ΑΝΤΡΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ…«Τράβα μωρή να πλύνεις κάνα πιάτο»…


—του Νίκου Θεοδοσόπουλου—

«Τράβα μωρή να πλύνεις κάνα πιάτο» και άλλες ιστορίες από το cockpit — ιστορίες με γυναίκες πιλότους.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2018/04/26/its-a-mans-job/

Advertisements

Ο Συριακός Εμφύλιος, η Αντιεξουσιαστική Κριτική & τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας…


Ο πόλεμος στο Χαλέπι, 10 03 2017

Στέφανος Μπατσής

Ας αρχίσουμε από μία παραδοχή. Τα γεγονότα του συριακού εμφυλίου πολέμου δεν αποτελούν έναν γόρδιο δεσμό που καλεί για λύση το αμφίστομο ξίφος του αντιιμπεριαλισμού ή οι αντιδραστικές θεωρήσεις της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής ανάλυσης. Αντιθέτως, παραπέμπουν σ’ ένα κουβάρι με πολλά νήματα, πολλές αφετηρίες και αβέβαιη ή και συχνά αμφίσημη κατάληξη για την ερμηνεία και την πολιτική σκέψη. Άλλωστε, η πυκνή αυτή επταετία εμφανίζει σημάδια αλλαγής παραδείγματος. Από την ίδια τη μικροφυσική και τεχνολογία του πολέμου έως την επιστροφή των σημασιών στα ελεύθερα καντόνια της Ροζάβα, τίποτα δεν μοιάζει γνώριμο και καμία βεβαιότητα δεν φαίνεται να μην μπορεί να γκρεμιστεί.

Η αμηχανία σημαντικών κομματιών της Αριστεράς και του ελευθεριακού χώρου μπροστά σε αυτή τη ρευστότητα αποτυπώνεται όλο και συχνότερα σε άτοπα και παραδοξολογίες. Παρατηρείται μεταξύ κραυγών για τη “Νίκη στα όπλα του συριακού στρατού” και στήριξης στον κοινό άξονα “Άσαντ, Ρωσίας, Ιράν και Χεζμπολάχ” αλλά και μιας πρακτορολογικής και συνωμοσιολογικής ρητορικής που, δυστυχώς, όλο και συχνότερα μας επιδεικνύει τον αντισημιτισμό της. Το κείμενο αυτό, επομένως, αλλά και η εκδήλωση που συνδιοργανώνεται με κεντρικό ομιλητή τον Ζόζεφ Ντάχερ* τοποθετούνται σε μια στιγμή που ο δημόσιος διάλογος εντός των αριστερών και ελευθεριακών μικροκόσμων τείνει να εκτροχιαστεί προς θέσεις ασυνεπείς με όσα θεωρητικά πρεσβεύουν οι φορείς τους.

Μια αναγκαία επίσκεψη στο 2011

Έχει την αξία του, θεωρώ, να διατρέξουμε ευσύνοπτα τα γεγονότα, καθότι οι κραυγές που υψώνονται, συνήθως με την ευκαιρία κάποιας νέας επέμβασης του ευρωατλαντικού άξονα, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, θέτοντας κι ένα καινούριο σημείο μηδέν, λες και ο πόλεμος στη Συρία δεν είναι μια επταετής πραγματικότητα, αλλά ξεκινά και σταματά συγχρονισμένος με τα αριστερά αντιαμερικανικά αντανακλαστικά.

Πηγαίνοντας πίσω, στο 2011, θυμόμαστε τον αραβικό κόσμο να συγκλονίζεται από αυτό που οι δυτικοί δημοσιολογούντες ονόμασαν Αραβική Άνοιξη. Σε Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία οι κοινωνίες βρίσκονται σε κίνηση. Διαδηλώσεις με δημοκρατικό και κοσμικό τόνο ενάντια στην αυταρχικότητα των καθεστώτων αλλά και στις σοβούσες κοινωνικές ανισότητες, που οδηγούν με γεωμετρική ταχύτητα μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού στην εξαθλίωση. Ας μην ξεχνάμε ότι του ξεσηκωμού στη Συρία έχει προηγηθεί μια παρατεταμένη περίοδος ξηρασίας, με αποτέλεσμα την εσωτερική μετανάστευση χιλιάδων αγροτών προς τα αστικά κέντρα, όπου αντιμετώπισαν συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης και αβεβαιότητας.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι το καθεστώς Άσαντ αποτελούσε και αποτελεί μια κληρονομημένη δικτατορία, ένα αστυνομικό κράτος που αποκλείει τη διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής και τη συγκροτημένη άσκηση αντιπολίτευσης.

Ενώ στην Τυνησία και την Αίγυπτο οι δικτατορίες καταρρέουν χωρίς οι εξεγέρσεις να πάρουν το χαρακτήρα ένοπλης αντιπαράθεσης, στη Συρία ο Άσαντ είναι αποφασισμένος να διατηρήσει την εξουσία του με κάθε κόστος. Στις διεκδικήσεις για ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη απαντά με συλλήψεις, δολοφονίες και βασανισμούς. Ο συριακός στρατός ανοίγει πυρ σε ειρηνικούς διαδηλωτές, η καταστολή των αντιφρονούντων γίνεται επικίνδυνα ασφυκτική και η σύγκρουση με το καθεστώς παίρνει γρήγορα τον δρόμο του εμφυλίου πολέμου, όταν ομάδες αντικαθεστωτικών απαντούν  στη βία του συριακού κράτους.

Η κλιμάκωση είναι ραγδαία, με τις διαμαρτυρίες και τις συγκρούσεις να γενικεύονται και να αφορούν πλέον ολόκληρη τη χώρα. Οι εξεγερμένοι έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μία πλευρά τη συριακή μηχανή θανάτου του Άσαντ κι από την άλλη τις τζιχαντιστικές ομάδες της Αλ Νούσρα και του Ισλαμικού Κράτους. Ο Άσαντ άλλωστε είναι αυτός που απελευθερώνει μαζικά τζιχαντιστές από τις συριακές φυλακές, οι οποίοι στρέφονται περισσότερο ενάντια στους αντικαθεστωτικούς και στους Κούρδους της Βόρειας Συρίας παρά στο ασαντικό καθεστώς.

Η προσπάθεια αυτοοργάνωσης των περιοχών που εγκαταλείπουν οι καθεστωτικοί παίρνει, έστω σε εμβρυακό και περιορισμένο βαθμό, σάρκα και οστά μέσω της ανάδυσης πλήθους τοπικών συμβουλίων, ωστόσο βρίσκεται πιεσμένη από τη φονταμενταλιστική ετερονομία του Ισλαμικού Κράτους και την αποφασιστικότητα του Άσαντ να μην αφήσει τίποτα όρθιο μέχρι την τελική επικράτηση. Η φρίκη και η βαρβαρότητα συνθέτουν τη νέα πραγματικότητα και μοιραία κάθε προσπάθεια χειραφέτησης αφυδατώνεται και σταδιακά ηττάται. Τελευταίος σταθμός αυτής της ήττας η πτώση του ελεύθερου Αφρίν ύστερα από την επιχείρηση “Κλάδος Ελιάς” του τουρκικού στρατού και την κυνική αδιαφορία της Δύσης.

Σιγά το νέο, αλλά το κράτος σκοτώνει

Ο λογαριασμός γράφει 600.000 νεκρούς και 5-6 εκατομμύρια εκτοπισμένους πρόσφυγες σε γειτονικά κράτη ή στην Ευρώπη, αλλά θα μένει ανοιχτός όσο η κρατική θανατοπολιτική αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο διαχείρισης. Αν κάτι έπρεπε να έχουμε διδαχτεί από τα γεγονότα του συριακού εμφυλίου, είναι ότι ο κρατισμός βάζει την ταφόπλακα σε κάθε προσπάθεια χειραφέτησης και επιχειρεί να γεμίσει κάθε κενό εξουσίας με ατσάλι και αίμα. Η τέχνη του να μην κυβερνάσαι από κάποια ετερόνομη εξουσία έρχεται αντιμέτωπη με την πύκνωση του κρατισμού, την ωμή επιβολή της βίας. Ως εκ τούτου, συνιστά αυτοκαταστροφή και ακρωτηριασμό της ελεύθερης σκέψης η παροχή αλληλεγγύης σε κρατικές οντότητες (“Νίκη στο συριακό στρατό”) ή η επιλογή μεταξύ των διαφορετικών κρατικών συμμαχιών (στήριξη στον “άξονα Συρίας, Ιράν, Ρωσίας, Χεζμπολάχ”).

Ο Άσαντ, με την αρωγή της Ρωσίας και περιφερειακών δυνάμεων, επιχειρεί το μακέλεμα κάθε εναπομείνουσας φωνής αντίστασης και αντιπολίτευσης, συχνά υπό το πρόσχημα του πολέμου ενάντια στον τζιχαντισμό. Είναι πασιφανές, σε όποιον θέλει να το δει, πως το καθεστώς δεν θα σταματήσει μέχρι να διασφαλίσει πλήρως τη θέση κυριαρχίας του όσο θάνατο κι εκτοπισμό κι αν χρειαστεί να παράξει. Η χρήση ή μη χρήση χημικών όπλων τη δεδομένη στιγμή συσκοτίζει τη συζήτηση, καθώς τα εγκλήματα του ασαντικού καθεστώτος έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς μέσα στον χρόνο. Αυτό θα έπρεπε να είναι κάτι αδιαπραγμάτευτο κι από εκεί να εκκινεί κάθε συζήτηση περί απόδοσης ευθυνών.

Εντούτοις, δεν μας είναι άγνωστη και δεν παραγνωρίζουμε τη φύση και τη στόχευση της ευρωατλαντικής επέμβασης. Οι ΗΠΑ διεξάγουν σταθερά έναν πόλεμο δια αντιπροσώπων (proxy war) τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα τη ζωνοποίηση μεγάλων περιοχών, την αποσταθεροποίηση των κεντρικών εξουσιών, όταν αυτές δεν τους είναι αρεστές, και εν τέλει τη δημιουργία αποτυχημένων κρατών (failed states). Μολονότι η πρόσφατη επέμβαση ΗΠΑ και συμμάχων στη Συρία, μετά τη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Άσαντ, δύσκολα μπορεί να εγγραφεί σε ένα συνολικότερο σχέδιο και μάλλον αποτελεί περισσότερο ένα επικοινωνιακό εγχείρημα διάσωσης του αμερικανικού συμβολικού κεφαλαίου, η όλη αμερικανική στρατηγική δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

Οι ΗΠΑ, όπου δεν μπορούν οι ίδιες να επιβάλλουν την τάξη, προτιμούν το χάος και η πραγματικότητα δείχνει ότι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να την επιβάλλουν, σε μία συνεχώς πιο σύνθετη και εύθραυστη διεθνή συγκυρία.

Στην ίδια ζώνη αμηχανίας δείχνουν να καρκινοβατούν και οι παραδοσιακοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ο σημασιακός πυρήνας των οποίων βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με τις πολιτικές ελίτ να αδυνατούν να μεθερμηνεύσουν σε νέα σχήματα την απουσία νοήματος και τον αποπροσανατολισμό των δυτικών κοινωνιών. Ο δυτικοκεντρισμός τους πληγώθηκε αλλά και κινητοποιήθηκε, όταν το καμπανάκι του Ισλαμικού Κράτους ήχησε, ωστόσο ο τρόπος που οι παλιές αποικιακές δυνάμεις έχουν μάθει να διευθετούν τους λογαριασμούς τους σήμερα, μόνο ως προς το εσωτερικό τους μπορεί να λειτουργήσει κι αυτό αμφίβολα.

Εξάλλου, η συμμετοχή αφενός της Γαλλίας και της Αγγλίας κι αφετέρου του Ιράν, της Σ. Αραβίας και της Τουρκίας στις πολεμικές συρράξεις και στη συνεχώς ενεργή διαπραγμάτευση για το μέλλον της περιοχής δεν μπορεί και δεν πρέπει να κατανοείται ως αποκλειστικά υποκινούμενη από τις μεγαλύτερες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ρωσίας, καθώς τα εν λόγω κράτη εκτυλίσσουν πολλαπλές στρατηγικές, και μάλιστα φαινομενικά αντιθετικές, κοιτώντας άλλοτε στο εσωτερικό και άλλοτε στο εξωτερικό τους.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η σύγκρουση στη Συρία αποκαλύπτει τη γυμνή φύση του κρατισμού και των διαφόρων σχεδίων διαχείρισης. Η πριμοδότηση σχεδίων αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιστροφή στον προστατευτισμό του εθνοκρατισμού άπτονται, κατά τη γνώμη μου, της ιδεολογικής σύγκρουσης γύρω από τον συριακό εμφύλιο και συχνά οδηγούν τον διάλογο σε γόνιμα μονοπάτια. Ωστόσο, είναι απαράδεκτο για όσους επιθυμούν την κοινωνική απελευθέρωση να σιωπούν μπροστά στα εγκλήματα του Άσαντ και της Ρωσίας, να ταυτίζουν τις κοινωνίες με τους κρατικούς σχηματισμούς και να αποσιωπούν τις αντιπολιτευόμενες θέσεις και αντιστάσεις. Δυστυχώς οι φωνές αυτές, από ντροπαλές και χαμηλόφωνες, γίνονται σιγά-σιγά εκκωφαντικές και βρίσκουν όλο και βαθύτερο έρεισμα αφενός στα διάφορα αριστερίστικα αρτικόλεξα και αφετέρου σε τελούσες σε σύγχυση τάσεις του αναρχικού χώρου.

Τα κουλουβάχατα της ιστορίας

“Κανένα πολιτικό κόμμα, όποιο κι αν είναι το πρόγραμμά του, δεν μπορεί να αναλάβει αποτελεσματικά τη διεύθυνση του κράτους, χωρίς να γίνει εθνικό”
Μαξ Βέμπερ 1917

Η ιδεολογία του αντιιμπεριαλισμού λειτούργησε και λειτουργεί ως δίαυλος μέσα από τον οποίο η εθνική ιδεολογία εγγράφεται στο εσωτερικό των ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων. Ως ιδεολογία που συχνά επικυριαρχεί του κομμουνιστικού ή αντικαπιταλιστικού στοιχείου εντός της αριστερής πολιτικής σκέψης, εγκλωβίζει τα υποκείμενα στα ασφυκτικά όρια του έθνους κράτους, οδηγώντας τα στη νομιμοποίηση αντιδραστικών καθεστώτων και κρατικών επιλογών.

Ο αντιιμπεριαλισμός πειθαρχεί και στοιβάζει τα υποκείμενα πίσω από κρατικές επιταγές κι αναδεικνύεται ως πρώτης τάξης όπλο στα χέρια του κρατισμού και μάλιστα υπό το πρόσχημα της αντίστασης, της υποστήριξης του αδύναμου έναντι του ισχυρού.

Ο πολιτικός διάλογος γύρω από τον συριακό εμφύλιο μας αποκαλύπτει τη φύση του αντιιμπεριαλισμού σε όλη της την καθαρότητα. Ο αντιιμπεριαλισμός βλέπει μόνο τα κράτη και τις κινήσεις τους πάνω σε μια πλανητική σκακιέρα, όπου οι κοινωνίες παρακολουθούν αμέτοχες και στάσιμες. Συναφώς, ο αντιιμπεριαλισμός παραβλέπει τόσο τις λαϊκές διαμαρτυρίες εντός της συριακής κοινωνικής πραγματικότητας όσο και το πείραμα διεύρυνσης της δημοκρατίας και της ελευθερίας στα καντόνια της Ροζάβα, εφόσον η ιστορική κίνηση δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με την κρατική πολιτική.

Παραπληρωματικός του αντιιμπεριαλισμού, ο αντιαμερικανισμός προσφέρει έναν εύπεπτο και φενακισμένο αντικαπιταλισμό για εθνική κατανάλωση. Σε έναν κόσμο όλο και πιο σύνθετο, όπου διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος ίσως χάνουν τη σημασία τους, ανακουφίζει αλλά και αδρανοποιεί τα πολιτικά αντανακλαστικά μέσα από ένα απλουστευτικό και ολοποιητικό εξηγητικό σχήμα. Δυστυχώς όμως για την Αριστερά, η οποία μοιάζει να βρίσκεται σήμερα στη λάθος πλευρά της ιστορίας, από την ίδια ιδεολογική φαρέτρα αντλούν σε ολόκληρη τη Δύση και τα νέα μορφώματα της Δεξιάς, τα οποία δεν δυσκολεύονται καθόλου να προσαρμόσουν τον αντιιμπεριαλισμό και τον αντιαμερικανισμό στα μέτρα του εθνικισμού, της κλειστότητας και του υψώματος τειχών. Στα καθ’ ημάς, άλλωστε, λίγος μόνο χρόνος έχει περάσει από τη συμπόρευση στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό μερίδας της Αριστεράς με την Άκρα Δεξιά.

Από την άλλη, η γλώσσα της γεωπολιτικής, η οποία συχνά παρεισφρέει και επιτονίζει αριστερές και ελευθεριακές αναλύσεις της πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή, τις αφυδατώνει πολιτικά. Ας μην ξεχνάμε την καταγωγή και τις χρήσεις της γεωπολιτικής ανάλυσης, η οποία αποτελεί σταθερά ένα ιδεολογικοποιημένο εργαλείο στα χέρια του κρατισμού για την επιβολή των διαφόρων σχεδιασμών του.

Τα κουλουβάχατα που δεν μαθαίνουν

Αντλώντας από τη διαπίστωση του Μαξ Βέμπερ, μπορούμε να σημειώσουμε πως μόνο η συνεπής κι ευθυτενής αντίσταση στον εθνοκρατισμό και η αποκάλυψη όσων παραγόντων συνθέτουν την ιδεολογία του μας ανοίγει την προοπτική της κατανόησης και διάσωσης δυνάμει επαναστατικών στοιχείων και δυναμικών εντός των κοινωνιών.

Ακόμη, απαιτείται η παραδοχή ότι τέτοιου είδους δυναμικές μπορούν να αναπτύσσονται αυτόνομα και αντιθετικά στους κρατικούς σχεδιασμούς. Το παράδειγμα της συριακής άνοιξης είναι μπροστά μας και είναι δηλωτικό για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές κινήσεις χάνουν την αυτονομία τους και υποτάσσονται σε άνωθεν σχεδιασμούς ως υποδεέστερες, εάν υιοθετήσουμε το πρίσμα του κρατισμού. Για τον ευρωατλαντικό άξονα και τη Ρωσία οι αγώνες των Σύρων κατέχουν δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τον υποτιθέμενο πόλεμο ενάντια στην τζιχαντιστική τρομοκρατία, ενώ για την αντιιμπεριαλιστική Αριστερά είναι δευτερεύοντες σε σχέση με τον αγώνα της ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ασκείται μόνο από τη Δύση και τους συμμάχους της.

Η λογική αυτή είναι στη βάση της πατερναλιστική και δυτικοκεντρική και αποστερεί από τους Σύρους, αλλά και τους Κούρδους, τη δυνατότητα της αυτόνομης πολιτικής δράσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τρόπος με τον οποίο η αντιιμπεριαλιστική Αριστερά παρουσιάζει τους Κούρδους της Ροζάβα ως αφελή υποκείμενα που είτε εξαπατήθηκαν είτε είναι βέβαιο πως θα εξαπατηθούν από την αμερικανική στρατηγική ευφυΐα. Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος φυσικά είναι η εξύμνησή τους, όταν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντίστασης ενάντια σε τζιχαντιστικές ομάδες και η εργαλειοποίηση του αγώνα τους. Εν ολίγοις, οι Κούρδοι είναι επαρκείς ως μαχητές και αντικείμενα του εξωτικού, δυτικού βλέμματος αλλά σε καμία περίπτωση ως πολιτικά υποκείμενα που μπορούν να αυτενεργούν και να οργανώνουν τις ζωές τους χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις. Διαφορετικά, η αγωνιστικότητά τους είναι θαυμαστή και παράγει συμβολικές εικόνες αντίστασης, αλλά οι αιτίες που οδηγούν σε αυτή τη μαχητικότητα και στον ένοπλο αγώνα συγκαλύπτονται κάτω από τη σκόνη της πρακτορολογίας.

Αντίστοιχα, σαφώς προβληματική είναι και η θέση που προτάσσει το δίπολο Άσαντ ή τζιχαντισμός, θεωρώντας προτιμότερη τη διατήρηση της στυγνής δικτατορίας του ασαντικού καθεστώτος παρά την ανάδυση και επικράτηση του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Η ξεκάθαρα δυτικοκεντρική αυτή θέση, υποκρύπτει ρατσισμό και ισλαμοφοβία, θεωρώντας ουσιαστικά πως τα κράτη του μουσουλμανικού κόσμου στερούνται κάθε χειραφετητικής δυνατότητας, εγκλωβισμένα σε θρησκευτικούς αρχαϊσμούς. Επομένως, αναγκαστικά θα οργανώνουν την κοινωνική τους ζωή κάτω από μία δικτατορία ή κάποιο άλλο απολυταρχικό καθεστώς, που τουλάχιστον θα διατηρεί τους σκελετούς στη ντουλάπα.

Κι όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδανικότερη συγκυρία για να μάθουμε από τους πρόσφυγες. Είναι εδώ, μαζί μας, σ’ ένα σωρό θαυμάσια εγχειρήματα και αποδεικνύουν καθημερινά αφενός την αυτονομία και την αυτενέργειά τους κι αφετέρου τον πλούτο που κουβαλάνε.

Είναι μαζί μας στην κατάληψη προσφύγων και μεταναστών της Νοταρά, στο City Plaza, στην κατάληψη του 5ου λυκείου, στους κοινούς αγώνες ενάντια στα κέντρα κράτησης. Πολλά κομμάτια του ριζοσπαστικού χώρου προσπάθησαν και προσπαθούν να μάθουν, ακόμη κι αν χρειάζεται να αναιρέσουν παλιότερες αντιλήψεις και βεβαιότητες. Άλλα κομμάτια επέλεξαν να απέχουν της ώσμωσης αυτής, είτε οχυρωμένα πίσω από τα κληρονομημένα σχήματα των επαναστατικών υποκειμένων, των κολασμένων και της θυματοποίησης των προσφύγων είτε βλέποντας πίσω απ’ όλα τον Σόρος, τον αμερικανικό δάκτυλο και πανίσχυρα συμφέροντα που κινούν τα νήματα. Ο εγκλωβισμός των δεύτερων είναι τέτοιος κι έχει παράξει τέτοιας έντασης καχυποψία και συνωμοσιολογία που αδυνατούν να δουν μια πραγματικότητα που εκτυλίσσεται μπροστά τους, με διαφάνεια και ανοιχτές πόρτες. Καθόλου τυχαίο που σε μεγάλο βαθμό οι φωνές αυτές ταυτίζονται με θέσεις της ελληνικής αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς.

Sic semper tyrannis

Η δραματική κατάσταση στη Συρία, η επαπειλούμενη επίθεση της Τουρκίας στα ελεύθερα καντόνια της Ροζάβα αλλά και η συνθετότητα ενός πολέμου που δεν μοιάζει με κανέναν προηγούμενο, απαιτούν την αντιεξουσιαστική κριτική και πράξη αιχμηρή και σε εγρήγορση. Η επίθεση στον πυρήνα του κρατισμού πρέπει να είναι συνεχής, να καταδεικνύνει τα εγκλήματα του ασαντικού καθεστώτος αλλά και να αποκαλύπτει τους σχεδιασμός του ευρωατλαντικού άξονα. Ακόμη, να τολμήσουμε τη σύγκρουση με όσες δυνάμεις αιχμαλωτίζουν με σκουριασμένα δεσμά την ελεύθερη σκέψη, αλλά, επίσης, να τολμήσουμε και να γκρεμίσουμε όσο είναι καιρός δικές μας βεβαιότητες, οι οποίες μας κρατάνε πίσω.

Η κριτική μας αυτή, επίκαιρη όσο ποτέ, οφείλει να διδάσκεται από το ταξίδι των προσφύγων και να είναι αλληλέγγυα εκεί όπου η ελευθερία αντεπιτίθεται, δηλαδή στο πείραμα δημοκρατικού συνομοσπονδισμού της Ροζάβα. Οι αυτοκυβερνούμενες, αμεσοδημοκρατικές περιοχές της Ροζάβα αποδεικνύουν πως το παιχνίδι κράτους και εξουσίας δεν είναι πάντα ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος και ότι οι κοινωνίες μπορούν να δημιουργούν χώρο ανάμεσα στις τεκτονικές πλάκες της καταπίεσης, έναν χώρο αυτονομίας και άσκησης της τέχνης του να μην κυβερνάσαι. Η δυνατότητα διεύρυνσης των ελευθεριακών χαρακτηριστικών αυτού του παραδείγματος και η επιρροή που μπορεί να ασκήσει στους λαούς της περιοχής, ας αποτελέσει μια αισιόδοξη κατακλείδα σε μια σειρά απαισιόδοξων αλλά αναγκαίων συμπερασμάτων, με την ευχή να δούμε άμεσα το τσάκισμα των τυράννων.

—————————————————-

** Φωτογραφία: Ο πόλεμος στο Χαλέπι, 10.03.2017

image_pdfimage_print
___________________________________________________________

Η ιστορία σαν μάρτυρας…


 Τα παπαγαλάκια διάφορων υπηρεσιών, και πολλοί περισσότεροι ρηχοί, αφελείς ή αδιάφοροι για το τι συμβαίνει στη μέση Ανατολή γενικά και στην Παλαιστίνη ειδικά εδώ και δεκαετίες, κατηγορούν όσους καταγγέλουν τον ισραηλινό ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό, ρατσισμό για «αντισημιτισμό». Δηλαδή σαν σχεδόν «νεοναζισμό». Πρόκειται για ένα ιδεολογικό σχέδιο που δημιούργησαν οι ισραηλινές υπηρεσίες στα ‘90s (ως τότε το παλαιστινιακό απελευθερωτικό κίνημα και οι διεθνείς συμπαραστάτες του ΔΕΝ κατηγορούνταν για «αντισημιτισμό», αφού τέτοια θα έπρεπε να θεωρούνται και πάμπολλα ψηφίσματα του οηε κατά του ισραήλ…) και έχει ξαναζεσταθεί (και πάλι απ’ την mossad) διεθνώς τα τελευταία χρόνια, επειδή το αποικιοκρατικό, λευκό και πρωτοκοσμικό ισραηλινό κράτος χάνει την διεθνή γεωπολιτική χρησιμότητά του.

Στις 4 Δεκέμβρη του 1948, στις σελίδες των New York Times, δημοσιεύτηκε ένα κείμενο εναντίον της επίσκεψης του ισραηλινού Menachem Begin (έγινε και πρωθυπουργός του ισραήλ το 1977). Τότε, το 1948, ήταν επικεφαλής μιας παραστρατιωτικής ισραηλινής οργάνωσης / κόμματος. Μεταξύ άλλων η επιστολή εκείνη έγραφε:

Ανάμεσα στα πιο ανησυχητικά πολιτικά φαινόμενα της εποχής μας είναι η άνοδος στο καινούργιο κράτος του ισραήλ του «κόμματος ελευθερίας» (tnuat haherut), ενός πολιτικού κόμματος που είναι πολύ κοντά ως προς τον τρόπο οργάνωσής του, τις μεθόδους του, την πολιτική του φιλοσοφία και την κοινωνική του απεύθυνση με τα ναζιστικά και τα φασιστικά κόμματα. Δημιουργήθηκε απ’ τα μέλη και στα βήματα του πρώην irgun zvai leumi, μιας τρομοκρατικής, ακροδεξιάς, σωβινιστικής οργάνωσης στην παλαιστίνη… Θα είναι απαράδεκτο αν αυτοί που είναι αντίθετοι στον φασισμό σ’ όλο τον κόσμο, εφόσον πληροφορηθούν σωστά για τον πολιτικό βίο και τις προοπτικές του κυρίου Begin, συνεχίζουν να υποστηρίζουν τον ίδιο και το κίνημα που αντιπροσωπεύει.

Ένα συνταρακτικό παράδειγμα ήταν η συμπεριφορά αυτής της οργάνωσης στο αραβικό χωριό Deir Yassin. Αυτό το χωριό, μακριά από κεντρικούς δρόμους και περικυκλωμένο από εβραϊκή γη, δεν πήρε μέρος στον πόλεμο [σ.σ.: εννοούν τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο, του 1948] και μάλιστα έδιωξε τους άραβες που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το χωριό σαν βάση τους. Στις 9 Απρίλη ομάδες τρομοκρατών επιτέθηκαν σ’ αυτό το ειρηνικό χωριό, που δεν είχε στρατιωτική αξία για την εξέλιξη του πολέμου, σκότωσαν τους περισσότερους απ’ τους κατοίκους του (240 άνδρες, γυναίκες και παιδιά) και κράτησαν ζωντανό έναν μικρό αριθμό για να τους περιφέρουν σαν αιχμαλώτους στους δρόμους της Ιερουσαλήμ.

Την επιστολή / καταγγελία την υπέγραφαν ανάμεσα σε άλλους και δύο απ’ τους πιο γνωστούς παγκόσμια εβραίους. Ο Albert Einstein και η Hannah Arendt. Το γεγονός ότι εξ αρχής το νεοδημιούργητο ισραηλινό κράτος επιδιδόταν σε μαζικούς φόνους / εθνοκάθαρση προκειμένου να διώξει τους αυτόχθονες άραβες / παλαιστίνιους δεν ήταν ούτε συμπτωματικό ούτε στιγμιαίο. Συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το γεγονός, ωστόσο, ότι τόσο κοντά στο Ολοκαύτωμα, με τόσο φρέσκια την μνήμη του ναζισμού και των εγκλημάτων του, εβραίοι μπορούσαν να καταγγείλουν χωρίς αναστολή τις «ανεπίσημες» πρακτικές του «νέου ισραηλινού κράτους» σαν ναζιστικές / φασιστικές, όπως ήταν και είναι πάντα, έχει την κεφαλαιώδη σημασία του.

Να γιατί. Οι ντόπιοι φασίστες, για παράδειγμα, προσπαθώντας να ενσωματώσουν την αντιφασιστική κριτική αντιστρέφοντάς την, οχυρώνονται πίσω απ’ το δόγμα «πρώτα οι έλληνες», και κατηγορούν τους αλληλέγγυους των μεταναστών και των προσφύγων για «ρατσισμό»· επειδή (λένε) «βάζουν σε δεύτερη μοίρα τους έλληνες»….

Με εντελώς ανάλογο τρόπο (αυτές οι «ιδέες» είναι διεθνείς…) το ισραηλινό κράτος, οι υπήκοοι και οι σύμμαχοί του, οχυρωμένοι πίσω απ’ το «πάνω απ’ όλα το ισραήλ», κατηγορούν όσους υπερασπίζονται τους αγώνες και το δίκαιο των παλαιστινίων για «αντισημιτισμό». Είναι αντιστροφή της πραγματικότητας, μέσα σ’ έναν όλο και πιο παραμορφωμένο καπιταλιστικό κόσμο. Γι’ αυτό ακριβώς οι καταγγελίες του Einstein, της Arendt και άλλων, τότε, στο μακρινό 1948, έχουν μεγάλη σημασία: προέρχονται από καθαρή σκέψη και όχι απ’ την postmodern θολούρα, σύγχιση, βλακεία – ή έμμισθη απασχόληση…

Το 1948 τέτοιες παραστρατιωτικές φασιστικές / ναζιστικές οργανώσεις υπηκόων του νέου ισραηλινού κράτους (σαν εκείνη του μετέπειτα πρωθ. του ισραήλ Begin) κατέστρεψαν 531 αραβικά / παλαιστινιακά χωριά, σκότωσαν πολλές εκατοντάδες αμάχους, και εξανδραπόδισαν περισσότερες από 700.000 ντόπιων: ήταν η εκκαθάριση και η δημιουργία του «ζωτικού χώρου» που είχε ανάγκη το ισραηλινό κράτος για την πρώτη φάση της βίαιης εδαφικής επέκτασής του. Κι αφού οι παλαιστίνιοι συνεχίζουν να αντιστέκονται, εδώ και εφτά δεκαετίες, το μιλιταριστικό, ρατσιστικό κράτος του ισράηλ συνεχίζει να τους δολοφονεί, συνεχίζει να επεκτείνεται εδαφικά εναντίον τους. Αυτός είναι ο εκλεκτός σύμμαχος του ελληνικού κράτους / κεφάλαιου / παρακράτους! Δεν μπορείτε να πείτε: για να διαλέγει τέτοιους συμμάχους πάει να πει ότι τα συμφέροντα των ντόπιων αφεντικών “κουμπώνουν” μ’ εκείνα των ισραηλινών…

Κάθε χρόνο οι παλαιστίνιοι σ’ όλο τον κόσμο θυμούνται την «ημέρα της καταστροφής». Nakba λέγεται στη γλώσσα τους: αφορά εκείνη η περίοδος της πρώτης φάσης της εθνοκάθαρσης στην Παλαιστίνη. Στις 15 Μάη φέτος, στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, στις διαδηλώσεις για την Nakba, ο σύμμαχος του ελλαδιστάν θα ξανακάνει το μόνο που ξέρει καλά…

(φωτογραφία: Αν δεν σφάξεις δεν κτίζεις ούτε κράτος ούτε πολιτική καριέρα σ’ αυτό. Τα κορμιά στη φωτογραφία είναι ό,τι άφησαν πίσω τους οι ισραηλινοί φασίστες του Begin, το 1948, όταν έφυγαν απ’ το Deir Yassin…)

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/04/i-istoria-san-martyras/

 

Έρως και Πολιτισμός – Marcuse: Η κοινωνική ψυχολογία του Freud…


“Η ιδέα του ανθρώπου που παρουσιάζεται μέσα απ’ τη Φροϋδική θεωρία αποτελεί την πιο αδιάσειστη κατηγορία του Δυτικού πολιτισμού: και ταυτόχρονα την πιο ατράνταχτη υπεράσπιση του πολιτισμού αυτού. Κατά τον Φρόυντ, η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της απώθησής του. Ο πολιτισμός περιορίζει όχι μόνο την κοινωνική αλλά και τη βιολογική του ύπαρξη, όχι μόνο μέρη της ανθρώπινης απόστασης αλλά τη δομή των ενστίκτων του καθαυτή. Απ’ την άλλη μεριά, τέτοιος περιορισμός αποτελεί την ίδια την προϋπόθεση της προόδου. Αφημένα ελεύθερα να επιδιώξουν τους φυσικούς τους σκοπούς, τα βασικά ένστικτα του ανθρώπου θα ήταν ασυμβίβαστα με κάθε είδους συνειρμό και διατήρηση διαρκείας: θα κατέστρεφαν ακόμα κι εκεί που ενώνουν.

Ο ανεξέλεγκτος Έρως είναι το ίδιο μοιραίος όπως και το θανατηφόρο αντίστοιχό του στοιχείο, το ένστικτο του θανάτου. Η καταστροφική τους δύναμη προέρχεται απ’ το γεγονός ότι επιζητούν μιαν ικανοποίηση που ο πολιτισμός αδυνατεί να τους προσφέρει: Την ικανοποίηση καθεαυτή και σαν αυτοσκοπό, οποιαδήποτε στιγμή. Γι αυτό τα ένστικτα: πρέπει, ν’ αποτραπούν απ’ το στόχο, τους, ν’ ανακοπούν στην επιδίωξή του σκοπού τους. Ο πολιτισμός αρχίζει όταν ο πρωτογενής αντικειμενικός σκοπός, η ακέραιη ικανοποίηση αναγκών, εγκαταλειφθεί αποτελεσματικά.

Ο Φρόυντ περιέγραφε την αλλαγή αυτή σαν μετασχηματισμό της αρχής της ηδονής σε αρχή της πραγματικότητας. (…) Αλλά η πραγματικότητα πού δίνει σχήμα στα ένστικτα καθώς και στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους είναι ένας κοινωνικο-ιστορικός κόσμος.

Το γεγονός ότι η αρχή της πραγματικότητας πρέπει να αποκαθίσταται συνεχώς μέσα στην ανάπτυξη του ανθρώπου δείχνει πως ο θρίαμβος της επάνω στην αρχή της ηδονής δεν ήταν ποτέ πλήρης και ποτέ σίγουρος. Μέσα στη Φροϋδική σύλληψη ο πολιτισμός δεν τερματίζει μια και καλή μια «φυσική κατάσταση». Ο,τι ο πολιτισμός υποτάσσει και απωθεί, η διεκδίκηση της αρχής της ηδονής, συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον πολιτισμό καθαυτό. Το υποσυνείδητο διατηρεί τους αντικειμενικούς σκοπούς της νικημένης αρχής της ηδονής.

Η επιστροφή των απωθημένων απαρτίζει την απαγορευμένη και υποχθόνια ιστορία του πολιτισμού. Και η διερεύνηση αυτής της ιστορίας αποκαλύπτει όχι μόνο το μυστικό του ατόμου αλλά και εκείνο του πολιτισμού. Η ατομική ψυχολογία του Φρόυντ είναι στην ίδια της την ουσία κοινωνική ψυχολογία, η απώθηση είναι ένα φαινόμενο ιστορικό.

Η αποτελεσματική υποταγή των ενστίκτων σε απωθητικούς ελέγχους επιβάλλεται όχι από τη φύση άλλα τον άνθρωπο. Ο πατριάρχης, σαν αρχέτυπο της κυριαρχίας, κάνει έναρξη της αλυσιδωτής αντίδρασης της υποδούλωσης, ανταρσίας και ενισχυμένης κυριαρχίας που χαρακτηρίζει την ιστορία του πολιτισμού.

Το ανελεύθερο άτομο ενδοπροβάλλει τους αφέντες του και τις εντολές τους στον ίδιο του το νου. Ο αγώνας κατά της ελευθερίας αναπαράγεται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου σαν η αυταπώθηση του απωθημένου ατόμου και με τη σειρά της διατηρεί τους αφέντες και τους θεσμούς τους. Αυτή είναι η διανοητική δυναμική πού ο Φρόυντ ξεδιπλώνει μπροστά μας και σα δυναμική του πολιτισμού.

Το έργο του Φρόυντ χαρακτηρίζεται από μιαν ασυμβίβαστη επιμονή να εκθέσει το απωθητικό περιεχόμενο των ύψιστων άξιων και επιτευγμάτων του πολιτισμού. Εφόσον ο Φρόυντ κάνει αυτό το πράγμα, αρνείται την εξίσωση του λόγου με τη απώθηση που πάνω σ’ αυτή θεμελιώνεται η ιδεολογία του πολιτισμού. Η μεταψυχολογία του Φρόυντ είναι μια διαρκώς ανανεούμενη προσπάθεια αποκάλυψης κι αμφισβήτησης της τρομακτικής ανάγκης να συνδέονται εσωτερικά ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα, η πρόοδος κι η ταλαιπωρία, η ελευθερία κι η δυστυχία, μια σύνδεση που σε τελευταία ανάλυση αποκαλύπτεται σαν εκείνη μεταξύ Έρωτα και Θανάτου. Ο Φρόυντ αμφισβητεί τον πολιτισμό όχι από ρομαντική ή ουτοπιστική σκοπιά αλλά με βάση την ταλαιπωρία και την αθλιότητα που συνεπάγεται η εφαρμογή του. Έτσι η πολιτιστική ελευθερία εμφανίζεται στο φως της ανελευθερίας και η πολιτιστική πρόοδος στο φως του περιορισμού. Αυτό δεν σημαίνει άρνηση του πολιτισμού: Η ανελευθερία και ο περιορισμός είναι τα αντίτιμά του.
Τα αποσπάματα από το βιβλίο: Herbert Marcuse, Έρως και Πολιτισμός, Κεφάλαιο Πρώτο: Η κρύφια τάση της ψυχανάλυσης, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1981, (σελ: 21-31).


Aπό:https://fristuti.wordpress.com/category/herbert-marcuse/