Η ευτυχία του να γερνάς (αλώβητος;)…


“Στην ηλικία μου, αν ξυπνήσεις και δεν πονάς πουθενά, έχεις πεθάνει.”
Αρόν Βιγκούσιν

“Όπως τα ζώα δεν συνειδητοποιούν ότι θα πεθάνουν, έτσι και οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι γερνάνε.”
Philip Roth

“Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ. Για να είμαστε ειλικρινείς, στα 98 είμαι ευτυχής να βρίσκομαι οπουδήποτε.”
George Burns, 1896-1996, Αμερικανός κωμικός (έπαιζε μέχρι 100 χρονών)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Οι μέρες περνούν, οι μήνες-εποχές-γιορτές περνούν, τα χρόνια περνάνε, γίνονται είκοσι, γίνονται -άντα, γίνονται -ήντα, γίνονται -όντα, ίσως και -ήντα ξανά.

Δεν το καταλαβαίνεις γιατί ξυπνάς κάθε πρωί και κοιτιέσαι στον καθρέφτη. Και δεν έχεις αλλάξει πολύ απ’ την προηγούμενη μέρα. Νομίζεις ότι συνεχίζεις να είσαι ο ίδιος.

Αν όμως έβλεπες τον εαυτό σου μια φορά κάθε ένα χρόνο, κι ακόμα περισσότερο, αν έβλεπες τον εαυτό σου μια φορά κάθε δεκαετία, τότε θα καταλάβαινες ότι δεν είσαι καθόλου ο ίδιος.

Το σκέφτεσαι κάποιες φορές σαν βρεις, καθώς ξεκαθαρίζεις τα πράγματα σου, κάποιες παλιές φωτογραφίες. Και κοιτάς εκείνον τον κατά δέκα χρόνια νεώτερο, που σίγουρα σου μοιάζει, που σίγουρα είναι εσύ, αλλά…

Η ελλιπής απόδειξη της φωτογραφίας ίσως και να βοηθάει στην αυταπάτη: “Δεν άλλαξα πολύ”. Και την αφήνεις γρήγορα στην άκρη.

Όμως δέκα χρόνια είναι πολλά κι αφήνουν σημάδια, που δεν θες να προσέξεις.

~~{}~~

Δεν υπάρχει καλύτερος δείκτης, για τις δεκαετίες που περνούν και τη φθορά, απ’ τα παιδιά σου.

Γιατί ζεις μαζί τους, τα βλέπεις κάθε μέρα, και νομίζεις ότι ο χρόνος δεν περνάει και γι’ αυτά. Μέχρι που, σαν να κοιτάς παλιές φωτογραφίες, αντιλαμβάνεσαι ότι εκείνο το μωρό που έπρεπε να του αλλάζεις πάνες, αρχίζει να μπαίνει στην εφηβεία πια, μόλις μια δεκαετία μετά.

~~

Υπάρχει μια σειρά φωτογραφιών, ένα project, του φωτογράφου Zed Nelson. (βλέπε εδώ http://theawesomedaily.com/photographer-immortalised-a-family-with-a-22-years-photo-shoot/)

Εκείνος φωτογράφιζε κάθε χρόνο, από το 1991 ως το 2014, ένα ζευγάρι με το παιδί τους, από το πρώτο έτος του παιδιού μέχρι τα 23 του χρόνια.

Στις πρώτες φωτογραφίες οι γονείς δεν αλλάζουν, μόνο το παιδί μεγαλώνει. Κι αν δεις τη μια φωτογραφία μετά την άλλη, το ένα έτος και το επόμενο, οι γονείς μοιάζουν σχετικά ίδιοι.

Αν όμως κοιτάξεις τις φωτογραφίες ανά δεκαετία, τότε θα εκπλαγείς απ’ τη διαφορά. Το παιδί μεγαλώνει (μεταφορικά και κυριολεκτικά), οι γονείς γερνάνε (“ωριμάζουν” έγραφε ο Έσσε για να καλοπιάσει τον χρόνο).

~~{}~~

Δεν το σκεφτόμαστε συχνά. Ως παιδιά-νέοι έχουμε πολλά να ανακαλύψουμε, ως γονείς-ενήλικες έχουμε πολλά να διεκπεραιώσουμε.

Συνήθως έρχεται σαν μια μικρή αποκάλυψη, ένα epiphany που έλεγε ο Τζόις.

Epiphany που μου συνέβη σήμερα, στις έξι το πρωί, καθώς ο εντεκάχρονος Τηλέμαχος ετοιμαζόταν για την πρώτη του πολυήμερη εκδρομή. Αγουροξυπνημένος καθώς ήμουν, σχεδόν αμνησιακός, παρατήρησα ότι στεκόταν δίπλα μου κάποιος που σίγουρα δεν ήταν το μωρό που πήγαινα βόλτες με το καροτσάκι ούτε το παιδί που περπατούσαμε πιασμένοι χέρι-χέρι.

Σχεδόν δεν αναγνώρισα τον νεολαίο με την κουκούλα και τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, περίπου στο ίδιο ύψος με τη μητέρα του και μόλις ένα (μισό;) κεφάλι πιο κοντός από μένα.

Ήταν σαν γέρασα ξαφνικά 11 χρόνια. Αλλά λίγες ώρες μετά χάρηκα γι’ αυτό. (Γιατί η τέχνη σε βοηθάει να ζεις τις ζωές που δεν έζησες -και να πεθαίνεις τους θανάτους που δεν πέθανες.)

~~{}~~

Την ώρα που ο Τηλέμαχος βρισκόταν 500 χιλιόμετρα μακριά έβαλα να δω μια ταινία -ίσως την καλύτερη που έχω δει τα τελευταία χρόνια- το “Τρεις πινακίδες στο Έμπινγκ του Μιζούρι”.

Εκεί ο εξαιρετικός Γούντι Χάρελσον παίζει τον ρόλο ενός πατέρα στα 40+ που έχει λίγους μήνες ζωής.

Μια μέρα παίρνει τα μικρά παιδιά του και τη γυναίκα του στην εξοχή. Περνάνε μια υπέροχη Κυριακή, παίζουν, γελάνε, κάνει σεξ με την αγαπημένη του. Όταν γυρνάνε σπίτι τους βάζει όλους για ύπνο, γράφει ένα γράμμα και αυτοκτονεί.

Κι όπως γράφει στο γράμμα ήθελε το τελευταίο πράγμα που θα έχει ζήσει, το τελευταίο που θα θυμάται η οικογένεια του, να είναι μια υπέροχη μέρα, όχι τόσους μήνες νοσοκομείου και πόνου.

~~{}~~

Στις σκηνές που ο Χάρελσον αποχαιρετούσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τόσο νωρίς για την ηλικία του, κατάλαβα πόσο σπουδαία τύχη είναι να γεράσεις.

Τυχαίο και υπέροχο είναι έστω να ζήσεις. Και ποτέ δεν μπορείς να δεχτείς εύκολα ότι ήρθε η ώρα να σταματήσεις να υπάρχεις. Όμως είναι εγκληματικό να πεθαίνουν τα παιδιά, είναι απαράδεκτο να πεθαίνουν οι νέοι, είναι λάθος να πεθαίνουν οι μεσήλικες.

Όπως μου είχε πει ο γηραιός Καμπανέλλης, το να πεθαίνει ένας γέρος είναι κάτι φυσικό.

Τον βλέπεις τόσες ώρες στη σκηνή, έχει πει τα καλύτερα αστεία του, έχει παίξει κάθε ρόλο, κάποια στιγμή κι εκείνος καταλαβαίνει ότι ήρθε η ώρα ν’ αποχαιρετήσει το κοινό, που υποδέχεται το κατέβασμα της αυλαίας με παρατεταμένο χειροκρότημα.

Όμως ένα παιδί που μόλις ανέβηκε στη σκηνή, ένας πατέρας που έχει δυο ανήλικα παιδιά, μια γιαγιά που λέει παραμύθια και βαστιέται να φτιάχνει κουλουράκια για τα εγγόνια της.

Τότε η παράσταση σου φαίνεται αποτυχημένη, και πας για να ζητήσεις τα λεφτά σου πίσω. Αλλά στο γκισέ δεν κάθεται κάποιος καλοκάγαθος θεός, κάθεται ο τύπος με την κουκούλα και το δρεπάνι. Κι εκείνος δεν νοιάζεται καθόλου αν σου άρεσε η παράσταση.

“Επιστροφές δεν γίνονται”, σου λέει κοφτά -και σίγουρα δεν θες να τσακωθείς μαζί του.

Γιατί θες κι εσύ να προλάβεις να γεράσεις.

~~

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο ζώο πέρα απ’ τον άνθρωπο που να φροντίζει τους γέρους της ομάδας του. Εμείς το κάνουμε, όχι μόνο από οίκτο ή για ανταπόδοση, αλλά γιατί οι παλιοί είναι πολύτιμοι, ως βιβλιοθήκες ζωντανής μνήμης. Ήταν -τουλάχιστον- κάποτε, πριν να ασπαστούμε τη wikipedia.

Ίσως να το κάνουμε και μεροληπτικά. Προκειμένου να δείξουμε το καλό παράδειγμα στα δικά μας παιδια, ώστε να μας φροντίσουν κι εκείνα με τη σειρά τους, όταν έρθει η σειρά μας.

~~{}~~

Ίσως να φαίνεται αστείο, παράξενο, να γράφει για τα γηρατειά ένας άνθρωπος της ηλικίας μου, λίγο μετά τα σαράντα.

Όμως έχω καταλάβει ότι οι μέρες, οι εποχές, τα χρόνια, περνάνε τόσο γρήγορα, που σύντομα, αν είμαι τυχερός, θα τρώω με μασέλα. Πριν να το καταλάβω δεν θα μπορώ να κατουρήσω όρθιος -όπως κάνουν τα αρσενικά του είδους μας.

Κι η ερωτική πράξη θα είναι κάτι που θα θυμάμαι εν μέσω νεφών.

Κι όμως, εύχομαι να μου συμβούν όλα αυτά. Εύχομαι να είμαι τόσο τυχερός ώστε να γεράσω τόσο πολύ που να ξεχάσω και τ’ όνομα μου. Και να πεθάνω ανάλαφρα μασουλώντας ένα μπισκότο. Σαν μωρό που δεν έχει γνωρίσει τη βιαιότητα της ανθρωπότητας, σαν ζώο που δεν ξέρει τι είναι ο θάνατος κι η ζωή, σαν δέντρο που δεν καταλαβαίνει ότι έζησε.

~~

Είναι μεγάλη τύχη να γεράσεις προτού πεθάνεις.

Κι όσον αφορά τον τίτλο αυτού του κειμένου, να γεράσεις αλώβητος, αυτό είναι ένα ψέμα, να το ξέρεις. Πολλά θα πάθεις, πολλά θα χάσεις και σίγουρα δεν θα χαρείς όταν ο τύπος με την κουκούλα και το δρεπάνι έρθει στο προσκεφάλι σου.

Να γεράσεις αλώβητος δεν γίνεται, γιατί τότε θα είναι μια ζωή χαμένη, άνοστη.

Αλλά μπορείς να γεράσεις απτόητος, αν είσαι τυχερός κι έχεις τα κότσια. Και να συνεχίζεις να γελάς με τα χάλια σου (να γελάς, αυτό είναι το μυστικό), λέγοντας ατάκες όπως ο George Burns, που έφτασε τα εκατό:
“Όταν ήμουν νέος η Νεκρά Θάλασσα ήταν απλώς άρρωστη.”

Το γαμήδι, λοχαγέ, είναι ωραία να ζεις, όσων χρονών κι αν είσαι. Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;

~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΥΓ: “Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ. Για να είμαστε ειλικρινείς, στα 98 είμαι ευτυχής να βρίσκομαι οπουδήποτε.” George Burns

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/


Από:http://www.nostimonimar.gr/growing-happy-old/

Advertisements

Πώς ήταν πραγματικά η Αθηναϊκή Δημοκρατία…


Γράφει ο Γιάννης Σιατούφης

Η Αθήνα, μαζί με το λιμάνι της, τον Πειραιά, την περίοδο της μεγάλης ακμής της, ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Μεσογείου. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται σε 300 έως 500 χιλιάδες κατοίκους. Οι άνδρες ενήλικες Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή άνω των 18 ετών, υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 60.000. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε άλλες τόσες περίπου χιλιάδες γυναίκες και έναν μεγάλο αριθμό παιδιών. Εκτός όμως από τους Αθηναίους κατοίκους και τις οικογένειές τους η Αθήνα φιλοξενούσε και τους μέτοικους που ήταν ξένοι έμποροι με μόνιμη κατοικία στην Αθήνα οι οποίοι είχαν ελάχιστα δικαιώματα και υπολογίζονται σε πάνω από 20.000. Τέλος, σε αυτό τον πληθυσμό, πρέπει να προσθέσουμε 100 έως 150 χιλιάδες σκλάβους.

Η Ακρόπολη των Αθηνών, μεγάλο μέρος της οποίας αποπερατώθηκε την εποχή του Περικλή
Η Ακρόπολη των Αθηνών, μεγάλο μέρος της οποίας αποπερατώθηκε την εποχή του Περικλή

Η Αθηναϊκή δημοκρατία όμως αφορούσε μία ελάχιστη μειονότητα του πληθυσμού της Αττικής και αυτό γιατί το δικαίωμα του πολίτη είχαν μόνο οι ενήλικες Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή όσοι είχαν πατέρα και μητέρα αθηναϊκής καταγωγής και ήταν πάνω από 18 ετών. Αποκλείονται δηλαδή από τα δημοκρατικά δικαιώματά τους οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μέτοικοι και οι χιλιάδες σκλάβοι

Τέσσερις ήταν οι βασικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας: Η ισότητα, η κλήρωση, η αμοιβή και η συμμετοχή. Όπως είπαμε και παραπάνω όλοι οι ενήλικες Αθηναίοι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα απέναντι στο νόμο ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. Οι περισσότερες δημόσιες θέσεις ευθύνης στελεχώνονται από άτομα που επιλέγονται μετά από κλήρωση. Η κλήρωση είναι το σήμα κατατεθέν της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η κλήρωση όμως γίνεται μόνο μεταξύ εθελοντών, για αυτό μερικές φορές αποκτούσε τυπικό χαρακτήρα λόγω της απουσίας υποψηφίων. Για θέσεις όμως υψηλής ευθύνης, όπως ήταν οι οικονομικής φύσεως και των δέκα στρατηγών, στις οποίες έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων, η επιλογή γινόταν από συγκεκριμένα πρόσωπα από την Εκκλησία του Δήμου με τη διαδικασία της ανάτασης της χειρός.

Όσον αφορά την αμοιβή και τη συμμετοχή πρέπει να αναφέρουμε τα εξής: η συμμετοχή στην πολιτική θεωρούνταν ανώτερη δραστηριότητα στην αρχαία Αθήνα. Όμως η συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα απαιτεί ελεύθερο χρόνο. Και άπλετο ελεύθερο χρόνο είχε μόνο μία ελάχιστη μειονότητα Αθηναίων πολιτών που είχαν εξασφαλίσει τα προς το ζην και δε χρειάζονταν να δουλέψουν. Η συντριπτική πλειοψηφία των Αθηναίων, όμως, δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να ζήσει την οικογένειά του κι έτσι δεν είχε καθόλου χρόνο να συμμετέχει στην πολιτική.

Η Πνύκα
Η Πνύκα

Από την άλλη πλευρά η μεγάλη πλειοψηφία των Αθηναίων πολιτών δείχνει μεγάλη αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα και δε θέλει να συμμετέχει στην πολιτική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι για να υπάρξει απαρτία έπρεπε να συγκεντρωθούν 6.000. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι 60.000 περίπου ήταν οι ενήλικες Αθηναίοι πολίτες, τότε οι 6000 δεν ήταν παρά μόνο το 10% του πληθυσμού των ενηλίκων ανδρών που συμμετείχαν στα πολιτικά δρώμενα.

Για αυτό ο Περικλής αναγκάζεται να προτείνει την αμοιβή όσων Αθηναίων πολιτών εκπληρώνουν τα δημόσια καθήκοντα τους, μήπως με αυτόν τον τρόπο μεγαλώσει το ενδιαφέρον των Αθηναίων για την πολιτική. Το μέτρο της αμοιβής εφαρμόστηκε πρώτα σε όσους Αθηναίους συμμετείχαν ως ένορκοι στα δικαστήρια και στη συνέχεια στα μέλη του Συμβουλίου των Πεντακοσίων και στο τέλος στα μέλη της γενικής συνέλευσης της Εκκλησίας του Δήμου.

Η Εκκλησία του Δήμου ήταν η συνέλευση όλων των ενήλικων ανδρών πολιτών της Αθήνας. Η συγκέντρωση πραγματοποιούνταν στον λόφο της Πνύκας, απέναντι από την Ακρόπολη και λάμβανε χώρα περίπου 40 φορές τον χρόνο. Η συζήτηση ξεκινούσε νωρίς το πρωί με τη θυσία ενός χοίρου και τελείωνε το μεσημέρι. Τα θέματα που συζητούνταν ήταν αυτά που προωθούσε η Βουλή των Πεντακοσίων και είχαν σχέση με τις διεθνείς σχέσεις, τις συμμαχίες με άλλες χώρες ή πόλεις-κράτη, με την κήρυξη πολέμου, με την εκλογή των στρατηγών, εξοστρακισμό πολιτών και με την παρουσίαση νόμων που αφορούσαν την πόλη των Αθηνών. Οι ρήτορες έπαιρναν τον λόγο ο ένας μετά τον άλλον και παρέθεταν τις απόψεις τους ξεκινώντας πρώτα από τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Όμως σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων δεν έπαιρνε το λόγο, αλλά άκουγε μόνο παθητικά τους ομιλητές, αντιδρούσε με θορυβώδη τρόπο και ψήφιζε με ανάταση του χεριού.

Η Βουλή των Πεντακοσίων προετοιμάζει την ημερήσια διάταξη, η οποία περιλαμβάνει τα θέματα με τα οποία θα ασχοληθεί η Εκκλησία του Δήμου. Στο συμβούλιο των Πεντακοσίων συμμετείχαν 50 πολίτες από κάθε φυλή. Η κάθε φυλή ασκεί για 36 μέρες το χρόνο την πρυτανεία. Ο πρόεδρος των πρυτάνεων εκλέγεται ένας κάθε μέρα και ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να υποδέχεται επίσημους από άλλες πόλεις, δηλαδή ασκούσε τα καθήκοντα σαν να λέμε αυτά του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας. Άρα από τους 50 πολίτες οι 36 έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν έστω για μία μέρα μία τέτοια θέση ευθύνης.

Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας
Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας

Οι δημόσιοι λειτουργοί ήταν περίπου 700 χωρισμένοι σε σώματα των 10 μελών, ένα για κάθε φυλή. Οι λειτουργοί κληρώνονται για 1 χρόνο μεταξύ όσων Αθηναίων πολιτών θέλουν να ασχοληθούν με διάφορους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Στο τέλος όμως οι λειτουργοί υπόκεινται σε εξοντωτικό έλεγχο, όπως έλεγχο υπόκεινταν και πριν αναλάβουν τις αρμοδιότητές τους. Όμως το γεγονός ότι κάθε χρόνο ανανεώνονταν οι δημόσιοι λειτουργοί είχε ένα αρνητικό αποτέλεσμα, αυτό της χαμηλής αποδοτικότητας. Για αυτό ήταν πολύ χρήσιμοι οι γραμματείς, οι οποίοι ήταν συνήθως σκλάβοι και διέθεταν μεγάλη εμπειρία και εξειδίκευση στον τομέα με τον οποίο ασχολούνταν.

Εκείνος όμως ο τομέας στον οποίο οι Αθηναίοι αφιέρωναν τον περισσότερο χρόνο τους ήταν αυτός της δικαιοσύνης. Από τους Αθηναίους πολίτες που έχουν συμπληρώσει τα 30 τους χρόνια και επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία κληρώνονται κάθε χρόνο 6.000, οι οποίοι θα αναλάβουν το ρόλο του δικαστή της πόλης. Κάθε μέρα, νωρίς το πρωί, πηγαίνουν στην αγορά και κληρώνονται σε ποιο δικαστήριο θα πάει ο καθένας. Η υπηρεσία τους αμείβεται και ο ρόλος τους είναι να βοηθήσουν το δικαστικό σώμα το οποίο αποτελείται από 201 έως 1.001 μέλη. Κάθε δικαστικό σώμα διεκπεραιώνει τρεις έως τέσσερις δίκες την ημέρα. Κατά τη διαδικασία ακούγεται ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που ελέγχεται με μία κλεψύδρα (συνήθως μία ώρα). Μετά τις παραπάνω ομιλίες, χωρίς περαιτέρω συζήτηση, πραγματοποιείται μυστική ψηφοφορία μεταξύ των ενόρκων για την ενοχή του κατηγορούμενου. Εφόσον προκύψει η ενοχή του ακούγονται οι προτάσεις του κατήγορου και του κατηγορούμενου για το είδος της ποινής και κατόπιν πραγματοποιείται νέα ψηφοφορία για το είδος της ποινής. Ο κατηγορούμενος που δεν συγκεντρώνει το 20% των ψήφων κινδυνεύει με σοβαρή ποινή που μπορεί να φτάσει μέχρι την εξορία και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων του.

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν υπόκεινται σε καμιά μορφή έφεσης και θεωρούνται ισχυρότερες από οποιεσδήποτε αποφάσεις των δημόσιων συνελεύσεων των Αθηναίων πολιτών και αυτό γιατί οι ψηφοφορίες γίνονταν μυστικά και επειδή οι δικαστές δεσμεύονταν με ιερό όρκο.

Τα δικαστήρια θεωρούνταν ο πραγματικός χώρος της αθηναϊκής Δημοκρατίας και αυτό γιατί, ενώ στα άλλα σώματα εκλέγονταν συνήθως άτομα από τα εύπορα στρώματα των πολιτών, στα δικαστήρια συμμετείχαν συνήθως ηλικιωμένα άτομα από τα φτωχότερα στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας. Έτσι ο λαός ασκούσε πραγματικό έλεγχο σε όλα όσα αποφάσιζαν τα όργανα που ελέγχονταν από τους πλούσιους και ισχυρούς πολίτες της Αθήνας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Umberto Eco και Riccardo Fedriga, «Ιστορία της φιλοσοφίας», τόμος 1, ειδική έκδοση της εφημερίδας το ΒΗΜΑ, 2018, σελ. 151-161.

Χέρμαν Μπένγκτσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1991.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ:

https://aristotelisguidegr.wordpress.com/2016/02/16/%CF%80%CE%BD%CF%8D%CE%BA%CE%B1/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%82

Η ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/04/13/28898%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B7-%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA/

Πώς οι χειρότεροι άνθρωποι ανέρχονται στην εξουσία…


Στο δέκατο κεφάλαιο του Δρόμου προς τη δουλεία με τίτλο “Γιατί οι χειρότεροι φτάνουν στην κορυφή”, ο Hayek συνεχίζει να μας προειδοποιεί για τους κινδύνους των σχεδιασμένων οικονομικών, αλλά με κάπως διαφορετική προσέγγιση απ’ ό,τι στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου. Σ’ αυτό το νέο πεδίο, βλέπουμε ότι ο Hayek όχι μόνο εντοπίζει οικονομικά προβλήματα, αλλά και εξετάζει και την ίδια φύση της εξουσίας. Συγκεκριμένα, εξετάζει το πώς οι ολοκληρωτιστές καταφέρνουν να ανέρχονται στην εξουσία και να υποβάλλουν ολόκληρους πληθυσμού στον απόλυτο δεσποτισμό.

Το συναρπαστικό στις προειδοποιήσεις που διατυπώνει ο Hayek σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι το γεγονός ότι αυτές γράφτηκαν σε μια εποχή που ο κόσμος προσπαθούσε απεγνωσμένα να καταλάβει τι ακριβώς είχε μόλις συμβεί στη Γερμανία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Hitler και το Τρίτο Ράιχ ήταν πολύ πρόσφατα στη συνείδηση ολόκληρης της ανθρωπότητας, γεγονός που έκανε τις προειδοποιήσεις του Hayek εξαιρετικά επίκαιρες.

Ο κόσμος ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει ποτέ ξανά αυτό το κακό να μπολιάσει τον ανθρώπινο πολιτισμό, όμως όπως προειδοποιούσε ο Hayek, αυτό δεν προϋποθέτει απλώς να διασφαλίσουμε ότι στα δημόσια αξιώματα θα εκλέγονται “καλοί” άνθρωποι, αλλά ότι ο ολοκληρωτισμός θα απορρίπτεται σε όλα τα πεδία – το πολιτικό, το κοινωνικό και οποιοδήποτε άλλο μπορούμε να φανταστούμε.

Τρεις λόγοι

Οι πιο διαβόητοι δικτάτορες της Ιστορίας δεν ανήλθαν στην εξουσία τυχαία. Και σ’ αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Hayek εξηγεί γιατί οι χειρότεροι άνθρωποι καταλήγουν να κατέχουν την πολιτική εξουσία και γιατί, για να παραφράσουμε τον Λόρδο Άκτον, η απόλυτη εξουσία πάντα διαφθείρει απόλυτα.

Ο Hayek εξηγεί: “Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι που μια τέτοια πολυάριθμη και ισχυρή ομάδα με σχετικά ομοιογενείς απόψεις δεν θα έχει ως μέλη της τα καλύτερα, αλλά αντίθετα τα χειρότερα στοιχεία της εκάστοτε κοινωνίας. Με τα δικά μας κριτήρια, οι αρχές βάσει των οποίων θα σχηματιστεί αυτή η ομάδα είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητικές”

Ως προς τον πρώτο λόγο, επισημαίνει: “Εν πρώτοις είναι μάλλον αλήθεια ότι κατά κανόνα όσο ανώτερη εκπαίδευση και νοημοσύνη έχουν τα άτομα, τόσο περισσότερο διαφοροποιούνται οι απόψεις και οι προτιμήσεις τους και τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συμφωνήσουν ως προς μια συγκεκριμένη ιεραρχία αξιών. Εξ αυτού προκύπτει πως, αν θέλουμε να βρούμε έναν υψηλό βαθμό ομοιογένειας και ομοιομορφίας τις απόψεις, θα πρέπει να κατέλθουμε στις περιοχές του χαμηλότερου κοινωνικού και διανοητικού επιπέδου όπου επικρατούν τα πιο πρωτόγονα και ‘κοινά’ ένστικτα και οι προτιμήσεις”

Και αυτό ακριβώς συνέβη στη Γερμανία πριν την άνοδο του Τρίτου Ράιχ.

Ο Hayek συνεχίζει: “Είναι σαν ο χαμηλότερος κοινός παρονομαστής να ενώνει το μεγαλύτερο αριθμό των ανθρώπων”.

Αφού η γερμανική οικονομία αποδεκατίστηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οικονομικά δεινά ήταν ο δεσμός που ένωσε όλους τους Γερμανούς. Μπορεί να μην είχαν κάτι άλλο κοινό πέρα από αυτό το στοιχείο, αλλά αυτό είχε αρκετή σημασία ώστε να επηρεάσει την καθημερινή ζωή όλων των Γερμανών.

Πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες που έφερε ο υπερπληθωρισμός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο “volk” είχε ακόμη ένα κοινό στοιχείο: Ήταν όλοι Γερμανοί. Και από αυτό παρήχθη μια προπαγανδιστική εκστρατεία που κεφαλαιοποιούσε αυτές τις λίγες ομοιότητες προκειμένου να ενώσει τον γερμανικό λαό σε έναν σκοπό: το Τρίτο Ράιχ.

Εξετάζοντας τον δεύτερο λόγο του, ο Hayek υπογραμμίζει: “Εδώ έρχεται η δεύτερη αρνητική αρχή επιλογής: ο ηγέτης θα μπορέσει να κερδίσει την υποστήριξη όλων των εύπιστων και αφελών που δεν έχουν δικές τους ισχυρές πεποιθήσεις αλλά είναι έτοιμοι να αποδεχθούν ένα έτοιμο σύστημα αξιών αρκεί να αυτό να τρυπήσει τα αυτιά τους με αρκετή δύναμη και συχνότητα. Αυτοί που οι αόριστες και ατελώς διαμορφωμένες ιδέες τους εύκολα επηρεάζονται και που τα πάθη και τα συναισθήματά τους εύκολα εγείρονται θα γεμίσουν το ολοκληρωτικό κόμμα”.

Ο γερμανικός λαός είχε εξαντληθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως και ο υπόλοιπος πλανήτης, η γερμανική οικονομία είχε ήδη δεχθεί τα δημοσιονομικά πλήγματα που συνεπάγονται τα κόστη ενός μακρόχρονου πολέμου. Οι Γερμανοί ήθελαν ευημερία και θα την έπαιρναν με όποιο τρόπο τους προσφερόταν αρκεί να σημαίνει μια εγγύηση ότι θα έχουν φαγητό στο τραπέζι τους.

Από την άλλη, μόλις είχαν βγει από έναν πόλεμο. Γυναίκες είχαν μείνει χήρες, άνδρες είχαν χάση τα μέλη τους και το ηθικό βρισκόταν σε ιστορικό χαμηλό καθώς ολόκληρος ο πλανήτης έδειχνε με το δάχτυλο τη Γερμανία.

Όταν ο Joseph Goebbels ανέλαβε το έργο να χειραγωγήσει τον γερμανικό λαό όχι μόνο στην υποταγή αλλά και στον πλήρη φανατισμό, ήξερε ακριβώς τι να κάνει: να ενώσει τον λαό σε έναν κοινό σκοπό και να τους κατευθύνει προς ένα επιθυμητό τέλος. Ήξερε επίσης ότι μια καλή προπαγανδιστική εκστρατεία χρειάζεται την επανάληψη κάποιων συνθημάτων και ρητορικής ξανά και ξανά μέχρι αυτά να γίνουν δεύτερη φύση των ανθρώπων, όπως εξηγεί παραπάνω ο Hayek.

Ο Hitler και οι οπαδοί του, χρησιμοποιώντας μια πανέξυπνη προπαγανδιστική εκστρατεία που εκμεταλλευόταν τα συναισθήματα όλων των Γερμανών στο κλίμα του απόηχου του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατάφεραν να εξαπατήσουν ένα ολόκληρο έθνος.

Το πραγματικό όμως διαβολικά ευφυές στοιχείο της προπαγανδιστικής εκστρατείας του Τρίτου Ράιχ ήταν η χρήση ενός κοινού εχθρού που ολόκληρος ο πληθυσμός μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο. Αυτό μας φέρνει στον τρίτο λόγο του Hayek που οι χειρότεροι φτάνουν στην κορυφή:

“Εδώ εισέρχεται το τρίτο και ίσως σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο της επιλογής. Φαίνεται να είναι σχεδόν νόμος της ανθρώπινης φύσης πως είναι ευκολότερο οι άνθρωποι να συμφωνήσουν σε ένα αρνητικό πρόγραμμα – στο μίσος έναντι ενός εχθρού, στον φθόνο έναντι όσων βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση – απ’ ό,τι σε ένα θετικό έργο. Η διάκριση ανάμεσα στο ‘εμείς’ και το ‘αυτοί’, ο από κοινού αγώνας εναντίον όσων βρίσκονται εκτός της ομάδας, φαίνεται πως είναι ένα απαραίτητο συστατικό κάθε πίστης που συνδέει άρρηκτα μια ομάδα στην κατεύθυνση της κοινής δράσης. Συνεπώς, αυτό χρησιμοποιείται πάντα από όσους επιδιώκουν όχι απλώς την υποστήριξη μιας πολιτικής, αλλά την απροϋπόθετη πίστη τεράστιων μαζών ανθρώπων”.

Οι Γερμανοί ήταν θυμωμένοι και κουρασμένοι με την κατάστασή τους. Το να ρίξουν το φταίξιμο στα κράτη που υποχρέωσαν τη χώρα τους να καταβάλει αποζημιώσεις δεν επαρκούσε καθώς εκείνη την εποχή η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει πολλά πράγματα γι’ αυτό. Αντί γι’ αυτό, ο εχθρός έγινε οποιοσδήποτε διέφερε από όλους τους υπολοίπους.

Μην παραδίδετε τη δύναμή σας

Ενώ το μίσος του Hitler για τον εβραϊκό πληθυσμό είναι γνωστό, δεν ήταν μόνο οι Εβραίοι στη λίστα του. Οποιοσδήποτε δεν είχε γερμανικό αίμα να κυλά στις φλέβες του θεωρούταν απειλή έναντι της πατρίδας και έπρεπε να εξολοθρευτεί.

Οι περισσότεροι άνθρωποι θα διαμαρτύρονταν ότι έτσι θα γίνονταν συνένοχοι της καταδίκης ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού σε θάνατο, αλλά το σημαντικό ως προς τη Γερμανία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ότι οι περισσότεροι Γερμανοί δεν κατανοούσαν το μέγεθος της κατάστασης.

Είχαν παραδώσει την εξουσία γιατί ζητούσαν απεγνωσμένα την αλλαγή. Αλλά παραιτούμενοι από αυτή την εξουσία, επέτρεψαν να συμβούν απίστευτες φρικαλεότητες χωρίς όριο. Όπως επισημαίνει ο Hayek “υπάρχει μια ολοένα και μεγαλύτερη τάση μεταξύ των σύγχρονων ανθρώπων να θεωρούν τους εαυτούς τους ηθικούς επειδή έχουν αναθέσει τα ελαττώματά τους σε ολοένα και μεγαλύτερες ομάδες”.

Αυτό ακριβώς αγγίζει τον πυρήνα του γιατί όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι επικίνδυνα. Αν τα άτομα παραδώσουν όλη την εξουσία τους σε κάποια αρχή, πλέον δεν υφίστανται έλεγχοι της εξουσίας. Ό,τι μπορεί να γίνει θα γίνει,  και οι άνθρωποι, δια της δικής τους βούλησης, θα έχουν επιτρέψει αυτό να συμβεί γιατί θεώρησαν τους σκοπούς τους σημαντικότερους από οτιδήποτε άλλο.

Όπως τονίζει ο Hayek: “Αυτό είναι ακόμη περισσότερο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους, οι κολλεκτιβιστές πρέπει να δημιουργήσουν εξουσία – εξουσία επί των ανθρώπων που θα ασκούν άλλοι άνθρωποι – ενός πρωτόγνωρου μεγέθους, και ότι η εξουσία τους θα εξαρτάται από την έκταση στην οποία θα αποκτήσουν μια τέτοια εξουσία. Το ανταγωνιστικό σύστημα είναι το μόνο που έχει σχεδιαστεί για να ελαχιστοποιεί μέσω της αποκέντρωσης την εξουσία που ασκούν άνθρωποι επί άλλων ανθρώπων”.

Λίγοι πολιτικοί έχουν ποτέ εκλεγεί βάσει μιας πλατφόρμας κτηνώδους βίας επικών διαστάσεων. Αν ο γερμανικός λαός γνώριζε ποια θα ήταν τα τελικά αποτελέσματα του Τρίτου Ράιχ, αμφιβάλλω ότι η πλειονότητα θα είχε συναινέσει. Είναι όμως πάντα ευκολότερο να διατυπώνονται τέτοιοι ισχυρισμοί εκ των υστέρων.

Πώς λοιπόν μπορούμε ως άτομα να διασφαλίσουμε ότι δεν θα επιτρέψουμε κάτι τέτοιο να συμβεί ξανά; Πώς θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα μπούμε στον πειρασμό λόγω της οικονομικής αβαβαιότητας ή των ξένων απειλών; Η απάντηση είναι η διαρκής επιφυλακή.

Πρέπει να δυσπιστούμε έναντι του οποιουδήποτε πολιτικού που ζητά από τις μάζες να του παραδώσουν την εξουσία τους, και όταν βρισκόμαστε ενώπιον μιας τέτοιας απόφασης, να θυμόμαστε το πιστεύω που τόσο συχνά συσχετίζεται με τον σπουδαίο Λούντβιχ φον Μίζες “Tu ne cede malis se contra audentior ito” – να μην υποκύπτουμε στο κακό, αλλά να προχωρούμε με ακόμη μεγαλύτερο θάρρος εναντίον του.


 ~ Η Brittany Hunter είναι βοηθός συντάκτρια στο FEE. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και συνταγματικές σπουδές στο Utah Valley University.  Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 13 Νοεμβρίου 2017 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education (FEE) και τη  συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.

   __________________________________________________________

 

Από:http://antikleidi.com

«Κατά μαλάκα» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»…


Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος «μαλάκας»),  mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens.Παρόλ’ αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: «Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας».

Όπως είδαμε και στο οικείο κεφάλαιο το σχετικό με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο «δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει» τον μαλάκα αλλά επιπλέον

όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.

Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού «θα σε βρει / και θα σε τυραννίσει».

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.

Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (…) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα «ναι μεν αλλά» του και με τα απ’ όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια — και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται «γυναίκα», μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας — που είναι και το ουσιώδες.

 ___________________________________________________________