Ν. Καζαντζάκης: «Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι…


«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει».”


   ~ Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 1961


 Από: http://antikleidi.com

Τα αποστακτήρια του βαθέος κράτους…


Διυλίζουν μεν τον Ιβάν τον Τρομερό (όχι χωρίς λόγο…) καταπίνουν δε τον Αχιλλέα (όχι χωρίς λόγο…) Ο κυρ Ιβάν έγινε παγκόσμια περσόνα. Και, φυσικά, στο ελλαδιστάν του σούρνουν τα εξ αμάξης: αφού δεν παίζει φιλία με τη Μόσχα, έχει χάσει τον θώρακα του «ξανθού γένους» που θα τον προστάτευε.

Όμως ο κυρ Αχιλλέας, σαν δήμαρχος Βόλου (σχεδόν αθώος για το στήσιμο αγώνων, σχεδόν περιστερά: «ωωωω – ωωωω – άσσος στο ημίχρονο – διπλό το τελικό!!», αυτό πάλιωσε και ξεχάστηκε…), ο κυρ Αχιλλέας λοιπόν της περιορισμένης, της μόνο «εθνικής» δημοσιότητας, είναι το real postmodern ελλαδιστάν, του 21ου αιώνα· ενόσω ο κυρ Ιβάν είναι απλά μια αξιοποιήσιμη αναβίωση των ‘90s (ακόμα και το look παλαιοπασόκου το επιβεβαιώνει…), όπου νικάει όποιος πυροβολεί γρηγορότερα… Αλλά ύστερα πρέπει να αθωωθεί από το δικαστήριο της περιοχής. Η εξέλιξη απ’ τα ’90s ως σήμερα είναι αυτή: να είσαι ΚΑΙ το (διαχωρισμένο) δικαστήριο!

Γιατί, λοιπόν, ο κυρ Αχιλλέας, τον οποίο καταπίνουν όλοι, είναι το «αυθεντικό» και ο κυρ Ιβάν που τον ξερνάνε αυτόν τον καιρό είναι «απομίμηση»; Πρώτον, επειδή δεν είναι ζάμπλουτος, οπότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ολιγάρχης καπριτσιόζος! Και δεύτερον, επειδή είναι εκλεγμένος. Απ’ τον «λαό». Δεν έχει έμμεση νομιμοποίηση σαν ιδιοκτήτης του σαλούν της πόλης. Έχει άμεση: είναι ο «προστάτης» της. Ο σερίφης…

Κυρ Ιβάν και κυρ Αχιλλέας μοιράζονται το ίδιο επιχειρησιακό σχέδιο: την αυτοδικία (της εξουσίας). Ο κυρ Αχιλλέας ακόμα και ξύλο ρίχνει στην «πόλη του» (έχοντας τους μπράβους του δίπλα) π.χ. για παράνομο παρκάρισμα στον δρόμο που αποφάσισε ότι «πάρκινγκ γιοκ». Ο κυρ Αχιλλέας δεν δεσμεύεται από μαλακισμένες, γραφειοκρατικές διαδικασίες. Είναι της «άμεσης δράσης»! Ο κυρ Αχιλλέας έχει απαντήσει στο ερώτημα που δημοσκοπικά έπεσε το πόπολο «τι προτιμάτε, την κάθαρση ή την προστασία των θεσμών;». Και η απάντηση του κυρ Αχιλλέα (η απάντηση της μαφίας δηλαδή) είναι: ό,τι γουστάρω, τι σε νοιάζει εσένα, εεεε; Τρέχει τίποτα; 

Το ντου του κυρ Ιβάν στο χορτάρι ήταν η παρόρμηση της αυτοδικίας (της εξουσίας) την οποία, σαν επιχειρηματίας (και φίλος των κυβερνώντων, πρώην και νυν) δεν θα έπρεπε να επιδεικνύει: αν την δείχνει (όπως έκανε τις προάλλες) ουσιαστικά καταργεί de facto «τους θεσμούς» και τις πολιτικές βιτρίνες!! Κι αυτό δημιουργεί, έστω για λίγο, προβλήματα: ένα απ’ τα φερέφωνα των τωρινών βιτρινών (η “εφ.συν.”) κυκλοφόρησε προχτές με εξώφυλλο την δραματοποιημένη ερώτηση “ποιος κυβερνάει” – λες και δεν ξέρουν οι υπεύθυνοί του… Αντίθετα τα ντου του κυρ Αχιλλέα (στο Βόλο) είναι η αυτοδικία της εξουσίας (του πρώην μπράβου), που έχει αναχθεί σε εκλεγμένη και άρα θεσμικά νόμιμη μέθοδο «άμεσων λύσεων» – έχει εγκριθεί μετ’ επαίνων! Η αυτοδικία της εξουσίας του κυρ Αχιλλέα είναι το «δίκαιο» όχι της βιτρίνας, αλλά του καταστήματος…

Από θεωρητική / αναλυτική / κριτική εργατική άποψη είναι μια παρηγοριά για εμάς τους περιθωριακούς που διαπιστώνουμε ότι η άποψή μας για την κρατικοποίηση του εγκλήματος αποδεικνύεται στην πράξη: ο κυρ Ιβάν είναι το καθαρτήριο του κυρ Αχιλλέα, το άλλοθί του· και οι δύο μαζί (σαν φιγούρες / ρόλοι / καταμερισμός στην οικονομία του εγκλήματος) είναι ένα νέου τύπου δίπολο, «παλιό μοντέλο – καινούργιο μοντέλο», υπεραρκετό για να αποκαλύψει στα μάτια μας την πραγματικότητα της ανόδου της καπιταλιστικής εγκληματικότητας.

Μαύρη χαρά για τις κριτικές αναλύσεις μας! Σε τελευταία ανάλυση, αν το ταπεραμέντο του κυρ Ιβάν καταλήξει στην απώλεια του πρωταθλήματος για τον παοκ, ένα μέρος των παοκτζίδων δεν το έχει σε τίποτα να τον αμφισβητήσει. Αντίθετα, το ταπεραμέντο του κυρ Αχιλλέα, είναι υπεράνω: μετά την (σχετική) «αθώωσή» του και το επίσημο come back του στη δημαρχιακή καρέκλα, δεν τον υποδέχτηκαν με οδοφράγματα…

(φωτογραφίες: Απόδειξη του ότι το μοντέλο του κυρ Ιβάν είναι «παλιό» αν και με αξιώσεις αναχρονιστικής αιωνιότητας, είναι η «άγια» παρουσία του στην εκκλησία του «αγίου πνεύματος» στο Πρόχωμα της Σαλονίκης, την οποία χρηματοδότησε γενναιόδωρα. Μιλώντας γενικά, αφού ο «μαφιόζος / πιστός / χορηγός» έφτασε ως το ελληνικό 2018, έχει όλα τα προσόντα να φτάσει και ως το 3018· χωρίς όμως να γλυτώνει απ’ το να γίνεται δαλκτυλοδεικτούμενος, σαν μοντέλο και σαν οι εκφραστές του, όταν «παραφέρεται».

Ειπωμένο διαφορετικά: το postmodern μοντέλο του εκλεγμένου δήμαρχου, υπουργού, ακόμα και πρωθυπουργού μαφιόζου θα έχει πάντα σα βάση, την οποία θα «ξεπερνάει» συμβολικά και κατά συνθήκην, το μοντέλο του μαφιόζου χορηγού και ευεργέτη….)

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/03/ta-apostaktiria-toy-vatheos-kratoys/

  

Ηλιθιολογίες…


– Ο λαός είναι η Σάρρα και η Μάρα. Εξακόσιες χιλιάδες ψήφισαν τον Σώρρα. Αφήστε με με τον λαό. Ο καθένας που λέει μαλακίες, λέει «ο λαός». Ένας λαός ηλιθίων δεν μπορεί να κάνει δημοψηφίσματα.

– Όταν έμαθα ότι ο πρωθυπουργός έδωσε υπόσχεση για 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα (ένας τεχνικός όρος για την υπερφορολόγηση), πάω και του λέω (και πρέπει να παραδεχτώ ότι μίλησα με έναν τρόπο που δεν ήταν κόσμιος για έναν υπουργό οικονομικών απέναντι στον πρωθυπουργό αλλά δεν το μετανοιώνω): «Μα είναι δυνατόν; Και φαντάζομαι, Αλέξη, το έκανες αυτό πίσω από την πλάτη μου γιατί ήξερες ότι θα προβάλω βέτο αν με ρώταγες ως υπουργό οικονομικών». Και μου λέει: «Μα, βρε Γιάνη, σε μια διαπραγμάτευση πρέπει να δώσεις μερικά πράγματα για να πάρεις μερικά πράγματα». Του λέω: «Ωραία. Και τι πήρες;» Μου λέει: «Την αναδιάρθρωση του χρέους». Και του λέω: «Καλά, είσαι εντελώς ηλίθιος;» Το είπα. Το είπα και χειρότερα. Και μου λέει: «Α, έκανα βλακεία; Ε, καλά, θα το πάρουμε πίσω μετά».

Ευφυΐα και ηλιθιότης συζητούν στο πόδι

Το πρώτο από τα παραπάνω αποσπάσματα εκστομήθηκε μέσω της τηλεοπτικής συχνότητας του «Σκάι» στις 16 Ιανουαρίου 2018, από κάποιον τον οποίο ψήφιζε επί δεκαετίες ένας λαός ηλιθίων (επειδή, κατά πάσα πιθανότητα, είχε κάνει κολλεγιά μαζί του για να τα τρώνε παρεούλα), έναν πάλαι ποτέ κομμουνιστή, κατόπιν σοσιαλιστή και επ’ εσχάτων ψηφοφόρο τής δεξιάς (κατά δήλωσή του), τον Θεόδωρο Πάγκαλο.

Παρένθεση: Μη προσπαθείτε να θυμηθείτε πότε ψήφισαν τον Σώρρα εξακόσιες χιλάδες. Παρακαλώ, συνεχίστε την ανάγνωση, χωρίς να κολλάτε σε επουσιώδεις λεπτομέρειες. Κλείνει η παρένθεση.

Το δεύτερο απόσπασμα ακούστηκε τρεις μέρες αργότερα, από τον τέως υπουργό οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, σε συνέντευξή στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά 90,1 FM».

Συμπέρασμα: είμαστε ένας ηλίθιος λαός που μας κυβερνάει ένας ηλίθιος πρωθυπουργός. Από μια μεριά, δεν πρέπει να παραπονιόμαστε εφ’ όσον έχουμε τον ηγέτη που μας αξίζει. Από την άλλη, όμως, μάλλον θα πρέπει να μελαγχολήσουμε διότι ηλίθιος ηλιθίους αν οδηγή, άπαντες εις βόθυνον πεσούνται(για να παραφράσω ελαφρώς το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο).

Για να είμαστε ειλικρινείς, ο Πάγκαλος είχε μιλήσει και πάλι περί ηλιθίων, όταν στις 12/7/2017 στην ιστοσελίδα του έγραφε: «Η δημόσια συμπεριφορά του Τσίπρα μπορεί να σημαίνει μόνο δύο πράγματα: ή είναι εντελώς ηλίθιος και ακατατόπιστος για τον τρόπο που λειτουργεί και αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή είναι πεπεισμένος ότι απευθύνεται σε ένα λαό ηλιθίων». Βέβαια, ο λόγος τού Πάγκαλου είναι διαζευκτικός αλλά νομίζω ότι δεν αποκλείει την πιθανότητα να είναι ηλίθιοι και ο λαός και ο πρωθυπουργός του.

Πάντως, οι κουβέντες περί ηλιθιότητος έχουν αρχίσει από καιρό. Στις 16 Φεβρουαρίου 2015, για παράδειγμα, η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσίευσε άρθρο τού καθηγητή ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου Μαρκ Βόλφσον με τίτλο «Δημαγωγός ο Τσίπρας – ή είναι ο λαός ηλίθιος;», όπου ο καθηγητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο έλληνας πρωθυπουργός δημαγωγεί με άνεση επειδή ο λαός είναι ηλίθιος.

Την ηλιθιότητα των ελλήνων πολιτικών υπογράμμισε και ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, ξεχνώντας τελείως την περιώνυμη γαλατική ευγένεια όταν ο τότε πρωθυπουργός μας Γιώργος Παπανδρέου εκδήλωσε την πρόθεσή του να κάνει δημοψήφισμα για τα μνημόνια και το ευρώ. Εκείνο το «είσαι ένας γαμημένος ψυχοπαθής», το οποίο ακολουθήθηκε από την διευκρίνιση «ο Παπανδρέου είναι μαλάκας, ένας πραγματικός μαλάκας», μαχαίρωνε στην καρδιά έναν ολόκληρο λαό, που δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει ότι ήταν τόσο ηλίθιος ώστε είχε πιστέψει έναν μαλάκα που φώναζε ότι «λεφτά υπάρχουν».

Το νοητικό πρόβλημα του λαού έθιξε και ο Γιάννης Δραγασάκης, σε μια συζήτηση με θέμα «Από τη χρεοκοπία και τα μνημόνια στη βιώσιμη ανάπτυξη και το τέλος της επιτροπείας», η οποία έγινε στο δημαρχείο Χολαργού στις 4/4/2017. Ο εκ των ηγετών τού ΣυΡιζΑ (και παρά δυο ψήφους γενικός γραμματέας του ΚΚΕ) σημείωσε ότι «η κυβέρνηση υλοποιεί ένα ευρύ πρόγραμμα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων αλλά αυτές δεν είναι κατανοητές από το λαό». Προφανώς, για τον αντιπρόεδρο και υπουργό οικονομίας της σημερινής κυβέρνησης, το πνευματικό επίπεδο του λαού έχει πρόβλημα και, ως εκ τούτου, εγγενή αδυναμία σύλληψης και κατανόησης όσων συμβαίνουν.

Για την βλακεία που μας δέρνει ως λαό έχουν ειπωθεί κι έχουν γραφτεί πολλά μέσα στους δυο σχεδόν αιώνες που υπάρχει ετούτη η χώρα στον παγκόσμιο χάρτη. Για παράδειγμα, σ’ αυτήν αναφέρθηκε -εμμέσως, πλην σαφώς- ως και ο στρατηγός Κονδύλης με την γνωστή αποστροφή του «αν ήξερα πόσο εύκολο είναι να κυβερνάς την Ελλάδα, θα το έκανα από τότε που ήμουν λοχίας». Βαρειά κουβέντα από έναν τόσο ευφυή ηγέτη, ο οποίος δεν καταλάβαινε γιατί παίρνουμε δανεικά ως χώρα και δεν τυπώνουμε μόνοι μας όσο χρήμα μας λείπει. Κι όταν του είπαν ότι το τύπωμα χρήματος λειτουργεί πληθωριστικά και εξευτελίζει το νόμισμα, απάντησε «θα το τυπώσουμε αλλά δεν θα το πούμε σε κανέναν». Ευφυέστατον και στοιχειώδες, αγαπητέ Γουώτσον!

Σαρκοζύ: «Ο Παπανδρέου είναι μαλάκας, ένας πραγματικός μαλάκας».

Εν πάση περιπτώσει, είναι εύκολο να αποκαλείς συλλήβδην ηλίθιο έναν λαό, ο οποίος θεωρεί ως λαϊκή σοφία και το «όποιος βιάζεται, σκοντάφτει» αλλά και το «γοργόν και χάριν έχει». Αρκεί να του κολλήσεις στην μούρη την ατέλειωτη λίστα με όλα τα φυντάνια που κατά καιρούς έχει επιλέξει ως αντιπροσώπους και ως ηγέτες του, για να τον κάνεις να σκύψει ντροπιασμένος το κεφάλι, πριν αρχίσει να το βαράει στον τοίχο.

Το δύσκολο είναι να του πεις ότι αυτό που όλοι χαρακτηρίζουν ως βλακεία, είναι μάλλον έλλειψη παιδείας. Βλέπετε, όταν κάποιος είναι ηλίθιος, δεν μπορείς να κάνεις πολλά για να τον θεραπεύσεις από την βλακεία του. Όταν, όμως, είναι απαίδευτος, όχι μόνο μπορείς αλλά είσαι υποχρεωμένος κι από πάνω να του εξηγήσεις για ποιον λόγο τον κρατάς στο σκοτάδι τής αμάθειας.

Εν πάση περιπτώσει, όσο ηλίθιοι κι αν είμαστε, δεν χρειάζεται να μας παίρνει από κάτω. Φαίνεται πως η βλακεία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των ελλήνων και των ηγετών τους. Ολόκληρη Γερμανία πίστεψε τον Χίτλερ και θα πάμε εμείς να απολογηθούμε για τον Παπανδρέου και τον Τσίπρα; Εξ άλλου, υπάρχουν πολλά σύγχρονα περιστατικά σε όλον τον κόσμο και δεν χρειάζεται να πάμε πίσω ούτε μέχρι το «είναι η οικονομία, ηλίθιε», του Μπιλ Κλίντον απέναντι στον Μπους σένιορ, τον πατέρα ενός πραγματικά βλάκα πολιτικού. Μόλις τις προάλλες, για παράδειγμα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο υπουργός εξωτερικών τής Ουγγαρίας Πέτερ Σγιάρτο δήλωσε για τον ομόλογό του του Λουξεμβούργου: «Ο Ζαν Άσελμπορν ξεπέρασε κάθε πιθανό όριο με την τελευταία δήλωσή του. Είναι ένας ηλίθιος».

Οπότε, συνεχίζουμε με ψηλά το κεφάλι, αδέρφια!

Η επαναστατική ιδέα ενός κόσμου «χωρίς δουλειές» | Το κίνημα Post-Work…


Post-work: the radical idea of a world without jobs

Ελεύθερη μετάφραση: Αμάντα Πατσοπούλου για το #IforInterview
Αγγλικό κείμενο: www.theguardian.com Ηχητική αφήγηση πρότυπου στα Αγγλικά: Podcast narration, Cover illustration by Nathalie Lees
(Οι επικεφαλίδες των ενοτήτων είναι προσθήκη της μεταφράστριας)

Η εργασία είναι ο αφέντης μας. Οι περισσότεροι από εμάς δε μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς «δουλειά» αφού η εργασία έχει πλήρως διεισδύσει στην καθημερινή ζωή και την κυριαρχεί. Για τους αμφισβητίες, παρακάτω αναγράφονται κάποια από τα γεγονότα που αποκαλύπτουν πόσο μας εξουσιάζει η εργασία:

  • Η εμμονή μας με την «εργασιακή αποκατάσταση» ξεκινά να μας καταβάλει δια μέσου της εκπαίδευσης (από την εφηβική τουλάχιστον ηλικία).
  • Ακόμα και άνθρωποι ΑΜΕΑ, με ξεκάθαρη ανάγκη για παροχή κοινωνικής πρόνοιας, συχνά αναγκάζονται να ψάχνουν μανιωδώς για εργασία κατά τις κοινωνικές επιταγές.
  • Οι «σουπερσταρ» των διάφορων εταιριών περηφανεύονται -αντί να ντρέπονται- για τα επικά ωράρια τους.
  • Οι πολιτικοί εξιδανικεύουν το πρότυπο των σκληρά εργαζομένων πολιτών.
  • Παρέες, φίλοι και ζευγάρια καταπιάνονται σε ατέλειωτες συζητήσεις, ανταλλάσσοντας επιχειρηματικές ιδέες που θα τους «σώσουν».
  • Οι τεχνικές εταιρίες (κατά κύριο λόγο) έχουν πείσει την πλειοψηφία των υπαλλήλων τους πως η εργασία σε 24ωρη βάση είναι ένα ευχάριστο «παιχνίδι», ενώ οι κολοσσοί της Gig Economy (ΣτΜ: μια κατάσταση της οικονομίας στην οποία κυριαρχούν οι ευέλικτες και προσωρινές μορφές εργασίας) ισχυρίζονται πως η 24ωρη εργασιακή δέσμευση ισοδυναμεί με την «ελευθερία»!
  • Οι εργαζόμενοι πλέον απεργούν λιγότερο και συνταξιοδοτούνται σε μεγαλύτερη ηλικία.
  • Η ψηφιακή τεχνολογία, μέσα σε όλα όσα κατάφερε για την εργασιακή εξέλιξη, επέτρεψε στην εργασία να εισβάλει στον ελεύθερο προσωπικό χρόνο του εργαζόμενου.

Μέσω των παραπάνω και πολλών ακόμα τρόπων, η δουλειά σχηματοποιεί ολοένα και περισσότερο τη ρουτίνα και την ψυχοσύνθεσή μας. Η Joanna Biggs, στο βιβλίο της «All Day Long: A Portrait of Britain at Work/2015″ αναφέρει:  Η εργασία δεν είναι παρά το μέσον με το οποίο τελικά προσδίδουμε νόημα στη ζωή μας όταν παραμερίσουμε τη θρησκεία, τα πολιτικά κόμματα και την κοινωνική μας ευαισθησία.

Η δύναμη της εργασίας στην κοινωνική κατάταξη.

Ως πηγή διαβίωσης, πόσο μάλλον ως ευημερίας, η εργασία είναι πλέον ανεπαρκής για ολόκληρες κοινωνικές τάξεις. Στην Αγγλία, τα 2/3 των ατόμων σε κατάσταση φτώχειας – σχεδόν 8 εκατομμύρια πολίτες – βρίσκονται σε εργατικά νοικοκυριά ενώ στις ΗΠΑ, ο μέσος μισθός παραμένει στάσιμος εδώ και μισό αιώνα.

Ως κύρια αιτία της κοινωνικής κινητικότητας και της αυτοεκτίμησης, η εργασία αυξανόμενα αποτυγχάνει ακόμα και για τους περισσότερο καταρτισμένους πτυχιούχους – τους υποτιθέμενους νικητές στο παιχνίδι της ανοδικής μετακίνησης ανάμεσα στα  κοινωνικά στρώματα. Το 2017 οι μισοί εκ των Άγγλων τελειοφοίτων επίσημα ταξινομήθηκαν με το χαρακτηριστικό «Εργαζόμενοι σε μη σχετικό με τις σπουδές τους αντικείμενο». Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ, «η πίστη στην εργασία καταρρέει για τις ηλικίες 20 -30 χρονών», σύμφωνα με τον Benjamin Hunnicutt (επιφανής ιστορικός με εξειδίκευση στα εργασιακά).

«Πλέον δεν αναζητούν δουλειές για να ικανοποιηθούν ή για την κοινωνική προαγωγή τους κι αυτό είναι κάτι που το αντιλαμβάνεσαι κάθε φορά που ένας  απόφοιτος με βλέμμα που ταξιδεύει σου φτιάχνει έναν καφέ latte».

Επιπρόσθετα, η εργασία είναι αυξανόμενα επισφαλής: περισσότερες συμβάσεις μικρού χρόνου ή zero-hour συμβόλαια, περισσότεροι αυτοαπασχολούμενοι με ασταθές εισόδημα, περισσότερες εταιρικές «αναδιαρθρώσεις» για όσους έχουν «πραγματικές δουλειές». Η εργασία, ως πηγή της βιωσιμότητας του καταναλωτισμού και της μαζικής ιδιοκατοίκησης – οι δύο βασικές επιταγές επιτυχίας της επικρατούσας δυτικής οικονομικής πολιτικής – καθημερινά υποτιμάται από τις τρέχουσες κρίσεις των χρεών και των στεγαστικών μας δανείων.  Για την πλειοψηφία των ανθρώπων, εξαιρούνται οι «σοβαρά πλούσιοι», η εργασία τους εν τέλει, κρινόμενη ως προς το οικονομικό της αντίκτυπο στη ζωή του καθενός, δεν είναι τόσο σημαντική  όσο σημαντική θα ήταν μια πιθανή κληρονομιά μετρητών ή η ιδιοκτησία ενός σπιτιού (όσα δηλαδή παλεύουν ούτως ή άλλως να πετύχουν μέσω της καθημερινής εργασίας τους).

Συνέχεια