Rim Banna…


Πριν 3 βδομάδες είχατε (ίσως…) ακούσει την παλαιστίνια Rim Banna στο «πέταγμα της πεταλούδας», από μια συναυλία στο Όσλο. Καθώς οι μέρες και οι νύχτες γίνονται όλο και πιο κόκκινες απ’ το αίμα στην Παλαιστίνη, θυμίζουμε δυο ακόμα τραγούδια της.

Σήμερα, αύριο, την άλλη βδομάδα, την παράλλη, τον επόμενο μήνα και τον μεθεπόμενο, είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι… Κι ας λένε ότι θέλουν οι σκατόψυχοι, οι ατζέντηδες, τα παπαγαλάκια κάθε μαχαραγιά και οι αναίσθητοι.  Στο τέλος ξέρουμε τι θέλουν να κάνουν: να μας πυροβολούν στο κεφάλι, όπως κάνουν οι ομοϊδεάτες τους. Εκεί. Και εκεί.

Γι’ αυτό είμαστε αδιαπραγμάτευτα απέναντι!

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/04/rim-banna/

 
Advertisements

Μία Ιστορία της Καμόρα | Για το «Σάντοκαν» του Νάνι Μπαλεστρίνι…


Τηλέμαχος Δουφεξής-Αντωνόπουλος

«Το ζήτημα είναι», είπε η Αλίκη, «εάν μπορείς να κάνεις τις λέξεις
να σημαίνουν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα»
«Το ζήτημα είναι», είπε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ, «ποιος είναι το
αφεντικό –αυτό είναι όλο»

Μερικές φορές το νόημα των λέξεων εκρήγνυται, και είναι ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή της έκρηξης, τη στιγμή που το γλωσσικό σύστημα του αφεντικού -το νόημα ενός κόσμου χωρίς νόημα-γίνεται συντρίμμια, που ξεπροβάλλει μέσα από τα θραύσματα η αφηγηματική τεχνική του Νάνι Μπαλεστρίνι. Ο δυναμιτισμός των λέξεων μήπως και μπορέσει να βγει νόημα από όλα αυτά που μας συμβαίνουν, αυτή είναι η δουλειά του.

Και αυτό στο Σάντοκαν, Μια Ιστορία της Καμόρα, ξεκινάει ήδη από τον τίτλο. Σάντοκαν είναι το ψευδώνυμο του πλέον διαβόητου αφεντικού της Καμόρα κατά τη διάρκεια της γιγάντωσής της τις προηγούμενες δεκαετίες· Σάντοκαν είναι το όνομα μιας ιταλικής τηλεσειράς που παιζόταν κατά τις ίδιες δεκαετίες στην Ιταλία και προμήθευσε στον καμορίστα το ψευδώνυμό του· Σάντοκαν είναι το όνομα του πειρατή, ήρωα στα βιβλία του Σαλγκάρι που έξαψε το πάθος της αφελούς ανάγνωσης. Ο Μπαλεστρίνι, ξεκινάει αμέσως μετά ή σωστότερα πέρα από αυτό, προσθέτοντας τη λέξη Ιστορία, κάτω από ένα όνομα συνώνυμο της μυθοπλασίας προειδοποιώντας έτσι, ήδη από τον τίτλο, ότι όλο αυτό το ρομαντικοποιημένο ψεύδος για ήρωες που είναι τόσο πιο αληθινοί όσο πιο ψεύτικοι είναι, όλη αυτή η περιπέτεια που συμβαίνει πάντοτε κάπου αλλού, από κάποιους άλλους -ξεχωριστά, ιδιαίτερα εγώ- που δεν είμαστε εμείς, που δεν μπορούμε να είμαστε εμείς, αυτό ακριβώς είναι η γλώσσα του αφεντικού, απότοκο και δημιουργός του κόσμου του αφεντικού.

Η ιστορία της Καμόρα, η ιστορία των μαφιών, των bosses του εγκλήματος δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το ρομαντικό ψεύδος που περιβάλλει τους πρωταγωνιστές, τα πάθη και τα διλλήματά τους, μια αφήγηση όπου το αστυνομικό γεγονός -η ύπαρξη της Καμόρα και η βία που τη συνοδεύει- συμπίπτει ήδη με την επικύρωση της ιστορίας της. Όχι δεν είναι έτσι: το ισχύον δεν συμπίπτει με το πραγματικό: το πραγματολογικό δεν συμπίπτει με το αληθινό: η ιστορία δεν είναι ποτέ η ιστορία της πάντοτε ίδιας στιγμής, της επιβεβαίωσης αυτού που συμβαίνει και που δεν μπορεί να είναι αλλιώς, αντιθέτως, η ιστορία είναι η άρνηση αυτής της παγωμένης διάρκειας, η ιστορία είναι πάντοτε η ιστορία μιας άρνησης.

Ο Μπαλεστρίνι εκκινεί πάντοτε απ’ αυτή την υποκειμενική «φιγούρα» και εδώ στο Σάντοκαν δεν θα μπορούσε παρά να αφηγηθεί την ιστορία αυτών που δεν θέλησαν και ούτε πρόκειται να γίνουν ποτέ καμορίστες, όχι γιατί δεν μπόρεσαν αλλά γιατί δεν θέλησαν. Μολοντούτο, δεν υπάρχει κανείς αφελής συναισθηματισμός σε αυτή την προσπάθεια, ούτε, επιπλέον, η αναζήτηση κάποιου ηρωισμού –η αναζήτηση ενός εκδικητή που παίρνει τα όπλα εναντίον των μαφιόζων για παράδειγμα, ένα μοτίβο σύνηθες σε μια λογοτεχνία που δεν προσφέρει τίποτα έξω από το γεγονός ότι υπάρχει. Ο Μπαλεστρίνι αφηγείται ότι πρόκειται για μια άρνηση αναγκαία, μια άρνηση φυσική, φυσική όσο και η γλώσσα. Βρίσκεται λοιπόν στην προνομιακή θέση να μην ηθικολογεί.

Η Καμόρα είναι το αθέλητο αλλά προϋπολογισμένο προϊόν μιας διπλής αποτυχίας: της κρατικής ανεπάρκειας του αυτοαποκαλούμενου προνοιακού κράτους και της οικονομικής ένδειας που υφίσταται εντός της αυτοαποκαλούμενης κοινωνίας της αφθονίας.

Η Καμόρα, επίσης, είναι το αποτέλεσμα μιας ταξικής αντιπαλότητας όπου η προλεταριακή συνθήκη μετασχηματισμένη σε ταξικό μίσος δεν μετατρέπεται σε συνείδηση και δημιουργικότητα, αλλά, όπως παντού όπου το μίσος κυριαρχεί, στο αντίθετό του. «τα κάνει όλα άνω κάτω και από τότε αρχίζει να φουντώνει μέσα του ένα τεράστιο μίσος για τους πάντες και τα πάντα […] το κάνει επειδή τον μισεί όπως είναι βέβαιο ότι είχε μισήσει τον πατερά του είχε μισήσει τη μητέρα του είχε μισήσει το χωριό».

Νάνι Μπαλεστρίνι, Σάντοκαν: Μία ιστορία της Καμόρα, Μετάφραση: Αχιλλέας Καλαμάρας, Εκδόσεις: Βιβλιοπέλαγος, 2016, σελ. 186

Η Καμόρα είναι η ικανοποίηση των αναγκών που η διπλή αποτυχία κράτους και οικονομίας δημιούργησε, ωστόσο πρόκειται για μια ικανοποίηση μέσα στην ψευδαίσθηση: στη θέση των γυναικών και του έρωτα η εκπόρνευσή τους, στη θέση της φτώχειας η επιδεικτική κατανάλωση ενός πλούτου άχρηστου, στη θέση της παραγωγικής δραστηριότητας η κομπίνα και η σπέκουλα, στη θέση των δημόσιων θεσμών η επίπλαστη τάξη και η ιεραρχία, στη θέση της δημιουργικότητας η βία και ο φόνος. Αυτό που εξαρχής αποστερήθηκε δεν μπορεί παρά να βρει την ικανοποίησή του εντός του πλούτου της αποστέρησης.

Η Καμόρα γίνεται οικονομία και κράτος και με τη σειρά τους η οικονομία και το κράτος γίνονται μαφιόζικα. Η ιστορία της Καμόρα είναι η ιστορία της κοινωνίας που χρειάζεται την Καμόρα, του κράτους που δεν μπορεί να επιλύσει τις αντιφάσεις του χωρίς αυτήν, «αυτό που θέλουν είναι να διατηρούν μια πλαστή και υποκριτική τάξη που όμως χαροποιεί τον ψεύτη και υποκριτή κόσμο του χωριού πέρα του ότι αποφεύγουν τα προβλήματα με τις δυνάμεις της τάξης».

Αυτή η διαμάχη μεταξύ κράτους και Καμόρα είναι που προμηθεύει το υλικό για τις υποτιθέμενες ιστορίες της Καμόρα, οι οποίες μπορεί να είναι τόσο αληθινές όσο αληθινή είναι η διαμάχη. Δικαστικές έρευνες, ειδικοί επί του θέματος, ανανήψαντες, δημοσιογράφοι, αναφέρονται στη γέννηση των μαφιών και στην ύπαρξη τους και αυτό είναι ήδη η επικύρωση αυτής της ύπαρξης. Και εδώ είναι το πρόβλημα και επιπλέον η τομή του Μπαλεστρίνι. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η ιστορία της Καμόρα, η πραγματική της ιστορία, είναι η ιστορία της άρνησής της, ισοδυναμεί με την άρνηση των κοινωνικών συνθηκών και των στάσεων ζωής που τη γενούν και την εγκολπώνουν. Αρχίζει με την αφήγηση εκείνης της «φιγούρας» που λέει όχι σε κράτος και μαφίες, και που η αφήγησή αυτή κάνει τους θρύλους και τα ρομαντικά ψεύδη, που περιγράφουν αυτή τη μυθική διαμάχη «κλέφτη και αστυνόμου», να αποκαλύπτονται μέσα στην ανεπάρκειά τους.

Ο Ρομπέρτο Σαβιάνο, συγγραφέας του Γόμορρα, όντας ένας βαθύς γνώστης των εσωτερικών διαδικασιών των μαφιών και, συνεπώς, δεσμευμένος στα δικά του γραπτά από τη δικιά του γνώση, γράφει στον πρόλογο της 2ης ιταλικής έκδοσης του Σάντοκαν, ότι η προσέγγιση του Μπαλεστρίνι είναι «φαινομενολογική».

Πράγματι στα 16 κεφάλαια και τις 207 παραγράφους του Σάντοκαν το καθετί φτάνει στην έσχατη γλωσσική και νοηματική συνέπειά του. Χρησιμοποιώντας προϋπάρχον γλωσσικό υλικό (μαγνητοφωνημένες αφηγήσεις, δημοσιογραφικά άρθρα, δικαστικά έγγραφα, φήμες, αστυνομικά έγγραφα…) και αποδομώντας το με τις τεχνικές του λογοτεχνικού μοντερνισμού (συνειρμική γραφή, ενδιάθετος λόγος, απουσία σημείων στίξης, αυτονομία παραγράφων, διάσπαση αφηγηματικής  γραμμικότητας και των ενοτήτων χώρου-χρόνου) επιτυγχάνει από τη μία πλευρά να διαλύσει την αντικειμενική και αξιολογικά ουδέτερη κυρίαρχη περιγραφή και από την άλλη, αφαιρώντας από την συνειρμική γραφή κάθε υποτιθέμενο ψυχολογικό βάθος, κάθε μορφή κανονιστικής ηθικής, κάθε «εγώ» -η προσωπική αφήγηση είναι παντελώς ανώνυμη, ο συγγραφέας απουσιάζει, η δράση αφορά μόνο σε εξωτερικά συμβάντα- διαλύει όλη εκείνη τη λογοτεχνικότητα όπου το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να εκφράζει χαρούμενα τα δουλικά αισθήματά του.

Όχι: εδώ η μορφή συμπίπτει με το περιεχόμενο: ό,τι περιγράφεται είναι αδιαμφισβήτητο.

Οι επαναλήψεις των λέξεων μέσα σε κάθε μία απ’ αυτές τις, χωρίς σημεία στίξης, παραγράφους, η επανάληψη του ίδιου μοτίβου μέσα σε διαφορετικά κάθε φορά συμφραζόμενα, η ελλικοειδής γραφή όπου το αντικειμενικό γεγονός καταβυθίζεται στο καθημερινό και τούμπαλιν, η ελλειπτικότητα και οι ασυνέχειες εντούτοις εντός μιας αδιάλειπτης συνέχειας λέξεων, εξαναγκάζουν είναι η σωστή λέξη- εξαναγκάζουν, λοιπόν, τον αναγνώστη να εγκατασταθεί εντός της συνείδησης μιας εποχής και αυτή είναι η μοναδική γλώσσα, μια γλώσσα φυσική, που μπορεί να το επιτρέψει.

Σε αντίθεση με όλη εκείνη τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε ένα αδιαφοροποίητο παγκοσμιοποιημένο μαζικό κοινό όπου η ενότητά του καλλιεργείται μέσα από το νοσηρό πάθος της εισβολής στο ιδιαίτερο, το διαφορετικό, το γκροτέσκο, ο Μπαλεστρίνι αντιπροτείνει εκείνη τη λογοτεχνική συνθήκη όπου το εντόπιο ανυψώνεται στο οικουμενικό.  Ας πάρουμε για παράδειγμα μερικά αφηγηματικά στοιχεία που θεωρούνται δεδομένα ποιοί-που-πότε και ας υποθέσουμε έναν καλά ενημερωμένο αναγνώστη που γνωρίζει ότι όλα αυτά με την Καμόρα συνέβησαν εκεί και εκεί από τον τάδε και τον δείνα τότε και τότε. Το γνωστό δεν είναι ακόμα οικείο, δεν είναι συνειδητό και από αυτή την αδυναμία ξεκινάει η φαινομενολογική εκδίπλωση του Μπαλεστρίνι.

Που; Η ακρίβεια του εντοπισμού δεν αφορά στη χαρτογραφημένη βεβαιότητα. Το όνομα του τόπου είναι σβησμένο από τις σφαίρες, «υπάρχει η πινακίδα που γράφει Καλωσήρθατε στο χωριό αλλά το όνομα του χωριού δεν διαβάζεται επειδή έχει σβηστεί από έναν τεράστιο αριθμό από μαύρες τρύπες […] η πινακίδα δείχνει ότι το χωριό τελειώνει και ο δρόμος κάνει έτσι κι έτσι κι ύστερα έτσι» ούτε στην αποδεικτική ισχύ της αστυνομικής λεπτομέρειας, «ας υποθέσουμε λόγου χάρη ότι εδώ βρίσκεται αυτός ο δρόμος το μπλόκο βρίσκεται εδώ εκείνος που πρέπει να σκοτώσουν είναι εδώ». Αυτό που καθιστά τον τόπο πεδίο δράσης της Καμόρα δεν είναι τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του· πρόκειται για την πληθυντική έλλειψη που τον κάνει ό,τι είναι και απαιτεί ενός άλλου είδους χαρτογράφηση,

«επειδή το ζήτημα είναι ότι εσύ ζεις σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο δηλαδή εσύ από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν έχεις κανένα δικαίωμα καμία εγγύηση δεν έχεις τίποτα […] δημόσια μέσα μεταφοράς […] δημοτικές υπηρεσίες […] όχι εδώ στα μέρη μας δεν υπάρχει τίποτα απολύτως τίποτα δεν υπάρχει ένας κινηματογράφος ένα θέατρο μια βιβλιοθήκη ένα δημόσιο πάρκο ένα σχολείο ανεκτό […]ούτε τίποτα οτιδήποτε μπορείς να αποκτήσεις εδώ».

Ποιοι; Χρησιμοποιώντας την τοπική ιδιόλεκτο «οι γιοί του κανενός» που περιγράφει τους ανθρώπους που ανήκουν στη χαμηλότερη ταξική διαστρωμάτωση μέσω μιας εξυψωμένης λογικής αναφέρεται σε όλους όσους σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη μπορούν να περιγραφούν με αυτή τη φράση ανεξαρτήτως της εντοπιότητάς τους, «όταν μιλούσαν γι’ αυτούς […] όλοι έλεγαν το ίδιο πράγμα ότι είναι οι γιοί του κανένα δηλαδή υποπρολετάριοι τιποτένιοι».

Είναι ένας τόπος οριοθετημένος, «είναι ένας χώρος εντελώς οριοθετημένος έστω κι αν δεν υπάρχουν περιφράξεις όμως υπάρχουν οι περιπολίες […] παιδιά που γυρίζουν με τα αυτοκίνητα […] οι περίφημοι μουσκίλι», και πολλαπλασιαζόμενος και γι’αυτό παγκόσμιος είναι εδώ τώρα και ταυτόχρονα στην Πορτογαλία, τις ΗΠΑ, την Αφρική, τη Βραζιλία. Είναι ένας τόπος που θα μπορούσε να είναι παντού όπου υπάρχουν οι συνθήκες που τον κάνουν τέτοιο και παντού όπου υπάρχουν οι γιοί του κανενός.

Η ίδια φαινομενολογική εκδίπλωση συνεχίζεται αδιάλειπτη για το σύνολο των λέξεων-εννοιών-πραγματικοτήτων παρουσιαζόμενες σε όλο το κείμενο σε όλο το αντιφατικό πλέγμα των σχέσεων και συνεχώς πολλαπλασιαζόμενες. Για παράδειγμα η αντιστικτική παράθεση του ψευδεπίγραφου πλούτου και της επιδεικτικής κατανάλωσης στην προηγηθείσα ένδεια. Η αντικατάσταση της αθλιότητας με μια άλλη. Ή, η απίστευτη τυπολογία των γυναικών που υφίστανται τον ασφυκτικό έλεγχο της πατριαρχίας είτε πρόκειται για τις φεμέν ντε μαστ και τα «δωράκια» είτε για τις μαυροντυμένες μητέρες και αυτές που αναζητούν μια συντροφικότητα που να διαφεύγει από αυτόν τον έλεγχο.

Ακόμα και οι μυρουδιές, όπου η μπόχα της χωματερής, μια μετωνυμία για τις βρώμικες δουλειές στο 9ο κεφάλαιο, ολοκληρώνεται με τη μπόχα του αίματος στο νεκροτομείο στο τελευταίο κεφάλαιο. Η κόκα που από σύμβολο της νεοπλουτίστικης επιδεικτικής κατανάλωσης επανέρχεται ως το εμπόρευμα βεντέτα της Καμόρα σε επόμενη φάση ολοκληρώνοντας τον κύκλο. Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι πραγματικά ατελείωτος, θα μπορούσε να είναι λέξη προς λέξη.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της τεχνικής για μένα, είναι η λούπα της οικογένειας και ο τρόπος με τον οποίο η περιγραφή μιας παραδοσιακής ιταλικής οικογένειας μας οδηγεί στον οικογενειακό πυρήνα της Καμόρα, που μας οδηγεί στις σχέσεις πολλών οικογενειών που δημιουργούν τη μαφιόζικη φαμίλια έως ότου η οικογένεια να απεκδυθεί κάθε χαρακτηριστικό της πλην του ουσιώδους, του ελέγχου για να μας οδηγήσει σε ένα από τα ωραιότερα αποσπάσματα του βιβλίου, από αυτά που τονίζουν τον τρόπο προσέγγισης του Μπαλεστρίνι, «στα χωράφια η φατρία προτιμά λευκούς από την ανατολική Ευρώπη […] επειδή τους φέρνει εδώ με ολόκληρη την οικογένεια […] υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου γιατί είναι ένα πράγμα ο νεαρός μαροκινός ή αφρικανός που είναι μόνος του σε μια ξένη χώρα και μπορεί να δημιουργήσει μπελάδες».

Μία επόμενη αφηγηματική τεχνική είναι η μετωνυμία που στο κεφάλαιο της πολιτικής, το 8ο, φθάνει σε έναν αποκαλυπτικό παροξυσμό. Το κεφάλαιο μιλά για το χρήμα, τις μπίζνες και ολίγον από ψηφοθηρία. Η αντικειμενικότητα της δημοσιογραφίας παρουσιάζεται μέσω της φημολογίας και των μύθων, η αντικειμενικότητα μέσω της υποκρισίας, κ.ο.κ. (σελ.77)

Τέλος, υπάρχει η ειρωνεία. Για παράδειγμα το 11ο κεφάλαιο υπό τον γενικό τίτλο Αλμπανόβα, όπου Αλμπανόβα τυγχάνει να είναι το όνομα που επιχείρησε να δώσει ο Μουσολίνι σε κάποια προσπάθεια ενοποίησης δήμων και οι Καμορίστες χρησιμοποίησαν σαν εταιρικό όνομα για τις δραστηριότητές τους στην Αν. Ευρώπη, «ίσως επειδή σκέφτονται ότι είναι ένα όνομα που φέρνει γούρι» (σελ. 125). Αν και νομίζω ό,τι καλύτερο όλων είναι το κεφάλαιο Η Νίκη του Σάντοκαν, όπου η νίκη του καταλήγει σε ένα κατάλογο βίαιων θανάτων, εντελώς άσχετων και αθώων περαστικών.

Και πρέπει να δούμε ότι σε αυτή την αφήγηση δεν υπάρχει μόνο η επίκριση για το τι είδους είναι η νίκη αυτή του αρχικαμορίστα αλλά και όλης εκείνης της λογοτεχνίας που αναζητά «ήρωες». Όλοι οι ήρωες είναι φονιάδες.

Χωρίς τον φόνο και το ηθικό χρέος που δημιουργεί πιθανώς να μην υπήρχε λογοτεχνία. Το καταστατικό γεγονός της είναι ο φόνος. Το καταστατικό γεγονός της ιστορίας της Καμόρα είναι επίσης ένας φόνος. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί ο τρόπος να αφηγηθούμε τον θάνατο, τον εξαναγκαστικό βίαιο θάνατο. Στο Σάντοκαν αρχίζουμε να βρίσκουμε τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας γλώσσας, ατελούς ακόμα, αλλά ωστόσο δικιάς μας, «θυμάμαι που είδα αυτόν τον νεκρό τον πρώτο πραγματικό νεκρό που είδα από κοντά […] κοιτάει με έκπληξη επειδή δεν γνωρίζει ακόμα τι σημαίνει να σκοτώνεις […] ο Τζιάνι από μια καθωσπρέπει πλούσια καλλιεργημένη οικογένεια και όλα τα σχετικά του εξηγεί όχι μόνο σ’ αυτόν αλλά σε όλο το πουλμανάκι με το νι και με το σίγμα ποιος είναι εκείνος που σκότωσαν και για ποιον λόγο τον σκότωσαν και ποιος τον σκότωσε και όλα αυτά τα αφηγείται σαν να αφηγείται ποδοσφαιρικό αγώνα».

Σε αυτόν τον αστερισμό ειρωνείας μεταφορών, μετωνυμιών, λεκτικών θραυσμάτων υπάρχουν δύο σταθεροί άξονες που τέμνονται και συγκρατούν γύρω τους τον αστερισμό: το χρήμα και η βία.

Το χρήμα ήδη από μόνο του ένα ψευδαισθησιακό αντικείμενο που συγκαλύπτει τη βία των κοινωνικών σχέσεων, εδώ μεγενθύνεται, διογκώνεται και γίνεται το κίνητρο μιας παράλογης βίας, «αυτός κατάλαβε ότι εκεί […] υπάρχουν τα χρήματα τα αληθινά χρήματα εκείνα με τα δέκα μηδενικά» και συνεχίζει «αυτός θέλει να έχει κάτι περισσότερο θέλει να έχει την εξουσία θέλει να έχει το μάξιμουμ τα θέλει όλα έτσι είναι». Η αντιστικτική αναφορά στον τίτλο του πρώτου του βιβλίου, Τα Θέλουμε Όλα, και η μετατροπή της γιορταστικής εξέγερσης του εργάτη-μάζα και του πρώτου πληθυντικού, στην τυφλή εξέγερση της μαφιόζικης βίας και τον πρώτο ενικό, είναι η πρόσκληση του Μπαλεστρίνι να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά έχει αλλάξει. Ο αφηγητής στο Σάντοκαν είναι εντελώς ανώνυμος, για να έχει όλα τα ονόματα, για να μπορεί να διακρίνει μεταξύ πρώτου ενικού και πρώτου πληθυντικού.

Μπορεί να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο; Όχι. Είναι ένα βιβλίο που πρέπει να εγγραφεί μέσα στη γλώσσα, όχι εκείνη των αφεντικών την άλλη. Ο Αχιλλέας Καλαμάρας απέδειξε ότι τη γνωρίζει, ένα έργο δυσκολότερο από μια απλή μετάφραση.

Στο εξώφυλλο του βιβλίου η ζωγραφιά του Κώστα Μανιατόπουλου δίνει το εικονόγραπτο αντίστοιχο που αναλογεί σε ένα τέτοιο βιβλίο. Σ΄αυτή τη διαλεκτική άστεως ερήμου σ’ αυτή την πληθυντική μοναξιά όπου ξεχωρίζουν μόνο λίγες κόκκινες φιγούρες -«κόκκινοι»; ματωμένοι; διαφορετικοί;- είναι που πρέπει να αναζητηθεί μια νέα ικανότητα, μια νέα απαίτηση, μακριά από το χρήμα, τη βία και την εξουσία του θανάτου, μια απαίτηση για τρυφερότητα και ζωή. Το βιβλίο του Νάνι Μπαλεστρίνι μας δείχνει το δρόμο κατά κει «ξανάφυγα αμέσως το ίδιο βράδυ για τον Βορρά πέταξα τα ρούχα που ακόμα βρωμούσαν εκείνη τη φριχτή μπόχα του κατεψυγμένου αίματος ζήτησα να με πάνε στο σταθμό και ορκίστηκα λυσσασμένα ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ πια στο χωριό μου».

image_pdfimage_print
____________________________________________________________

Ο τοξικός στο καταφύγιο…


Αποτέλεσμα εικόνας για ο μονάρχης Salman

 

 Συγκλίνουσες πληροφορίες (απ’ αυτές που δύσκολα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο ενός δικτατορικού καθεστώτος σαν το σαουδαραβικό) υποδεικνύουν ότι μια (μάλλον κακά οργανωμένη) προσπάθεια δολοφονίας του τοξικού πρίγκηπα έγινε στο Ριάντ, το βράδυ του περασμένου Σαββάτου προς Κυριακή. Αντίπαλοι του τοξικού υποστηρίζουν ότι κάποιο στρατιωτικό απόσπασμα επιτέθηκε στο ανάκτορό του· ωστόσο απωθήθηκε απ’ την φρουρά (ενδεχoμένως μισθοφόρους της academi, πρώην blackwater…) Στην επίθεση χρησιμοποιήθηκε και ένα drone. Στη διάρκεια της επίθεσης (που κράτησε τουλάχιστον μια ώρα) ο μονάρχης Salman και ο διάδοχός του τοξικός πρίγκηπας μεταφέρθηκαν άρον άρον σε υπόγειο καταφύγιο σε αεροπορική βάση· ίσως για να είναι κοντά στη δυνατότητα διαφυγής αν η επίθεση πετύχαινε…

Το ότι ο τοξικός δεν θα πεθάνει από γεράματα είναι σίγουρο. Το κακό με τους εσωτερικούς αντιπάλους του είναι ότι θέλουν να τον ξεφορτωθούν χωρίς να χαλάσουν το παλάτι, σαν κτίριο. Πάνε να καθαρίσουν με λιανοντούφεκα… Κι έτσι καταφέρνει να την γλυτώνει (ως τώρα).

Αν πάντως χρειαστεί να την κάνει εντελώς, ξέρουμε από τώρα τις 2 πρωτεύουσες στις οποίες θα αναζητήσει καταφύγιο. Είτε στο Λονδίνο, είτε στο Παρίσι…. Τόσα ντάλαρς τους έχει ακουμπήσει, δεν θα βρουν ένα δωμάτιο στα μέτρα του;

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/04/o-toxikos-sto-katafygio/

  

Είμαστε αρκετά έξυπνοι για να νιώσουμε πόσο έξυπνα είναι τα ζώα; …


του Φρανς ντε Βάαλ

 

Η διαφορά ανάμεσα στο μυαλό του ανθρώπου και των ανώτερων ζώων, όσο μεγάλη κι αν είναι, είναι σίγουρα διαφορά βαθμού και όχι είδους

Τσαρλς Ντάργουιν (1871)

 

Ένα πρωί στις αρχές Νοεμβρίου, καθώς οι μέρες άρχιζαν να ψυχραίνουν, πρόσεξα ότι η Φράνγε, μία χιμπατζίνα, μάζευε όλα τα άχυρα από την κρεβατοκάμαρά της, τα έπαιρνε κάτω από το μπράτσο της και τα κουβαλούσε πάνω στο μεγάλο νησί στον ζωολογικό κήπο Burger, στην ολλανδική πόλη του Άρνεμ. Η συμπεριφορά της αυτή με αιφνιδίασε. Πρώτα απ’ όλα, αυτό η Φράνγε δεν το είχε κάνει ποτέ πριν, ούτε είχαμε δει ποτέ άλλους χιμπατζήδες να κουβαλάνε έξω άχυρα. Δεύτερον, αν ο στόχος της ήταν να μείνει ζεστή κατά την διάρκεια της ημέρας, όπως υποψιαζόμασταν, ήταν αξιοσημείωτο ότι μάζευε τα άχυρα σε μια στιγμή που βρισκόταν σε πολύ άνετη θερμοκρασία μέσα σε ένα θερμαινόμενο κτίριο. Δεν αντιδρούσε στο κρύο· εξοπλιζόταν για μια θερμοκρασία την οποία δεν ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Η πιο εύλογη εξήγηση θα ήταν ότι έκανε προβολή με βάση την προηγούμενη μέρα, που ήταν ψυχρή, για τον καιρό που πιθανόν να είχε σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, αργότερα έμεινε στα ζεστά μαζί με τον μικρό Φονς, το γιο της, στη φωλιά από άχυρο που είχε χτίσει.

Ποτέ δε σταμάτησα να αναρωτιέμαι σε ποιο νοητικό επίπεδο λειτουργούν τα ζώα, έστω και αν έχω πλήρη επίγνωση ότι μια ιστορία από μόνη της δεν αρκεί για να βγάλεις συμπεράσματα. Αλλά οι ιστορίες αυτές εμπνέουν παρατηρήσεις που τελικά μας βοηθάνε να ξεκαθαρίσουμε τι συμβαίνει. Ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Άιζακ Άσιμοβ φέρεται να είπε κάποτε: «Η πιο συναρπαστική φράση που μπορεί να ακουστεί στην επιστήμη, εκείνη που σηματοδοτεί νέες ανακαλύψεις, δεν είναι ‘Εύρηκα!’, αλλά ‘περίεργο αυτό’». Τη σκέψη αυτή τη γνωρίζω πολύ καλά. Παρατηρούμε επί μακρόν τα ζώα, οι πράξεις τους μας παραξενεύουν και μας εκπλήσσουν, δοκιμάζουμε συστηματικά τις ιδέες μας γι’ αυτά και διαφωνούμε με συναδέλφους για το τι πραγματικά σημαίνουν τα δεδομένα. Ως αποτέλεσμα, καθυστερούμε αρκετά να υιοθετήσουμε συμπεράσματα, ενώ η διαφωνία παραμονεύει σε κάθε γωνιά. Ακόμη και αν η αρχική παρατήρηση είναι απλή (ένας πίθηκος συλλέγει ένα σωρό από άχυρα), οι επιπτώσεις μπορεί να είναι τεράστιες. Το ερώτημα εάν τα ζώα κάνουν σχέδια για το μέλλον, όπως φαίνεται να έκανε η Φράνγε, αυτή τη στιγμή απασχολεί ιδιαίτερα την επιστήμη. Οι ειδικοί μιλούν για νοητικό ταξίδι στο χρόνο, χροναισθησία, ή αυτονόηση, αλλά εγώ θα αποφύγω αυτή την σκοτεινή ορολογία και θα προσπαθήσω να μεταφράσω την πρόοδο σε κοινή γλώσσα. Θα μεταφέρω ιστορίες από την καθημερινή χρήση ζωικής ευφυίας, και επίσης θα παρουσιάσω πραγματικά στοιχεία από ελεγχόμενα πειράματα. Οι πρώτες μάς λένε ποιο σκοπό εξυπηρετούν οι γνωσιακές ικανότητες, ενώ τα δεύτερα μας βοηθούν να αποκλείσουμε εναλλακτικές εξηγήσεις. Αποδίδω ίση σημασία και στα δύο, όσο κι αν έχω επίγνωση ότι οι ιστορίες διαβάζονται πιο εύκολα από τα πειράματα.

Ας πάρουμε το συναφές ερώτημα μήπως τα ζώα δεν χαιρετούν μόνο, αλλά αποχαιρετούν κιόλας. Το πρώτο δεν είναι τόσο δύσκολο να απαντηθεί. Ο χαιρετισμός είναι μια αντίδραση στην εμφάνιση ενός οικείου ατόμου μετά από απουσία, όπως π.χ. όταν ο σκύλος σου πηδά πάνω σου μόλις μπεις από την πόρτα. Διαδικτυακά βίντεο με στρατιώτες που τους χαιρετίζουν κατοικίδια ζώα όταν επιστρέφουν απ’ τα ξένα μας οδηγούν να σκεφτούμε ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη διάρκεια του χωρισμού και την ένταση του χαιρετισμού. Μπορούμε να σχετισθούμε με αυτή τη σύνδεση, αφού ισχύει και για μας. Δεν χρειάζονται φιλόδοξες γνωσιακές θεωρίες για να την εξηγήσουμε. Τι γίνεται όμως με τον αποχαιρετισμό;

Η ιδέα να πούμε αντίο σε κάποιον που αγαπάμε μας τρομάζει. Η μητέρα μου έκλαιγε όταν μετακόμιζα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, παρόλο που και οι δύο ξέραμε ότι η απουσία μου δεν θα διαρκούσε για πάντα. Το να πεις αντίο προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση ενός μελλοντικού χωρισμού, γι’ αυτό και είναι κάτι που σπανίζει στα ζώα. Και εδώ, όμως, έχω μια ιστορία. Κάποτε εκπαίδευα μία χιμπατζίνα, την Κόιφ, να ταΐζει με το μπιμπερό ένα υιοθετημένο νήπιο του είδους της. Η Κόιφ ενεργούσε από κάθε άποψη ως η μητέρα του νηπίου, αλλά δεν είχε αρκετό γάλα για να την θηλάσει. Της δίναμε ένα μπουκάλι με ζεστό γάλα, το οποίο μετά αυτή έδινε προσεκτικά στο πιθηκάκι. Η Κόιφ είχε γίνει τόσο καλή σε αυτό, ώστε έκανε μέχρι και διαλείμματα στο τάισμα για να ρευτεί το μωρό. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η Κόιφ και το μωρό, το οποίο κρατούσε πάνω στο σώμα της μέρα και νύχτα, θα καλούνταν μέσα για τάισμα κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ η υπόλοιπη παροικία θα έμενε έξω. Μετά από ένα διάστημα, προσέξαμε ότι η Κόιφ, αντί να έρθει μέσα κατευθείαν, έκανε μια μεγάλη παράκαμψη. Έκανε το γύρο του νησιού, επισκεπτόταν το άλφα αρσενικό, το άλφα θηλυκό, και αρκετούς καλούς φίλους, δίνοντας ένα φιλί στον καθένα, και μετά έμπαινε στο κτίριο. Αν οι άλλοι κοιμόντουσαν, τους ξυπνούσε για να τους αποχαιρετίσει. Κι εδώ, η συμπεριφορά από μόνη της ήταν απλή, αλλά οι ακριβείς περιστάσεις μάς έκαναν να αναρωτηθούμε για τη γνωσιακή βάση στην οποία στηριζόταν. Όπως με τη Φράνγε, η σκέψη της Κόιφ φαινόταν να προτρέχει.

Τι θα είχαμε όμως να πούμε στους σκεπτικιστές, που πιστεύουν ότι τα ζώα είναι εξ ορισμού παγιδευμένα στο παρόν, και ότι μόνο οι άνθρωποι σκέπτονται το μέλλον; Είναι άραγε εύλογη η υπόθεσή τους, ή μήπως φοράνε παρωπίδες και δεν βλέπουν για πόσα πράγματα είναι ικανά τα ζώα; Και γιατί η ανθρωπότητα είναι τόσο έτοιμη να υποβαθμίσει τη νοημοσύνη των ζώων; Παγίως αρνούμαστε στα ζώα ιδιότητες που θεωρούμε δεδομένες για μας. Τι κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη στάση; Στην προσπάθεια να βρούμε σε ποιο νοητικό επίπεδο λειτουργούν άλλα είδη, η πραγματική δυσκολία δεν έρχεται μόνο από τα ίδια τα ζώα, αλλά και από μέσα μας. Οι συμπεριφορές, η δημιουργικότητα και η φαντασία των ανθρώπων δεν είναι καθόλου έξω από όλη αυτή την ιστορία. Πριν ρωτήσουμε αν τα ζώα διαθέτουν κάποιο είδος νόησης, και ειδικά αυτό που επαιρόμαστε εμείς ότι έχουμε, πρέπει να ξεπεράσουμε μια εσωτερική αντίσταση που μας εμποδίζει έστω και να εξετάσουμε τη δυνατότητα αυτή. Εξ ού και το κεντρικό ερώτημα αυτού του βιβλίου: «Είμαστε αρκετά έξυπνοι για να νιώσουμε πόσο έξυπνα είναι τα ζώα;».

Η σύντομη απάντηση είναι: «Ναι, αλλά δεν θα σας περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό». Για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου αιώνα, η επιστήμη υπήρξε υπερβολικά προσεκτική και σκεπτικιστική όσον αφορά τη νόηση των ζώων. Το να αποδίδονται προθέσεις και συναισθήματα σε ζώα θεωρούνταν ως αφελείς κομπογιαννιτισμοί. Εμείς, οι επιστήμονες, ξέραμε καλύτερα! Ποτέ δεν τσιμπούσαμε σε όλες αυτές τις ιστορίες του τύπου «ο σκύλος μου ζηλεύει», ή «η γάτα μου ξέρει τι θέλει», για να μη μιλήσουμε για πιο πολύπλοκα πράματα, όπως ότι τα ζώα είναι δυνατό να σκέφτονται το παρελθόν ή να νιώθουν τον πόνο άλλων ζώων. Οι μελετητές της συμπεριφοράς των ζώων επίσης δεν ενδιαφέρονταν για τη γνωσιακή λειτουργία ή και ενεργά αμφισβητούσαν την ίδια την έννοια. Οι περισσότεροι απέφευγαν να αγγίξουν το θέμα μήπως λερώσουν τα χέρια τους. Ευτυχώς, υπήρξαν εξαιρέσεις· αλλά οι δύο κυρίαρχες σχολές σκέψης έβλεπαν τα ζώα είτε ως μηχανές ανταπόκρισης σε ερεθίσματα, που κοιτάζουν μόνο να εισπράξουν ανταμοιβές και να αποφύγουν την τιμωρία, είτε ως ρομπότ γενετικώς προικισμένα με χρήσιμα ένστικτα. Ενώ κάθε σχολή μαχόταν την άλλη και την έβρισκε πολύ στενή, και οι δύο μοιράζονταν μια θεμελιωδώς μηχανιστική οπτική: δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για την εσωτερική ζωή των ζώων, και όποιος το κάνει ήταν ανθρωπομορφιστής, ρομαντικός ή αντιεπιστημονικός.

Παλιότερα, οι αναλύσεις ήταν αισθητά πιο φιλελεύθερες επ’ αυτού. Ο Τσαρλς Ντάργουιν έγραψε εκτενώς για ανθρώπινα και ζωικά συναισθήματα, και πολλοί επιστήμονες το δέκατο ένατο αιώνα ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν για ανώτερη νοημοσύνη στα ζώα. Παραμένει μυστήριο γιατί αυτές οι προσπάθειες προσωρινά ανεστάλησαν, και γιατί θεληματικά περάσαμε μια μυλόπετρα γύρω απ’ το λαιμό της βιολογίας –για να χρησιμοποιήσω την έκφραση με την οποία ο μεγάλος εξελικτιστής Ερνστ Μάυρ χαρακτήρισε την καρτεσιανή θεώρηση των ζώων ως βουβών αυτομάτων. Αλλά οι καιροί αρχίζουν να αλλάζουν. Θα έχετε όλοι προσέξει τη χιονοστιβάδα γνώσεων που προκύπτουν τις λίγες τελευταίες δεκαετίες, και που διαδίδονται ραγδαία μέσα απ’ το διαδίκτυο. Δεν περνάει βδομάδα χωρίς κάποιο νέο εύρημα σχετικό με πολύπλοκες γνωστικές διεργασίες των ζώων, συχνά με κάποιο συναρπαστικό βίντεο να το στηρίζει. Ακούμε για αρουραίους που μετανιώνουν σχετικά με τις ίδιες τους τις αποφάσεις, για αγελάδες που κατασκευάζουν εργαλεία, για χταπόδια που αναγνωρίζουν ανθρώπινα πρόσωπα, και για ειδικούς νευρώνες που επιτρέπουν σε πιθήκους να μαθαίνουν ο ένας απ’ τα λάθη του άλλου. Μιλάμε ανοιχτά για κουλτούρα στα ζώα, για την ταύτιση που νιώθουν και για τις φιλίες τους. Τίποτα δεν είναι πλέον εκτός του επιτρεπτού, ούτε καν η ορθολογικότητα που άλλοτε θεωρούνταν σήμα κατατεθέν της ανθρωπότητας.

Σε όλα αυτά, μας αρέσει να συγκρίνουμε και να αντιπαραθέτουμε τη ζωική με την ανθρώπινη νοημοσύνη, παίρνοντας τον εαυτό μας ως μέτρο σύγκρισης. Καλό είναι όμως να αντιληφθούμε ότι η επιλογή αυτή είναι πλέον παρωχημένη. Η σύγκριση δεν είναι μεταξύ ανθρώπων και ζώων, αλλά μεταξύ ενός ζωικού είδους –του δικού μας- και μιας ευρείας γκάμας άλλων ειδών. Αν και συχνά υποκύπτω στην ευκολία να αναφέρομαι στα τελευταία ως «ζώα», είναι αναμφίβολο ότι οι άνθρωποι είναι ζώα. Δεν συγκρίνουμε λοιπόν δύο χωριστές κατηγορίες νόησης, αλλά εξετάζουμε παραλλαγές στο εσωτερικό μίας ενιαίας κατηγορίας. Δεν είναι καν σαφές κατά πόσο ιδιαίτερη είναι η δική μας σε σύγκριση με μια νοημοσύνη η οποία κατανέμεται σε οκτώ χέρια που κινούνται ανεξάρτητα, το καθένα εφοδιασμένο με δικά του νεύρα, ή που επιτρέπει σε έναν ιπτάμενο οργανισμό να συλλαμβάνει κινούμενη λεία ακολουθώντας τους ήχους των ίδιων της των ουρλιαχτών.

Προφανώς αποδίδουμε τεράστια σημασία στην αφηρημένη σκέψη και τη γλώσσα (και δεν σκοπεύω να χλευάσω αυτή την τάση τη στιγμή που γράφω ένα βιβλίο!), αλλά αν δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση, ο τρόπος αυτός είναι μόνο ένας από πολλούς για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα της επιβίωσης. Από την άποψη των ξερών αριθμών και της βιομάζας, τα μυρμήγκια και οι τερμίτες ίσως να τα έχουν καταφέρει καλύτερα από μας, δίνοντας περισσότερο βάρος στη στενή συνεργασία μεταξύ των μελών της αποικίας παρά στην ατομική σκέψη. Κάθε κοινωνία λειτουργεί ως ένας αυτοοργανωμένος νους, που απλώς πηγαίνει από δω κι από κει πάνω σε χιλιάδες μικρά ποδαράκια. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να επεξεργαστείς, να οργανώσεις και να διαδώσεις την πληροφορία, και μόνο πρόσφατα η επιστήμη απέκτησε αρκετή ευρύτητα πνεύματος ώστε να στέκεται απέναντι σε αυτές τις διαφορετικές μεθόδους εντυπωσιασμένη και κατάπληκτη, αντί να τις αρνείται και να τις απορρίπτει.

Οπότε λοιπόν, ναι, είμαστε αρκετά έξυπνοι για να εκτιμήσουμε άλλα είδη, αλλά για να γίνει αυτό χρειάστηκε να σφυροκοπήσουμε σταθερά τα χοντρά μας κρανία με εκατοντάδες γεγονότα που παλαιότερα η επιστήμη τα έφτυνε. Το πώς και γιατί γίναμε λιγότερο ανθρωποκεντρικοί, είναι κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει ενόσω θα συλλογιζόμαστε όλα όσα μάθαμε στο μεταξύ. Συνοψίζοντας όλες αυτές τις εξελίξεις, αναπόφευκτα θα παρεμβάλω τη δική μου θεώρηση, η οποία δίνει έμφαση στην εξελικτική συνέχεια εις βάρος των παραδοσιακών δυισμών. Δυισμοί μεταξύ σώματος και πνεύματος, ανθρώπινου και ζωώδους, ή λόγου και συναισθήματος μπορεί να ηχούν χρήσιμοι, αλλά μας αποσπούν σοβαρά από την ευρύτερη εικόνα. Καθώς έχω εκπαιδευθεί ως βιολόγος και ηθολόγος, δεν έχω πολλή υπομονή με τον παραλυτικό σκεπτικισμό του παρελθόντος. Αμφιβάλλω εάν άξιζε τους ωκεανούς μελάνης που ξοδέψαμε πάνω του –χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου.

Γράφοντας αυτό το βιβλίο, δεν γυρεύω να δώσω μια διεξοδική και συστηματική ανασκόπηση του πεδίου της εξελικτικής γνωστικής λειτουργίας. Τέτοιες ανασκοπήσεις μπορούν οι αναγνώστες να βρουν σε άλλα, πιο τεχνικά βιβλία. Εδώ εγώ θα επιλέξω από έναν μεγάλο αριθμό ανακαλύψεων, ζωικών ειδών και επιστημόνων, με σκοπό να μεταφέρω τη συναρπαστική εμπειρία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Η ειδίκευσή μου είναι στη συμπεριφορά και τη γνωστική λειτουργία των πρωτευόντων θηλαστικών, μια περιοχή που επηρέασε καθοριστικά και άλλες καθώς υπήρξε στην πρώτη γραμμή των ανακαλύψεων. Επειδή ήμουν μέρος αυτού του πεδίου από τη δεκαετία του 70, γνώρισα από πρώτο χέρι πολλούς από τους παίκτες –ανθρώπους όσο και ζώα- πράγμα που μου επιτρέπει να προσθέσω μία ανθρώπινη πινελιά. Όσα έχουν γίνει είναι μεγάλη ιστορία. Η ανάπτυξη του πεδίου αυτού υπήρξε μια περιπέτεια –κάποιοι ίσως έλεγαν, μια διαδρομή με τραίνο του λούνα παρκ- αλλά παραμένει τρομερά γοητευτική, αφού η συμπεριφορά, όπως το έθεσε ο Αυστριακός ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς, είναι η πιο ζωντανή πτυχή σε ό,τι ζει.

de-Waal

Ο Frans de Waal γεννήθηκε στο ‘σ Χερτόχενμπος της Ολλανδίας το 1948. Είναι καθηγητής στο τμήμα ψυχολογίας του πανεπιστημίου Emory στην Aτλάντα της Τζόρτζια και διευθυντής του Living Links Center στο Yerkes National Primate Research Center. Έχει γράψει πολλά βιβλία, μεταξύ των οποίων το Chimpanzee Politics, Our Inner Ape και το Primates and Philosophers το οποίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.