ντενί τεριώ – η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου…


Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών του συναισθήματα, τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]


Από:https://pandoxeio.com/2018/03/16/theriault/

Τι είναι “ιδεολογία”; …


Αυτό που αποκαλούμε κοινώς ως ιδεολογία, στην ουσία αποτελεί την συστηματοποίηση και αναγωγή σε θεωρητικό σχήμα, της απογοήτευσης μέρους των ατόμων από την ισχύουσα τάξη πραγμάτων καθώς και της πρότασής τους για μια εναλλακτική διαμόρφωσή της.

Κατά κάποιον τρόπο – εντελώς ιστορικό κι όχι ιδεαλιστικό-, οι περισσότερες από τις γνωστές πολιτικές θεωρίες και τα μεγάλα ιδεολογικά φιλοσοφικά συστήματα, αναδύθηκαν και αναπτύχθηκαν σε εποχές και περιοχές με δεδομένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ικανές δηλαδή να επιτρέψουν σε νέα συστήματα σκέψης και πράξης να ευδοκιμήσουν. Έτσι, μπορούμε να φανταστούμε τα αίτια εξαιτίας των οποίων ο επιστημονικός σοσιαλισμός που εισήγαγε πρώτος ο Μαρξ, βρήκε το έδαφός του στην κεντρική και δυτική Ευρώπη (Γερμανία και Αγγλία αντίστοιχα οι χώρες στις οποίες συνέγραψε τα κυριότερα έργα του) κατά τις αρχές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

Οι επικρατούσες τοτινές παραγωγικές σχέσεις, με τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις, όπως είχαν ήδη διαμορφωθεί και συνέχιζαν να διαμορφώνονται με την όλο κι ευρύτερη εισαγωγή των μηχανών στη βιομηχανία κι εν γένει στο παραγωγικό προτσές, ήταν οι παράγοντες που συνετέλεσαν στην συγκρότηση ενός εύφορου ερείσματος για την επιστημονική θεμελίωση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής θεωρίας.

Αντίστοιχο παράδειγμα, δύναται να αντλήσει κανείς από την περίπτωση της εμφάνισης του γερμανικού ναζισμού κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933). Η πάλαι ποτέ κραταιά Δεύτερη Γερμανική Αυτοκρατορία, δομημένη πάνω στα πρότυπα της άτεγκτης και σκληροπυρηνικής πολιτικής του Μπίσμαρκ, εξέρχεται από τον Μεγάλο Πόλεμο ηττημένη, κατακρεουργημένη εδαφικά από τις συνασπισμένες δυνάμεις της Αντάντ και οικονομικά χρεοκοπημένη.

Οι οικονομικές της υποχρεώσεις προς τους νικητές του πολέμου, σε συνδυασμό με την μετέπειτα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1929, που για την μεσοπολεμική Γερμανία έμοιαζε ανυπέρβλητη, το έντονα οξυμένο αίσθημα του πληγωμένου γοήτρου, η οικονομική εξαθλίωση των μαζών, οι αποτυχίες της εκεί σοσιαλδημοκρατίας (με κορυφαία την κίνηση των Σπαρτακιστών) και βεβαίως ο εγγενής νόμος του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που θέτει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ως αδήριτη προυπόθεση για την εκ νέου τόνωση της αγοράς, γέννησαν τον χιτλερικό υπερεθνικισμό, που μολονότι βαπτισμένος με το ιδεολογικό περίβλημα του εθνικού σοσιαλισμού, εντούτοις επιβεβαίωσε, όπως άλλωστε και ο ιταλικός φασισμός, την γνωστή ρήση  <<ο φασισμός είναι το μαντρόσκυλο του καπιταλισμού>>. Ωφελημένη βρέθηκε και στις δυο περιπτώσεις η εγχώρια αστική τάξη, ενώ το κομμουνιστικό εργατικό κίνημα υπέστη φανατικά χτυπήματα.

Θα μπορούσε κάποιος να παραθέσει κι άλλα πολλά παραδείγματα καταστασιακών συγκυριών σε ποικίλους χώρους και χρόνους που γέννησαν πολύ συγκεκριμένες ιδεολογικές κατευθύνσεις, εκ των οποίων, άλλες περισσότερο συντηρητικές κι άλλες καταφανώς πιο ριζοσπαστικές. Ιδεολογίες κι επιμέρους εκφάνσεις ιδεολογιών (π.χ. αναρχισμός-αναρχοσυνδικαλισμός), οι οποίες έχοντας έναν πρωτογενώς ακέραιο βασικό ιδεολογικό πυρήνα, διαφοροποιούνταν αναλόγως των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στο πεδίο αναφοράς του και πιθανής εφαρμογής τους (λ.χ. σε έναν ορισμένο βιομηχανικό κλάδο). Επομένως, με μια πολύ επιγραμματική μνεία και στην ιστορία του ελευθεριακού κινήματος, παρατηρούμε πως κι αυτή δεν υπήρξε ποτέ ενιαία, συμπαγής και ευθύγραμμη, καθώς διαφορετική πορεία διέγραψε λ.χ. ο γερμανικός από τον γαλλικό, ιταλικό ή ισπανικό αναρχισμό.

Η Ιδεολογία συνεπώς, ιδωμένη στην αμιγώς ιδεοτυπική μορφή της, μάλλον προσδιορίζεται ως μια αναγκαστική, ιστορικά αναγκαστική φαντασιακή διαμόρφωση σχέσεων νοήματος, ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα, ανθρώπους και ανθρώπους, ανθρώπου και Φύση. Σχέσεις νοήματος που εμπεριέχουν οργανικά, στοιχεία συνειδητότητας (ταξικής συνειδητότητας π.χ.), δεσμευτικότητας, άρα και αυστηρής προσήλωσης στον επιδιωκόμενο στόχο, που μπορεί να εκκινεί απο μερική παρέμβαση στο modus operandi της καθεστηκυίας τάξης και να φτάνει ως την ριζική ανατροπή της.

Είναι σημαντικό επίσης να τονισθεί, πως η γνωσιοθεωρητική σύλληψη- διαμόρφωση μιας ιδεολογίας και η πραγμάτωσή της σε επίπεδο καθολικό, είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Και πάλι όμως, η πραγμάτωση αυτή, συνιστά την  αποκρυστάλλωση των νέων νοηματικών σχέσεων μέσα σε δεδομένες πραγματικές συνθήκες.Έτσι, ενώ η μαρξιστική θεωρία αναπτύχθηκε στις ήδη βιομηχανοποιημένες Γερμανία και Αγγλία, έμελλε να πραγματωθεί -όπως αυτό συνέβη με όλες τις αποκλίσεις, στρεβλώσεις και παθογένειες- εν αντιθέσει με τις προβλέψεις, στην ημιφεουδαρχική τσαρική Ρωσία.

Μια αναγκαία παρατήρηση που πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί στο σημείο αυτό, είναι πως με τον όρο <<συνθήκη>>, δεν εννοούνται αποκλειστικά και μόνο οι υλικοί όροι, η παραγωγή και τα οικονομικά μεγέθη, όσα δηλαδή εγκιβωτίζονται στους <<αντικειμενικούς όρους>>, αλλά και οι <<υποκειμενικοί όροι>>, εφόσον ιστορικά έχει αποδειχθεί οτι κι αυτοί διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στη πιθανότητα που συναντά μια ιδεολογία να καταστεί εφαρμόσιμη (βλ. παράδειγμα Ρωσικής επανάστασης).

Η Ιδεολογία, όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Μαρξ, είναι ψευδής, στρεβλή συνείδηση. Υπό την έποψη της αντανάκλασης της εκάστοτε παραγωγικής-υλικής υποδομής στο εποικοδόμημα, είχε δίκιο. Αναντίρρητα λοιπόν, λέμε πως η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, σε όλα τα κοινωνικά συστήματα, είναι και η κυρίαρχη ιδεολογία. Ωστόσο, η ιδεολογία αυτή, αν και μονομερής και μεροληπτική, είναι προσαρμοσμένη και επιμελώς επενδεδυμένη σε κάθε θεσμική και συνειδησιακή έκφανση του συλλογικού βίου, προκειμένου να εκλαμβάνεται σαν αυτονόητη, κι ως εκ τούτου να συντηρείται η αναπαραγωγή της (εδώ, είναι αξιοσημείωτη η αναφορά στο έργο του Αλτουσέρ για τους ΙΜΚ: ιδεολογικούς μηχανισμούς κράτους).

Κατά συνέπεια, αν κι ενδέχεται να φανεί εν πρώτοις παράδοξο αυτό το συμπέρασμα, κάθε ιδεολογία παρουσιάζει μια διττή φύση: αφενός μια ετεροαναφορική, σε σχέση με τα πράγματα που επιδιώκει να μεταβάλει ή να ανατρέψει, και αφετέρου, σε σχέση με την ίδια την ουσία της, δηλαδή με την καινή νοηματική επένδυση του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού κ.ο.κ. που αυτή εσωκλείει. Επί παραδείγματι, όλο το φάσμα του επαναστατικού σοσιαλισμού (μαρξισμός, αναρχισμός και όλα τα ρεύματα και οι τάσεις τους), υφίσταται θεωρητικά μέσα στους υλικούς όρους ζωής του καπιταλισμού, εδράζεται σε πάνω σ’ αυτούς για να δημιουργήσει μια ολότελα διαφορετική καθολική πραγματικότητα, χωρίς τάξεις, εκμεταλλευτικές σχέσεις, κράτος κ.α., εν ολίγοις ευαγγελίζεται μια νέου τύπου κοινωνική οργάνωση που ενέχει την δική της εσωτερική, αυτόνομη λογική, εντός της οποίας οι σημερινές σχέσεις νοήματος μεταβάλλονται ή και καταργούνται.

Από ‘κει κι έπειτα, για να ενστερνιστεί κάποιος μια ιδεολογία, απαιτούνται δύο τινά: πρώτον, να έχει κατακτήσει γνωσιοθεωρητικά το περιεχόμενό της, άρα να έχει έρθει σε ουσιαστική επαφή μαζί της, και δεύτερον, να έχει βιώσει εμπειρικά την προαναφερθείσα ιστορική αναγκαιότητά της σε πραγματιστικό επίπεδο. Διαφαίνεται υπόρρητα από αυτές τις συνθήκες, πως υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει μια συμφωνία μεταξύ της πραγματικής θέσης που καταλαμβάνει το υποκείμενο στην ταξική διαστρωμάτωση και της ιδεολογικής του συνείδησης. Με άλλα λόγια, το ταξικό Είναι του ατόμου, καθορίζει το συνειδησιακό του Είναι. Ένας  εύπορος μεγαλοαστός για παράδειγμα, που κληρονομεί την οικογενειακή επιχείρηση και απασχολεί εργαζομένους, δεν μπορεί να έχει σοσιαλιστική συνείδηση καθώς μαι τέτοια τοποθέτηση θα ήταν αντινομική. Κατ’ αναλογία, ένας υποαμοιβόμενος εργάτης, δεν μπορεί να προασπίζεται τους νόμους της ελεύθερης αγοράς κ.ο.κ.

Η ιστορική αναγκαιότητα της Ιδεολογίας, δεν υπόκειται σε στατικότητα. Μεταβάλλεται, ακολουθώντας την ίδια την ιστορική μεταβολή. Έτσι, κάθε ιδεολογικός χώρος οριοθετείται χωροχρονικά ως απότοκο των εκάστοτε δεδομένων αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών. Βασίζεται πάνω σ’ αυτές για να αναδυθεί, αναπτυχθεί και εν τέλει ευδοκιμήσει. Οιαδήποτε αναγωγή σύγχρονης πολιτικής ιδεολογίας ή συστήματος στην αρχαιότητα και το αντίστροφο, αποτελεί καταφανή ετεροχρονισμό, κι ως εκ τούτου βρίσκεται σε διάσταση προς το ίδιο το γεγονός της ιστορικότητας.

***

Στάικος Ελευθέριος.


Από:http://antikleidi.com

17ΜΑΡΤΗ: Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΠΟΥ ΟΡΜΑ! …


cityplaza17m-960x466.jpg

από Αντώνης Φάρας

Βρισκόμαστε τρία χρόνια μετά το “σύντομο καλοκαίρι” της μεταναστεύσης. Ήταν τον Σεπτέμβρη του 2015 που η αλληλεγγύη ορμούσε για να συναντηθεί με την προσφυγική κίνηση: χιλιάδες άνθρωποι διέσχιζαν την βαλκανική οδό, εκατοντάδες περίμεναν να τους καλωσορίσουν στους σταθμούς της Ευρώπης, σχολεία και γήπεδα μετατρέπονταν σε διάστημα ημερών σε σημεία φιλοξενίας. Μία κίνηση που για να γίνει εφικτή χρειάστηκε οι πρόσφυγες να διαλύσουν σύνορα και φράχτες, να βαδίσουν προς την ελπίδασ.1, να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τα σύνορα.

Σε μία περίοδο που η πλήρης συνθηκολόγηση ΣΥΡΙΖΑ ακύρωνε την δυναμική των κινημάτων αμφισβήτησης των προηγούμενων χρόνων και έκανε να μοιάζουν ανέφικτα ένα σύνολο λαϊκών αιτημάτων (ενάντια στη λιτότητα, την επιτήρηση κοκ) πανευρωπαϊκά, η κίνηση αυτή θύμιζε ότι υπάρχουν δρόμοι που μπορούν να ανοιχτούν και κανονικότητες που ανατρέπονται. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστ(ρι)ες, ακριβώς εκείνα τα υποκείμενα που στερούνται το σύνολο σχεδόν πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που βιώνουν την πλέον ακραία κατάσταση εξαίρεσης και τις σκληρότερες μορφές βιοεξουσίας, μπόρεσαν να συγκροτήσουν ένα από τα πιο δυναμικά υποδείγματα αγώνα. Με την όρεξη τους για ζωή, με το πείσμα τους να προχωρήσουν αποδείκνυαν πως δεν είχαν καμία διάθεση συμβιβασμού σε ένα πλαίσιο ελέγχου και επιτήρησης των ζωών τους πέρα και παρά τον έλεγχο τους. Η αλληλεγγύη εκείνη τη στιγμή κατάφερε να αποτελέσει την πρακτική, που δημιουργώντας έναν κοινωνικό, πολιτικό και προσωπικό δεσμό, μπόρεσε να άρει το αίσθημα της επισφάλειας και την κατάσταση του κινδύνου, σε ένα βαθμό και για τα δύο μέλη της σχέσης.

Δεν πρέπει και δεν μας αναλογεί να προσδώσουμε αυτή τη κατάσταση σε μία αδυναμία ή ένα σχέδιο του αντίπαλου, κυρίως γιατί τα υποκείμενα που την πέτυχαν γνωρίζουν τις θυσίες και το κόπο που απαιτήθηκε για αυτή. Η αντίδραση εξάλλου δεν άργησε να έρθει με την πολιτική των κλειστών συνόρων, την κατασκευή στρατοπέδων και HotSpot στα νησιά , την παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, την αναβάθμιση της Frontex σε συνοριοφυλακή καθώς και την ποινικοποίηση του κινήματος αλληλεγγύης με συλλήψεις, απομακρύνσεις και διώξεις αλληλέγγυων από την Μόρια και τα νησιά. Μια σύνθετη και ολοκληρωτική πολιτική ελέγχου και διαχείρισης της προσφυγικής κίνησης, η οποία λόγω ασυμμετρίας επιδιώξεων και προσεγγίσεων ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, έπρεπε να υλοποιηθεί σταδιακά φροντίζοντας παράλληλα να ακυρώνει τους δεσμούς αλληλεγγύης και επιδιώκοντας όχι μόνο να καταστείλει αλλά και να καταστεί κοινωνικά ηγεμονική. Για να είναι επιτυχής αυτή η διαδικασία θα έπρεπε να στηρίζεται μεταξύ άλλων στην αναπαραγωγή ρατσιστικών και φυλετικών στερεοτύπων, στη σύνδεση της προσφυγικής “κρίσης”με την συνέχεια της οικονομικής κρίσης, στον διαχωρισμό των πληθυσμών και στην περιθωριοποίηση των προσφύγων.

Στις αρχές του 2016, ο δήμαρχος Αθήνας Γιώργος Καμίνης επικαλούμενος μία κάποια κοινωνική δυσφορία και πιθανή “υγειονομική βόμβα” αποφασίζει να γεμίσει τη Πλατεία Βικτώριας με διμοιρίες αστυνομικών. Οι αστυνομικοί είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον της παρενόχλησης των προσφύγων και της εκκένωσης της πλατείας, η οποία λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης αλλά και διαμονής για ανθρώπους χωρίς άλλη εναλλακτική. Ο δήμαρχος μάλιστα πρόθυμος να λάβει όλη την “δόξα” για τη συγκεκριμένης κίνησης, προβαίνει στην εξής χαρακτηριστική δήλωση:

“Ο ίδιος επέμεινα να αποκατασταθεί η πλατεία, ώστε να σταλεί ένα μήνυμα στους κατοίκους ότι δεν τους έχουμε εγκαταλείψει στην τύχη τους”σ.2

Αντίστοιχα περιστατικά λαμβάνουν χώρα σε πόλεις ανά την Ευρώπη, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ιδιότυπες καταστάσεις apartheid  και διαχωρισμού. Το συγκεκριμένο περιστατικό αποτέλεσε αφορμή για τη συγκρότηση πρωτοβουλίας αλληλεγγύης με σκοπό την υπεράσπιση του δικαιώματος των προσφύγων να βρίσκονται στην πλατεία, να είναι δηλαδή ορατοί στον αστικό ιστό και επίσης να μην υπόκεινται την αστυνομική παρενόχληση και εκφοβισμό. Η πρωτοβουλία αυτή με την διαρκή της παρουσία στην πλατεία και με δράσεις αλληλεγγύης όπως μοίρασμα εφοδίων, κειμένων και πληροφοριών κατόρθωσε αρχικά να εμποδίσει τις εκκενώσεις και να δημιουργήσει δεσμούς με τους πρόσφυγες και τους κατοίκους. Η απόληξη της, μετά την αλλαγή σκηνικού που αποτέλεσε η συμφωνία ΕΕ- Τουρκίας και την ανάγκη αναβαθμισμένης παρέμβασης, ήταν η κατάληψη και η δημιουργία του Χώρου Στέγασης Προσφύγων City Plaza.

Η συμφωνία ΕΕ – Τουρκία, κατάφερε να αλλάξει το σκηνικό καθώς:

Στη νέα συνθήκη το πρόβλημα της μετανάστευσης δεν αφορά πλέον τα προβλήματα των προσφύγων, αλλά τον/την πρόσφυγα ως πρόβλημα. Τα αποτελέσματα της εφαρμοζόμενης πολιτικής -η μονιμοποίηση του προσφυγικού στρατοπέδου, ο αποκλεισμός από βασικά δικαιώματα, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης κλ.π.- παρουσιάζονται ως προβλήματα που οι ίδιοι οι πρόσφυγες προκαλούν: άστεγοι που υποβαθμίζουν τις περιοχές, εγκληματικότητα, εθνοτικές αντιπαραθέσεις κλπ. Έτσι, μετατοπίζεται το πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και φτιάχνεται χώρος επανάκαμψης της ακροδεξιάς και της ατζέντας της τάξης και ασφάλειας, στην οποία συστηματικά καταφεύγουν φιλελεύθεροι τύπου Καμίνη.σ.3

Το παραπάνω παράδειγμα για τον τρόπο συγκρότησης κινηματικών δομών όπως το City Plaza (όχι η πρώτη αλλά σίγουρα εμβληματική) αναδεικνύει το πως σφυρηλατήθηκαν σε πείσμα αυτής της συνθήκης τόσο οι κοινοί δεσμοί όσο και η συνέχεια του κοινού αγώνα προσφύγων και ντόπιων. Η εμπειρία τέτοιου είδους εγχειρημάτων, καθώς και οι ενέργειες των προσφύγων που βρίσκονται σε πλήρη απομόνωση ή/και στέρηση στοιχειωδών δικαιωμάτων (εξεγέρσεις στα στρατόπεδα, απεργίες πείνας για το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση), μπορούν να μας προσφέρουν χρήσιμα εργαλεία δράσης τώρα που φαίνεται να εμπεδώνεται μία νέα κανονικότητα. Δυστυχώς πρόκειται για την κανονικότητα των καθημερινών πνιγμών στην θάλασσα, των άθλιων στρατοπέδων, των κλειστών συνόρων και της πασιφανούς αδυναμίας/απροθυμίας των κρατών να δημιουργήσουν κανονικές συνθήκες διαβίωσης και ένταξης για τους προσφυγικούς πληθυσμούς ή να αποσύρουν τη συμμετοχή τους στους πολέμους και την εκμετάλλευση που δημιουργούν τη προσφυγική κίνηση.

Σε μία περίοδο που βλέπουμε τη ταυτόχρονη ανάδυση της ακροδεξίας -από τον Λευκό Οίκο μέχρι την ακροδεξιά ατζέντα να μονοπωλεί τις εκλογές στην Ιταλία και άλλου προηγουμένως – και τις ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή και ευρύτερα, χρειάζεται να προτάξουμε την αλληλεγγύη και τον κοινό αγώνα. Πέρσι, με την αφορμή της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την ευρω-τουρκική συμφωνία, διοργανώθηκε με το κεντρικό σύνθημα “Common Struggle- Κοινός Αγώνας” στις 18 Μάρτη (18M) πανευρωπαϊκή ημέρα δράσης. Σε δεκάδες πόλεις της Ευρώπης, πρόσφυγες και ντόπιοι, έκαναν ορατό το αίτημα για ακύρωση της συμφωνίας της ντροπής.

Στην Αθήνα η μέρα αυτή οδήγησε στην μεγαλύτερη αντιρατσιστική διαδήλωση των τελευταίων ετών με παλμό, πρωτοτυπία και χρώματα, με συμμετοχή χιλιάδων, με τους προσφυγές, μετανάστ(ρι)ες και δομές αλληλεγγύης στην πρώτη γραμμή. Φέτος, αυτή τη φορά στις 17Μ, καλούμαστε να ξανά – καταλάβουμε τους δρόμους, να απαιτήσουμε την ορατότητα και τα δικαιώματα μας και να προτάξουμε την ενότητα των διεκδικήσεων μας. Ενάντια στο ρατσισμό, την φτώχεια και τον πόλεμο.

Θα απαιτηθεί το επόμενο διάστημα να κάνουμε τομές και με τους εαυτούς μας. Η 17Μ μπορεί να αποτελέσει ένα έναυσμα για το ανταγωνιστικό κίνημα σε αυτή την κατεύθυνση. Περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε:

  • Ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης αλλά όχι μόνο με τα συγκεκριμένα και συνηθισμένα εργαλεία μας. Δηλαδή με μέσα/ τρόπους/ δομές παρέμβασης που να ανταποκρίνονται στην συγκυρία και στην δυναμική των “από κάτω”.Από ένα κατειλημμένο επταώροφο ξενοδοχείο στην Αθήνα μέχρι το Welcome to Hell και τις αντισυγκεντρώσεις του Αμβούργου για το G-20.
  • Διεθνιστικούς τόπους συνάντησης των κινημάτων, ικανούς να συγκροτούν δυναμικό και ενιαίο μέτωπο ενάντια στην προέλαση του φασισμού και του ρατσισμού. Ο συντονισμός εγχειρημάτων σε διεθνές επίπεδο δυστυχώς περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διακηρύξεις. Η “αλληλεγγύη που όρμα” ή η “αλληλεγγύη που μας σκεπάζει” , όπως έγραφε ένα σύνθημα για το City Plaza, είναι η μόνη οδός συνάντησης που αρμόζει.
  • Κοινούς δεσμούς που να μην αρνούνται τις διαφορές και τις αφετηρίες των υποκειμένων αλλά να τις συνθέτουν ώστε να μπορούν να τις υπερβούν. Χρειάζεται συστηματική παρέμβαση με δημιουργικά, αντικαπιταλιστικά και αντί – διαχειριστικά χαρακτηριστικά στους χώρους όπου βρίσκονται, εργάζονται και ζουν οι εργαζόμενοι, οι πρόσφυγες, τα καταπιεζόμενα υποκείμενα.

Ο μόνος τρόπος για να γίνουμε επικίνδυνοι και αποτελεσματικοί είναι να βάλουμε τον κοινό αγώνα και την αλληλεγγύη στο κέντρο της πρακτικής μας στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

 ____________________________________________________________

Θεόδωρος Αγγελόπουλος: Η μνήμη και το όνειρο του αύριο…


Το έργο του ως μη θριαμβολογία αλλά ως αναγκαιότητα (μέρος β’)

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος 

Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος της ομιλία του συντάκτη στην έναρξη του 4ου Πανοράματος Ελληνικού Κινηματογράφου «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» στις 4 Μάρτη 2018. Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ

Η μνήμη του χθες, η προσδοκία του αύριο και η δύναμη του σινεμά


Τι είναι μνήμη; Είναι μονάχα ένας όρος που υποδηλώνει ή έγκειται στο παρελθόν; Ή θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως μνήμη, και τα γεγονότα που προσδοκούμε να συμβούν; Αυτών που θέλουμε και θα προσπαθήσουμε να έρθουν; Αυτών που μόλις έλθουν, θα παρέλθουν και θα μετατραπούν εκ νέου σε μνήμη και αναφορά, σε σταθερά και ούτε κάθ’ εξής; Την μνήμη μήπως θα μπορούσαμε να την νοήσουμε, λοιπόν, και σαν μια νοσταλγία του μέλλοντος;

Μνήμη και όνειρο (δηλαδή όραμα, στόχος) είναι δυο αδέλφια που περιγράφουν το ίδιο ακριβώς πράγμα: την εξιδανίκευση των προσδοκιών μας. Είτε περασμένων και ίσως μη πετυχημένων, είτε μελλοντικών και δυνητικά νικηφόρων. Ο Chris Marker, Γάλλος στοχαστής και σημαντικότατος σκηνοθέτης της εποχής της Nouvelle Vague και της αριστερής όχθης του Γαλλικού σινεμά, δήλωνε κάπως σχετικά: «Μόνο το πέρασμα του χρόνου αναδεικνύει κάποιες στιγμές σε μνήμες». Όσο ο χρόνος περνάει λοιπόν, κάθε ενέργεια μας –ειδικότερα αυτές που εγγράφονται λόγω της σημαντικότητας του ως ιστορικές, που ενέχουν συλλογικό φορτίο δηλαδή- ερμηνεύεται με βάση το παρόν μας. Τα γεγονότα μετατρέπονται σε μνήμες σκαλισμένες και αφηγημένες στο νου μας, σκαλισμένες και αφηγημένες σε έργα τέχνης, σε δοκίμια, σκαλισμένες και αφηγημένες εν τέλει και στην ιστορία την ίδια. Τότε είναι που παραμένουν απρόσβλητες στον χρόνο. Σε κάθε επόμενο αυριανό παρόν, είναι εκεί μαζί μας. Άχρονες δηλαδή. Βρίσκονται παντού. Και στο χθες και στο σήμερα και στο αύριο. Μετατρέπονται σε όνειρα για το μέλλον. Άλλωστε οι μνήμες διαστέλλουν τον χρόνο κατά πώς τους βολεύει και αυτό είναι μια φυσική ελευθερία που κανένα κράτος και κανένας νόμος δεν δύναται να σταματήσει. Το ίδιο και ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου όπου ο χρόνος διαστέλλεται πολύ εύστοχα στα πασίγνωστα μονοπλάνα του. Απελευθερωμένο ως εκ τούτου σινεμά. Απρόσβλητες στον χρόνο λοιπόν, πάντοτε υπαρκτές και με υλική υπόσταση, -να εδώ στον κινηματογράφο για παράδειγμα, όλη η ιστορία του λαού μας είναι εδώ απτή και συνεχίζει να δημιουργείται-. «Τα οράματα, λοιπόν, δεν στραγγαλίζονται» όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης, όσο ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει και δεν έχει ολωσδιόλου πολτοποιηθεί συνειδησιακά –αν δηλαδή οι μνήμες μας δεν βάλλονται κατά συστημική παραγγελία αλλοιώνοντας τες- ή δεν έχει πολτοποιηθεί σωματικά όπου η ανθρωπότητα θα αποτελεί ένα τεράστιο νεκροταφείο να την θρηνούμε –όπως ακριβώς ο Keitel στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» θρηνεί το σώμα της ζωής μπρος στα συντρίμμια-…

Το σινεμά θα τολμούσα να πω πως είναι η αναπαράσταση της μνήμης σε απόλυτο βαθμό –και όχι απλώς μια πειραματική προσομοίωση της-. Στην «Σκόνη του χρόνου» όπως και στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» -όπως και σχεδόν σε όλες του τις ταινίες- το σινεμά εμπεριέχεται στην πλοκή του. Η μνήμη είναι μια μεταφορά του να κοιτάζεις ένα φιλμ. Η ιστορία είναι καταγεγραμμένη πάνω του. Η κάμερα είναι ένας παγκόσμιος και αδιαμεσολάβητος νους, ένα συναίσθημα που συγκρατεί την μνήμη για να αναστείλει την λήθη που της επιφέρει ο χρόνος. Ένα κινηματογραφικό έργο συντηρεί τις ιδέες, τις σκέψεις, τις θέσεις του δημιουργού του στους αιώνες. Τα φιλμ του Αγγελόπουλου για παράδειγμα από την στιγμή που εμφανίστηκαν και προβλήθηκαν έκαναν υπαρκτές τις απόψεις του και τις αγωνίες του και τις δώσανε μια δυναμική: να ανασαίνουν για πολύ καιρό μπροστά. Επιπροσθέτως πέραν ότι τις κάνει υπαρκτές, το σινεμά ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ τις μνήμες μας. Μετατρέπει προοδευτικά, σιγά σιγά τις ατομικές μνήμες σε συλλογικές και ανάστροφα. Ας σκεφτούμε λοιπόν ένα σχήμα: Μνήμη, ιστορία, ιδέες του δημιουργού. Το σινεμά είναι το χωνευτήρι αυτών και λειτουργεί ως μια νέα (και ίσως τελική) ενιαία τοποθέτηση πάνω σε αυτά. Η λειτουργική του αξία είναι τεράστια γιατί επιδρά άμεσα στην πολιτισμικότητα μας ως ελληνικού λαού –και όχι ως έθνους, θα το τονίζω αυτό για να μην υπάρχει κανενός τύπου κωμικοτραγική παρεξήγηση-.


Η λαϊκότητα και η ελληνικότητα του Αγγελόπουλου


Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου δεν τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική βαθμίδα, ανώτερη ή κατώτερη. Έχει ερμηνευτεί ότι στις ταινίες του, οι χαρακτήρες του είναι κυρίως διανοούμενοι. Δεν θα συμφωνήσω με κάτι τόσο απλοϊκό. Μνήμη και δικαίωμα στοχασμού πάνω σε αυτή, πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προνόμιο των διανοούμενων. Κι αν συμβαίνει πρέπει να το αναθεωρήσουμε. Αυτός ο διαχωρισμός μοιάζει επίπλαστος και κυρίως επιπόλαιος. Η τέχνη είναι καθαρά μια διανοητική και στοχαστική διεργασία, φυσικά. Αυτό μήπως σημαίνει πως αγκαλιάζεται μόνο από τους διανοούμενους; Προφανώς όχι, γιατί πράγματι, κανένας άνθρωπος δεν αρνείται την διανοητική διαδικασία. Απλώς, στο λαό μπαίνουν χίλια μύρια εμπόδια να την προσεγγίσει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πολλά. Αν θέλουμε, από την άλλη, για λόγους ευκολίας να κρατήσουμε τούτο το τραγικό σχήμα του διαχωρισμού (διανόηση και λαός) ας πούμε το εξής: Ο καλλιτέχνης έχει ρόλο να διασπά τα εμπόδια που έχουν τεθεί στον θεατή, να τον ανυψώνει μονίμως, να παίρνει από το χεράκι τον απαίδευτο βήμα το βήμα, αναφορά την αναφορά, στοχασμό τον στοχασμό και όχι να πέφτει ο καλλιτέχνης στο επίπεδο να συλλαβίζει ξανά από την αρχή. Ο Αγγελόπουλος λοιπόν καταρρίπτει de facto αυτό το διαχωριστικό σχήμα. Οι «διανοητές» στις ταινίες του είναι φορείς ανθρώπινων και πολιτισμικών αναφορών του λαού και όχι του σαλονιού. Οι «διανοητές» είναι ο εν δυνάμει λαός μας. Γι’ αυτό και οι ταινίες του δεν μπερδεύουν ασυλλόγιστα, δεν μιλούν αυθαίρετα, δεν απομονώνονται ελιτίστικα, λειτουργούν σε όλους, περισσότερο ή λιγότερο. Έτσι οι χαρακτήρες του θα μπορούσαμε να πούμε πως ανήκουν σε μία μοναδική κοινωνική βαθμίδα: Του επαναστάτη. Σε αυτούς δηλαδή που τους αφορά αλλά και παράλληλα μπορούν να σηκώσουν στην πλάτη και στις εκφράσεις τους την ιστορία, τη μνήμη και τις προσδοκίες του λαού.

Ο Αγγελόπουλος ήταν και είναι σπόρος του λαού. Και ο ίδιος δεν ήταν αγνώμων προς αυτό. Κύριο μέλημα του –άξια θαυμασμού, η ειλικρίνεια του- είναι η ένδειξη σεβασμού προς αυτόν. Τον γιόρταζε, τον ανεδείκνυε, τον αγαπούσε. Αποτέλεσε και αποτελεί τον βιογράφο όχι μιας ηγετικής προσωπικότητας αλλά θα τολμήσω να πω βιογράφος του λαού –και δίχως να του προσδώσει ηγετικά χαρακτηριστικά (άλλη μια δημοκρατική και επαναστατική πράξη εκ μέρους του)-. Ο Αγγελόπουλος μας ψήλωσε δίχως να εξωραΐσει την πραγματικότητα μας, τις πίκρες μας, τις ανέχειες και τις μικρότητες μας. Μας εξήρε ως έναν ενιαίο λαό που δικαιούται να γιορτάζει την υπεροχή του σε ηθική και μπρος στο μπόι της ιστορίας. «Αποκατέστησε την ιστορία από τον φακό, απελευθέρωσε την καταπιεσμένη μνήμη» όπως πολύ εύστοχα έχει ειπωθεί και προσθέτω πως δεν την επέτρεψε να εγκαταλειφθεί ως θυσία στην άρχουσα αντίληψη της ηττοπάθειας, της γκρίνιας και του συμβιβασμού. Αυτή η πράξη το Αγγελόπουλου, είναι πράξη διάσωσης του ανθρώπινου στοιχείου μέσα στον χρόνο. Τέλος «Ενεργοποίησε την λαϊκή μνήμη» όπως γράφει ο Βαλούκος. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο λέμε: Πως το σινεμά του μέσω της δυναμικής που προσέδωσε στην μνήμη, αποκατέστησε τον λαό –που όπως ίσως συμπεράναμε ως τώρα είναι ο μοναδικός που κατέχει δικαιωματικά ΤΗΝ μνήμη- ως μοναδικό φορέα ελληνικότητας. Κανέναν άλλον. Κανέναν εχθρό του που έχει βάλει στόχο την αναθεώρηση της. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε όλοι ανεξαιρέτως δικαιούχοι αυτού του τόπου. Ο Αγγελόπουλος είναι συνεπής στο να καταγγέλλει τον αναχρονιστικό λαπά της εθνικής συνείδησης.

Το μετέωρο βήμα του πελαργού


Μια συλλογική ταυτότητα σε ένα συλλογικό τόπο (Η κινηματογραφική απεικόνιση ενός «αντιφολκλόρ» τόπου)


Ο Αγγελόπουλος απέφευγε τα κοντινά πλάνα μη εξατομικεύοντας ρομαντικά το ένα από το όλον και αρέσκοταν στην πανέμορφη αποστασιοποίηση του ανοιχτών και γενικών πλάνων που συμπεριλαμβάνουν σαν συμφωνία τα πάντα μέσα τους. Ο χώρος έτσι ανήκει στους χαρακτήρες του Αγγελόπουλου και κατά συνέπεια ανήκει στον άνθρωπο –εν γένει-. Και αντίστροφα. Αυτή η διαλεκτική αλληλεπίδραση χώρου –ως ιστορικός τόπος κυρίως- και ανθρώπου είναι το απαύγασμα, η ουσία του κινηματογράφου του Αγγελόπουλου. Εκεί έγκειται λοιπόν η αγάπη του για τα μονοπλάνα και τα ανοίγματα του φακού. Στην ανάδειξη του χώρου. Όχι ως αυτοσκοπός, όχι ως μια απλοϊκή γεωγραφία του τόπου αυτού καθ’ αυτού, μα για να συντάξει πάνω του μια γεωγραφία της μνήμης του λαού και της ιστορίας του, όπως λέμε και ξαναλέμε. Ο τόπος γι’ αυτόν είναι απεικονιστικό εργαλείο γεωγράφισης της συλλογικής μνήμης. Κάθε βήμα, κάθε βλέμμα, κάθε έκφραση, κάθε λιθάρι, κάθε κτίσμα, κάθε τρένο, η θάλασσα πάντα παρούσα είναι σχήματα, ιδέες και μνήμες που χαρτογραφούν μια συλλογική ταυτότητα σε ένα συλλογικό τόπο.

Ο Αγγελόπουλος δημιουργεί την εικόνα του ελληνικού χώρου, της ιστορίας του, του λαού και των ανθρώπων του. Προφανές αλλά γιατί έχει κάποια σημασία; Διότι το ελληνικό σινεμά ήταν πάντα άρρωστο με την ασθένεια του «φολκλόρ». Μια επιδερμική και χυδαία τελικά απεικόνιση (και αναπαράσταση) της ελληνικότητας. Το σινεμά του Αγγελόπουλου (σε συνέχεια ίσως του Κούνδουρου που έβαλε τα πρώτα θεμέλια) είναι μια δημιουργία που εφάπτεται με την παράδοση του τόπου, με την πολιτισμικότητα του λαού μας –βαφτισμένο δηλαδή σε μια πολιτισμική αναφορά: της κουλτούρας μας-. Ο χώρος και ο τόπος, οι άνθρωποι και οι συγκρούσεις του, οι στοχασμοί τους και οι επιστροφές στις μνήμες τους, δεν αναπαρίστανται ως κάτι το ξένο, το αλλόκοτο, το άξιο περιέργειας δηλαδή, δεν είναι σινεμά βουκολικό ή αιγαιοπελαγίτικο, -των γιδοβοσκών, της ταβέρνας, και της κιτς «λαϊκότητας»- αλλά αναπαράσταση με άμεσο ανάφορο στο σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό. Είναι η ανάδειξη του πιο βαθύτερου λαϊκού πόνου αλλά και της πιο βαθύτερης ελπίδας του 20ουαιώνα, συνεπώς και του κάθε τύπου αναστοχασμού του σε έργο τέχνης. «Σε αυτόν εδώ τον τόπο των πολλαπλών συγχύσεων, το ελληνικό ιστορικό τοπίο δεν μπορεί παρά να είναι ομιχλώδες» γράφει και πάλι ο Ραφαηλίδης. Θεωρούσε πως ο τίτλος «Τοπίο στην Ομίχλη» είναι το συνεκτικό στοιχείο, η μόνιμη θεματική των ταινιών του. Τοπίο λοιπόν, η Ελλάδα. Ιδιότητα του χώρου η «ομίχλη», όπου κυριαρχεί η δυσκολία να διακρίνεις την αλήθεια, όπου κυριαρχεί η μνήμη σε σύγχυση, η διαστρεβλωμένη ιστορία, η ιστορία ως σύνολο αντικρουόμενων γεγονότων με συνέπειες σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο (και όσον αφορά την ύπαρξη όσο και την συνείδηση). Ο Αγγελόπουλος δεν δείχνει τον ήλιο –εναντιωμένος στο ιστορικό συμβιβασμό της φολκλόρ αυταπάτης και της εθνικής αστειότητας- αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πως είναι ψυχρός και κλινικός. Οι χαρακτήρες του -ακριβώς χάριν της αξιοπρέπειας τους- εξωτερικεύουν πράγματι ζεστασιά σε λεπτή απόχρωση: Η κάμερα του Αγγελόπουλου ρίχνει φως, καταγράφει το φως πάνω στην ομίχλη που σιγά σιγά διασπάται.

Ο χώρος επιπροσθέτως κατακτά τα επίπεδα της εθνικότητας και της λαϊκότητας και προφανώς δεν το συγχέουμε με τίποτα το εθνικιστικό και τα λοιπά. Κάτι τέτοιο θα ήτανε γελοίο. Στους, σε εθνικιστική σύγχυση, συμπατριώτες μας το όνομα του Αγγελόπουλου μάλλον δεν τους λέει τίποτα. Οι παλιότεροι μάλλον θυμούνται τι έγινε στα πολιτικά ορθώς παρασκήνια των προβολών του «Μετέωρου Βήματος του Πελαργού» και του «Βλέμματος του Οδυσσέα». Οι ακόμα παλιότεροι, στον «Θίασο» και στους «Κυνηγούς». Αναχρονιστές πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν και στόχο είχαν πάντα την αμφισβήτηση της τέχνης ολάκερης –οι αφελείς!!- μα είναι βράβευση πράγματι να δέχεσαι την κωμική εχθρότητα τους. Ο Αγγελόπουλος άλλωστε ήταν Βαλκάνιος και παγκόσμιος και αυτός ήταν ο λόγος που αγαπούσε ταυτόχρονα και την γη ετούτη και τον λαό που την καλλιεργεί και την σπέρνει με Ιστορία, με μνήμη, με χορό και με φωτιά, υλικά δηλαδή –πανομοιότυπα σε κάθε λαό του κόσμου- ενάντια στα ήθη της εθνικόφρονας έπαρσης και της συνείδησης τύπου χυλός.

Στα γυρίσματα του «Βλέμματος του Οδυσσέα»


Ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος και ο «αργός» Αγγελόπουλος


Δυο λόγια για την κληρονομιά του Αγγελόπουλου. Το νέο ελληνικό σινεμά (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν θέλει και προφανώς δεν μπορεί να μιλήσει την γλώσσα του, ούτε καν να ψελλίσει κάποιες λέξεις του. Απουσία θέσης και θεώρησης του σινεμά ως μέσου –κάτι που ο Αγγελόπουλος κατείχε απόλυτα γιατί ήταν θεωρητικός πέραν από κινηματογραφιστής-, απουσία (ή παρουσία αλλά σε σύγχυση) κινηματογραφικών ιδεών όπως και κοινωνικών, πολιτικών, ηθικών; Δεν εννοώ πως αναζητώ μόνιμα την προσέγγιση της ιστορικότητας όπως αυτή εκφράζεται στις ταινίες του Αγγελόπουλου (και προφανώς δεν αποζητώ την επανάληψη τους) στις σύγχρονες ταινίες όσο για την σημασία που έδινε ο Αγγελόπουλος στο να κατασκευάζει χαρακτήρες, φορείς ιδεών και μνήμης. Πράγματα που αποτελούν διακύβευμα του κάθε σινεμά. Οι χαρακτήρες που ενέχουν συλλογική υπόσταση. Αντί να γίνει μάθημα μετατράπηκε σε αναφορά προς αποφυγή. Πόσο ανίδεο και κωμικό να μιλούν για τον «αργό» ή και «δύσκολο» Αγγελόπουλο, άνθρωποι που η μοναδική τους αναφορά είναι η σύλληψη της ατομικής, της εξατομικευμένης, της πιο εγωκεντρικά αλλόκοτης –εν είδη «αυθεντικότητας»- ιδέας! Και που αρνούνται την δυναμική που μπορεί να τους χαρίσει μια ολόκληρη συλλογική συνείδηση. Όταν εναντιώνεται κάποιος στην συλλογική ιδέα, θέτει τον εαυτό του έξω από αυτή. Ο Ραφαηλίδης έλεγε πολύ εύστοχα: «Όποιος ξέρει μόνο από κινηματογράφο, δεν ξέρει τελικά τίποτα από κινηματογράφο».


Η μελαγχολία στην τέχνη ως ανθρώπινη αρετή


Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν δικαιούται στην μελαγχολία στον σύγχρονο κόσμο της αλλοτρίωσης, της εκμετάλλευσης και της αποκτήνωσης. Δεν είμαστε από πέτρα. Αν και βαθιά μέσα μας έχουμε ίσως αυτή την τελευταία αντίσταση, αυτό το προπύργιο, θωρακισμένο. Κι αυτό είναι προφανές στους χαρακτήρες του Αγγελόπουλου. Οι χαρακτήρες του εκ πρώτης όψης μελαγχολικοί με τα βάρος της ιστορίας του 20ου αιώνα πάνω τους δεν αγνοούν και δεν φοβούνται την απόλυτη τριβή μαζί της και τα εμπόδια της. Και το ρίξιμο σε αυτή την άνιση μάχη με την ιστορία, είναι πράξη βαθιά επαναστατική και διόλου ρομαντική. Ο Αγγελόπουλος δεν είναι ρομαντικός. Ευαίσθητος είναι κι ας ξεχωρίσουμε αυτές τις έννοιες επιτέλους, τις τόσο παρεξηγημένες και άσχετες μεταξύ τους. Ρομαντισμός είναι η μάταιη αναζήτηση για άγγιγμα του απόλυτου. Ο Αγγελόπουλος δεν κυνηγάει χίμαιρες και απόλυτα. Είναι στεριωμένος –όπως οι χαρακτήρες του- στην γη ετούτη. Δικαιούται όμως στην μελαγχολία –ίσως και στον πεσιμισμό-; Με ποια κριτήρια ψυχραιμίας κρίνουμε τον καλλιτέχνη; Δικαιούται ας πούμε που υπήρξε ο Munch και η «Κραυγή» του; Ο Λειβαδίτης και οι στίχοι του; Ο Λουντέμης και η «Οδός Αβύσσου» του; Ο Αγγελόπουλος και τα φιλμ του; Πόσο υπεροψία –και αναίδεια ίσως- ηθικής φύσης χρειάζεται για να χρεώνουμε λιποψυχία και να απαιτούμε από τους παραπάνω επιταγές αναισθησίας και ατσάλινης σκληρότητας; Ποιος ο λόγος να τους προσάπτουμε ιδιότητες που δεν συνάδουν με την ύπαρξη τους; Αυτούς που έχουν ως κίνητρο, εξ αρχής, την τριβή με τα πιο τεράστια ερωτήματα του ανθρώπου, την ευαισθησία που τους διακρίνει για την ζωή; Δεν ξέρω. Ας ρωτούσαμε για μια κάποια απάντηση τον Μαγιακόφσκι. Η ζωή δεν είναι μια μαθηματική πράξη, αλλά ένα συνονθύλευμα οπισθοχωρήσεων και βημάτων, ηττών και αλμάτων, χθεσινών, παρόντων και μελλοντικών προσδοκιών που ορίζουν την μια και μοναδική ύπαρξή μας σε αυτό τον κόσμο. Σε αυτή την μόνιμη διαπάλη και την έκβαση της έγκειται η ευαισθησία. Το ταξίδι στα Κύθηρα όσο μάταιο και αν μοιάζει εκ πρώτης όψεως (και δεν χαρίζω τον Αγγελόπουλο στο σύστημα και τους παρατρεχάμενους του που μας βάλλει στο να θεωρούμε κάθε προσπάθεια του λαού ως μάταιη και ουτοπική πράξη) είναι το μόνιμο και μοναδικό ατού του ανθρώπου. Η συνέχεια είναι το διακύβευμα. Αλλιώς χάσαμε. Άλλωστε μια τέτοια συζήτηση για μένα εμπεριέχει γελοιότητα μιας και αρνείται το προφανές: Πως αυτό το προσχηματικό μοτίβο -πως η μελαγχολική προσέγγιση πρέπει να εκλείψει στην τέχνη- δεν συνάδει με τον άνθρωπο. Είναι πλήρως ανεδαφική. Όποιος την συντηρεί δεν έχει καμιά σχέση με την τέχνη –όχι γιατί δεν την καταλαβαίνει- αλλά γιατί υπολείπεται των παραπάνω ανθρώπινων αρετών. Η τέχνη είναι άλλωστε μια τέτοια αρετή. Ο Τσε έλεγε: «Ο πραγματικός επαναστάτης καθοδηγείται από βαθιά αισθήματα αγάπης».


Το πρώτο μέρος

http://www.toperiodiko.gr/%ce%b8%ce%b5%cf%8c%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b5%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af-%ce%ba%ce%b9/embed/#?secret=DxgfTy1Dkf


Βιβλιογραφία

Στάθης Βαλούκος: Ο νέος ελληνικός κινηματογράφος (1965-1981), Ιστορία και Πολιτική, εκδ. Αιγόκερως 2011
Βασίλης Ραφαηλίδης: Ταξίδι στον μύθο δια της ιστορίας και στην Ιστορία δια του μύθου, εκδ. Αιγόκερως 2003
 ____________________________________________________________