Η Επιστήμη της Διακυβέρνησης (ερευνητικό πρόγραμμα)-Hegel & Marx, Spinoza & Negri…


I. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ-ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Σύμφωνα με την υπόθεση εργασίας μας, η νεωτερική κρατική μορφή μπορεί να κατανοηθεί μέσω μιας διαλεκτικής ανακατασκευής της ιστορίας και κοινωνιολογίας του καπιταλιστικού κράτους. Έχοντας διατρέξει συνοπτικά τις βασικές στιγμές της νεωτερικής αντίληψης για το κράτος, θα αναπτύξουμε τη σχέση της εγελιανής φιλοσοφίας με τη μαρξιστική κριτική της, με στόχο τη συγκρότηση ενός διαλεκτικού πλαισίου κατανόησης της λογικής και δομικής διάρθρωσης της κρατικής μορφής, τα αξιώματα του οποίου θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Συνακόλουθα, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε σταθμούς της ιστορίας του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους, συσχετίζοντας την ανάπτυξη της επιστήμης της διακυβέρνησης με την ανάπτυξη των επιστημών της φύσης, ενσωματώνοντας βασικές θεωρητικές προκείμενες και ιδεότυπους της κρατικής μορφής που αναγνωρίζονται ευρέως στη σύγχρονη κοινωνιολογία και πολιτική φιλοσοφία. Στη συνέχεια, θα υποστηρίξουμε την χρησιμότητα και τη λειτουργικότητα της παραπάνω θεώρησης σε αντιπαράθεση με την αντίληψη της κρατικής μορφής που διατυπώνουν δύο από τους σημαντικότερους κοινωνικοπολιτικούς στοχαστές της εποχής μας, οι Negri-Hardt, ανατρέχοντας στη φιλοσοφία του Spinoza. Καταληκτικά, θα επιχειρήσουμε μια σύνθεση των δύο θεωρήσεων με την ηγεμονία της διαλεκτικής προσέγγισης, σκιαγραφώντας τη προοπτική μιας επιστήμης της διακυβέρνησης πέραν της κρατικής μορφής.
 –

ΙΙ. ΔΟΜΗ & ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΜΕΡΟΣ 1Ο. ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΚΟΜΒΟΙ & ΛΟΓΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
 –
Κατά τους νεότερους χρόνους η κρατική μορφή συλλαμβάνεται ως τέτοια, σχετικά αποδεσμευμένη από τις ηθικές αξιολογήσεις και τα προσωποπαγή χαρακτηριστικά, μέσα από τη σύλληψη τηςλαϊκής κυριαρχίας και του κρατικού συμφέροντος. Μπορούμε να ταξινομήσουμε τις νεωτερικές θεωρίες περί της κρατικής κυριαρχίας σε θεοπατριαρχικέςσυγκρουσιακέςσυναινετικές, οργανισμικές και ιστορικο-πολιτισμικές, ενώ συχνά οι νεωτερικές θεωρήσεις περί της κρατικής μορφής περιλαμβάνουν σε διάφορες αναλογίες όλες τις παραπάνω εκδοχές. Οι θεωρίες τηςθεοπατριαρχικής κρατικής μορφής προσέφεραν μια απολογητική του απολυταρχικού θεοπατριαρχικού κράτους, αναγνωρίζοντας τις σταδιακά αναδυόμενες ιδιωτικές και καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ενώ παράλληλα στις πόλεις της Ιταλίας γεννήθηκαν οι πρωτονεωτερικές αντιλήψεις της λαϊκής κυριαρχίας. Κατά την ιστορική ωρίμανση της νεωτερικής κρατικότητας, οι συγκρουσιακές και συναινετικές θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου συλλαμβάνουν το Κράτος μέσα από το σχίσμα και την αντίθεση της ιδιωτικής με τη δημόσια σφαίρα. Η καντιανή μεθερμηνεία της ρουσωϊκής volonté générale σηματοδοτεί το αποφασιστικό πέρασμα από τη κρατικότητα ως συναινετικό συμβόλαιο στην κρατικότητα ως έλλογη, ελεύθερη βούληση. Η μετακαντιανή απάντηση στην καντιανή φιλοσοφία ανοίγει το δρόμο προς το Γερμανικό Ρομαντισμό και τον Γερμανικό Ιδεαλισμό.
ΜΕΡΟΣ 2οHEGELMARX & Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
 –
Στη φιλοσοφία του Hegel, η κρατική μορφή συλλαμβάνεται ως αντικειμενική και διυποκειμενική πραγμάτωση του υποκειμενικού πνεύματος, της ελεύθερης βούλησης. Ο Γερμανός φιλόσοφος αναπτύσσει την κοινωνικοπολιτική του αντίληψη σε τρεις βασικούς πυλώνες του έργου του, στηνΕπιστήμη της Λογικής, στη Φιλοσοφία του Κράτους και του Δικαίου, στη Φιλοσοφίας της Ιστορίας. Η εγελιανή Επιστήμη της Λογικής, έχοντας προσδιορίσει την έλλογη υποκειμενικότητα, Έννοια,της επιστήμης, μεταβαίνει στον προσδιορισμό του αντικειμένου της επιστήμης ως εξωτερίκευσης της υποκειμενικότητας. Σύμφωνα με την Επιστήμη της Λογικής-Διδασκαλία περί της Έννοιας, η υποκειμενική Έννοια εξωτερικεύεται και πραγματώνεται σε τρεις διαφορετικές μορφές αντικειμενικότητας, την φυσική αντικειμενικότητα (μηχανισμός), τη χημική αντικειμενικότητα (χημισμός), και την οργανική αντικειμενικότητα (τελολογία). Οι τρεις αυτές μορφές αντικειμενικότητας αντιστοιχούν στις τρεις βασικές μορφές επιστημονικής αντικειμενικότητας, τη φυσική, τη χημεία, και τη βιολογία. Η Εξουσία ορίζεται στη Διδασκαλία περί της Έννοιας από τονHegel ως η αλλοτριωμένη, εξωτερική, αντικειμενική πραγμάτωση της ελεύθερης υποκειμενικότητας. Επομένως, οι τρεις μορφές αντικειμενικότητας της υποκειμενικής έννοιας μπορούν να συλληφθούν ως τρία διαφορετικά συστήματα εξουσίας. Στο επίπεδο ανάπτυξης τουμηχανισμού της Επιστήμης της Λογικής, ο Hegel συλλαμβάνει τη κρατική μορφή ως απόλυτο μηχανισμό εξουσίας των σωμάτων, με ένα υπερβατικό κέντρο υποκειμενικότητας σε ισχύ που αντιστοιχεί στη θεοκρατική μορφή, και ελεύθερο μηχανισμό των σωμάτων, με έναν εμμενή Νόμο σε ισχύ, που αντιστοιχεί στη δημοκρατική μορφή αντικειμενικής εξωτερίκευσης της υποκειμενικότητας. Στην επόμενη λογική στιγμή της, η κρατική μορφή συλλαμβάνεται ως δύναμη εξουδετέρωσης και σύνθεσης των σωματιδιακών στοιχείων, ως ένας χημικός μηχανισμόςεξουσίας από τον οποίο αναδύεται μια υποκειμενικότητα ανώτερη από αυτή του μηχανισμού. Τέλος, η κρατική μορφή συλλαμβάνεται ως υποκειμενικός σκοπός που αναδύεται από τονοργανικό μηχανισμό, ως εξωτερικός τελολογικός προσανατολισμός των σωματικών μερών. Κατά την μετάβαση από τη φυσική και χημική αντικειμενικότητα στην οργανική αντικειμενικότητα επέρχεται η επάνοδος της αλλοτριωμένης υποκειμενικότητας με την ολοένα και αυξανόμενη ο αντικειμενοποίηση και πραγμάτωση της υποκειμενικής ελευθερίας.
 –
Σύμφωνα με τη Φιλοσοφία του Δικαίου, η κρατική μορφή αποτελεί αντικειμενική, κοινωνικοπολιτική πραγμάτωση της υποκειμενικής ελευθερίας. Ακολουθώντας το γενικό σχήμα της Διδασκαλίας περί της Έννοιας, η κρατική μορφή αναδύεται ως θεοκρατικός-υπερβατικός και φιλελεύθερος-εμμενής μηχανισμός (Θεοκρατικός μηχανισμός, Κράτος-μηχανή), ως μηχανισμός κορπορατιστικής ενσωμάτωσης (Κράτος-συμπύκνωση), ως βιοπολιτικός μηχανισμός (Κράτος-εθική μορφή ζωής). Σε ένα χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης, η εγελιανή κοινωνικοπολιτική θεωρία αναπτύσσει τη κρατική μορφή σε τρεις βασικές στιγμές πραγμάτωσης του αντικειμενικού πνεύματος, την οικογένεια, την κοινωνία των ιδιωτών και το έλλογο κράτος (πολιτεία). Η εγελιανή θεωρία της κρατικής μορφής επιχειρεί να ενσωματώσει σε ανηρημένη μορφή όλες τις ουσιώδεις νεωτερικές θεωρήσεις της κρατικής κυριαρχίας ως διαλεκτικές της στιγμές, και είναι ταυτόχροναθεοπατριαρχική, συμβολαϊακή, κορπορατιστική, οργανισμική και ιστορικο-πολιτισμική.
Σύμφωνα, τέλος, με τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, η κρατική μορφή διατρέχει τέσσερις κοσμο-ιστορικές εποχές, την Ανατολική Εποχή, που ως κοσμοθεώρηση κυριαρχεί η φυσική πατριαρχική ολότητα, η άμεση ενότητα υποκειμενικού-αντικειμενικού πνεύματος σύμφωνα με την αρχή της οικογένειας, την ελληνική εποχή, που ως κοσμοθεώρηση ανατέλλει η αρχή του υποκειμενικού πνεύματος σε διάκριση από το αντικειμενικό πνεύμα, σύμφωνα με την αρχή της κοινωνίας των ιδιωτών, η ρωμαϊκή εποχή, κατά την οποία η κυρίαρχη κοσμοθεώρηση παραμένει η αρχή της κοινωνίας των ιδιωτών, όμως η αντίθεση υποκειμενικού-αντικειμενικού πνεύματος, ιδιωτικού-δημοσίου, είναι βαθύτερη, και η γερμανική εποχή, στην οποία ως κοσμοθεώρηση κυριαρχεί η επανένωση του υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος σε μια συνταγματική, εθνική-κρατική ενότητα.
O Marx και ο Engels, από τη Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου μέχρι την Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους αντιστοίχως, επιδιώκουν την «υλιστική αντιστροφή» της φιλοσοφίας του Hegel σε τουλάχιστον τρία επίπεδα, ως προς τη μορφή του Κράτους, ως προς την υλική βάση του Κράτους και ως προς την ιστορία του κράτους. Οι αντιφάσεις στο έργο των MarxEngels αναφορικά με τη κρατική μορφή, οδηγούν στην υπόθεση εργασίας ότι δεν έχουν μια συγκροτημένη θεωρία για το κράτος, ή μάλλον, έχουν διαφορετικές και αντικρουόμενες θεωρήσεις για το Κράτος, με την ερμηνεία του ως όργανο και μηχανή της κυρίαρχης τάξης να επικρατεί. Στο έργο των MarxEngels η υλιστική αντιστροφή της θεωρησιακής ελευθερίας, κατά τη πραγματική ύπαρξή της στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, είναι οι πραγματικές, υλικές σχέσεις εξουσίας, που εξαρτώνται από τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής.
Ωστόσο, οι MarxEngels προϋποθέτουν μια εννοιολογική σύλληψη της ελεύθερης θέλησης, την οποία δανείζονται από τον Hegel, ώστε να συλλάβουν το φαινόμενο της εξουσίας, της ταξικής πολιτικής εξουσίας και, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη κρατική μορφή. Ως προς τη λογική της κρατικής μορφής, αναπαράγουν τελικά μέσα από τις αντιφάσεις τους την εγελιανή διαλεκτική, αναπτύσσοντας κυρίως την καθοριστική στιγμή της συγκρουσιακής-ταξικής διάστασης του Κράτους. Ως προς την υλική βάση της κρατικής μορφής, προσφέρουν τα μεθοδολογικά εργαλεία για μια πιο συγκεκριμένη ανάλυση και κριτική των υλικών παραγόντων-προϋποθέσεων της κρατογένεσης, των υλικών σχέσεων εξουσίας από τις οποίες εξαρτάται η κρατική μορφή, και των ειδικά κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Τέλος, ως προς την ιστορία της Κρατικής μορφής, η υλιστική ανάλυση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας ανοίγει το δρόμο για μια διαλεκτική σύλληψη της ιστορικής σπείρας εξέλιξης της ειδικά καπιταλιστικής κρατικής κυριαρχίας, σύλληψη που ήταν αδιανόητη για τον Hegel με βάση τα μεθοδολογικά του εργαλεία και τους ιστορικούς του περιορισμούς.
 –
Με γνώμονα τη μαρξιστική κριτική, είναι δυνατό να συγκροτηθεί ένα διαλεκτικό μοντέλο
της κρατικής μορφής, στο επίπεδο της λογικής δομής και της ιστορίας. Η διαλεκτική της κρατικής μορφής περιλαμβάνει τις ουσιώδεις στιγμές ύπαρξης κάθε εμπειρικού κράτους, και τις βασικές ιστορικές εποχές της κρατικής μορφής, που εκφράζονται στις πλέον σημαίνουσες σχετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Θα υποστηρίξουμε ότι οι «εποχές ανάπτυξης της Κρατικής Ιδέας» (με σύγχρονους όρους, οι εποχές ανάπτυξης της “κρατικότητας”), αποτελούν μια γενική σπείρα που ξεδιπλώνει ιστορικά τη διαλεκτική των εσωτερικών, λογικών-δομικών στιγμών της κρατικότηταςμέχρι την εμφάνιση του καπιταλιστικού κράτους, μπορούμε να εφαρμόσουμε την ίδια μέθοδο, προεκτείνοντας κατά πολύ τον ιστορικό ορίζοντα του Hegel με βάση τη μαρξική κριτική, στην ανάπτυξη του ίδιου του καπιταλιστικού κράτους και διακρίνοντας τη δική του, ειδικότερη μακρο-ιστορική σπείρα ανάπτυξης στο εσωτερικό της γενικότερης, πρώτης σπείρας. Αυτή η σπείρα ανάπτυξης του καπιταλιστικού κράτους θα αναπαρήγαγε τις στιγμές της οικογένειας, τηςκοινωνίας των ιδιωτών/εξωτερικού πολιτικού κράτους (κράτος μηχανή και κράτος-συμπύκνωση), και του έλλογου κράτους (οργανικού κράτους), αλλά και τη σχετικοποίηση του έθνους-κράτους στο διεθνοκρατικό πλαίσιο, στον ορίζοντα του Παγκόσμιου Πνεύματος.
Όμως γιατί η κρατική μορφή χαρακτηρίζεται από μία, όπως υποστηρίζουμε, λογική ιστορία;Σύμφωνα με τις μετέπειτα αναλύσεις διαφόρων στοχαστών, όπως ο Max Weber, οι θεωρητικοί της Σχολής της Φρανκφούρτης και ο Foucault, η νεωτερική κρατική κυριαρχία χαρακτηρίζεται από μια ειδικού τύπου ορθολογικότητα διακυβέρνησης. Προς επίλυση των κοινωνικο-ταξικών προβλημάτων διακυβέρνησης, αναπτύσσεται μια επιστήμη και μια τεχνική που εξελίσσει την κυριαρχία σε θεωρία και πράξη. Η επιστήμη διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο δανείζεται το σχήμα της από την επιστήμη διακυβέρνησης της φύσης από τον άνθρωπο, επομένως η ανάπτυξη της κοινωνικής επιστήμης της διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο ακολουθεί την ανάπτυξη των φυσικών-θετικών επιστημών της διακυβέρνησης της φύσης. Η ανάπτυξη στη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, σύμφωνα με την εγελιανή διαλεκτική, παρέχει τις μορφές εξουσίας τόσο των θετικών όσο και των κοινωνικών επιστημών. Διατρέχοντας την ιστορία της νεωτερικής, καπιταλιστικής κρατικής μορφής, μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή τη συγκλίνουσα εξέλιξη επιστημών διακυβέρνησης της φύσης και της κοινωνίας. Το πέρασμα από το προνεωτερικό αριστοτελικό-θωμιστικό κοσμοείδωλο στο νευτώνειο-γαλιλαιϊκό (κατά την περίοδο της “πρωταρχικής συσσώρευσης” του κεφαλαίου), η θερμοδυναμική (1η Βιομηχανική Επανάσταση), η σχεσιακή φυσική (ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, κβαντομηχανική, σχετικότητα) και η χημεία (2η Βιομηχανική Επανάσταση), και τέλος η βιοπληροφορική (3η Βιομηχανική Επανάσταση), προκάλεσαν ισάριθμες τομές και στην επιστήμη της κρατικής διακυβέρνησης. Θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε ακριβώς αυτή την αμοιβαία ανατροφοδότηση των “θετικών επιστημών” με την κρατική επιστημολογία κατά την ιστορική εξέλιξή της, προσδιορίζοντας μια “τριπλή εξελικτική αρχή” που, σύμφωνα με τη θέση μας, διέπει τη κρατική μορφή. Η αρχή αυτή μπορεί να οριστεί ως η τριπλή μετάβαση:
 –
-Από το πιο αφηρημένο και απλό, στο πιο συγκεκριμένο, σύνθετο και πολύπλοκο Κράτος.
Η επίλυση κοινωνικών προβλημάτων οδηγεί το Κράτος σε όλο και πιο εξειδικευμένες, συγκεκριμένες και περιεκτικές μορφές.
 –
-Από το Θεοπατριαρχικό στο Πολιτικό Κράτος (κράτος-μηχανή, κράτος συμπύκνωση) και τελικά στο Βιοπολιτικό Κράτος (οργανικό κράτος). Από την πιο θεολογική και ιδεαλιστική στην πιο κοσμική και υλιστική νομιμοποίηση.
-Από το πιο τυχαίο, προσωποπαγές, αυθαίρετο και άκαμπτο, στο πιο ορθολογικό, απρόσωπο, επιστημονικό και προσαρμοστικό στο περιβάλλον Κράτος.
 –
Το καπιταλιστικό έθνος-κράτος, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, επαναλαμβάνει σε νέο επίπεδο τη γενική σπείρα ανάπτυξης της κρατικής μορφής. Οι βασικές εξελικτικές του στιγμές, που συμβαδίζουν με τις επιστημονικο-τεχνολογικές επαναστάσεις διακυβέρνησης της φύσης ως επαναστάσεις και στις μεθόδους διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο, είναι οι εξής:
 –
-Απολυταρχικό Κράτος,
 –
-Φιλελεύθερο Κράτος
 –
-Παρεμβατικό Κράτος
 –
-Ανταγωνιστικό Κράτος
 –
ΜΕΡΟΣ 3οSPINOZANEGRI ΚΑΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
 –
H χρησιμότητα και η λειτουργικότητα της παραπάνω θεώρησης μπορεί να καταδειχθεί αν την τοποθετήσει κανείς στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιολογικών, οικονομικών και πολιτικών εντεινόμενων ερευνών για το καπιταλιστικό κράτος, και ειδικά το σύγχρονο καπιταλιστικό έθνος-κράτος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Από κριτική σκοπιά, η κοινωνικοπολιτική θεωρία των NegriHardt εγγράφεται στη προβληματική αυτή. Αρχικά, το έργο του Negri ανήκει στην μαρξιστική παράδοση του ιταλικού εργατισμού και, μετέπειτα, της Αυτονομίας. Η μεταμαρξιστική θεωρία των NegriHardt για την κρατική μορφή, όπως αναπτύσσεται κυρίως στα έργα τους Η εργασία του Διονύσου, Άγρια Ανωμαλία, Αυτοκρατορία, ΠλήθοςΚοινοπολιτεία (Commonwealth), αντλώντας από τη φιλοσοφία τουSpinoza και τη θεωρητική συνεισφορά των Foucault και DeleuzeGuattari, επιτίθεται στη διαλεκτική παράδοση κατανόησης της νεωτερικής κυριαρχίας και μεταβαίνει σταδιακά από την εργατική τάξη στο πλήθος ως εκείνο το παραγωγικό υποκείμενο που αιχμαλωτίζει το Κράτος. Αρχικά, το έργο του Negri είναι προσανατολισμένο στην αγωνιστική πρακτική του ιταλικού εργατισμού και, στη συνέχεια, της ιταλικής Αυτονομίας. Ο Negri αναλύει το καπιταλιστικό κράτος από τη σκοπιά του εργατισμού, ως δευτερογενή μηχανισμό ταξικής, κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στη πρωτογενή δραστηριότητα της εργασιακής δύναμης, με παραδειγματική περίπτωση τοκεϋνσιανό κράτος”, το “κράτος πρόγραμμα”. Αργότερα, θα επαναπροσδιορίσει αυτή τη προβληματική του στη τροχιά της συνεργασίας του με τον Hardt. Για τους NegriHardt και τηνΕργασία του Διονύσου (που περιλαμβάνει προγενέστερα κείμενα του Negri), η κρατική κυριαρχία αναπτύσσεται καθώς η κυρίαρχη τάξη μεταθέτει την ταξική πάλη σε όλο και πιο κοινωνικοποιημένες μορφές, επιχειρώντας να ενσωματώσει την κίνηση των αγώνων και να την εγγράψει μέσα στη κρατική μορφή. O Negri συμμερίζεται τη θέση του Bobbio, ότι ο κλασικός μαρξισμός δεν διαθέτει μια θεωρία για το Κράτος, διευκρινίζοντας πως δεν διαθέτει μια θετικήθεωρία του Κράτους, παρά μόνο μια αρνητική, από τη σκοπιά της
 –
κίνησης του κομμουνισμού και των προλεταριακών αγώνων. Από μια τέτοια σκοπιά, ο Ιταλόςμεταμαρξιστής φιλοδοξεί να ασκήσει κριτική στη κρατική μορφή και το δίκαιο και σε συγγραφείς όπως οι John Maynard Keynes, Hans Kelsen, John Rawls, Richard Rorty, και Niklas Luhmann. Όσον αφορά τον κεϋνσιανισμό, η επανάσταση του 1917 και το κραχ του 1929 οδήγησαν στο πέρασμα από το φιλελεύθερο καπιταλιστικό κράτος στο “κράτος πρόγραμμα”, γεννώντας τον κεϋνσιανισμό ως απάντηση στην προλεταριακή επιθυμία, με τη μορφή τόνωσης της “ενεργού ζήτησης”, της ανόδου της αγοραστικής δύναμης των μαζών και της θεώρησης του μισθού ως ανεξάρτητης από την οικονομία μεταβλητής. Και στην αστική φιλοσοφία του δικαίου, οι NegriHardt θα ανακαλύψουν στα παράδοξα της συνταγματικής αυτοθεμελίωσης του δικαίου και του κράτους πρόνοιας, εκείνο τον παράγοντα της ζωής που η αστική θεωρία συστηματικά παραγνωρίζει, την εργασιακή δύναμη. Η συνεργασία του με τον Hardt και τα πορίσματά της θα οδηγήσουν τον Negri στην αναζήτηση ενός πιο στέρεου οντολογικού, υλιστικού θεμελίου της πολιτικής κριτικής του. Με στόχο την κατασκευή μιας πολιτικής θεωρίας πέρα από το κλασικό μαρξιστικό και εγελιανό διαλεκτικό πλαίσιο, ο Negri θα προσφύγει στη φιλοσοφία του Spinoza, ιδιαίτερα στη Θεολογικο-πολιτική πραγματεία και την Ηθική. Στο έργο του Άγρια Ανωμαλία, υποστηρίζει πως ο Σπινόζα, εκπροσωπώντας την “ανωμαλία” ενός ανατέλλοντος, νικηφόρου υλισμού της παραγωγής, εκπροσωπεί στο πολιτικό πεδίο της σύλληψη της δημοκρατίας του πλήθους πέρα από τη μυστικοποίηση της (κρατικής) υπερβατικής κυριαρχίας. Η πολιτική συγκρότηση του κοινωνικού σώματος συλλαμβάνεται πρωταρχικά ως μια μεταβαλλόμενη, εμμενής σχέση δυνάμεων, και η δημοκρατία ως πηγή θεμελίωσης και ο απόλυτος ορίζοντας όλων των πολιτειακών μορφών. Στο βιβλίο του Insurgencies: Constituent Power and the Modern State, ο Negri αφηγείται την ιστορία των νεωτερικών επαναστάσεων, της Γαλλικής, της Αμερικανικής αλλά και της Οκτωβριανής, ως ιστορία της αντιπαράθεσης ανάμεσα στη δημοκρατική, επαναστατική συντάσσουσα εξουσία, και την αντιδραστική, κρατική συντεταγμένη εξουσία. Η σπινοζική στροφή του Negri θα ολοκληρωθεί στο ύστερο έργο του. Στην Αυτοκρατορία, οι Negriκαι Hardt περιοδολογούν την καπιταλιστική κυριαρχία, περνώντας μέσα από το απολυταρχικό έθνος-κράτος, το φιλελεύθερο κράτος και το κράτος πρόνοιας ως δύο εκδοχές της δυτικής ιμπεριαλιστικής εθνοκρατικής κυριαρχίας των μη καπιταλιστικών περιφερειών, και τη σύγχρονη αυτοκρατορική κυριαρχία της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε ένα δίκτυο κρατικών και μη κρατικών δρώντων, που περιλαμβάνει πολυεθνικές επιχειρήσεις, διεθνείς οργανισμούς, τους κρατικούς ισολογισμούς, μια παγκόσμια αξιωματική των ροών κεφαλαίου σε υπερεθνικό καιτοπικό επίπεδο με κινητήρα επέκτασης την αμερικανική αυτοκρατορική εξουσία. Περιγράφοντας μια πορεία από το πλέον υπερβατικό κράτος στο πλέον εμμενές στις υλικές ροές της (ανα)παραγωγής, ενσωματώνουν τη φουκωϊκή διάκριση σε κυριαρχία, πειθαρχία,κυβερνησιμότητα στην ανάπτυξη της κρατικής διακυβέρνησης και αιχμαλώτισης. Ενώ στηνΕργασία του Διονύσου έβλεπαν ως κινητήρα ανάπτυξης της κρατικής μορφής την ταξική πάλη, τώρα βλέπουν ως κινητήρα τη κρίση της νεωτερικότητας στη μορφή αντιπαράθεσης της αρχής του Ενός με την πολλαπλότητα του πλήθους. Η διαρκής και επαναλαμβανόμενη κίνηση του πλήθους πέρα από την κυριαρχία οδηγεί στην ανακατασκευή της κρατικής μορφής σε όλο και πιο κοινωνικοποιημένες και εμμενείς στη παραγωγική διαδικασία της ζωής μορφές. Στο Πλήθος και στην Κοινοπολιτεία, οι NegriHardt σχηματίζουν μια αντιγενεαλογία της κρατικής μορφής, μια πολεμική γενεαλογία των αγώνων του πλήθους που φτάνει έως τις σύγχρονες αντιστάσεις στη βιοπολιτική και βιοασφάλεια, στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου, και τη καταφατική δύναμη των κοινών που πηγάζει από τεχνολογικά προηγμένη, συνεργατική, επικοινωνιακή, “άυλη παραγωγή”, ως ηγεμονεύουσα παραγωγική δύναμη στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.
Έχοντας επισκοπήσει τις βασικές γραμμές της επιχειρηματολογίας των NegriHardt περί κρατικής κυριαρχίας, θα υποστηρίξουμε ότι η διαλεκτική κατανόηση της κρατικής μορφής στο πλαίσιο τωνHegelMarx μπορεί να ενσωματώσει την ανάλυση της υλιστικής θεμελίωσης της Κρατικής μορφής κατά τα πρότυπα των Spinoza και Negri, συλλαμβάνοντας πληρέστερα το πολυδιάστατο κρατικό φαινόμενο, και υπερβαίνοντας ορισμένα αδιέξοδα και αντιφάσεις της τελευταίας. Το έργο τωνNegriHardt, αναπτύσσοντας τη σπινοζική, βιοπολιτική στιγμή στη διαλεκτική της κρατικής μορφής, αναπαράγει αναγκαία και ασυνείδητα, άρα αποσπασματικά και ελλειμματικά, την εξελικτική-ιστορική, επιστημονικοτεχνολογική και διαλεκτική θεώρηση, παραβλέποντας ή υποβαθμίζοντας πολλές κρίσιμες στιγμές της επιστήμης της διακυβέρνησης και του κρατικού φαινομένου , όπως τη “μηχανική” και τη “χημική”-σχεσιακή στιγμή του, ενώ υποβαθμίζει συνολικά το γενικό ζήτημα του Κράτους και τη διαλεκτική αντιφατικότητα, ειδικότερα, του έθνους-κράτους κατά την ενεργητική προσαρμογή του στις διαδικασίες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.
 –
ΜΕΡΟΣ 4ο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ & ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
 –

 

Συγκεφαλαιώνοντας όλες τις προηγούμενες αναπτύξεις, θα υποστηρίξουμε καταληκτικά ότι η διαλεκτική θεωρία της λογικής και της ιστορίας της κρατικής μορφής στο πλαίσιο των HegelMarx, είναι η πλέον αποτελεσματική στην ερμηνεία και την εξήγηση της ιστορικής πορείας του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους. Παρά τις θεωρητικές τους αδυναμίες τους στη σύλληψη της κρατικής μορφής, το συγκριτικό ιστορικό πλεονέκτημα των σπινοζικών NegriHardt έναντι τωνMarxHegel τους επιτρέπει να μπορούν να αποτιμήσουν την πορεία των αγώνων, των επιστημών και της κρατικής κυριαρχίας ολόκληρου του 20ου αιώνα, και να συλλάβουν με πιο συγκεκριμένο τρόπο τις σύγχρονες τάσεις της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και θεσμικής συγκρότησης, άρα και τη προοπτική μιας μετα-καπιταλιστικής, μετα-κρατικής πολιτειακής οργάνωσης της κοινωνίας. Η θεώρηση του Negri μπορεί να ενσωματωθεί ως η “σπινοζική στιγμή” της διαλεκτικής του Κράτους, με τρόπο που εκσυγχρονίζει και εξελίσσει το εγελιανο-μαρξικό πλαίσιο κατανόησης του καπιταλιστικού κράτους, συντελώντας σε μια πιο ρεαλιστική ουτοπία κομμουνιστικής κοινοπολιτείας δίχως κράτος, που θα δύναται να επιλύσει το τριπλό πρόβλημα μιας τέτοιας κοινωνικής συγκρότησης-το παραγωγικό πρόβλημα, το θεσμικό πρόβλημα, το ανθρωπολογικό πρόβλημα.
___________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s