είναι ευτυχισμένη ζωή , είναι απλώς επιβίωση.

Mε πληροφορίες από το tvxs.gr


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AF%CF%81%CE%B5%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B7%CF%84%CF%8C-%CE%B1/#.WuNhQ9_NFWc

“Ο Πόλεμος Ωφελεί μόνο τις Αντεπαναστατικές Δυνάμεις” | Συνέντευξη με τον Ζόζεφ Ντάχερ…


Συνέντευξη – Εισαγωγή: Λίνα Θεοδώρου, Αντώνης Φάρας
Μετάφραση: Αναστασία Ματσούκα
Επιμέλεια: Γιώργος Βελεγράκης

Ο Συριακός Εμφύλιος πόλεμος, συνεχίζεται για έβδομο έτος, χωρίς να είναι ακόμη ορατό το πότε θα λήξει. Κατά τη διάρκεια του πολέμου πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το μισό του συριακού πληθυσμού εκτοπίστηκε. Με αφορμή το βομβαρδισμό της Συρίας, με στόχους στρατιωτικές βάσεις του καθεστώτος στη Δαμασκό, από δυνάμεις των ΗΠΑ, ΗΒ και Γαλλίας, η συζήτηση άνοιξε με ανανεωμένο ενδιαφέρον στον ελλαδικό χώρο· διοργανώθηκαν αντιπολεμικές πορείες, διαδηλωτές επιχείρησαν να ρίξουν το άγαλμα του Harry S. Truman, και τώρα διώκονται για την αποδιδόμενη πράξη.

Ωστόσο στο αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου της Συρίας, ηγεμονική αφήγηση εντός της αριστεράς επέχει μια προσέγγιση του αντιμπεριαλισμού, η οποία λίγο πολύ, περιορίζει τη θέση του ιμπεριαλιστή αποκλειστικά στις ΗΠΑ. Η οπτική αυτή, η οποία αποτελεί πάγιο αναλυτικό εργαλείο για την ερμηνεία του κόσμου εκτός της Δύσης, αφενός υιοθετεί ένα γεωπολιτικό πρίσμα ανάγνωσης που υποβαθμίζει το κοινωνικό ως παράγοντα εξελίξεων, αφετέρου υποδηλώνει ένα καταστατικό οριενταλισμό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ως Αριστερά την πολιτική, όταν μιλάμε για τους «άλλους».

Προσπαθώντας να ρίξουμε περισσότερο φως στη συζήτηση, η οποία συσκοτίζεται παρά διασαφηνίζεται με ad hoc αντιπαραθέσεις, ζητήσαμε από τον Ζόζεφ Ντάχερ να μας απαντήσει σε μια σειρά συνολικότερες ερωτήσεις αναφορικά με τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Ο Ντάχερ είναι Ελβετο-Σύρος μαρξιστής και ακαδημαϊκός, βιβλία του οποίου έχουν εκδοθεί στα αγγλικά, όπως το «HezbollahPolitical Economy of the Party of God».

Συνέχεια