Τα πρωτογενή πλεονάσματα του μέλλοντός μας. Ο “μαγικός αριθμός” 3,5 %…


H συνεχής αναφορά ειδημόνων και σχολιαστών στις μέλλουσες επιπτώσεις από τα συμφωνημένα με τους εταίρους και δανειστές υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μάλλον μπερδεύει παρά διαφωτίζει για το τί μέλλει γενέσθαι αύριο και μεθαύριο. Αυτό συμβαίνει, γιατί στους σχολιασμούς αυτούς, ο“μαγικός αριθμός” 3,5 % ποτέ δεν συσχετίζεται με την μεταβαλλόμενη διεθνή και εγχώρια οικονομική συγκυρία, ούτε με τις ασκούμενες οικονομικές πολιτικές, στη χώρα ή διεθνώς.
Αλλά στην πραγματικότητα η πορεία της οικονομίας ως μακροοικονομικού όλου – όπως και κάθε μεμονωμένου οικονομικού φαινομένου – είναι“ακανόνιστη”, ή για την ακρίβεια “κυκλική”, κυματοειδής, με έντονες ανόδους και πτώσεις στο πέρασμα του χρόνου, όχι ομαλή και ευθύγραμμη. Διαρκώς ανεβοκατεβαίνει, όπως το κύμα στη θάλασσα, σε αντίθεση με τις πολιτικές και κοινωνικές νοοτροπίες που έχουν τρομακτικά μεγάλη αδράνεια και πολύ δύσκολα αλλάζουν. Οι  στατικές οικονομικές καταστάσεις (μια τέτοια είναι η οκτάχρονη παραμονή της ελληνικής οικονομίας σε αδιάκοπη, βαθειά ύφεση) κρατούν για χρονικό διάστημα μικρό για την ιστορική κλίμακα, συχνά όμως σημαντικό άν μετρηθεί με μέτρο την ανθρώπινη ζωή, και έτσι, αυτό το βραχυπρόθεσμο δίνει ψευδή εικόνα και εξαπατά.
Αυτό, οι ειδήμονες της οικονομίας ασφαλώς το γνωρίζουν ή πρέπει να το γνωρίζουν. Όμως πολλοί, είτε για λόγους ιδεολογικούς είτε επειδή η γνώση είναι αλληλένδετη με το ανθρώπινο ενδιαφέρον (και συμφέρον!) βρίσκουν χρήσιμη την ψευδή εικόνα. Ή πείθουν τους εαυτούς τους ότι είναι χρήσιμη.
Η πορεία των πρωτογενών πλεονασμάτων και του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα (1978-2009).
Από το έγκυρο Global Insight

Άς θυμηθούμε λοιπόν, ότι στο μεγαλύτερο μέρος της 15ετίας της φούσκας (συγκεκριμένα στα έτη 1992 έως 2003) η ελληνική οικονομία κατέγραφε διαρκώς πρωτογενή πλεονάσματα συγκρίσιμα ή και πολύ υψηλότερα από τον“μαγικό αριθμό” 3,5 % (συγκεκριμένα από 2,7 έως 7,2 %, με μέσο όρο περίπου 5 %). Και εκείνα τα χρόνια, όχι μόνον δεν ήταν εποχή λιτότητας ή φορολογικής αφαίμαξης, αλλά ήταν η κατεξοχήν εποχή της κατασπατάλησης πόρων, της υποφορολόγησης (π.χ. μέσω των επαναλαμβανόμενων φαύλων φορολογικών“περαιώσεων”). Τελικά ήταν εποχή άτακτης συσσώρευσης πλούτου για μερικούς που εκτόξευσε την ανισότητα στην ελληνική κοινωνία και κατέστρεψε τη συνοχή της.

Ήταν εποχή που κανονικά προσφέρονταν για ριζική μείωση του δημόσιου χρέους, με χρήση των μεγάλων πλεονασμάτων, σύμφωνα και με την συμβουλή του Κέυνς (“Οι εποχές της οικονομικής ανόδου και όχι της πτώσης, είναι ο κατάλληλος καιρός για δημοσιονομική λιτότητα” – “The boom, not the slump, is the right time for austerity at the Treasury”). Αντ΄ αυτού, το ελληνικό κομματικό σύστημα και το προσωπικό του χειρίστηκαν εκείνη την ευνοική εποχή ως εποχή της τρόμπας που φούσκωσε αμέτρητες φούσκες – ακινήτων, τραπεζικές, χρηματιστηριακές, καταναλωτικές και άλλες -, ως εποχή Ολυμπιακής σπατάλης, ως εποχή ανεξέλεγκτων ΣΔΙΤ για χωματουργικά και μπετά αυτοκινητοδρόμων (βλ. και την τελευταία έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΕ),  ως εποχή συντάξεων στα 45 (με “εθελούσιες εξόδους” ή αλλιώς), και στο τέλος το τερμάτισε με διορισμούς “αγροφυλάκων”, αγροτικά Cayenne κτλ.
Έτσι, στην “καλή εποχή” των μεγάλων εισροών Κοινοτικών πόρων, επενδύσεων και φθηνού δανεισμού από τις αγορές, το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν μειώθηκε, αλλά έμεινε σταθερό λίγο πάνω από το
Οι οικονονομολογούντες και συμβατικά σκεπτόμενοι, είτε “μνημονιακοί” είτε “αντιμνημονιακοί”, αφού δεν μπορούν να διαφωτίσουν τους πολίτες, καλό είναι να πάψουν να συσκοτίζουν τη σκέψη των ανθρώπων, πιπιλίζοντας άχρηστα, αυτιστικά στερεότυπα, είτε για “πανταχού παρόντες λαϊκισμούς” είτε για “κακούς παντοδύναμους Γερμανούς” κτλ.
_____________________________________________________________

Καπιταλιστές και ποδόσφαιρο…


Γράφει ο mitsos175.

Τους απεχθάνομαι. Περισσότερο απ’ όλα γιατί με ανάγκασαν να σταματήσω εδώ και χρόνια να παρακολουθώ το υπέροχο ομαδικό άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Μικρός το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν η μπάλα με τους συμμαθητές και τους φίλους.
Μπάλα, που αρκετές φορές ήταν αυτοσχέδια και όχι κανονική. Παίζαμε πολλά παιχνίδια (κρυφτό, κυνηγητό…) αλλά το ποδόσφαιρο μας άρεσε περισσότερο απ’ όλα. Πήγαινα με τον πατέρα ή φίλους στο γήπεδο, ήξερα τα ονόματα των παιχτών της ΑΕΚ, πανηγύριζα σε κάθε νίκη, στενοχωριόμουν σε κάθε ήττα.

Σιγά – σιγά όμως κατάλαβα πως σε κάθε Παράδεισο υπάρχει και το φίδι. Τα κολοβά ερπετά που δεν είναι ΑΕΚ, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΠΑΟΚ… καμία ομάδα.
Που έρχονται να εκμεταλλευτούν την αγάπη μας, το πάθος μας για το ποδόσφαιρο. Ο Κοσκωτάς πχ. Δεν ήταν ποτέ Ολυμπιακός. Ούτε ο Μαρινάκης. Ούτε ο Αλαφούζος Παναθηναϊκός, ή ο Σαββίδης ΠΑΟΚ κλπ.

Όλοι αυτοί, είναι πρώτα και κύρια Επιχειρηματίες. Πλούσιοι, που βλέπουν ΚΕΡΔΟΣ εις βάρος των φιλάθλων. Που αρκετοί από δαύτους έχουν ως βιτρίνα τις ΠΑΕ, ως ένα πρόσθετο μέσο πίεσης, μαζί με τα κανάλια, για να κάνουν δουλειές με τους πολιτικούς συνεργάτες τους, ή ακόμα χειρότερα, να σκεπάζουν τις βρομοδουλειές τους. Δεν είναι καν ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ ή οτιδήποτε άλλο. Τα κόμματα είναι μαγαζιά τους. Οι ίδιοι είναι πάνω απ’ όλα Μεγαλοαστοί Πλουτοκράτες Κεφαλαιούχοι. Πιστεύουν μόνο σε ένα πράγμα: Το χρήμα.

Πάρτε τον Αλαφούζο πχ. “Το διάστημα 1991-1993, ο Γιάννης Αλαφούζος ήρθε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Τον Φεβρουάριο του 1992 ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του Γιάννη Αλαφούζου και πέντε άλλων συγκατηγορούμενών του για λαθρεμπόριο μαζούτ (υπόθεση Ασπρονήσι)”. Για την οποία αθωώθηκε αφού κατηγόρησε την τότε κυβέρνηση ότι “κατασκεύασε” την υπόθεση. Σήμερα, στηρίζει με νύχια και δόντια το γιο αυτού που ήθελε μανιωδώς να ρίξει το 1992 (και τα κατάφερε)!

Δεν έχουν μπέσα οι τέτοιοι. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουν οι φίλαθλοι, τόσο το καλύτερο για τον αθλητισμό. Εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχει ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Το δολοφόνησαν, το δηλητηρίασαν σιγά – σιγά. Ίσως όταν απαλλαγούμε από “σωτήρες”, “προέδρους” και άλλα τέτοια “παράσιτα”, μπορέσουμε να απολαύσουμε ξανά τις χαρές και τις συγκινήσεις που μας έκλεψαν. Αλλά αυτό ΠΟΤΕ δεν θα γίνει από την αστική δικαιοσύνη, άλλο ένα παράρτημα των εταιριών τους…


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2018/03/blog-post_942.html

Η μετεξέλιξη της ειρωνείας, μια σύγχρονη κοινωνικοπολιτική μάστιγα…


Paul-Charles Chocarne-Moreau – Le Petit Journal

Γιώργος Κουτσαντώνης

H ειρωνεία είναι ένα από τα προϊόντα της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης με βαθύτατες ρίζες που στην καθημερινή της χρήση συνθέτει μια ακόμη βεβαρυμμένη λέξη. Σχεδόν αυτόματα συνδέεται, με τον προκλητικό, προσβλητικό και πικρόχολο ανθρώπινο λόγο και πολύ συχνά καταλήγει να θεωρείται κάτι το φιλοπόλεμο, μη πολιτικό, ασεβές και απρεπές. Όμως, ήδη από την εποχή του Σωκράτη μέχρι και περίπου τα δυο τρίτα του προηγούμενου αιώνα, η ειρωνεία υπήρξε ένα σαφώς ευρύτερο -και όχι υποχρεωτικά αρνητικό- στοιχείο της ανθρώπινης έκφρασης και στάσης. Άλλοτε σκληρή και κοφτερή και άλλοτε διασκεδαστική και ανάλαφρη, η ειρωνεία υπήρξε ένας τρόπος αντιμετώπισης των αντιφάσεων και των αντινομιών. Επέτρεψε στον άνθρωπο να αναζητήσει εναλλακτικές μπροστά στα μεγάλα αδιέξοδα που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στην καταστροφή. Υπήρξε το «λαϊκό όπλο» των πιο αδύναμων μπροστά στους ισχυρούς και στους εκμεταλλευτές. Ακόμη, κυρίως μέσα από την τέχνη και την λογοτεχνία, έγινε ένα αποτελεσματικό μέσο απογύμνωσης και συχνά εξουδετέρωσης της αυταρχικής εξουσίας.

Η ειρωνεία βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό των αδυνάτων, καθώς δεν αποδέχεται καμία βεβαιότητα πώς θα μπορούσε ν ’αποδεχτεί εκείνη της εξουσίας; Στους ισχυρούς ευδοκιμεί ο κυνισμός, ουδέποτε η ειρωνεία. […] Η ειρωνεία θέτει διαρκώς σε αμφισβήτηση τις παραδοχές που θεωρούνται πανίερες· με τα αδιάκριτα ερωτηματικά κατεδαφίζει κάθε ορισμό, αναζωογονεί ακατάπαυστα τον προβληματισμό που ενυπάρχει σε κάθε λύση, ενοχλεί κάθε στιγμή την πομπώδη σχολαστικότητα που είναι έτοιμη να επαναπαυτεί σε μια εφησυχασμένη συλλογιστική. [1]

Ωστόσο σήμερα ο δημόσιος λόγος ολοένα και περισσότερο κυριαρχείται από ειρωνικές εκφράσεις, σαρκαστικές ατάκες, χλευαστικές σελίδες στο Facebook κλπ. Σταδιακά δημιουργήθηκε ένα νέο είδος ρητορικών δομών που δείχνει να αφομοιώνεται πλήρως και από την γλώσσα της πολιτικής. Κάτι που ξεκίνησε δειλά με τα πολιτικά ανέκδοτα του Τζούλιο Αντρεότι, συνεχίστηκε αργότερα στην Ιταλία με τις ατάκες του Μπερλουσκόνι και σήμερα με αυτές του Τραμπ στις ΗΠΑ. Στον κόσμο των hashtag (#) που διαπερνά τη μεταμοντέρνα κουλτούρα, η ειρωνεία πλέον γίνεται μια ευρέως διαδεδομένη, κανονική-τυπική γλώσσα.

Συνέχεια