Στην ανατολή…


. Επειδή η ασταμάτητη μηχανή όλο κάτι στενάχωρα γράφει, ας ρεφάρουμε με την μουσική. Οι αγαπημένοι πολυεθνικοί light of babylon (τι χαρμάνι γεροδιάβολε!!! – όταν έχεις όρεξη κάνεις θαύματα!), απ’ την Istanbul, σε μια ατμοσφαιρική ερμηνεία, με την κρυστάλλινη φωνή της ιρανοεβραίας Elia Kamal, στην εξίσου ατμοσφαιρική Cappadocia.

Kipur, ένα ισπανο-αραβο-σεφαραδίτικο ποιήμα για το ξημέρωμα…

____________________________________________________________
  

Νοσταλγία, κουλτούρα και εξιδανίκευση…


Νοσταλγία, κουλτούρα και εξιδανίκευση: Πως ο διαχωρισμός έργου – καλλιτέχνη, νομιμοποιεί συστημικές καταπιέσεις

Στη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι, ο ήρωας Γκορσακόφ εισέρχεται σε ένα εγκαταλελειμμένο, περίπου ονειρικό σπίτι, σαν να περνάει μέσα από μία πύλη προς άλλη διάσταση για να συνομιλήσει με τον χαρακτήρα Ντομένικο που στην ουσία είναι μία πτυχή του ίδιου του του εαυτού, κολλημένη όπως και ο ίδιος, στην Nοσταλγία. Εκεί ο Ντομένικο του ζητάει να περπατήσει κατά μήκος των ιαματικών λουτρών κρατώντας ένα αναμμένο κερί και αν αυτό το κερί παραμείνει αναμμένο σε όλη την πορεία του, τότε ολόκληρος ο κόσμος θα έχει σωθεί.

Διαπιστώνω πώς σίγουρα στην γενιά μου, γεννημένη μέσα στις παρυφές της νεωτερικότητας, η έννοια της νοσταλγίας προστρέχει σε μία εντελώς αντιδραστική, εξωραϊστική, στρεβλά ρομαντική αντίληψη για αυτό που νομίζουμε πως είναι παιδικότητα αλλά στην πραγματικότητα είναι η θνησιγενής εφηβεία μας. Θνησιγενής διότι πριν ακόμα μπορέσουμε να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε εκείνα τα στοιχεία της κουλτούρας μας που φαινόντουσαν ελπιδοφόρα, πριν μπορέσουμε καν να ανάψουμε το κερί, καπελώθηκαν αίφνης από τα προστάγματα λογιών-λογιών τοξικότητας.

Το ζήτημα με τις παιδικές μας κουλτούρες και αυτό που αντιμετωπίζουμε ως αναντίρρητα «αγνό», τοποθετώντας το σε ένα βάθρο και βάζοντας τους εαυτούς μας τοποτηρητές και προστάτες του απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική, είναι ακριβώς αυτό – ότι οι κουλτούρες μας δεν είναι τελικά άσπιλα παιδικές αλλά η ιστορικότητά τους είναι βαθιά και βαριά «ενήλικη», είναι βαθιά και βαριά χτισμένη πάνω σε χρόνιες ασχήμιες.

Όταν λοιπόν προστατεύουμε τη φαντασίωση αυτών των κουλτούρων πάνω και πέρα από την αποδοχή ότι, ναι, είναι ένα κομμάτι των εαυτών μας, το κάνουμε συνδέοντάς το αυθαίρετα με μία επίκληση στην ουτοπία χωρίς να γνωρίζουμε ή χωρίς να θέλουμε να καταλάβουμε, ότι αυτή η ουτοπία δεν εδράζεται σε κάποιον φανταστικό άχρονο ού-τοπο, αλλά αντιθέτως εγκολπώνεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, παρακλάδι ενός προβληματικού παρόντος βουτηγμένου μέσα στον πολιτισμικό εθνικισμό οπου τα πάντα όσο εκτρωματικά και να είναι στην ωμή ουσία τους, αποκτούν μία φαρισαϊκή όψη και ενδύονται την σοβαροφάνεια της παράδοσης, τη στιβαρότητα του παραπλανητικά οικείου, εξυπηρετώντας τι τελικά; Ένα είδωλο της συντήρησης με φαντασιακή επικάλυψη.

Βασικό εργαλείο χειραγώγησης προς αυτή την κατεύθυνση είναι η τετριμμένη άποψη ότι το καλλιτεχνικό έργο πρέπει πάντα να διαχωρίζεται από τον δημιουργό σε κάθε επίπεδο – όταν βέβαια βολεύει. Μέσα σε αυτόν τον πυρήνα υποβόσκει μία εγγενής μουσειακή ψυχρότητα η οποία δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε τυχαία. Εξυπηρετεί αντιδραστικές ανάγκες.

Ο ύστατος φόβος του κάθε αμετανόητου θιασώτη της ολότητας της κουλτούρας που τον γαλούχησε, όποια και να είναι αυτή, είναι να ομαδοποιηθεί κριτικά οπουδήποτε εκτός της εσκαπιστικής αγκαλιάς του υπερσυνόλου στο οποίο θεωρεί ότι ανήκει (ώστε να του παρέχεται άσυλο και απαλλαγή από την ευθύνη).

Αυτός είναι ο λόγος που τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι δημοφιλή στις πλειοψηφίες μέσα στις υποκουλτούρες. Φοβίζει η αποκάλυψη της ωμής θέασης του υποκειμένου στον καθρέφτη δίχως την μεταμφίεση της εθελοτυφλίας. Αυτό συμβαίνει διότι το κινηματικό υπερκείμενο (πρέπει να) είναι δυσανεκτικό στην ωχαδερφιστική ανεμελιά, και άρα ξεβολεύει.

Όταν όλα τα υποκείμενα που συμμετέχουν στην καλλιτεχνική διαδικασία επιστεγάζουν την συμμετοχή τους με μόνο γνώμονα την ευφορία της αισθητικοποίησης για την αισθητικοποίηση, τότε το καταληκτικό παραγόμενο δεν είναι τίποτε άλλο από μία απενοχοποίηση της καλοπέρασης.

Οι κουλτούρες – και οι τέχνες που αυτές παράγουν και εξυμνούν – έχουν όμως ευθύνη να είναι συμπεριληπτικές και ανθρώπινες στο διηνεκές, όχι μόνο στο στιγμιότυπο κάποιας απόλαυσης.

Αυτό είναι αδύνατο να επιτελεστεί αποδρώντας στην αποστασιοποίηση της αγκαλιάς της νοσταλγίας, που θα σε εξοπλίσει με βολικά τεχνάσματα δήθεν να φιλτράρεις και δήθεν επιλεκτικά και αποστειρωμένα να εκτιμάς την ομορφιά των πρωτοποριακών γλυπτών του φιλοναζί Joseph Beuys, φιλοσοφικού παραγιού του Steiner, τα απόκοσμα κιθαριστικά ρίφς του hvis lyset tar oss που γνωρίζεις ότι συνέθεσε ο μισαλλόδοξος Varg Vikernes ή να λατρεύεις την τεχνική αρτιότητα της ποίησης του αντισημίτη T.S. Eliot. Αντίθετα με τις όποιες απονευρωμένες και αμέτοχες θέσεις, δεν (πρέπει να) νοείται καλλιτεχνικό βίωμα με όρους ασπόνδυλους και με προκατασκευασμένα,  χειρουργικά, ακαδημαϊκά στεγανά.

Όποιος ισχυρίζεται ότι εκτίθεται στο καλλιτέχνημα ενός «μεγάλου» δημιουργού που είναι ταυτόχρονα και άθλιος άνθρωπος, αλλά μπορεί και βιώνει την αποσταγμένη ομορφιά του αποτελέσματος μέσα από τη γενική ασχήμια της πηγής, πέρα από παραπλανημένος ή ψεύτης, είναι και ο ίδιος, τελικά, συνένοχος.

Όταν η προβληματικότητα ή ακόμα και το εξόφθαλμο μίσος δωσμένο μέσα απο ένα έργο τέχνης, προσδιοριστεί, είναι προφανές ότι και το άτομο που το παρήγαγε είναι όμοια κατακριτέο και άρα το ψευδοδίλημμα του διαχωρισμού είναι ακριβώς αυτό – ψευδοδίλημμα. Όταν ένα έργο τέχνης ενός προβληματικού δημιουργού δεν έχει ορατά προβληματικά στοιχεία ή ακόμα-ακόμα δεν έχει καθόλου προβληματικά στοιχεία, ένας διαχωρισμός μπορεί μόνο να αποτελεί συγχωροχάρτι. Διότι, εάν ένα κατά τα άλλα μη προβληματικό καλλιτεχνικό έργο δεν ήταν αρκετό να εξοβελίσει το μίσος που περιέχεται σε αυτόν που το δημιούργησε, γιατί να το εξοβελίσει και με τι επιτελεστικούς όρους, από τα άτομα που θα εκτεθούν σε εκείνο; Συνεπώς τουλάχιστον σε έναν υπερβατικό βαθμό, το έργο αυτό απέτυχε στην αποστολή του.

Εάν η απάντηση λοιπόν είναι ότι δεν θα μας εξυψώσει με αυτούς τους όρους που αναμένουμε να επενεργούν όταν ένα άτομο βιώνει την τέχνη, τότε το επόμενο ερώτημα είναι πού, πόσο και γιατί χρειαζόμαστε αυτή την τέχνη από αυτούς τους καλλιτέχνες, διότι τελικά ενδεχομένως αυτή η τέχνη να μπορεί να διασκεδάσει – να ενισχύσει ουσιαστικά και επιδραστικά το ανθρώπινο στοιχείο όμως, όχι.

Υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να εισπράξουμε αποδομώντας την ματσίλα του William Burroughs ή του Hemingway – ή την εύθραυστη αρρενωπότητα του Polanski και του Woody Allen – αλλά αυτό το σύστημα μπορεί να είναι λειτουργικό μονάχα, όχι αν προσεγγιστεί με την ιερότητα του λατρευτικού ιστού μιας κουλτούρας που εργαλειοποιεί το τέχνασμα απόστασης μεταξύ δημιουργού και έργου, αλλά που αντίθετα θεωρεί αυτά τα δύο αλληλένδετα και αντικείμενα προς εννιαία κρίση. Όταν κάποιο άτομο δημιουργεί τέχνη, αναπόδραστα μοιράζεται ένα κομμάτι του, συνεπώς το ποιό είναι αυτό το άτομο έχει οντολογική σημασία στην αλληλουχία με το ποιά είναι αυτή η τέχνη.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι αυτοί είναι άντρες. Η ιστορικότητα της αντίληψης του «Μεγαλού Δημιουργού» ή της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, επικοινωνούνταν πάντα με φαλλοκεντρικούς όρους.  Όλα αυτά τα κακοποιητικά στοιχεία που συναποτελούν τις ηθικές και καλλιτεχνικές πλευρές αυτών των «μεγάλων αντρών των τεχνών και των γραμμάτων», είναι στοιχεία που οι κοινωνιές ιστορικά επέλεγαν αντί να τα βλέπουν ως αποκρουστικά, αντιθέτως ευλαβικά και κατανυκτικά τα θεοποιούσαν μασκαρεύοντάς τα ως «εκκεντρικότητα» ή «ιδιομορφία» ή «στιβαρότητα» και τα εξυμνούσαν ώς μια εννιαία και αδιαίρετη σκεπτομορφή δημιουργού-έργου, πράττωντας παραδόξως ακριβώς το αντίθετο απο όταν αποδομηθούν και καταπέσουν αυτοί οι ήρωες, και έρθουν οι απολογητές τους  απαρέγκλιτα να επικαλεστούν διαχωρισμό καλλιτέχνη – καλλιτεχνίματος. Τον ίδιο διαχωρισμό που δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν όταν τους προσκυνούσαν ως μυθικά είδωλα.

Εάν δεν αρθεί η μεμβράνη συστημικής προστασίας με την οποία χρόνια επενδύουμε το βίωμα των κουλτούρων μας, μόνο και μόνο για να συντηρούμε αντιδραστικά την μνήμη των προνομιακών εαυτών μας μέσα σε αυτές, λέγοντας δήθεν ότι πάντοτε κατείχαμε το μαγικό σουρωτήρι πού κρατάει το χρήσιμο και απομονώνει το άχρηστο, τότε ποτέ δεν μπορούσαμε και ούτε θα μπορέσουμε να διακρίνουμε πέρα από την θεοποίηση της νοσταλγίας που μας διαφεντεύει.

Τελικά εκεί που η ουτοπία εξαπλώνεται μένουνε δύο τινά. Από την μια η ανάγκη του ατόμου να την ψάχνει στο διηνεκές και να αυτοτυφλώνεται μπροστά στο γεγονός ότι πλέον δεν είναι ουτοπία αλλά καταστροφική άρνηση ενός προβληματικού παρόντος, και από την άλλη, η οικειοθελής, ενσυνείδητη και αέναη άρνηση αυτού του προβληματικού παρόντος ως προβληματικού.

Ο τρόπος να αντιμετωπίσουμε τη Νοσταλγία μας τελικά, τον «πόνο της μνήμης» όπως λέει η λέξη που επινόησε ένας Ελβετός, το βάδισμά μας με το αναμμένο κερί, είναι, αντί του έργου απο τον δημιουργό, να διαχωρίσουμε το συναίσθημα από τη μνήμη καθότι τελικά η νοσταλγία είναι πλέον μια λάθος λέξη διότι δεν έχει σχέση με το μνημονικό. Η μνήμη είναι η (επί)γνωση. Η νοσταλγία τελικά καταλήγει να γίνεται ενα εργαλείο ενεργής ή υπολανθάνουσας Λήθης μπροστά στον οχετό των φονταμενταλισμών,των σεξισμών, και των εθνικισμών που παράγουν οι κουλτούρες μας, σε παλιές και νέες βερσιόν.

Καλό βάδισμα και ας μην ξεχνάμε οτι δεν υπάρχει τίποτα πιο Ολιστικό από το Ανθρώπινο.

Κώστας Ντέμος

Γιατί όλα τα ινδάλματα του αντιπροέδρου της ΝΔ απειλούνται με φυλάκιση; …


prison hands

Εάν τα ινδάλματα ενός πολιτικού δείχνουν το πραγματικό του πρόσωπο τότε ο αντιπρόεδρος της ΝΔ – που επέλεξε προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης – ίσως φλερτάρει επικίνδυνα με τα κάγκελα της φυλακής.

Καθώς ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, βρίσκεται υπό κράτηση κατηγορούμενος ότι λάμβανε χρήματα για την προεκλογική του εκστρατεία από τον πρώην δικτάτορα της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι, αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα από τα ινδάλματα του ηγέτη της Νέας Δημοκρατίας .

«Ό,τι είναι ο Σαρκοζί στη Γαλλία, είμαι εγώ στην Ελλάδα» έλεγε το 2015 ο Αδωνις Γεωργιάδης συμπληρώνοντας ότι «σε όλη την Ευρώπη η δεξιά είναι φιλελεύθερη στην οικονομία και συντηρητική στα κοινωνικά».

».

Ιδιαίτερη εκτίμηση όμως έδειχνε ο Γεωργιάδης και για τον φιλελεύθερο Φρανσουά Φιγιόν, ο οποίος κατέρρευσε πολιτικά όταν η κρατικοδίαιτη σύζυγός του και άλλα μέλη της οικογένειάς του κατηγορήθηκαν για ύποπτες αργομισθίες που προσέγγιζαν το ένα εκατομμύριο ευρώ.

Στη μακρά λίστα των πολιτικών ινδαλμάτων του Γεωργιάδη, που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τις διωκτικές αρχές περιλαμβάνεται βέβαια και ο Βενιαμίν Νετανιάχου, στο σπίτι του οποίου μπαινοβγαίνει εδώ και μήνες η αστυνομία διερευνώντας καταγγελίες για σειρά σκανδάλων διαφθοράς.

Ο αντιπρόεδρος της ΝΔ μάλιστα αντιγράφει και την επικοινωνιακή πολιτική του Νετανιάχου, κάθε φορά που βρίσκεται αντιμέτωπος με καταγγελίες σκανδάλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι κάλεσε τηλεοπτικό συνεργείο στο σπίτι του για να αποδείξει ότι δεν έχει αρκετά χρήματα ούτε για μια τυπική συντήρηση – ακριβώς δηλαδή ότι έκανε και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ.

Αν προσθέσει κανείς σε αυτά και την προτροπή του αντιπροέδρου της ΝΔ «να γίνουμε λίγο Ερντογάν», αναφερόμενος στην βαναυσότητα της τουρκικής αστυνομίας απέναντι σε διαδηλωτές αλλά και την δήλωσή του ότι θα ψήφιζε και με τα δυο χέρια τον Ντόναλντ Τραμπ, καταλήγουμε σε μια ομάδα πολιτικών ινδαλμάτων τα οποία στην καλύτερη περίπτωση κατηγορούνται σαν απατεώνες του κοινού ποινικού δικαίου και στη χειρότερη θεωρούνται υπεύθυνοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.


Aπό:https://info-war.gr/giati-ola-ta-indalmata-toy-antiproedroy-tis-nd-apeiloyntai-me-fylakisi/

Αλμπέρ Καμύ – Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι…


Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, το παράλογο ως κανόνα ζωής, είναι αντιφατικό. Τότε, γιατί απορούμε που δεν μας διαθέτει τις αξίες εκείνες οι οποίες θα αποφάσιζαν για μας ως προς τη νομιμότητα του εγκλήματος; Δεν είναι δυνατό, άλλωστε, να στηρίξουμε μια στάση πάνω σε μια προνομιούχα συγκίνηση.

Το αίσθημα του παραλόγου είναι ένα αίσθημα όπως όλα τα άλλα. Το ότι έδωσε τη χροιά του σε τόσες σκέψεις και πράξεις στην περίοδο του μεσοπολέμου αποδεικνύει μόνο τη δύναμη και τη νομιμότητά του. Αλλά η δύναμη ενός αισθήματος δεν σημαίνει ότι γίνεται και πανανθρώπινο. Το σφάλμα μιας ολόκληρης εποχής ήταν ότι διατύπωσε, ή θεώρησε διατυπωμένους, γενικούς κανόνες δράσης, ξεκινώντας από μιαν απελπισμένη συγκίνηση που ο μηχανισμός της ήταν να ξεπεράσει τον ίδιο τον εαυτό της.

Τα μεγάλα βάσανα, όπως και οι μεγάλες ευτυχίες, γίνονται αιτίες για τη γένεση ενός συλλογισμού. Παίζουν τον ρόλο των μεσολαβητών. Μα δεν θα μπορούσαμε να τους ξαναβρούμε και να τους διατηρήσουμε καθ’ όλη τη διάρκεια των συλλογισμών. Αν, επομένως, ήταν νόμιμο να υπολογίζεται η παράλογη ευαισθησία, να γίνεται η διάγνωση ενός κακού τέτοιου όπως το βρίσκουμε στον εαυτό μας και στους άλλους, είναι αδύνατο να δούμε σε τούτη την ευαισθησία, και στον μηδενισμό που αυτή προϋποθέτει, κάτι άλλο εκτός από ένα σημείο εκκίνησης, μια εμπειρική κριτική, το ισοδύναμο —στο επίπεδο της ύπαρξης— της συστηματικής αμφιβολίας. Κι ύστερα, πρέπει να σπάσουμε τα στάσιμα παιχνίδια του καθρέφτη και να εισχωρήσουμε στην ασυγκράτητη κίνηση, χάρη στην οποία το παράλογο ξεπερνά τον ίδιο τον εαυτό του.

Όταν σπάσει ο καθρέφτης, δεν απομένει πια τίποτα που να μπορεί να μας βοηθήσει για να δώσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα του αιώνα. Το παράλογο μαζί με τη μεθοδική αμφιβολία εξουδετέρωσαν τις ιδέες του παρελθόντος. Το παράλογο μας φέρνει σε αδιέξοδο. Όμως μπορεί, όπως και η αμφιβολία, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πάνω του, να προσανατολίσει μια νέα έρευνα. Ο συλλογισμός συνεχίζεται έτσι με τον ίδιο τρόπο. Φωνάζω ότι δεν πιστεύω σε τίποτα και ότι όλα είναι παράλογα, μα δεν μπορώ να αμφιβάλλω για την κραυγή μου, και πρέπει να πιστέψω τουλάχιστον στη διαμαρτυρία μου.

Η πρώτη και μοναδική ολοφάνερη αλήθεια που μου δίνεται έτσι, εντός της παράλογης εμπειρίας, είναι η εξέγερση. Στερημένος από κάθε γνώση, εξαναγκασμένος να σκοτώνω ή να συναινώ στον φόνο, δεν έχω παρά μόνο τούτη την απτή αλήθεια, η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την απόγνωση που με παιδεύει.

Η εξέγερση γεννιέται από το θέαμα της παραφροσύνης, μπροστά σε μιαν άδικη και ακατανόητη μοίρα. Ωστόσο, η τυφλή ορμή της διεκδικεί την τάξη μέσα στο χάος και την ενότητα στην καρδιά αυτού που φεύγει και χάνεται. Φωνάζει, απαιτεί, θέλει να σταματήσει το σκάνδαλο και να ακινητοποιηθεί επιτέλους αυτό που μέχρι τώρα γραφόταν δίχως ανάπαυλα πάνω στη θάλασσα.

Έγνοια της είναι η αλλαγή. Αλλαγή όμως σημαίνει δράση, και δράση αύριο θα σημαίνει να σκοτώνει, ενώ δεν ξέρει ακόμη αν ο φόνος είναι νόμιμος. Εγκυμονεί ακριβώς τις πράξεις εκείνες που της ζητούν να νομιμοποιήσει. Άρα, η εξέγερση πρέπει να αντλήσει τα αίτια που την υποκινούν από τον εαυτό της, αφού δεν μπορεί να τα πάρει από τίποτ’ άλλο. Πρέπει να δεχτεί να κάνει τον αυτοέλεγχό της για να μάθει πώς πρέπει να συμπεριφερθεί.

Δύο αιώνες επανάστασης, μεταφυσικής ή ιστορικής, προσφέρονται ακριβώς στη θεώρησή μας.Μόνο ένας ιστορικός θα είχε την αξίωση να εκθέσει λεπτομερώς τις ιδεολογίες και τα κινήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο μέσα σ’ αυτήν. Το πολύ πολύ, θα είναι δυνατό να βρούμε εκεί την κατευθυντήρια ιδέα. Οι σελίδες που ακολουθούν προτείνουν μόνο κάποια ιστορικά σημεία αναφοράς και μια πιθανή ανάγνωση’ αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή και, άλλωστε, δεν μπορεί να διαφωτίσει τα πάντα. Εξηγεί ωστόσο, τουλάχιστον εν μέρει, την κατεύθυνση και, σχεδόν ολοκληρωτικά, τις υπερβολές της εποχής μας. Η θαυμαστή ιστορία που αναφέρεται εδώ είναι η ιστορία της ευρωπαϊκής αλαζονείας.

Η εξέγερση, πάντως, δεν θα μας φανέρωνε τις αιτίες της παρά μόνο στο τέλος μιας έρευνας γύρω από τις θέσεις, τις αξιώσεις και τις κατακτήσεις της. Στα έργα της βρίσκονται πιθανόν ο κανόνας δράσης που δεν κατάφερε να μας δώσει το παράλογο, τουλάχιστον μια ένδειξη για το δικαίωμα ή το καθήκον να σκοτώνεις και, τέλος, η ελπίδα μιας δημιουργίας.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι. Αρκεί να ξέρουμε αν τούτη η άρνηση τον οδηγεί μόνο στον όλεθρο των άλλων και του εαυτού του, αν κάθε εξέγερση πρέπει να κλείνει με τη δικαίωση του παγκόσμιου εγκλήματος ή αν, αντίθετα, χωρίς καμιάν απαίτηση για μιαν ανέφικτη αθωότητα, μπορεί να αποκαλύψει την αρχή μιας αποδεκτής ενοχής.

***

Albert Camus – Ο επαναστατημένος άνθρωπος 


Από: http://antikleidi.com