Ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ…


Εφόσον ούτε στην Ελλάδα μπορούσε να επιστρέψει ούτε και στην Αμερική να ταξιδέψει, όπως επιθυμούσε, ο Καζαντζάκης άρχισε να αναζητεί τόπο διαμονής στη Γαλλία. Ο συγγραφέας Θράσος Καστανάκης του πρότεινε μια παραθαλάσσια πόλη στην Κυανή Ακτή, ανάμεσα στις Κάνες και τη Νίκαια. Το όνομά της; Αντίμπ.

Η αρχαία ελληνική αποικία της Αντίπολης, που είχε ιδρυθεί από τους Φωκαείς της Μασσαλίας. Ο Καστανάκης την περιέγραψε με ζωηρά χρώματα, με πεύκα που μύριζαν Ελλάδα και θάλασσα της Μεσογείου, τόσο πειστικά, που ο Καζαντζάκης πήγε να τη δει.

«Καλορίζικη η villa Rose», έγραψε περιχαρής στη γυναίκα του, στις 3 Ιουνίου του ’48.

«Πώς βρέθηκε η βίλα αυτή είναι ένα θαύμα. Πάλι οι γυναίκες με βοήθησαν. Γύριζα απελπισμένος με λεωφορεία, με τρένα, με τα πόδια. Πουθενά, τίποτα. Ύστερα από περιπέτειες, έπεσα στα χέρια μιας μεσίτριας, παχουλής, στρουμπουλής, ξανθιάς, σαν ευνούχος. “Πάμε”, μου είπε, “έχω κάτι για σας”.

Στρίψαμε ένα δρομάκι καταπράσινο και φτάσαμε στη viila Rose. Μπαίνουμε: κήπος με μουσμουλιά, κατάφορτη ώριμα μούσμουλα, με ελιές, συκιές, βερικοκιές, μέγα κυπαρίσσι στην είσοδο. Έξοχη ταράτσα, θέα στη θάλασσα και στις χιονισμένες Άλπεις. Ησυχία απόλυτη, δέκα λεφτά από τη θάλασσα. Είμαι χαρούμενος που το βρήκα και θα χαρείτε κι εσείς ένα άνετο σπίτι».

Σύντομα το ζεύγος Καζαντζάκη μετακόμισε στο νέο του σπίτι. Εκεί, στις υπώρειες των Άλπεων, τα βάσανα της Ελλάδας έμοιαζαν μακρινά, λες και τα είχαν ζήσει κάποιοι άλλοι. Έκαναν βόλτες στους κατάφυτους λόφους, που μύριζαν θυμάρι και σκίνα, για να επιστρέψουν κατόπιν στο σπίτι, να κολατσίσουν με την ησυχία τους και να ασχοληθούν με τα δικά τους.

«Εδώ κάθομαι λοιπόν, στον Παράδεισο της Αντίπολης, και δουλεύω όσο μπορώ την ελληνική γλώσσα και το νεοελληνικό πνεύμα», έγραψε ο Καζαντζάκης στο Μπέργε Κνες. «Σαράντα χρόνια τώρα άλλο δεν κάνω, χωρίς καμιά αμοιβή, με μεγάλους διωγμούς από τους επίσημους Έλληνες. Μα είμαι από καλό χώμα, made in Creta, και αντέχω. Ελπίζω έτσι να πολεμώ ως το θάνατο».

Oς Καζαντζάκης στη βίλλα «Μανολίτα» στην Αντίμπ 1953.

Μια μέρα, ήρθε στο σπίτι του ένας νεαρός Γάλλος. Του πρότεινε να δει τη βίλα Μανολίτα και, αν του άρεσε, να τη νοικιάσει. Ο Καζαντζάκης πήγε, την είδε και έμεινε με τις καλύτερες εντυπώσεις. Το σπίτι βρισκόταν μέσα σ’ ένα μεγάλο κήπο, με λεμονιές, πορτοκαλιές, ελιές, αμυγδαλιές και δυο πανέμορφες συκιές. Ψηλά στο οίκημα, κάτω από τη στέγη, υπήρχε μια καμαρούλα την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί ως συγγραφικό εργαστήρι. Η θέα από εκεί πάνω ήταν απεριόριστη· όλο το ακρωτήρι της Αντίπολης και οι Ιταλικές Άλπεις μέχρι τα κόκκινα βουνά του Εστερέλ. Βλέποντας τον ενθουσιασμό του, ο νεαρός του πρότεινε να υπογράψει τριετές συμβόλαιο.

«Θεός φυλάξει», έκανε τρομαγμένος ο Καζαντζάκης. «Ακόμα τρία χρόνια στην ξενιτιά;»

Τα τρία χρόνια στη βίλα Μανολίτα έμελλε να γίνουν πέντε, προτού μετακομίσει σε άλλο σπίτι, και πάλι στην Αντίπολη.

Το καλοκαίρι του ’50, ο πανεπιστημιακός Άγγελος Αγγελόπουλος επισκέφθηκε τον Καζαντζάκη στην Αντίπολη, συντροφιά με τη γυναίκα του, και κατέγραψε τη συνάντησή τους.

«Μας περίμενε μπροστά στη Μανολίτα – το όνομα της κατοικίας του. Ψηλός, με λυγερή κορμοστασιά, ντυμένος με απλότητα και γούστο, μας δέχτηκε στον κήπο, που ήταν καταπράσινος από τα δέντρα και γεμάτος λουλούδια που μοσχοβολούσαν.

“Εδώ είναι το καταφύγι μου”, μας είπε με το συνηθισμένο του χαμόγελο.

Σε λίγο, ο Καζαντζάκης μας ανέβασε στο «κελί» του, όπως το έλεγε. Ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια, και σε κάθε σκαλοπάτι στεκόταν σαν κάτι να συλλογιόταν, σαν κάτι να σήμαινε αυτό το ανέβασμα.

“Μ’ αρέσει πάντα ο Ανήφορος”, μας είπε.

Τα σκαλοπάτια για τον Καζαντζάκη σήμαιναν τους σταθμούς της πάλης κάθε ανθρώπου, που χαρακτηρίζουν και την αξία της ζωής του. Θα το πει αργότερα στην Αναφορά στον Γκρέκο:

“Η μόνη αξία που αναγνωρίζω στη ζωή μου είναι τούτη: ο αγώνας της ν’ ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμή της και το πείσμα – στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά”.

Ο “πύργος” όπου φτάσαμε σε λίγο ήταν επιβλητικός παρά τις περιορισμένες διαστάσεις του, που επέτρεπαν μόνο ένα γραφείο, ένα κάθισμα και μια μικρή θέση για βιβλία. Εδώ μέσα σ’ αυτόν τον “πύργο”, κλεινόταν ο Καζαντζάκης από τα ξημερώματα ως αργά τη νύχτα και δούλευε. Ο πύργος αυτός του ταίριαζε και τον βοηθούσε στη σύνθεση και στην εξισορρόπηση του παλιού με το σύγχρονο. Από το ένα μέρος έβλεπε την Αντίπολη με όλο της το παρελθόν, και από την άλλη το Ζουάν-Λε-Πεν, την πιο μοντέρνα πλαζ της Κυανής Ακτής. Συχνά περπατούσε και ανεβοκατέβαινε την κορφή του πύργου του, πηγαίνοντας πότε στην Αντίπολη και πότε στο Ζουάν-Λε-Πεν.

 “Μ’ αρέσει να περπατώ ανάμεσα στους δυο αυτούς κόσμους”, είπε σε λίγο, “γιατί αναβαπτίζομαι κάθε φορά με την πραγματικότητα”».  

Αφού η Ελλάδα δεν τον καταδεχόταν, ο Καζαντζάκης έκανε τη Γαλλία δεύτερη πατρίδα του και την Αντίπολη ύστατο σπιτικό του.

Κώστας Αρκουδέας – Το χαμένο Νόμπελ

Εκδόσεις Καστανιώτη (απόσπασμα από το 4ο μέρος – Αντίπολη )


Από: http://antikleidi.com

Παν. Κονδύλης: Πόλεμος και ειρήνη στο Αιγαίο…


Πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να εξουδετερώσει τα γεωπολιτικά της μειονεκτήματα στην περίπτωση ενός πολέμου με την Τουρκία; Το θέμα αυτό πραγματεύεται ο συγγραφέας στο κείμενο που προδημοσιεύει «Το Βήμα».

Η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική και συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο, ενώ ο ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά· ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί· αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922.

Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.
Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.

Πώς μπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέμου, τα σοβαρά γεωγραφικά της μειονεκτήματα; Θα επισημάνουμε τέσσερα σημεία. (…) Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς μου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλομένων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε οι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Το πού πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, με δεδομένο τον κατά βάση συμπαγή και ολότμητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, μας το δείχνει μια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες.

Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές.

Πράγματι, πουθενά αλλού εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο· η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ιμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη· όμως το πρόβλημα της κυριαρχίας στον εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιμο, ώστε θα μιλήσουμε γι’ αυτό χωριστά).

Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγματα έχει να περιμένει. Και αν μπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν μονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσμός στο σύνολό του φανεί διατεθειμένος να πολεμήσει, αν χρειαστεί, με νύχια και με δόντια. Αυτό δυστυχώς, δεν έγινε το 1974, όταν είδαμε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων. Όμως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει μόνον η θάλασσα.

Το δεύτερο σημείο, που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της τής δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων. Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειμένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθμητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων με ανοιχτά τα πλευρά του, πράγμα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει με ευελιξία και ταχύτητα.

Όμως η τελική έκβαση θα κριθεί με βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέμου. Πόλεμος σημαίνει πρωταρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Και εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του την αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο.

Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς (ήδη η Τουρκία αποκτά αμερικανικούς πυραύλους ATACMS με βεληνεκές 120-300 χλμ.) καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους – εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζουρούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Ετσι, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια.

Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς και με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου). Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιούνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και τα νώτα της τουρκικής επικράτειας. Στο κάτω – κάτω η Ελλάδα είναι εξ ίσου εγγυήτρια Δύναμη του κυπριακού κράτους και επομένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα με την Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις ένοπλες δυνάμεις της. Αλλά τέτοιες παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολμά όποιος είναι υποχρεωμένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό και την τελευταία βίδα.

Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αμυντικό δόγμα», εννοεί ότι, φοβούμενη μήπως εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης και των συμμάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέμου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πλεονέκτημα του πρώτου (μαζικού) πλήγματος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα πιθανότητα υπογράψει μόνη της και εκ προοιμίου την καταδίκη της. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά.

Σε παλαιότερους πολέμους, διεξαγόμενους στην ξηρά, μπορούσε ενδεχομένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία ως ότου εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Όμως αυτό προϋπέθετε ότι ο αμυνόμενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάμεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία· ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’ αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγμα, με τη στρατηγική σημασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισμός που πέφτει κατά το πρώτο «θερμό επεισόδιο» μιας πολεμικής αντιπαράθεσης· είναι μια συντονισμένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων προς εκμηδένιση των ζωτικών σημείων του εχθρικού πολεμικού δυναμικού, ιδίως όσων εμφανίζονται κρίσιμα μέσα στη δεδομένη συγκυρία.

Μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. 

Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιμάκωσης ενός τοπικού «θερμού επεισοδίου», αλλά και πολύ νωρίτερα ακόμα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγματος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρμόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέμενος με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται, ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές μυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καμμία σχέση με ηθικές ή φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων, και τα πράγματα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν και ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο.

Άλλο είναι η άμυνα ως ιστορικοπολιτικός σκοπός και άλλο η άμυνα ως στρατιωτικό μέσο, άλλο ο αμυντικός χαρακτήρας ενός πολέμου και άλλο η αμυντική διεξαγωγή ενός πολέμου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αμυντική διεξαγωγή πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναμε στα σοβαρά, θα σήμαινε ότι ο επιτιθέμενος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιμασθεί για να ξαναδοκιμάσει. Καμμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος.

Πηγή: Το πιο πάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του πολέμου» (Εκδόσεις Θεμέλιο). Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 9.11.1997 ως προδημοσίευση της κυκλοφορίας του βιβλίου την επομένη. https://piotita.gr


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/03/23/28728%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1/

Ποινική δίωξη κατά του Β. Μαρινάκη για την υπόθεση Noor 1…Μια «μεγάλη» είδηση στα «μικρά» της ειδησεογραφίας…


Είναι σίγουρα από τις ειδήσεις που θεωρητικώς κάποιος θα ανέμενε να βρίσκονται μεταξύ των πιο προβεβλημένων αλλά τελικά μόνο που δεν πέρασε από τα «ψιλά» δίπλα στα φαρμακεία και στα εφημερεύοντα νοσοκομεία στην πλειοψηφία των μεγάλων ΜΜΕ της χώρας. Από μόνο του αυτό το φαινόμενο αποτελεί ικανή τροφή για σκέψη και συμπεράσματα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ και το πώς αυτό καθορίζει συχνά, χωρίς κανένα άλλο κριτήριο παρά μόνο το συμφέρον της εκάστοτε ιδιοκτησίας ή τις επιχειρηματικές και πολιτικές ισορροπίες που πρέπει να διατηρηθούν, το τι σημαίνει είδηση.

Για την ιστορία και μόνο όμως αξίζει να αναρτηθεί αυτή η είδηση.

Την Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018, η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πειραιά, Ειρήνη Τζίβα, άσκησε ποινική δίωξη κατά του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη και συνεργατών του για την πολύκροτη υπόθεση του «Noor One».

Η δίωξη αφορά στις κατηγορίες για χρηματοδότηση και αποθήκευση ναρκωτικών ουσιώνεγκληματική οργάνωση για τη μεταφοράδιακίνηση και πώληση ναρκωτικών ουσιών. (σημ. δική μας: συνεπώς μπορούμε ευλόγως να συμπεράνουμε ότι πιθανότατα δεν φορτώθηκαν εντελώς μόνα τους τα ναρκωτικά στο Noor 1 όπως ήταν η επικρατούσα εκδοχή μέχρι τώρα). Η δίωξη ασκήθηκε έπειτα από την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης, στο πλαίσιο της οποίας ελέγχθηκαν εμβάσματα σχετικά με τη χρηματοδότηση του πλοίου που μετέφερε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών.

Εκτός από τον ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Ολυμπιακός, δίωξη ασκήθηκε και σε άλλα τρία άτομα και πιο συγκεκριμένα, κατά του πρώην διευθύνοντα συμβούλου της ναυτιλιακής εταιρείας Capital Νίκου Συντιχάκη, του δικηγόρου Βαγγέλη Μπαϊρακτάρη και του ναυτασφαλιστή Ηλία Τσακίρη. Στους διωκόμενους απαγορεύθηκε η έξοδος από τη χώρα.

Με την παραγγελία της εισαγγελέως ζητείται να γίνει και περαιτέρω διερεύνηση για λαθρεμπορία καυσίμωνκαι ξέπλυμα μαύρου χρήματος από παράνομες δραστηριότητες και πάλι στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Εξαιτίας της σοβαρότητας της υπόθεσης, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου, με έγγραφό της ζήτησε η δικογραφία να ανατεθεί σε ανακριτή κατά της διαφθοράς.

Μετά από αρκετές ώρες, τα ξημερώματα του Σαββάτου 24 Μαρτίου, ο Β. Μαρινάκης εξέδωσε απαντητική ανακοίνωση όπου καταγγέλλει σκευωρία σε βάρος του μιλώντας για εγκληματικό σχέδιο και για κατάλυση του κράτους δικαίου και υπονόμευση της δημοκρατίας (!). Επίσης, αφού καταγγέλλει ουσιαστικά την κυβέρνηση ότι βρίσκεται πίσω από την σκευωρία, επιτίθεται και στους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν αναλάβει την υπόθεση σε μια κίνηση που, σε άλλες περιπτώσεις, (πχ την άσκηση κριτικής στη στάση δικαστικών λειτουργών στην υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή ή στην υπόθεση αθώωσης του φασιστικού ρατσιστικού παραληρήματος του Αμβρόσιου), έχει δεχτεί ανηλεή πυρά ως «παρέμβαση στη δικαιοσύνη». Μέχρι στιγμής, αρκετές ώρες μετά την ανακοίνωση του Β. Μαρινάκη, ουδείς έχει επικρίνει την τοποθέτησή του και ως προς αυτό. Πρόκειται, σίγουρα, για μια ακόμη ενδιαφέρουσα παρατήρηση.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:
«Η εναντίον μου δίωξη είναι προϊόν σκευωρίας και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αλήθεια. Το σχέδιο είχε από καιρό αποκαλυφθεί. Και δεν είναι απλώς ένα σχέδιο προκλητικό και αποκρουστικό, αλλά κυριολεκτικώς εγκληματικό. Το κράτος δικαίου καταλύεται και η δημοκρατία υπονομεύεται.

Δεν είχα ποτέ και δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τις πράξεις για τις οποίες πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική έρευνα, το αποτέλεσμα της οποίας είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα είναι η επιβεβαίωση της αθωότητάς μου. Δεν υπάρχει εις βάρος μου ούτε το ελάχιστο αποδεικτικό στοιχείο και η εναντίον μου ενέργεια είναι αυθαίρετη.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα στελέχη της συγκυβέρνησης, με επίμονο τρόπο, με έχουν στοχοποιήσει και σταθερά προαναγγέλλουν τις δικαστικές ενέργειες.

Σε διατεταγμένη υπηρεσία εναντίον μου, χειραγωγούν και χρησιμοποιούν συγκεκριμένα δημοσιογραφικά δίκτυα και δημοσιογράφους με βαρύ «μητρώο», για να προκαλέσουν ή να εκβιάσουν δικαστικές εξελίξεις. Στο ίδιο αποκρουστικό σχέδιο και προανακριτικοί υπάλληλοι, που συστηματικά καταπιέζουν και επίμονα «πολιορκούν» κατάδικο, στον οποίο υπόσχονται μεγάλα οικονομικά ανταλλάγματα και αποφυλάκιση, προκειμένου να με ενοχοποιήσει, λέγοντας τερατώδη ψέματα.

Δυστυχώς τις επιδιώξεις αυτές προθυμοποιήθηκαν να εξυπηρετήσουν και συγκεκριμένοι λειτουργοί της δικαιοσύνης, που επιθυμούν να είναι αρεστοί στην κυβέρνηση.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι σύντομα θα αποκαλυφθεί περίτρανα στους Έλληνες πολίτες ποιοί είναι οι αρχιτέκτονες της άθλιας σκευωρίας: Οι συγκυβερνήτες της πιο επικίνδυνης κυβέρνησης που έχει γνωρίσει ο τόπος, προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τον Ελληνικό λαό από τα αδιέξοδα στα οποία τον έχουν οδηγήσει, με την ελπίδα φίμωσης κάθε ανεξάρτητης φωνής.

Ας είναι βέβαιοι οι σκευωροί ότι δεν πρόκειται να συμβιβαστώ, να συνθηκολογήσω και να υποκύψω, όπως νομίζουν και επιδιώκουν.»


http://www.toperiodiko.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%88%CE%B9%CE%BB%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%AF%CF%89%CE%BE%CE%B7-%CE%BA%CE%B1/#.WrgD799wJWcAπό:

Φερνάντο Πεσσόα – …ξέχασα και πάλι την ομπρέλα μου και την αξιοπρέπεια της ψυχής μου…


Δεν είναι οι σάπιοι τοίχοι του φτηνού μου δωματίου ούτε τα παλιά τραπέζια αυτού του γραφείου ούτε η φτώχεια των παρόδων της συνηθισμένης Κάτω Πόλης, που τις έχω τόσο πολύ διατρέξει, ώστε να μου φαίνεται πια πως έχουν ιδιοποιηθεί την ακινησία του ανεπανόρθωτου, δεν είναι αυτά που φέρνουν στο πνεύμα μου μια συχνή ναυτία, γεννημένη μέσα στην παρακμάζουσα καθημερινότητα της ζωής.

Είναι οι άνθρωποι που συνήθως με περιβάλλουν, είναι οι ψυχές που, αγνοώντας με, με γνωρίζουν από τις καθημερινές κουβέντες και τη συναναστροφή, αυτό είναι που δένει στο λαιμό μου αυτόν τον σιελώδη κόμπο φυσικής αηδίας.

Κι είναι αυτή η αισχρή μονοτονία της ζωής τους, παράλληλη προς την εξωτερική εικόνα της δικής μου ζωής, κι η μύχια αίσθησή τους πως είμαι όμοιος τους, που με ντύνει με τη στολή του κάτεργου, που με χώνει στο κελί του σωφρονιστηρίου, που με καθιστά απόκρυφο και ζητιάνο.

Υπάρχουν στιγμές που κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητας με ενδιαφέρει για την ίδια της την ύπαρξη κι έχω για τα πάντα την έγνοια να μάθω να τα διαβάζω όλα καθαρά. Τότε βλέπω —όπως αναφέρει ο Βιέιρα* για τον ήρωά του Σόζα— το κοινό στη μοναδικότητά του, και γίνομαι ποιητής με την ψυχή εκείνη, με την οποία η κριτική των Ελλήνων διαμόρφωσε τη διανοούμενη ηλικία της ποίησης.

Υπάρχουν όμως κι άλλες στιγμές, και μια από αυτές με καταδυναστεύει τώρα, που αισθάνομαι εμένα πολύ πιο έντονα απο τα εξωτερικά πράγματα, και που όλα αλλάζουν για μένα σε μια νύχτα βροχής και λάσπης, χαμένη στη μοναξιά μιας έρημης αποβάθρας κάποιας βοηθητικής σιδηροδρομικής γραμμής, ανάμεσα σε δυο βαγόνια της τρίτης θέσης.

Ναι, η μυστική μου αρετή να ’μαι συχνά αντικειμενικός, που αποσπά τη σκέψη μου από τον εαυτό μου, υπόκειται, όπως όλες οι αρετές, και όπως άλλωστε και όλες οι κακές συνήθειες, σε πτώσεις της ικανότητας να εξωτερικεύεται. Τότε αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατό να επιζώ του εαυτού μου, πώς αποτολμώ τη δειλία να βρίσκομαι ακόμη εδώ, ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, πώς είναι δυνατό να προσπαθώ να τους μοιάσω, υποταγμένος στα φαντασιόπληκτα σκουπίδια του μυαλού τους.

Έρχονται στο νου μου, με τη λάμψη ενός φάρου μακρινού, όλες οι λύσεις που αποδεικνύουν πως η φαντασία είναι γυναίκα — η αυτοκτονία, η φυγή, η αυταπάρνηση, οι μεγάλες χειρονομίες της αριστοκρατίας του ατομικισμού, ολόκληρο το ιπποτικό μυθιστόρημα των υπάρξεων χωρίς μπαλκόνι.

Όμως η ιδανική Ιουλιέτα κάποιας καλύτερης πραγματικότητας κλείνει στον ομοαίματό μου πλαστό Ρωμαίο το ψηλό παραθύρι της λογοτεχνικής συνέντευξης. Υπακούει στον πατέρα της· κι αυτός υπακούει στον δικό του.

Η ρήξη ανάμεσα στους Μοντέγους και τους Καπουλέτους διαιωνίζεται, η αυλαία πέφτει μπρος από αυτό που δεν συνέβη, κι εγώ γυρίζω σπίτι —σ’ αυτό το δωμάτιο, με τη φρικτή σπιτονοικοκυρά που λείπει, τα παιδιά που βλέπω σπανίως, τους συναδέλφους μου που δεν θα δω πριν από αύριο το πρωί— με το γιακά του υπαλληλικού μου σακακιού σηκωμένο χωρίς προσχήματα στο λαιμό ενός ποιητή, με τις μπότες μου που αγοράζω πάντα από το ίδιο μαγαζί’ γυρίζω αποφεύγοντας ασυνείδητα τις λακκούβες από κρύα βροχή, γυρίζω σπίτι ακαθόριστα ενοχλημένος που ξέχασα και πάλι την ομπρέλα μου και την αξιοπρέπεια της ψυχής μου.

5-2-1930

* Σ.τ.Μ.: Antonio Vieira (1608-1697): Πορτογάλος Ιησουίτης ρήτορας και ιστορικός, γνωστός για την κλασσικότητα του ύφους του.

Φερνάντο Πεσσόα – Το βιβλίο της ανησυχίας 


Από: http://antikleidi.com