Nànnuflày…


Ένας γέρος Tuareg επιστρέφει στο τόπο που μεγάλωσε, στη Σαχάρα… Θυμάται… Όμως ένα παράξενο τέρας μεγαλώνει διαρκώς.

Οι Tinariwen, απ’ το τελευταίο τους (περσινό) άλμπουμ “Elwan”. Επειδή έχουμε αργήσει για την υποσαχάρια Αφρική: το τέρας, εκεί, μεγαλώνει..

(Elwan, στα Tamashek, την γλώσσα των Tuareg, σημαίνει κυριολεκτικά «ελέφαντες». Αλλά χρησιμοποιείται μεταφορικά για να υποδείξει τους ένοπλους και τις εταιρείες που λιμαίνονται τους ανθρώπους και τα υποθέματα της ερήμου…

Γι’ αυτό πρέπει να πούμε μερικά πράγματα το γρηγορότερο…. Η τόσο όμορφη μουσική δεν θα εξουδετερώσει το τέρας… Όχι μόνη της, σίγουρα… Οι παλιοί αντάρτες μπορεί να μην ξαναπάρουν τα όπλα, όμως κάποιοι νεώτεροι θα το κάνουν…)

____________________________________________________________

Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά…


ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…

Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.

Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.

Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.

Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…

Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.

–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.

Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.

Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.

Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…

—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.

Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.

Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:

-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;

-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…

Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.

Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.

-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…

Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.

-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.

-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.

-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!

-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!

Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.

-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…

Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.

-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.

Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.

Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.

Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.

Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.

-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.

Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.

-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!

Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.

Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.

«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.

Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.

-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!

Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.

-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!

-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.

Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.

Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:

-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.

-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.

-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.

Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!

-Είμαστε πεντάρφανες!

Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

________________________________________

Από: http://antikleidi.com

Το Ίντερνετ “χάλασε”…


Μονοπώλια. Κυβερνοέγκλημα. «Ψεύτικες ειδήσεις». Μέχρι και οι ιδρυτές του ίντερνετ παραδέχονται ότι το ουτοπικό τους όραμα απέτυχε. Οπότε: τι θα λέγατε αν αρχίζαμε από την αρχή; Θα μπορούσαμε να ξαναφτιάξουμε το σημερινό ίντερνετ – ή μήπως και να χτίζαμε κάτι…καλύτερο;

του DAVID BAKER – the Wired

Μας αρέσει να κάνουμε εικόνα το ίντερνετ στο μυαλό μας σαν ένα σύνολο σωλήνων κατά μήκος των οποίων ρέει η η πληροφορία. Αλλά καλύτερη μεταφορά θα ήταν να το δούμε ως ένα απίστευτα πολύπλοκο σύνολο δρόμων, με τρισεκατομμύρια οχήματα να σχηματίζουν μια φάλαγγα, να σκορπίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις και, εν τέλει, να επανέρχονται στον προορισμό τους, όπου μπαίνουν εκ νέου σε τάξη και γίνονται εκείνο το gif με γάτες, σειρά στο Netflix ή φωτογραφία στο Instagram από τα γενέθλια της ανηψιάς μας. Αυτά είναι τα δέματα, μικρές σειρές από μηδέν και ένα, στα οποία μετατρέπονται τα περίπου 60.000 GB των δεδομένων που μοιράζεστε στο ίντερνετ κάθε δευτερόλεπτο, προτού φτάσει στους υπολογιστές «στο άλλο άκρο»: στο κινητό σας, στο λάπτοπ σας, στο σπίτι, όπου κι αν βρίσκεστε.

Με άλλα λόγια, το δίκτυο δεν έχει ιδέα τι περιέχει. Αυτή η ουδετερότητα είναι ο λόγος που έχει εξελιχθεί σε μια χωρίς προηγούμενο μηχανή ανθρώπινης ευφυίας.  Δίνει το ίδιο βάρος στις φωτογραφίες στο facebook όσο και στις κλήσεις μέσω skype προς τα αγαπημένα πρόσωπα, στους γύρους στο Destiny, στο ηλεκτρονικό «ψάρεμα» και στις κυβερνοεπιθέσεις που μπορούν να ρίξουν την παροχή ρεύματος. Ο μεγαλύτερος θρίαμβός του είναι και το πιο επίμονο ψεγάδι του.

Οι αυθεντικοί πρωτοπόροι του ίντερνετ, όπως είναι ο Τζον Πέρι Μπάρλοου του Electronic Frontier Foundation, συγγραφέας της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Κυβερνοχώρου, οραματίστηκαν τον διαδικτυακό κόσμο ως «κοινά» – έναν κόσμο με ισότιμους όρους όπου μπορούσε να ακουστεί η φωνή όλων, που δεν υπάγεται σε καμία εθνική νομοθεσία και είναι απελευθερωμένος από την ανάγκη για χρηματικό κέρδος. Συγκρίνετε αυτό το όραμα με το σημερινό διαδίκτυο,που κυριαρχείται από τέσσερις ή πέντε εταιρείες κολοσσούς με πρωτοφανή εξουσία και κεφάλαιο. Στην αντίθετη όψη του τεράστιου όγκου δεδομένων – το βασικό προϊόν κάθε εταιρείας τεχνολογίας- βρίσκεται ένα εργαλείο παρακολούθησης πρωτόγνωρης δύναμης: ένα πανοπτικό δικής μας σύλληψης. Τα αρχικά ιδανικά της ανωνυμίας δοκιμάζονται από το καταχρηστικό τρολάρισμα και το χακάρισμα αθώων και ευάλωτων ανθρώπων. Η ελεύθερη κοινοποίηση δημιουργικών προϊόντων διεύρυνε τους πνευματικούς μας ορίζοντες (και τα meme μας), αλλά έθεσε σε κίνδυνο την ύπαρξη δημιουργικών βιομηχανιών και την αξία του καλλιτεχνικού έργου. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες που μας ενώνουν  πλέον λέγεται ότι μετατρέπονται από πολιτικούς σκοπούς σε όπλα, σκοπούς τόσο ποικιλόμορφους όσο οι νεοναζί και τα εθνικά κράτη.

Επιπλέον, το ίντερνετ φτιάχτηκε με τεχνολογία κατά δεκαετίες παλιότερη. Σήμερα το ίντερνετ περιλαμβάνει δισεκατομμύρια συσκευές, καθεμία από τις οποίες είναι πολύ πιο ισχυρή από αυτές πάνω στις οποίες χτίστηκε το διαδίκτυο και ο παγκόσμιος ιστός. Η αποθήκευση είναι εκθετικά πιο φθηνή και οι ασύρματες τεχνολογίες δηλώνουν ότι οι χώρες αναπτύσσουν διαδικτυακές υποδομές που δεν περιλαμβάνουν υποθαλλάσια καλώδια. Τα κινητά μας μπορούν να σκανάρουν τα δακτυλικά αποτυπώματα και τα πρόσωπά μας, εξασφαλίζοντας ασφάλεια στις συναλλαγές. Οι αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η τεχνολογία blockchain, επιτρέπουν τα πειράματα πάνω σε νέα μοντέλα μεταφοράς αρχείων και ανταλλαγής αξίας.

Επομένως, ας κάνουμε ένα νοητικό πείραμα: εάν επρόκειτο να κάνουμε επαναφορά στο ίντερνετ – να απενεργοποιήσουμε τα πάντα και να αρχίσουμε από την αρχή- θα ήταν πάλι το ίδιο; Ή θα σχεδιάζαμε κάτι διαφορετικό…ακόμα καλύτερο;

Ο άνθρωπος στον οποίο χρωστάμε το μεγαλύτερο μέρος από τον υπάρχοντα σχεδιασμό του ίντερνετ είναι ο Βιντ Σερφ, ο οποίος από κοινού με τον Ρόμπερτ Καν, εφηύρε το βασικό μέσο επικοινωνίας του διαδικτύου, το πρωτόκολλο TCP/ IP, τη δεκαετία του ’70.

«Το σύστημα μεγάλωσε αξιοσωμείωτα κι αυτό το οφείλουμε στην ατέλειά του», εξηγεί ο Σερφ. «Όταν σχεδιάσαμε το δίκτυο, δεν είχαμε κάποιον συγκεκριμένο στόχο κατά νου. Δεν μας ένοιαζε ποια ήταν η εφαρμογή. Θέλαμε απλώς να μεταφέρουμε δέματα από το ένα σημείο στο άλλο».

Ο Σερφ είναι τώρα ένας πολιτικός άνδρας στην Google, όπου η κομψή ενδυματολογική του αίσθηση κάνει αντίθεση με τους ντυμένους σε παστέλ αποχρώσεις συναδέλφους του. Ο Σερφ δεν έχει μια παράλογη αίσθηση υπερηφάνειας όταν μιλάει για την τότε επιλογή του να κάνει τόσο το δίκτυο όσο και τα δέματα «χαζά». Καθώς το σύστημα μεγάλωνε και τα ποσοστά δεδομένων που μπορούσαμε να υποστηρίξουμε αυξάνονταν, μπορούσαμε εύκολα να διαχειριστούμε, για παράδειγμα, ήχο και βίντεο. Το δίκτυο, όπως το σχεδίασαν ο Σερφ και ο Καν, μπορεί να μεταφέρει σχεδόν τα πάντα.

Ο Σερφ θα ήταν μάλλον απρόθυμος να το μετατρέψει σε ένα νέο διαδίκτυο. «Τα πλεονεκτήματα υπερισχύουν των μειονεκτημάτων», λέει. Και όλοι λίγο-πολύ θα συμφωνούσαν – το TCP/IP πρακτικά λειτουργεί. Αλλά στο υποθετικό νέο διαδίκτυό μας, υπάρχει ένα δεύτερο βασικό στοιχείο του δικτύου που έστησαν ο Σερφ και ο Καν που ίσως θα θέλαμε να επανεξετάσουμε: η δομή πελάτη- σέρβερ, η έννοια ότι η πληροφορία κατοικεί κάπου (σε έναν σέρβερ) και εμείς (οι πελάτες) πηγαίνουμε σε αυτό το μέρος για να αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτήν.

Ο Ντερκ Τρόσεν είναι ανώτερος βασικός επιστήμονας στη InterDigital, μια εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών δικτύωσης με έδρα στην  Old Street  του Λονδίνου. Είναι πεπεισμένος ότι, σε επίπεδο διαδικτύου τουλάχιστον, έχουμε φτάσει στο τέλος του δρόμου όσον αφορά πελάτες και σέρβερ.

«Τόσα πολλά πράγματα έχουν πάει καλά με το διαδίκτυο», λέει, «που μερικές φορές δεν το παρατηρείς. Έχεις μια τεράστια καινοτομία στην κορυφή. Παρόλο που έχεις παρόχους μεγάλης κλίμακας όπως το Facebook και το Google, έχεις επίσης και τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση στη γωνία που μπορεί απλά να στήσει μια ιστοσελίδα και λειτουργεί. Και ύστερα υπάρχει η δυνατότητα σύνδεσης: το Skype, το Hangouts, το φθηνότερο κόστος που όλοι θεωρούμε δεδομένο. Αυτή είναι η καινοτομία εφαρμογής στην κορυφή του δικτύου. Το διαδίκτυο τα έχει πάει πολύ καλά σε αυτόν τον χώρο».

Όταν, όμως, κατεβαίνεις επίπεδο -λέει- τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται προβληματικά. «Το παράδειγμα πελάτη-σέρβερ είχε πολύ νόημα όταν ξεκίνησε το διαδίκτυο, επειδή εκείνη την εποχή η πληροφορία ήταν σπάνια. Συνήθως ήταν κλειδωμένη κάπου. Ζούσε πίσω από μια πύλη», λέει ο Τρόσεν.

«Δείτε το όνομα, σαν μια πόρτα που χτυπάς για να εισέλθεις και πίσω πιθανόν να υπάρχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αλλά τώρα οι πληροφορίες μπορούν να έρθουν σχεδόν από παντού. Επομένως, δεν πρέπει πλέον να υπάρχει αυτή η ιδέα ότι πρέπει να πάω κάπου για να τις πάρω». Η αποθήκευση στο τελικό άκρο, λέει, στα τηλέφωνα και τους υπολογιστές μας, υπερτερεί πλέον της αποθήκευσης στον πυρήνα.

Η πρόταση του Τρόσεν, την οποία κατοχυρώνει ως πρωτότυπο στην InterDigital ως μέρος μιας παγκόσμιας πρωτοβουλίας, είναι για ένα «δίκτυο με επίκεντρο την πληροφορία» (ICN), ένα διαδίκτυο που ουσιαστικά στερείται γεωγραφίας. Αντί για ομοιόμορφους εντοπιστές πόρων (uniform resource locators – διευθύνσεις URL) – τις διευθύνσεις ιστού που χρησιμοποιούμε για την πρόσβαση σε σέρβερ πληροφοριών – ένα διαδίκτυο βασισμένο σε ICN θα έχει ομοιόμορφα αναγνωριστικά πόρων (URI),  ετικέτες που εξηγούν σε όλους τους άλλους τι είναι αυτές οι πληροφορίες. Στη συνέχεια, εάν θέλουμε να κάνουμε stream ένα βίντεο ή να κατεβάσουμε μια φωτογραφία, καλούμε αυτές τις πληροφορίες και αφήνουμε το δίκτυο να βρει πού είναι αυτές – που θα μπορούσαν να βρίσκονται τόσο κοντά όσο το τηλέφωνο του ατόμου που κάθεται δίπλα μας.

Το άμεσο πλεονέκτημα μιας τέτοιας δικτυακής δομής είναι η μείωση του χρόνου καθυστέρησης – της καθυστέρησης μεταξύ της αίτησης δεδομένων σε ένα δίκτυο και της λήψης αυτών. Συχνά αυτό γίνεται αστραπιαία, αλλά με την έκρηξη που σημειώθηκε στον χώρο των βίντεο και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ο χρόνος καθυστέρησης έχει γίνει μεγάλη υπόθεση. Κανείς δεν θέλει να παρακολουθήσει έναν κύκλο που περιστρέφεται αντί για το Game of Thrones.

Το ICN επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα της καθυστέρησης χρησιμοποιώντας κάτι που θα είναι οικείο σε όποιον έχει κατεβάσει (ή έχει κλέψει – διαλέξτε εσείς) μια ταινία μέσω BitTorrent. Οι πελάτες του BitTorrent γνωρίζουν ότι τα αντίγραφα αρχείων υπάρχουν ταυτόχρονα σε μερικές χιλιάδες τοποθεσίες στο διαδίκτυο (στην περίπτωση αυτή, στους σκληρούς δίσκους άλλων ατόμων που έχουν κατεβάσει το ίδιο αρχείο). Και δουλεύουν συγκεντρώνοντας θραύσματα του αρχείου από όσο το δυνατόν περισσότερες πηγές.

Για τον Τρόσεν, είναι πολύ πιο λογικό να αντιμετωπίζουμε όλες τις πληροφορίες στο διαδίκτυο με αυτόν τον τρόπο. Έχει ήδη αποδείξει πώς ένα δίκτυο ICN μπορεί να τροφοδοτήσει με ένα μόνο Netflix stream πολλαπλούς χρήστες που παρακολουθούν σε ελαφρώς διαφορετικούς χρόνους, με σημαντική μείωση του κόστους. Είναι σίγουρος ότι το δίκτυο ICN του θα ταιριάξει πάνω στην υπάρχουσα αρχιτεκτονική IP και θα δοκιμαστεί ζωντανά το 2018.

Ο Τρόσεν ιχυρίζεται ότι τα URI μπορούν επίσης να αντιμετωπίσουν ένα από τα σύγχρονα προβλήματα του διαδικτύου: την εμπιστοσύνη. Μεγάλη παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο, από μηνύματα ηλεκτρονικού «ψαρέματος» έως ψεύτικες ειδήσεις, βασίζεται στο λεγόμενο IP spoofing: το να πείσεις κάποιον να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες από ένα διακομιστή, πιστεύοντας ότι αποκτά πρόσβαση σε έναν άλλο. Σε ένα δίκτυο ICN, ο σέρβερ είναι άσχετος. Θα μπορούσε να είναι στο Σινσινάτι ή στο τηλέφωνο ενός φίλου. Αντίθετα, στις πληροφορίες μπορεί να δοθεί ένας κωδικός επαλήθευσης ταυτότητας. Αυτό θα ήταν μια μέθοδος να στέλνει κανείς ψεύτικες ειδήσεις με τον τρόπο που στέλνει μηνύματα spam. Κάνοντας πιο δύσκολη την πρόσβαση στην ανωνυμία, όλα θα ταξίδευαν στο διαδίκτυο, κουβαλώντας ένα  αποτύπωμα από την προέλευσή τους. Θα μπορούσε επίσης -ελπίζει ο Τρόσεν- να αποτρέψει τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό και τις κυβερνοεπιθέσεις.

«Όταν σχεδιάσαμε το δίκτυο, δεν είχαμε κάποιον συγκεκριμένο στόχο κατά νου. Δεν μας ένοιαζε ποια ήταν η εφαρμογή. Θέλαμε απλώς να μεταφέρουμε δέματα από το ένα σημείο στο άλλο».

Βιντ Σερφ

Η ιδιότητα του διαδικτύου να είναι τυφλό μπορεί να εντοπιστεί κατά κύριο λόγο στις στρατιωτικές του καταβολές, όπου οι κόμβοι στην άκρη του δικτύου χρειάζονταν να πάρουν τις πληροφορίες από τα κέντρα δεδομένων. Αυτές οι καταβολές είχαν ως αποτέλεσμα μια σειρά σημείων αναφοράς που εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι και σήμερα.

Το 1988 στην εργασία «The Design Philosophy of the DARPA Internet Protocols», ο David C. Clark, τότε και τώρα ερευνητής στο Ινστιτούτο Πληροφορικής και Τεχνητής Νοημοσύνης του MIT, αναφέρει ότι ο πρωταρχικός στόχος του διαδικτύου ήταν να συνδέει τα δίκτυα – αρχικά το ARPANET του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ και το ραδιοφωνικό του δίκτυο Arpa. Διέκρινε επίσης επτά δευτερεύοντες στόχους του:

  1. Η επικοινωνία μέσω του διαδικτύου πρέπει να συνεχιστεί παρά την απώλεια δικτύων ή πυλών δικτύου.
  2. Το διαδίκτυο πρέπει να υποστηρίζει πολλαπλούς τύπους υπηρεσίας επικοινωνιών.
  3. Η αρχιτεκτονική του διαδικτύου πρέπει να «φιλοξενεί» μια ποικιλία δικτύων.
  4. Η αρχιτεκτονική του διαδικτύου πρέπει να επιτρέπει την κατανεμημένη διαχείριση των πόρων του.
  5. Η αρχιτεκτονική του διαδικτύου πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτική.
  6. Η αρχιτεκτονική του διαδικτύου πρέπει να επιτρέπει τη σύνδεση στον κεντρικό υπολογιστή με μικρή προσπάθεια.
  7. Οι πόροι που χρησιμοποιούνται στην αρχιτεκτονική του διαδικτύου πρέπει να αιτιολογούνται.

Οι παραπάνω στόχοι έχουν ταξινομηθεί κατά σειρά σπουδαιότητας. Οποιαδήποτε αλλαγή στη σειρά των στόχων θα είχε ως αποτέλεσμα ένα διαφορετικό διαδίκτυο.

Credit: Jean Jullien

Το Facebook είναι γνωστό ως υπερκόμβος στο διαδίκτυο. Τον Ιούνιο του 2017 ανακοινώθηκε ότι έφτασε τους δυο δισεκατομμύρια ενεργούς χρήστες, ουσιαστικά περίπου τα 2/3 όλων των χρηστών του διαδικτύου. Από αυτή την τεράστια ποσότητα δεδομένων συνεπάγεται ότι τα έσοδα του Facebook τώρα ανέρχονται περίπου στα 9 δισεκατομμύρια δολάρια (£ 6,8 δισ.) ανά τρίμηνο. Μιλώντας μέσω Skype από μία καφετέρια στο Malmö της Σουηδίας, ο Aral Balkan παρακινεί τον λαό να επαναστατήσει ενάντια στην κυριαρχία τέτοιων υπερκόμβων. Ο ιδρυτής της ind.ie, μιας κοινωνικής επιχείρησης αφιερωμένης στην οικοδόμηση ενός νέου διαδικτύου, θεωρεί ότι το μελλοντικό διαδίκτυο θα είναι αυτό, όπου τα άτομα θα μπορούν να διατηρήσουν τον έλεγχο των δεδομένων τους και θα επωφελούνται από αυτό.

Σύμφωνα με τον Balkan, αυτό που φέρει την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο έχει εξελιχθεί το διαδίκτυο είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί φαινόμενο του εκκρεμούς. Το φαινόμενο αυτό προκαλείται από την αρχιτεκτονική πελάτη-διακομιστή του δικτύου. «Αν ρίξετε μια ματιά στην ιστορία της πληροφορικής», λέει, «θα δείτε ότι ταλαντεύεται μεταξύ της κεντρικής και της αποκεντρωμένης πληροφορικής». Ξεκινήσαμε με τους κεντρικούς υπολογιστές (mainframes). Στη συνέχεια, είχαμε την εποχή των προσωπικών υπολογιστών, όπου ήταν η τελευταία φορά που υπήρχαν αποκεντρωμένες τεχνολογίες, τις οποίες κατείχαμε και μπορούσαμε να ελέγξουμε. Ακολούθησε η εποχή του ιστού, όπου αυτή η τεχνολογία πελάτη-διακομιστή πέρασε σε μια φάση καπιταλιστικής ζύμωσης, η οποία ενθάρρυνε την κάθετη κλιμάκωση αυτών των διακομιστών. Έτσι, περάσαμε στα mainframe 2.0 και αυτοί οι διακομιστές αναπτύχθηκαν, ενώθηκαν και έγιναν τα Google και τα Facebook. Είμαστε συνδεδεμένοι με ηλεκτρονικούς υπολογιστές που δεν είναι δικοί μας. Η δραστηριότητα μας τους έχει δώσει εξαιρετική δύναμη».

Επιπλέον, ο Balkan ισχυρίζεται ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στα συναισθήματά μας όσον αφορά στην παρακολούθηση. Το Facebook και η Google παρέχουν μια ανεκτίμητη υπηρεσία: φιλτράρουν το σχεδόν άπειρο περιεχόμενο του διαδικτύου, μειώνοντας τις επιλογές μας και εστιάζοντας την προσοχή μας. Η φούσκα των φίλτρων είναι εξαιρετικά βολική. Ωστόσο, κλείνουμε τα μάτια μας απέναντι στην ποσότητα των δεδομένων που μετά χαράς δίνουμε στις εταιρείες αυτές να αποθηκεύουν και να χρησιμοποιούν.

«Στην εποχή των προσωπικών υπολογιστών», λέει ο Balkan, «εάν εγκαθιστούσατε μια εφαρμογή στον υπολογιστή σας και άρχιζε να σας παρακολουθεί και να μοιράζεται αυτό που κάνετε με έναν μεγάλο οργανισμό μέσω του μόντεμ σας, θα το αποκαλούσαμε λογισμικό κατασκοπίας (spyware). Σήμερα, θα το αποκαλούσαμε τον επόμενο μονόκερο της Silicon Valley».

Η απάντηση του Balkan είναι τόσο τεχνική όσο και πολιτική. («Το διαδίκτυο δεν αφορά μόνο την τεχνολογία», λέει.) Η ind.ie λάνσαρε το Better, ένα εργαλείο προστασίας της ιδιωτικής ζωής που εμποδίζει τους χρήστες του Safari να εντοπίζονται εύκολα στο διαδίκτυο. Επιπλέον, έχει κατασκευάσει ένα πρότυπο ενός αποκεντρωμένου διαδικτύου που επιτρέπει στους ανθρώπους να μοιράζονται τα δεδομένα, να έρχονται σε επαφή με τους φίλους τους και να επικοινωνούν χωρίς να χρειάζονται κάποιον διαμεσολαβητή.

«Φανταστείτε έναν κόσμο όπου κάθε πολίτης έχει και ελέγχει το δικό του χώρο στο διαδίκτυο», λέει. «Αυτός είναι ένας χώρος, όπου διατηρούνται τόσο οι δημόσιες όσο και οι προσωπικές σας πληροφορίες. Τα προσωπικά στοιχεία υπόκεινται σε end-to-end κρυπτογράφηση, επομένως μόνο εσείς έχετε πρόσβαση σε αυτά. Αντιθέτως, τα στοιχεία που δημοσιεύονται στο κοινό είναι αυτά με τα οποία μοιράζεστε τις σκέψεις και τις απόψεις σας. Οι άνθρωποι μπορούν να σας βρουν σε αυτόν τον μονίμως ενεργό κόμβο, χρησιμοποιώντας ένα όνομα domain. Αυτές οι συνδέσεις είναι ομότιμες (peer-to-peer). Αν θέλουμε να μιλήσουμε, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τους ενργούς κόμβους μας, έτσι ώστε να βρούμε ο ένας τον άλλο. Στη συνέχεια, αν θέλω να σας στείλω ένα μήνυμα ή μια φωτογραφία, πηγαίνει από το κινητό μου κατευθείαν στο δικό σας επειδή έχουμε ήδη βρει ο ένας τον άλλο. Συνεπώς, αυτή είναι η τοπολογία που θα χαρακτήριζα ως το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έχουμε σήμερα, δηλαδή μια τοπολογία ιστού με διαμεσολαβητές όπου οτιδήποτε πρέπει να περάσει από το Facebook ή το Google».

Ο Balkan δεν είναι ο μόνος που έχει το όραμα ενός αποκεντρωμένου διαδίκτυου. Ο Tim Berners-Lee και η ομάδα Solid στο MIT διερευνούν παρόμοιες αρχές. Το πρότζεκτ arkOS του Jacob Cook, το οποίο επέτρεψε στον καθένα να δημιουργήσει προσωπικά clouds στο Raspberry Pi, είχε παρόμοιους στόχους. (Το arkOS διακόπηκε μετά την εξάντληση των πόρων του. Ο Balkan έχει κατασκευάσει το πρότυπο του με $ 100.000 μέσω crowdfunding.) Η Maidsafe, που εδρεύει στην πόλη Troon της Σκωτίας, ξεκίνησε πρόσφατα να λανσάρει ένα πρότζεκτ για αποκεντρωμένο διαδίκτυο μετά από μια δεκαετία έρευνας και ανάπτυξης. Το Ίδρυμα Mozilla δημιούργησε ένα βραβείο αξίας 2 εκατομμυρίων δολαρίων για ιδέες με καλές προοπτικές. Άλλες ομάδες όπως το Namecoin κατασκευάζουν αποκεντρωμένα και ομότιμα πειράματα στο blockchain.

Το μοντέλο του Balkan συνάδει επίσης με μια δόση πολιτικού ακτιβισμού. Ο ίδιος είναι μέλος της αριστερής, πανευρωπαϊκής πολιτικής ομάδας του Κινήματος για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη 2025 (DIEM25). Επιπλέον, θεωρεί σημαντική την επιβολή ρυθμίσεων ως προς την τεχνολογία που θα χρησιμοποιείται στη δημιουργία ενός νέου διαδικτύου.

«Με το DIEM25, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε πολιτικές που θα υιοθετηθούν από τα πολιτικά κόμματα σε όλη την Ευρώπη, έτσι ώστε να ενθαρρυνθεί αυτή η τεχνολογία και να αναπτυχθούν οι απαραίτητες υποδομές. Στην Ευρώπη έχουμε διαφορετική ιστορία [σε σχέση με τις ΗΠΑ]. Υπάρχει πρόσφατη ιστορία της κατανόησης του τι σημαίνει όταν η ιδιωτική ζωή διαβρώνεται σε μαζική κλίμακα. Έτσι, αισθάνομαι πραγματικά ότι έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε την Ευρώπη να δημιουργήσει αυτό το διαδίκτυο των ανθρώπων, όπως το αποκαλώ, αντί για ένα διαδίκτυο πραγμάτων που ανήκει σε διάφορες εταιρείες».

Credit: Jean Jullien

Ακτιβιστές όπως ο Balkan τονίζουν μια σημαντική αλήθεια για το διαδίκτυο που είτε έχουμε ξεχάσει είτε μας έχει παρασύρει: το δίκτυο δεν είναι απολιτικό. Το δίκτυο μπορεί να είναι «χαζό», ωστόσο έχει επιτρέψει την παγκόσμια διάδοση συγκεκριμένων πολιτικών ιδανικών που προέρχονται κυρίως από τη Silicon Valley.

Στη Silicon Valley αυτές οι αξίες – ότι η πληροφορία θέλει να είναι ελεύθερη, ότι η διαταραχή είναι πάντα αποτέλεσμα υγιούς ανταγωνισμού και μια αδιαμφισβήτητη πίστη στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, είναι ιερές. Mια εφαρμογή ride-sharing δείχνει τους τοπικούς κανονισμούς; Εάν σε αρκετούς πελάτες αρέσει κάτι, μάλλον φταίει ο ο νόμος. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ανωνυμία είναι ένα αναμφισβήτητο δικαίωμα και η παρενόχληση μέσω διαδικτύου είναι ένα μικρό τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε. (Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κύριοι υποστηρικτές αυτής της άποψης είναι συχνά οι ευνοημένοι λευκοί άνδρες.) Αυτή η πολιτική άποψη έχει γίνει σταθερά η καθολική ιδεολογία της Silicon Valley. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουσή της με πολιτικούς, ειδικά στην Ευρώπη. Το ίδιο το δίκτυο έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη αυτής της άνισης κατανομής εξουσίας. Λόγω αυτών που αποκαλούμε επιπτώσεις δικτύου, όταν ένας κόμβος σε ένα δίκτυο αρχίζει να αναπτύσσεται, ειδικά όταν η λειτουργία του συνδέει ανθρώπους, όλοι συγκεντρώνονται σε αυτόν, κάνοντας τον ακόμη μεγαλύτερο. Εάν όλοι οι φίλοι μου είναι συνδεδεμένοι στο Facebook, θα είμαι και εγώ εκεί. Αυτό σημαίνει ότι οι υπερκόμβοι εμφανίζονται πολύ γρήγορα, συνήθως ένας σε κάθε τομέα. Στη συνέχεια όλοι πέφτουν με τα μούτρα σε αυτούς. Έτσι, μειώνεται ο ανταγωνισμός και η επιλογή των υπηρεσιών μας. Δεν είναι τυχαίο που η Google και το Facebook αντιπροσωπεύουν σχεδόν όλη την ανάπτυξη της διαδικτυακής διαφήμισης.

(Ναι, αλλά τι γίνεται με την καινοτομία, θα κραύγαζαν οι πιστοί της Silicon Valley. Αλλά οι καινοτομίες των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας είναι πολύ πιο πιθανό να προκύψουν από την απόκτηση μικρότερων startup όπως π.χ. οι DeepMind, DoubleClick, PrimeSense, οι οποίες υποστηρίζουν το νέο Face ID της Apple, κλπ, παρά να δημιουργηθούν εσωτερικώς.)

Η αύξηση στις πλατφόρμες έχει δημιουργήσει ένα ολιγοπώλιο προσοχής. Είναι τα φίλτρα μέσω των οποίων ρέει ολόκληρος ο ιστός, οι φύλακες για τα δισεκατομμύρια και παραπάνω μάτια στα οποία καθυποτάσεται η υπόλοιπη οικονομία της προσοχής. Οι πλατφόρμες δεν αποτελούν πλέον μόνο ιστότοπους, αλλά θεωρούνται ένα σημαντικό στρώμα στο διαδίκτυο, το οποίο βρίσκεται μεταξύ ημών και της παλιάς ιδέας του παγκόσμιου δικτύου.

Σε αυτόν τον νέο κόσμο, το κορυφαίο προϊόν αποτελεί hit, ενώ το σχεδόν καλό προϊόν παλεύει να επιβιώσει. (Προσπαθήστε να λανσάρετε έναν ανταγωνιστή του iPhone και θα το ανακαλύψετε και οι ίδιοι.) Το ίδιο συμβαίνει και με τις πληροφορίες: περίπου το 20% των ανθρώπων που κάνουν αναζήτηση στην Google κάνουν κλικ στο πρώτο αποτέλεσμα. Ο αριθμός αυτός πέφτει περίπου στο 12% για το δεύτερο αποτέλεσμα και γρήγορα στη λήθη. Το clickbait και οι ψεύτικες ειδήσεις προέρχονται από την ίδια πηγή. Πρόκειται για έναν λυσσασμένο ανταγωνισμό για διαφημιστικό κέρδος στο διαδίκτυο, που δεν νοιάζεται για το τι βλέπετε, αρκεί να γίνεται μέσω μιας πλατφόρμας.

Πρόκειται για προβλήματα της οικονομίας, της ανθρώπινης φύσης, αλλά και σχεδιασμού. Η οικονομία του διαδικτύου έχει δημιουργήσει δύο νέα νομίσματα: τα δεδομένα και την προσοχή. Ένα αποκεντρωμένο μοντέλο θα επιδιώξει να επαναφέρει αυτά τα δεδομένα στα χέρια των χρηστών και όχι στους γίγαντες του διαδικτύου. Αυτό είναι περίπλοκο, αλλά η πρόθεση είναι απλή: να προσπαθήσουμε να εξισώσουμε τους όρους του παιχνιδιού πριν να είναι πολύ αργά.

«Φανταστείτε έναν κόσμο στον οποίο κάθε πολίτης κατέχει και ελέγχει το δικό του χώρο στο διαδίκτυο. Αυτός είναι ένας χώρος όπου διατηρούνται τόσο οι δημόσιες όσο και οι προσωπικές σας πληροφορίες».

Aral Balkan, ακτιβιστής

Ο σχεδιασμός του διαδικτύου ήταν ένα μεγάλο κατόρθωμα. Σχεδιάστηκε για να εξελίσσεται και να κλιμακώνεται από μερικές δεκάδες συσκευές σε δισεκατομμύρια. Έχει εξελιχθεί τόσο πολύ. Μπορεί να θέλουμε να το κάνουμε πιο αποδοτικό και να βελτιώσουμε την ασφάλεια. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε το ουτοπικό μας διαδίκτυο μόνο μέσω της μηχανικής. Θα πρέπει να εφαρμοστεί και έλεγχος.

Αυτό θα δυσαρεστήσει τους πουριτανούς του διαδικτύου και θα εγείρει ερωτήματα σχετικά με το ποιος θα πρέπει να αποφασίσει και να επιβάλει αυτούς τους κανόνες. Αλλά ο διαδικτυακός μας κόσμος έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ της διαδικτυακής και της πραγματικής ζωής. Ο καλύτερος τρόπος που βρήκαμε να διαχειριζόμαστε τις ανθρώπινες υποθέσεις είναι μέσω της πολιτικής. Μπορούμε τουλάχιστον να λέμε τη γνώμη μας μέσω της ψήφου. Μπορούμε να αμφισβητήσουμε τους κανόνες. Δεν έχουμε καμία επιρροή στις αποφάσεις που λαμβάνονται στην αίθουσα συνεδριάσεων της Uber.

Αυτό οδήγησε διανοούμενους, όπως η Emily Taylor, συνεργάτρια στη δεξαμενή σκέψης (think tank) Chatham House, να υποστηρίξουν ότι θα χρειαστεί να διαμορφώσουμε το μελλοντικό μας διαδίκτυο τόσο στην Ουάσινγκτον και στις Βρυξέλλες όσο και στα στέκια της Silicon Valley.

«Όταν συμβαίνουν άσχημα πράγματα, είναι φυσικό να ψάχνουμε τεχνικές λύσεις», λέει. «Ωστόσο, οι τεχνικές λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα έχουν συνήθως ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση μεγάλης δύναμης στα χέρια των ιδιωτικών εταιρειών. Το να τεθούν κανόνες στην τεχνολογία είναι ένα επικίνδυνο πράγμα».

Οι κανόνες αυτοί βέβαια φαίνονται αναπόφευκτοι. Η ΕΕ έχει αναλάβει δράση κατά της Google, της Amazon και του Facebook. Εν τω μεταξύ, το Κογκρέσο των ΗΠΑ διερευνά τον ρόλο του Facebook στις προεδρικές εκλογές του 2016. Στη βρετανική πολιτική, κυριαρχούν οι συζητήσεις γύρω από την κρυπτογράφηση.

Ίσως αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας συνασπισμός τεχνολόγων, επιστημόνων και πολιτικών για να επαναπροσδιορίσουμε τα ιδανικά του διαδικτύου. Κάθε ιδρυτικό έγγραφο χρειάζεται τροποποιήσεις. Αυτό θα είναι μια δύσκολη συνεργασία. Τι είναι στην πραγματικότητα το διαδίκτυο; Ένα δίκτυο τυφλό προς τον εαυτό του και εκθετικά αυξανόμενο σε πολυπλοκότητα. Μπορεί να είναι πολύ γρήγορο να το πιάσουμε. Ένα γιγάντιο καλαμάρι που ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά μας. Μήπως το διαδίκτυο είναι όπως το πετρέλαιο, ο ηλεκτρισμός ή τα σιδηροδρομικά δίκτυα;

Δεν είναι σίγουρα αυτό το ουτοπικό όνειρο που κάποτε οραματιστήκαμε. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ίσως να μην χρειαστεί. Εξάλλου, από όσα μάθαμε, μόνο ένα πράγμα είναι βέβαιο: το μέλλον του διαδικτύου είναι μια αλλαγή που δεν μπορούμε να προβλέψουμε.

Μετάφραση για το Νόστιμον Ήμαρ: Afterwords


Από:http://www.nostimonimar.gr/to-internet-chalase/

O ΠΑΟΚ και η επιθυμία τού μη κράτους…


του Άκη Γαβριηλίδη

 

Μεταξύ των διανοουμένων του ελληνικού εθνικισμού, ιδίως όσων προέρχονται από την αριστερά, ιδιαίτερη φρίκη προκαλεί τα τελευταία χρόνια το σκιάχτρο τού «νεοοθωμανισμού». Τον όρο αυτό οι εθνικιστές τον εκτοξεύουν και ως κατηγορία με ιδιαίτερη φόρτιση, με ιδιαίτερη απόλαυση θα έλεγα, εναντίον όσων αναγορεύουν εκάστοτε σε υπ’ αριθμόν 1 εχθρούς τους, και εχθρούς του έθνους· μια φόρτιση συγκρίσιμη μόνο με την αντίστοιχη κατηγορία «εθνομηδενιστής», με την οποία άλλωστε είναι περίπου συνώνυμα.

Οι φόβοι αυτοί είναι αδικαιολόγητοι. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη νεοοθωμανισμού όταν ο παλιός κλασικός οθωμανισμός είναι ζωντανός και μια χαρά στην υγεία του στην ψηφιακή μας εποχή.

Αυτό απέδειξε, μεταξύ άλλων, το πρόσφατο κείμενο συλλογής υπογραφών που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, με τίτλο «Κάτω τα χέρια σας από τον ΠΑΟΚ!» και με το εξής λιτό και περιεκτικό περιεχόμενο:

 

Αν τολμήσετε να επιβάλλετε μεθοδευμένη εξοντωτική ποινή στον ΠΑΟΚ προς τέρψιν των Μαφιόζων της Αθήνας, αυτομάτως να θεωρήσετε τα φύλλα πορείας μας, σε περίπτωση επιστράτευσης, ως απλά κουρελόχαρτα.
Κανένας οπαδός του ΠΑΟΚ σε μάχες για τη δικιά σας Ελλάδα.
Εμείς πολεμάμε ΜΟΝΟ για τον ΠΑΟΚ.

(οι υπογραμμίσεις και τα κεφαλαία στο πρωτότυπο).

 

Σε αυτές τις πέντε σειρές, βλέπουμε σε πλήρη λειτουργία μία λογική διαπραγμάτευσης με το κράτος(τους), για κάτι που ωστόσο αποτελεί μία από τις πιο αυτονόητες υποχρεώσεις, και έναν από τους πυλώνες, του νεωτερικού έθνους κράτους: την καθολική υποχρεωτική στράτευση όλων των ενηλίκων ανδρών. Για όσους υπογράφουν τη δήλωση, οι οποίοι τη στιγμή που γράφω ανέρχονται ήδη σε αρκετές χιλιάδες, η σχέση τους με το έθνος κράτος δεν διέπεται από τη λογική των αφηρημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ισχύουν αυτονόητα για όλους, αλλά από τη λογική τού παζαρέματος: δώσε μου για να σου δώσω.

Με αυτή την έννοια, γίνεται αντιληπτό ότι αυτό το οποίο παραμένει ζωντανό στην ελληνική κοινωνία το αποκάλεσα μεν «οθωμανισμό», αλλά εξίσου ορθό θα ήταν να το αποκαλέσουμε βυζαντινισμό. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποια συμπάθεια προς μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα ή προς ένα άλλο σύγχρονο κράτος· οι άνθρωποι που (υπο)γράφουν αυτό το κείμενο δεν εγκατέλειψαν τα ιδανικά του «δικού μας» έθνους, αλλά εγκατέλειψαν –ή δεν υιοθέτησαν ποτέ- τα ιδανικά του έθνους γενικά, οποιουδήποτε έθνους. Το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για το κράτος –το οποίο περιγράφουν ως το κράτος κάποιων άλλων: «την Ελλάδα σας»- δεν το βλέπουν ως μια αυτονόητη και απροϋπόθετη υποχρέωση (αν όχι τιμή), όπως υποτίθεται ότι συμβαίνει με τον πατριωτισμό της νεωτερικότητας, αλλά ως μια αγγαρεία, στην οποία υποτασσόμαστε απρόθυμα και μόνο όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Οι εθνικιστές, σε αγαστή εν προκειμένω συμφωνία με τους κατά τα άλλα ασυμφιλίωτους αντιπάλους τους, τους εκσυγχρονιστές, συνήθως αρνούνται καν να δουν την επίμονη παρουσία αυτού του στοιχείου στην ελληνική κοινωνία, και όποτε το βλέπουν το απορρίπτουν μετά βδελυγμίας ως επαίσχυντο «αρχαϊκό κατάλοιπο» κληρονομημένο από την «τουρκοκρατία», το οποίο θα πρέπει κάποτε να εκλείψει ώστε να επιτρέψει στη χώρα «μας» να βαδίσει επιτέλους προς τα ευρωπαϊκά της πεπρωμένα.

Θεωρώ ότι αυτή η εθελοτυφλία είναι λάθος και πρέπει αυτή να εγκαταλειφθεί, για δύο τουλάχιστον λόγους· έναν θεωρητικό και έναν πολιτικό.

Ο θεωρητικός είναι ότι, αν λάβουμε υπόψη αυτή την εμμονή του πλήθους να σκέφτεται και να ενεργεί με βάση τη λογική της αυτοκρατορίας, (της αυτοκρατορίας όχι φυσικά ως εξουσιαστικής μορφής, αλλά ως ενός πεδίου ελευθερίας κινήσεων και δυνατών γραμμών φυγής), θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα διάφορα φαινόμενα που εμφανίζονται κάθε τόσο στην ελληνική κοινωνία και τα οποία κάνουν τις διανοητικές και πολιτικές ελίτ να πέφτουν από τα σύννεφα και να τα καταδικάζουν ομοφώνως και σκανδαλισμένες ως ανορθολογικά, οπισθοδρομικά και ακατανόητα. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ίδια τη διαδρομή, και την απήχηση, του ανθρώπου που πρωταγωνίστησε στο επεισόδιο για το οποίο τίθεται ακριβώς ζήτημα εάν η «Ελλάδα τους» θα τιμωρήσει ή όχι τον ΠΑΟΚ. Και το οποίο είχε επίσης σχέση με την οπλο-φορία ενός ιδιώτη, δηλαδή με μία απείθεια προς την επιταγή μονοπώλησης της ένοπλης βίας από το κράτος.

Ο δεύτερος και συναφής λόγος είναι ότι αυτό θα μας επιτρέψει να πάμε παραπέρα από έναν τοίχο στον οποίο αργά ή γρήγορα προσκρούει κάθε πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα· τον τοίχο μίας φράσης που πάντοτε, με μαθηματική ακρίβεια, ξεπροβάλλει μετά από τρεις ή τριάντα ανταλλαγές, και, μόλις ξεστομιστεί, προκαλεί γενική ομοφωνία, αλλά ως εκ τούτου και α-φωνία, επειδή κανείς δεν αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι περαιτέρω να ειπωθεί: ότι «δεν θα γίνουμε ποτέ κράτος».

Η ανακοίνωση των οπαδών της ομάδας που στα ίδια τα αρχικά της περιέχει την ονομασία της πρωτεύουσας των δύο αυτοκρατοριών, και που ως έμβλημά της έχει το έμβλημα της μιας εξ αυτών, είναι σαν να μας λέει: ναι, δεν θα γίνουμε ποτέ κράτος, αλλά τι πειράζει; Στο κάτω κάτω, ποιος θέλει να γίνει κράτος; Το να γίνεις κράτος δεν είναι η σημαντικότερη και η μόνη φιλοδοξία που μπορεί να έχει κανείς στη ζωή του.

Και ίσως δεν έχει άδικο.

ivan-savvidis


Aπό:https://nomadicuniversality.com/2018/03/18/o-%CF%80%CE%B1%CE%BF%CE%BA-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%8D-%CE%BC%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82/