Ρε Χρήστο; …


Έτσι; (Έτσι… ) Ξέρουμε: Στην τελική, κανείς δεν είναι αθάνατος…

Μ’ όλο το θάρρος (απέναντι στους φίλους σου και στους δικούς σου ανθρώπους που πενθούν) ένα «άντε γεια ρε!…», αφιερωμένο special καθότι εξαιρετικά αγαπημένο (κάπως παλιό, δεν είχες γεννηθεί τότε…):

—————————————————————————————–

Τσόμσκι: «Ακόμη και ο Οργουελ θα είχε εκπλαγεί σήμερα» …


Συνέντευξη στην El Pais

Στα 90 του χρόνια ο Νόαμ Τσόμσκι έφυγε από το MIT (Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης) μετά από 60 χρόνια. Εκεί όπου έκανε την επανάσταση στη σύγχρονη γλωσσολογία και έγινε η κριτική συνείδηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα ο σπουδαιότερος εν ζωή Αμερικανός διανοούμενος ζει στην Αριζόνα, στα όρια της ερήμου Σονόρα στο Τουσόν. Η ισπανική εφημερίδα Ελ Παις επισκέφτηκε τον Τσόμσκι στο Τμήμα Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.

Ο Τσόμσκι φοράει παντελόνι τζιν και εντυπωσιάζει με τα μακριά λευκά μαλλιά του. Όπως λέει τού αρέσει αυτή η ζεστή ατμόσφαιρα. Το φως της ερήμου, ήταν ένας από τους λόγους που τον έκαναν να μετακομίσει στο Τούσον. «Είναι ξηρό και καθαρό», λέει.

-«Ζούμε σε μια περίοδο απογοήτευσης;» τον ρωτάει ο δημοσιογράφος.

-«Πριν από 40 χρόνια», λέει ο Τσόμσκι, «ο νεοφιλελευθερισμός, υπό την ηγεσία του Ρέιγκαν και της Θάτσερ εξαπέλυσε επίθεση στον κόσμο. Και αυτό είχε αποτέλεσμα. Η τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε ιδιωτικά χέρια συνοδεύτηκε από μια απώλεια ισχύος στον πληθυσμό. Οι άνθρωποι οδηγήθηκαν σε μια επισφαλή ζωή με χειρότερες θέσεις εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα μίγμα θυμού, φόβου και απόδρασης. Δεν εμπιστεύονται πλέον ούτε τα ίδια τα γεγονότα. Μερικοί το ονομάζουν λαϊκισμό, αλλά αυτή η πραγματικότητα αποκρύπτεται από τους θεσμούς. Η απογοήτευση από τις θεσμικές δομές έχει οδηγήσει σε ένα σημείο όπου οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στα ίδια τα γεγονότα. Εάν δεν εμπιστεύεστε κανέναν, γιατί πρέπει να εμπιστευτείτε τα γεγονότα; Αν κανείς δεν κάνει τίποτα για μένα, γιατί να πιστεύω σε κάποιον;»

-«Ούτε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης;»

-«Η πλειοψηφία εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Τραμπ», λέει ο Τσόμσκι. «Παρακολουθήστε την τηλεόραση και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Δεν υπάρχει τίποτα παρά ο Τραμπ, ο Τραμπ και ο Τραμπ. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν πέσει θύματα στη στρατηγική που σχεδίασε ο Τραμπ. Κάθε μέρα τους δίνει ένα κίνητρο ή ένα ψέμα για να βρεθεί στο επίκεντρο και να καταλάβει το κέντρο της προσοχής. Εν τω μεταξύ, η άγρια πλευρά των Ρεπουμπλικάνων αναπτύσσει την άκρα δεξιά πολιτική της, μειώνοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων και εγκαταλείποντας την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η οποία είναι ακριβώς αυτή που μπορεί να τελειώσει όλους μας».

-«Βλέπετε τον Τραμπ ως κίνδυνο για τη δημοκρατία;»

-«Αντιπροσωπεύει σοβαρό κίνδυνο. Έχει συνειδητά και σκόπιμα απελευθερώσει ένα κύμα ρατσισμού, ξενοφοβίας και σεξισμού που ήταν σε αδράνεια, αλλά κανείς δεν είχε νομιμοποιήσει», λέει. «Ο Τραμπ είναι ένας δημαγωγός και showman που ξέρει πώς να κρατήσει τη βάση λατρείας του ενεργή. Προς όφελός του, παίζει επίσης το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί είναι σε σύγχυση και δεν είναι σε θέση να παρουσιάσουν ένα πειστικό πρόγραμμα».

Ο Τσόμσκι δηλώνει οπαδός του Δημοκρατικού Γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς. «Είναι ένας αξιοπρεπής άνθρωπος. Χρησιμοποιεί σοσιαλιστικη ορολογία, αλλά σε αυτό σημαίνει μια νέα δημοκρατική συμφωνία. Οι προτάσεις του, στην πραγματικότητα, δεν θα ήταν παράξενες για τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ [ηγέτη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από το 1953 έως το 1961]. Η επιτυχία του, περισσότερο από αυτή του Tραμπ, ήταν η πραγματική έκπληξη στις εκλογές του 2016. Για πρώτη φορά εδώ και έναν αιώνα υπήρχε κάποιος που επρόκειτο να είναι υποψήφιος πρόεδρος χωρίς την υποστήριξη των εταιριών ή των μέσων ενημέρωσης, αλλά μόνο με τη λαϊκή υποστήριξη».

Δεξιά μετατόπιση της πολιτικής ελίτ

Ο Τσόμσκι λέει ότι στην ελίτ του πολιτικού φάσματος έχει καταγραφεί μιά μετατόπιση προς τα δεξιά, αλλά όχι στον πληθυσμό. Από τη δεκαετία του 80 υπάρχει χάσμα ανάμεσα στο τι θέλουν οι άνθρωποι και τι οι πολιτικοί. Είναι εύκολο να το δούμε αυτό στην περίπτωση των φόρων. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι περισσότεροι θέλουν υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους. Αλλά αυτό δεν γίνεται ποτέ. Ενάντια σε αυτό έχει προωθηθεί η ιδέα ότι η μείωση των φόρων φέρνει πλεονεκτήματα για όλους και ότι το κράτος είναι ο εχθρός. Αλλά ποιος ωφελείται από τη μείωση των νοσοκομείων, του καθαρού νερού ακόμη και του καθαρού αναπνευστικού αέρα;»

Όπως λέει ο Τσόμσκι, «ο νεοφιλελευθερισμός υπάρχει, αλλά μόνο για τους φτωχούς. Η ελεύθερη αγορά είναι για τους πολύ πλούσιους, όχι για εμάς. Αυτή είναι η ιστορία του καπιταλισμού. Οι μεγάλες εταιρίες έχουν ξεκινήσει έναν ταξικό αγώνα. Οι αρχές της ελεύθερης αγοράς είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τους φτωχούς, αλλά οι πολύ πλούσιοι προστατεύονται. Οι μεγάλες βιομηχανίες ενέργειας, για παράδειγμα, λαμβάνουν επιδοτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Τελικά όμως, οι φόροι χρησιμεύουν για την επιδότηση αυτών των οντοτήτων και μαζί τους για την ενίσχυση των πλουσίων και των ισχυρών. Αλλά μας λένε επιπλέον ότι το κράτος είναι το πρόβλημα και το πεδίο δράσης του πρέπει να μειωθεί. Και τι συμβαίνει; Ο χώρος του κράτους καταλαμβάνεται από την ιδιωτική εξουσία και η τυραννία των μεγάλων οντοτήτων αυξάνεται».

«Και ο Όργουελ θα είχε εκπλαγεί»

«Ακόμη και ο Όργουελ θα είχε εκπλαγεί σήμερα», λέει. «Ζούμε τη φαντασίωση ότι η αγορά είναι θαυμάσια γιατί μας λένε ότι αποτελείται από ενημερωμένους καταναλωτές που λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις. Αλλά απλά βάλτε την τηλεόραση και δείτε τις διαφημίσεις: προσπαθούν να ενημερώσουν τον καταναλωτή για να πάρει λογικές αποφάσεις; Ή προσπαθουν να τον εξαπατήσουν; Προσπαθούν στην πράξη να υπονομεύσουν την αγορά. Οι επιχειρήσεις δεν θέλουν ελεύθερες αγορές, θέλουν δεσμευμένες αγορές. Διαφορετικά, θα καταρρεύσουν».

-«Και σε αυτή την περίπτωση, η κοινωνική απάντηση δεν είναι πολύ αδύναμη;», ρωτάει ο δημοσιογράφος.

-«Υπάρχουν πολλά δημοφιλή κινήματα πολύ δραστήρια, αλλά δεν τους δίνεται προσοχή γιατί οι ελίτ δεν θέλουν να δεχτούν το γεγονός ότι η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει. Αυτό είναι επικίνδυνο γι ‘αυτούς. Μπορεί να απειλήσει τη δύναμή της. Αυτό που θέλουν είναι να επιβάλουν ένα όραμα που λέει ότι το κράτος είναι ο εχθρός σας και ότι πρέπει να κάνετε ό,τι μπορείτε μόνοι σας … Φυσικά υπάρχει ελπίδα. Υπάρχουν ακόμη λαϊκα κινήματα, άνθρωποι πρόθυμοι να αγωνιστούν… Οι ευκαιρίες υπάρχουν, το ερώτημα είναι αν είμαστε σε θέση να τις αδράξουμε».


Από:http://www.nostimonimar.gr/tsomski-akomi-ke-o-orgouel-tha-iche-ekplagi-simera/

Η Σπηλιά του Facebook…


Χάρης Ναξάκης
Καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας

Σε μια από τις διασημότερες αλληγορίες από καταβολής κόσμου, της σπηλιάς του Πλάτωνα, οι άνθρωποι ζουν φυλακισμένοι και αλυσοδεμένοι σε μια σπηλιά και το μόνο που βλέπουν είναι οι σκιές των αντικειμένων, που από το φως μιας φωτιάς που σιγοκαίει πίσω τους προβάλλονται στον τοίχο της σπηλιάς. Οι σκιές είναι ο πραγματικός κόσμος των δεσμωτών. Σε όλη τη ζωή τους βλέπουν τις σκιές των πραγμάτων, ο πραγματικός κόσμος γι’ αυτούς είναι εικονικός, μια αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν κάποιοι δεσμώτες απελευθερωθούν από τις ψευδαισθήσεις τους, σπάσουν τα εικονικά δεσμά τους και εξέλθουν από τη σπηλιά, θα γνωρίσουν τον πραγματικό κόσμο και όχι τα αντίγραφά του.

Η πιο σύγχρονη παραλλαγή της σπηλιάς του Πλάτωνα είναι το facebook και τα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι δεσμώτες του facebook είναι καθηλωμένοι κατά μόνας σε μια σκοτεινή τρύπα, την οθόνη του υπολογιστή στην οποία ζουν οι φίλοι και οι συγγενείς τους, με το περίεργο όνομα likes. Μήπως όμως η σπηλιά του facebook είναι πιο σκοτεινή και αδυσώπητη από τη σπηλιά του Πλάτωνα;

Το 1779, σύμφωνα με το μύθο, σ’ ένα χωριό της Βρετανίας, ένας οργισμένος άντρας, ο Ν. Λουντ, καταστρέφει σε ένα εργοστάσιο δυο μηχανές πλεξίματος για κάλτσες. Το 1811, στην αυγή της βιομηχανικής επανάστασης, κάνουν την εμφάνισή τους οι Λουδίτες, οι οπαδοί του Λουντ, και μέχρι το 1816 κατέστρεφαν τις μηχανές, κυρίως των κλωστοϋφαντουργιών, τις οποίες θεωρούσαν υπεύθυνες για την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας. Τελικά το κίνημα των Λουδιτών, ο «στρατός των εκδικητών», υπό τον μυθικό στρατηγό Λουντ , κατεστάλη βίαια από τον βρετανό κυβερνήτη Σ. Πέρσιβαλ. Είχαν λάθος οι Λουδίτες, όπως διακήρυξε το σύνολο της νεωτερικής  σκέψης, φιλελεύθερης και αριστερής, διότι τα «μέσα παραγωγής, η τεχνολογία είναι ουδέτερη, η χρήση τους είναι καλή ή κακή»;

Και καλά οι Λουδίτες ήταν «αγράμματοι και τεχνοφοβικοί», η ελίτ των σχεδιαστών του σημερινού τεχνοκόσμου είναι και αυτοί τεχνοφοβικοί,  είναι νεολουδίτες; Μπορεί κανείς να κατηγορήσει ως τεχνοφοβικό τον πρώην αντιπρόεδρο του facebook C. Palihapitiya που πρόσφατα δήλωσε: οργανώνουμε τις ζωές μας γύρω από αυτήν τη θεωρούμενη αίσθηση της τελειότητας, επειδή παίρνουμε ως ανταμοιβή αυτά τα πρόσκαιρα σήματα, καρδούλες και likes και το ταυτίζουμε αυτό με κάποια αξία. Αντίθετα στην πραγματικότητα είναι μια εύθραυστη δημοφιλία που είναι βραχυπρόθεσμη και σας αφήνει ακόμα περισσότερο κενούς και άδειους από ότι πριν. Την ίδια στιγμή ο Σ. Πάρκερ, πρώτος πρόεδρος του facebook δήλωσε ότι «τα likes είναι σαν μια δόση ντοπαμίνης για να ενθαρρύνονται οι χρήστες να ανεβάζουν περισσότερο περιεχόμενο».

Το facebook αποτυπώνει το βασικό αγαθό της φιλελεύθερης κοινωνίας, τον εξατομικευμένο εαυτό, που φαντασιώνεται ότι είναι ελεύθερος μέσω των κοινωνικών δικτύων να κάνει πράξη την προσωπική του αυτοπραγμάτωση. Η εικονικοί φίλοι όμως και τα likes δεν είναι τίποτα άλλο από μια γυμνή ζωή, μια ναρκισσιστική επιβεβαίωση του εγώ, ένας εκπτωχευμένος εαυτός, ο δεσμώτης εαυτός. Ταυτόχρονα, το facebook αποδεικνύει το μύθο ότι η φιλελεύθερη κοινωνία είναι μια κοινωνία ελευθερίας του ατόμου, διότι το άτομο πρόθυμα πουλάει τα προσωπικά του δεδομένα, τον εαυτό του, τον περιορισμό της ελευθερίας του και μάλιστα δωρεάν.

Πώς γίνεται η πρόσβαση στο facebook να είναι δωρεάν και η εταιρεία να αξίζει μισό τρις δολάρια και να έχει διαφημιστικά έσοδα, το 2016, 26 τρις δολάρια;

Οι χρήστες προσφέρουν δωρεάν τις προτιμήσεις τους, τα συναισθήματά τους, τον τρόπο ζωής τους, που ως ψηφιοποιημένη πληροφορία το facebook την πουλάει στους διαφημιστές, στα ΜΜΕ, στις κυβερνήσεις, κλπ. Οι εταιρίες, όπως το facebook, που παράγουν και πωλούν πληροφορία, χρησιμοποιούν μια δωρεάν πρώτη ύλη, τις προσωπικές πληροφορίες των χρηστών, που τις προσφέρουν δωρεάν και βγάζουν κέρδος. Ο ψηφιοποιημένος μας εαυτός πουλιέται ως εμπόρευμα. Ποιος είπε ότι στον καπιταλισμό μόνο η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εμπόρευμα; Η ζωή έχει γίνει πλέον εμπόρευμα. Αναζητούνται νεολουδίτες για να καταστρέψουν αυτό το εμπόρευμα. Υπάρχει όμως και μια άλλη αθέατη , σκοτεινή πλευρά του facebook. Λίγοι γνωρίζουν ότι στα ερευνητικά κέντρα, διάσημων πανεπιστημίων, σχεδιάζεται ο ψηφιακός ολοκληρωτικός καπιταλισμός, ο τεχνοκόσμος, με αιχμή του δόρατος την τεχνητή νοημοσύνη.

Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οφείλεται στα δωρεάν δεδομένα που εμείς διαθέτουμε όταν κάνουμε αναζήτηση στο google, αγοράζουμε στο amazon ή σχολιάζουμε στο facebook, στο ότι δηλαδή ψηφιοποιείται στο διαδίκτυο  η ανθρώπινη δραστηριότητα δημιουργώντας μια δεξαμενή καταγραφής των ανθρώπινων εμπειριών. Ο ψηφιοποιημένος εαυτός μας στη συνέχεια χρησιμοποιείται ως γνωστικό υπόβαθρο της τεχνητής νοημοσύνης. Η γνώση που διαθέτουν οι ευφυείς μηχανές είναι η ψηφιοποιημένη ζωή μας.

image_pdfimage_print
___________________________________________________________

Το στύλ και η κανονικοποίηση της σκέψης…


Edward Hopper – Ο λυπημένος κλόουν «Soir Bleu» (1914)


Γράφει ο Γιώργος Κουτσαντώνης

Μια είδηση ή μια πληροφορία, ψεύτικη ή αληθινή, για να γίνει όπως λέγεται viral, πρέπει να επιτελεί μια βασική λειτουργία: συνήθως να επιβεβαιώνει μια προκατάληψη. Αντιστοίχως μια ψεύτικη «πραγματικότητα» για να γίνει πειστική πρέπει να φαίνεται κανονική. Ο τρόπος με τον οποίο προάγεται, για παράδειγμα, το σκεπτικό των κανονικών (normies) αποτελεί τρανή απόδειξη της καταλυτικής επίδρασης που έχει ο σύγχρονος κόσμος (κυρίως του διαδικτύου) στη χαρτογραφία της σύγχρονης σκέψης. Οι λεγόμενοι normies, νεότεροι κυρίως ηλικιακά άνθρωποι, είναι εκείνοι που «γνωρίζουν» τον κόσμο μέσα από ατάκες των πενήντα λέξεων και από διαδικτυακά μιμίδια (memes). Είναι άνθρωποι που ενώ μπορεί να καταγγέλλουν τους αγαθιάρηδες, που στο παρελθόν πίστευαν στην «Αγία» Αθανασία του Αιγάλεω, στον ίδιο βαθμό όμως πιστεύουν, με αξιοσημείωτη ευκολία, τερατώδεις κοινοτοπίες και ανοησίες ή παραβλέπουν και χάνουν τον ελέφαντα που μόλις πέρασε μπροστά τους.

Δεν θα καταπιαστούμε με τα μιμίδια ως μονάδες πολιτισμικής μεταβίβασης (μίμησης) όπως προέκυψαν από την εξελικτική βιολογία του Ρίτσαρντ Ντόκινς, ούτε με αυτά καθαυτά τα «φαινόμενα του ίντερνετ» (αλλιώς διαδικτυακά μιμίδια), αλλά ούτε και με τις ψεύτικες ειδήσεις (fake news και hoaxes). Γι’ αυτά τα θέματα έχουν γραφτεί αμέτρητες αναλύσεις και άρθρα. Στόχος αυτού του κειμένου, με γνώμονα τις παρατηρήσεις που εντοπίσαμε στο βιβλίο Δεκατέσσερα μαθήματα για το στυλ του Α.-Ι.Δ. Μεταξά, είναι να αναδείξει ορισμένα εκφραστικά/επικοινωνιακά γνωρίσματα του σύγχρονου κόσμου. Ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται: α) από κουλτουραλισμό, β) από κακογουστιά (με την μορφή της αισθητικής φτήνιας και του χιπστερισμού), όπως συνήθιζε να λέει ο Ιταλός κριτικός τέχνης Gillo Dorfles (που όρισε το κιτς) και γ) από ακραία «κανονικότητα». Η αδιάκριτη και η διεισδυτική γοητεία ενός συγκεκριμένου μοντερνισμού (δυτικοευρωπαϊκής κοπής κυρίως), που αμφισβητούσε και γεννούσε ερωτηματικά, έχει πλέον ελάχιστους εκπροσώπους και όπως θα δούμε, αυτού του είδους η οπτική του κόσμου σταδιακά εξαφανίζεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ταινία Η Μορφή του Νερού(The Shape of Water). Σε αυτή την περίπτωση το καλό γούστο και η στυλιστική επάρκεια υπάρχουν. Όπως επίσης υπάρχει η προσοχή στις λεπτομέρειες και ένα συνολικό κινηματογραφικό στίλβωμα. Όμως το θέμα της ταινίας δεν λέει απολύτως τίποτε, το μόνο που κάνει, κλασικά θα λέγαμε, είναι να χωρίζει τον κόσμο σε καλούς και κακούς, δίνοντάς μας τη ψευδαίσθηση ότι εμείς βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά. Στο σύνολό της η ταινία χρησιμοποίησε όλες τις αρνητικές πτυχές, της ταυτόχρονα γοητευτικής, αμερικανικής κοινωνίας κατά την δεκαετία του ΄50. Ο Ντελ Τόρο με δυνατά υλικά τον ρατσισμό, την ομοφοβία, το σεξισμό και, βεβαίως, την ξενοφοβία, καταλήγει σε μια «ρομαντικά σατινέ», (υπερ)κανονική, παρηγορητική και καθησυχαστική ιστοριούλα, που χωρίζει τον κόσμο στα δύο. Μια ταινία που αρέσει γιατί μας κάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτεροι από ό, τι πραγματικά είμαστε. Διότι, όλοι εμείς, δεν έχουμε καμία σχέση με τον σοβιετικό ρομαντικό καθηγητή που στο όνομα της ανοιχτότητας, της τρυφερότητας και της αγάπης του για την επιστήμη προδίδει την πατρίδα του και προκαλεί, στα ίσια, έναν θλιβερό, σκληρό τύπο, αρρενωπό, ρατσιστή και εγωιστή πρόθυμο να σκοτώσει και να βασανίσει, καθετί που αναπνέει, για να αγοράσει το καινούργιο πολυτελές αμάξι που θα τον κάνει να φαίνεται πιο ισχυρός. Δυστυχώς η διανοητική συγκίνηση που προκαλεί, αυτή η κινηματογραφική τέχνη, δεν διαπερνά την επιδερμίδα ώστε να κυκλοφορήσει μέσα μας.

Δεν μας αφήνει καμία διαταραχή, καμία δυσκολία ή μια σκέψη που μπορεί να μας βασανίσει κάπως. Είναι μια «κανονική» ταινία που μας κάνει να νιώθουμε καλά, που μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο και θεωρητικά (και αόριστα) αυτόν τον κόσμο μπορούμε να τον αλλάξουμε, αρκεί να γνωρίζουμε το σωστό. Όμως αυτό το σωστό και το καλό γίνεται τόσο κανονικό και αυτονόητο όπως ένας χημικός τύπος. Ο σωστός χημικός τύπος του νερού είναι H2O και όχι, λόγου χάρη, CH2O (άχρωμο και εύφλεκτο αέριο). Αυτό κάποιος μπορεί να το γνωρίζει ή να μην το γνωρίζει καθόλου, εάν όμως βραχεί το νερό θα το νοιώσει ούτως ή άλλως και δεν θα μπορέσει φυσικά να στεγνώσει αυτόματα μόνο και μόνο με τη σκέψη ότι το υδρογόνο και το οξυγόνο, ως στοιχεία, δεν είναι υγρά. Αυτό μάλιστα θα συνέβαινε και σε ένα σκύλο, που διαθέτει εννοιολογικά σχήματα διαφορετικά από τα δικά μας, ή σε ένα σκουλήκι ή ακόμη και σε ένα άψυχο πράγμα όπως ο υπολογιστής, ο οποίος, αν και αγνοεί πλήρως τη χημική σύνθεση του νερού, θα μπορούσε να πάθει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ατυχή περίπτωση όπου πέσει πάνω του αρκετό νερό. Το νερό μπορεί να έχει σταθερό χημικό τύπο, αλλά όπως δίνει ζωή έτσι προκαλεί ζημιές και πνευμονία, εάν ο βρεγμένος στεγνώσει σε ένα κρύο ρεύμα. Άλλωστε το ότι στεγνώνεις πιο γρήγορα και με ασφάλεια κάτω από τον ζεστό ήλιο είναι μια σωστή οπτική που δεν επιδέχεται πολλές αμφιβολίες, αρκεί να μην βρίσκεσαι σε μια ηλιόλουστη, αλλά χειμωνιάτικη ημέρα στη ΝορβηγίαΗ Μορφή του Νερού, μιλώντας «στεγνά και διπολικά», δημιούργησε μια θέρμη και εντυπώσεις (κέρδισε και βραβεία), αλλά είναι καταδικασμένη να εξατμιστεί. Σε αντίθεση με άλλες σύγχρονες ταινίες όπως οι Ιστορίες για Aγρίους (Relatos Salvajes), O Aόρατος Eπισκέπτης (Contratiempo) και Η Οικογένεια Μπελιέ (La Famille Bélier).

Πάντα κατά την άποψη μας, στην πραγματική τέχνη, η οποία διαφέρει κατά πολύ από την απλή επίδειξη τεχνικής αρτιότητας, δεν αρκεί η μεταμοντέρνα απόλαυση της συμμετοχής, είναι απολύτως απαραίτητη και η διεύρυνση της ερμηνείας. Όμως για να έχουμε κάποια ερμηνεία, πρέπει να υπάρχει περιεχόμενο/αντικείμενο και κάπου μέσα μας να γεννιούνται ίχνη αμφιβολίας. Η αμφιβολία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε μια προσπάθεια (από)τεκμηρίωσης που δεν περιορίζεται στη γυμνή αντιλογία, αλλά ανάγεται σε έναν υγιή σκεπτικισμό. Κατ’ αναλογία, έχοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι ο πολιτικός Λόγος, όταν περιορίζεται στη λάμψη, στην ευπεψία και στην απόλαυση, αγνοώντας, κάποιες φορές επιδεικτικά, το περιεχόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτικός. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πολιτική επικοινωνία  δίχως πολιτικό Λόγο, ως δραστηριότητα μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Οι ιθύνοντες της πολιτικής επικοινωνίας, και επομένως της έκφρασης του πολιτικού Λόγου, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το πιο δύσκολο πράγμα να αναχαιτιστεί είναι μια βάσιμη αμφιβολία που μπορεί να εξελιχθεί. Επομένως, όπως καταλαβαίνουμε, ένας επιτυχημένος Λόγος, που αξιώνεται πολιτική ιδιότητα, είναι αυτός που δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Για να το πετύχει αυτό υπάρχουν διάφορες εκφραστικές τεχνικές υπό τη μορφή του στυλ. Εμείς θα καταπιαστούμε με δυο βασικά είδη στυλ: το ελλειπτικό και το πλήρες.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η δράση (ελλειπτική ή πλήρης) που ασκεί το στυλ ως αισθητικό όχημα, ανεξάρτητα από εκείνη που ασκεί το ουσιαστικό περιεχόμενο. Ένα στυλ είναι ελλειπτικό όταν ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται, για παράδειγμα ένα πολιτικό μήνυμα, κάνει τους αποδέκτες του να αισθάνονται την επιθυμία να το συμπληρώσουν. Αυτή όμως η επιθυμία δεν πρέπει ποτέ να φτάνει στο σημείο να ικανοποιείται πλήρως. Πρέπει δηλαδή να προκαλείται η συμμετοχή και η σύμπραξη με τρόπο συνειδητό ή και ασυνείδητο, αλλά ωστόσο όχι σε απόλυτο βαθμό. Για παράδειγμα μια φωτογραφία που δίνεται θαμπή, επειδή κάποιος ηθελημένα μας την δίνει έτσι, μας υποχρεώνει να της προσθέσουμε εμείς, με τη φαντασία μας, την ευκρίνεια και την καθαρότητα που της λείπει, να δούμε «πίσω» από την θαμπάδα της. Το θαμπό συχνά χρησιμοποιείται εσκεμμένα για να αντισταθμίσει και να μειώσει την αίσθηση της απολυτότητας και της αναμφισβήτητης αλήθειας που έμμεσα και αδιόρατα μπορεί να προκαλέσει το απόλυτα ευκρινές, δηλαδή το διάφανο και το πλήρες. Το θαμπό, ως οπτική αμφιβολία, αφαιρεί τεκμήρια σε ένα γεγονός (πρόσωπο ή κατάσταση) και ενεργοποιεί έτσι μια συμπληρωματική περιέργεια. Το ζήτημα είναι ότι κάτι που «κουνήθηκε» και επομένως δεν φωτογραφήθηκε με απόλυτη ευκρίνεια, συνθέτει ένα μη ευκρινές που ενώ (απο)τεκμηριώνει το ίδιο γίνεται πολύ περισσότερο τεκμήριο από οποιοδήποτε άλλο, σε ό,τι αφορά ακριβώς την πραγματικότητα, τη φυσικότητα και την αλήθεια της ζωντανής του κίνησης. Με άλλα λόγια, πάντα θα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θα θεωρούν περισσότερο γνήσια (αληθινή και ειλικρινή) μια λήψη από έναν ερασιτέχνη, παρά από έναν επαγγελματία. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αλήθεια και η ειλικρίνεια δεν εξαρτώνται σχεδόν καθόλου από τον ερασιτεχνισμό ή μη.

Ταυτόχρονα υπάρχει πάντα ο πειρασμός να μην ολοκληρώσουμε μια οποιαδήποτε έκφραση και ενδεχομένως να μην την «τελειώσουμε» με τον φόβο μήπως και την καταστρέψουμε. Υπο αυτή την έννοια το τέλειο, το πλήρες, το ολοκληρωμένο σε ένα καθαρά αισθητικό επίπεδο δεν φαίνεται να έχει αντικειμενική υπόσταση παρά μόνο εάν ο συντάκτης, ο πολιτικός, ο καλλιτέχνης ο δημιουργός αποσύρεται οριστικά (και υλικά) από τη δημιουργία του (το πολιτικό μήνυμα), ενώ θα μπορούσε ίσως να προσθέσει και κάτι ακόμη, δηλαδή με άλλα λόγια μια τελευταία πινελιά.

Εννιά φορές στις δέκα όταν ένας ζωγράφος σου λέει: όχι, αυτός ο πίνακας δεν είναι εντελώς τελειωμένος, του λείπει ένα ελάχιστο, κάτι …πρέπει (για) να …τελειώσει …εννιά στις δέκα φορές μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτό το κάτι θα τον τελειώσει. Ξέρεις πως αποτελειώνουμε τους τουφεκισμένους; Με μια καλή χαριστική βολή στο κεφάλι. (Pablo Picasso – L’aventure de l’art au XXe siècle)

Πρόκειται για την αίσθηση της τελειότητας ενός ημιτελούς μηνύματος που ενώ στην ουσία απευθύνεται στον εαυτό του δημιουργού του, πολύ συχνά και άλλοι (τρίτοι) εκλαμβάνουν το μήνυμα διϋποκειμενικά ή τουλάχιστον περισσότερο αντικειμενικά. Όπως εξηγεί ο Π. Κονδύλης (Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού): «το λεγόμενο non finito, το ημιτελές (το ατελείωτο) δηλώνει μια τελείωση ενός πράγματος που δεν χρειάζεται να ολοκληρωθεί με την παλιά έννοια, αλλά επιτρέπεται να παρουσιαστεί στο κοινό ως μισοτελειωμένο κομμάτι ή ως προσχέδιο, δηλαδή σε κατάσταση που φανερώνει τη διαδικασία της δημιουργίας». Ακριβώς αυτός είναι ο πυρήνας της μεταμοντέρνας οπτικής στην τέχνη, η ίδια η διαδικασία, ακόμη και εις βάρος του θέματος -της αρτιότητας και της ολοκλήρωσής του.

Αντιθέτως στο πλήρες στυλ δεν απαιτείται κάποια συμπληρωματική συνδρομή. Η επίδραση ενός μηνύματος προκύπτει αποκλειστικά από τη διατύπωση. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιδιώκεται να αποθαρρυνθεί ή να καταστεί ελάχιστη οποιαδήποτε τροποποιητική συμμετοχή, συνειδητή ή ασυνείδητη από τους αποδέκτες του μηνύματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις η δυνατότητα να προσαρμόσουμε το μήνυμα στις δικές μας αισθητικές ανάγκες και προτιμήσεις είναι περιορισμένη. Εδώ σε αντίθεση με την θολή φωτογραφία, όλα είναι αποτυπωμένα με μεγάλη καθαρότητα. Τίποτα δεν μπορεί να προκαλέσει οπτικά διλήμματα, δεν απαιτείται καμία ιδιαίτερη προσπάθεια για να γίνει το μήνυμα κατανοητό ή αποδεκτό. Η διαύγεια και η καθαρότητα, ως κρυστάλλινες φωτιστικές επιλογές, συχνά ταυτίζονται, συμβολικά ή αλληγορικά, με την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και με μια σειρά από αξίες που από πριν μπορούν να θεωρηθούν ως οι πολιτικές σταθερές ενός ορισμένου ακροατηρίου. Για παράδειγμα η προσφυγή στο γυαλί ως ενδιάμεσο υλικό μπορεί να εξυπηρετεί τόσο τη διαφάνεια (ως οπτική λειτουργία), αλλά και την διαφάνεια ως ηθική επιλογή. Φυσικά εδώ εξαρτάται από το ποιος στέκεται πίσω από το γυαλί και τι παρουσιάζεται, αλλά και από το κατά πόσο ο αποδέκτης συμφωνεί ή όχι με το συγκεκριμένο ενάρετο αυτό υλικό. Παρόλα αυτά το γυαλί αν και, υπό μια έννοια, είναι ένας ύμνος στην διαφάνεια και στο πλήρες στυλ, από μόνο του δεν αρκεί: χρειάζεται το φως. Το άπλετο φως τυπωμένο, φωτογραφισμένο, κινηματογραφημένο κλπ., ως πλήρες στυλ, δεν διευκολύνει την ανιχνευτική συμμετοχή και ενδεχομένως της αμφισβήτηση. Αντίθετα, ένας αδυνατισμένος ή χαμηλός, ή με σοφό τρόπο αποσυρόμενος φωτισμός, αν και δεν υποχρεώνει τον αποδέκτη/θεατή να εισφέρει νοερά το φως που λείπει (κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως ασυγχώρητη αισθητική παρέμβαση), όμως τον σπρώχνει σε κάτι άλλο. Σχεδόν τον υποχρεώνει να διεισδύσει ώστε να μπορέσει να δει στο λίγο φως, είτε, συχνότερα, να στρέψει και να εντείνει την προσοχή του σε άλλα πιο φωτεινά σημεία, για παράδειγμα, ενός πίνακα ή να περιμένει μια άλλη σκηνή ή μια άλλη φράση που θα είναι περισσότερο «φωτισμένη» και κατανοητή. Στα πλαίσια ενός πλήρους στυλ, το λίγο φως και η σκίαση επομένως ενισχύει τη συμμετοχή, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα εμπόδιο που μετριάζει την συγκέντρωση της προσοχής (οπτικής και μη), την ανακόπτει ή την ανακατευθύνει (την παροχετεύει) σε άλλα σημεία. Έτσι το μετριασμένο φως ζητά την φαντασιακή διείσδυση ώστε να αναζητηθεί αυτό που δεν υπάρχει (το εξαφανισμένο). Εδώ θεωρούμε ως δεδομένο ότι το απόλυτο φυσικό σκοτάδι είναι μια πλήρης έκφραση, μια άφωτη συνθήκη. Επομένως καθετί που κάνει λιγότερο αδιαπέραστο αυτό το σκοτάδι, συνιστά μια ελλειπτική απόδοσή του. Σε αντιστοιχία πλήρες στυλ έχουμε όταν τα χρώματα (όσο κι αν είναι όμορφα και έντονα), χάνουν τη φυσικότητά τους, την «φυσιολογικότητά» τους όταν υπερφωτίζονται, εκτυφλώνουν και σβήνονται.

Ένα ακόμη στοιχείο που έρχεται να διευρύνει την «παλέτα» των φωτοσκιαστικών ευρημάτων και τεχνικών, στα πλαίσια του πλήρους και ελλειπτικού στυλ, είναι ο ήχος. Σε μια αφίσα θα μπορούσαμε να δούμε ένα πρόσωπο να ουρλιάζει, όπως στην περίπτωση του διάσημου πίνακα του Edvard Munch με τίτλο The Scream, αλλά και να σιωπά όπως στην περίπτωση του πίνακα του Ε. Hopper με τίτλο AutomatΣτην πρώτη περίπτωση έχουμε μια άφωνη ομιλία ενώ στην δεύτερη μια εύγλωττη σιωπή. Έτσι η σιωπή άλλοτε «ακούγεται» (όπως στην εκφώνηση ενός πολιτικού Λόγου) και άλλοτε «βλέπεται» όπως μέσα από μια αφίσα ή έναν πίνακα. Η σιωπή μπορεί να είναι η έντονη έλλειψη της οποιαδήποτε φωνής όπως φαίνεται συνολικά στο έργο του Hopper, που υπό μια έννοια περιγράφει την κατάθλιψη στην οποία μπορεί να βυθιστεί μια ολόκληρη κοινωνία. Ασφαλώς υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην σιωπή, στην ησυχία και τη σιγή. Διότι η σιγή προϋποθέτει ότι κάποιος περίμενε να ακούσει κάτι: η σιγή (ηχητική ή οπτική) είναι μια περισσότερο διαπροσωπική επικοινωνία. Ένας χαμηλόφωνος τόνος μοιάζει λίγο με το χαμηλό φωτισμό ως προς την περιέργεια που δημιουργεί για το τι λέγεται και ως προς τη μετατόπιση της προσοχής που συνεπάγεται, ώστε να συμπληρωθεί από αλλού ό,τι θα αποκόμιζε κανείς από τον ήχο αν ήταν κανονικός.

Σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας (και όχι μόνο) η κατάλληλη επιλογή στυλ και οι διαφορετικές κλιμακώσεις των παραπάνω στοιχείων (έλλειψης-πληρότητας, φωτός, ήχου, κίνησης και άλλων) δημιουργούν κατάλληλες επικοινωνιακές συνθέσεις των οποίων η επιρροή, και ενίοτε η ηθελημένη χειραγώγηση, που ασκούν πάνω στους αποδέκτες, είναι από πριν γνωστή. Σε βαθμό που το ίδιο το αντικείμενο μπορεί να παραγκωνίζεται, να υποσκιάζεται ή και να χάνει το νόημα του, προκειμένου η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα να είναι το δυνατό μεγαλύτερη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα, σε μεγάλο βαθμό μέσα στο ίντερνετ, όχι μόνο με τα ιντερνετικά μιμίδια, αλλά και μια σειρά από άλλες εκφράσεις, για τις οποίες όπως είπαμε, το σημαντικότερο είναι η τελική επικοινωνιακή απόδοση. Οι τεχνικές επιλογής και διαμόρφωσης του περιεχομένου (SEO) πολλών χιλιάδων (αν όχι εκατομμυρίων) ιστοσελίδων -που συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε σκουπίδια του ίντερνετ- δίνουν ένα τυπικό παράδειγμα της «λογικής» όπου η επισκεψιμότητα βρίσκεται σε επίπεδο σαφώς ανώτερο από το περιεχόμενο της ιστοσελίδας. Πέρα από τις ψηφιακές χωματερές, ας σκεφτούμε ένα ακόμη παράδειγμα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο μια τεχνητά παλαιωμένη φωτογραφία (θαμπή και κιτρινισμένη) μοιάζει σε πολλούς, εκ των πραγμάτων, περισσότερο αυθεντική και πειστική από μια ολοκαίνουργια (High Defenition), άσχετα εάν και οι δυο τους απεικονίζουν στην εντέλεια το ίδιο ακριβώς θέμα (ή ακόμη χειρότερα το θέμα σχεδόν απουσιάζει). Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες (ή οι σέπια) αποκτούν αξία, όχι τόσο για κάποιοι δεν θέλουν να βλέπουν χρώματα, αλλά γιατί συχνά υπάρχει μια τάση να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα με στόχο να την αναπλάσουμε όπως μας αρέσει. Μάλιστα πολλές φορές μια τέτοια έντονη νοσταλγία, απαντά στο συναίσθημα της απώλειας, αυτού δηλαδή που ήταν όμορφο και το χάσαμε. Με μια προσεκτική ματιά μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτά τα «τρικ» σε πληθώρα διαφημιστικών σποτ από το ακραία ελλειπτικό που, αρχικά δεν λέει καν ποιο είναι, το υπό διαφήμιση, προϊόν (που θα παρουσιαστεί όμως αργότερα σε δεύτερο χρόνο), μέχρι την ακραία πληρότητα όπου ένα προϊόν παρουσιάζεται βυθισμένο στο εκτυφλωτικό φως μιας ηλιόλουστης (ελληνικής) ημέρας που προσδίδει απόλυτη καθαρότητα και διαύγεια. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε μια ιδιαίτερα ενοχλητική και κακόγουστη τηλεοπτική διαφήμιση που, συνδυάζοντας ένα ελλειπτικό και φαινομενικά ήσυχο/ήρεμο στυλ, μας «φωνάζει εκβιαστικά» να «αποτοξινωθούμε» από την χρήση της πλαστικής σακούλας, παραλληλίζοντας, με αυθάδεια, έναν πραγματικό εθισμό (στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ ή στο τζόγο) με έναν ανύπαρκτο (στη σακούλα).

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη διαφήμιση, δεν οφελεί να υποπέσουμε σε κάποια γενική δαιμονοποίηση της έννοιας επικοινωνιακή απόδοση στην πολιτική. Αυτή χρειάζεται να είναι υψηλή όταν κάτι, ένα μήνυμα, μια πρόταση, μια ιδέα πρέπει να γίνει γνωστή στον δημόσιο πεδίο, είτε για να γίνει αποδεκτή (ή μη) από το κοινό, είτε για να εκτεθεί. Το πρόβλημα προκύπτει όταν με στόχο να αυξηθεί -δίχως όρους και όρια- αυτή η απόδοση, αρχίζει το «πείραγμα», η «μετάλλαξη» και η προσαρμογή της ίδια της ιδέας, της πρότασης, του μηνύματος, κλπ. Ασφαλώς τα οχήματα και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται δεν είναι υποχρεωτικά τα εργαλεία του διαβόλου, μπορούν όμως να γίνουν αποτελεσματικά εργαλεία χειραγώγησης και εξαπάτησης. Ειδικά όταν μέσα από τέτοια τεχνάσματα επιδιώκεται να κερδηθεί το ενδιαφέρον μας για μη καλλιτεχνικές εκφράσεις ή για να διοχετευτούν κοινωνικό-πολιτικά πιστεύω. Έτσι το ίντερνετ και γενικότερα ο μαζικός τρόπος διάχυσης της πληροφορίας, λειτουργεί πολλές φορές αφοπλιστικά για την κριτική σκέψη και επενδύει στη λογική του γρήγορου και του εύπεπτου. Όμως συνήθως το «γρήγορο», το «εύπεπτο» και το «αβασάνιστο» είναι αυτό που έχουν μάθει, «εκπαιδευτεί» (και θέλουν), να ακούνε/βλέπουνε πολλοί άνθρωποι. Έτσι σταδιακά καταστρέφεται η λογική και περιορίζεται η ανάπτυξη ενός πολιτικού Λόγου. Υπό μια έννοια απομένουμε με λόγια κενά, γιατί η προσοχή επικεντρώνεται στα επουσιώδη που παρουσιάζονται περισσότερο μαζικά και με τρόπο πιο αποτελεσματικό. Ας μην ξεχνάμε ότι το στυλ, δεν ταυτίζεται με το φαινόμενο τέχνη, είναι ένα όχημα (ένας τρόπος) για να παρουσιαστεί ένα περιεχόμενο. Είναι, κατά κύριο λόγο, αυτό το τελευταίο που θα πρέπει να έχει κάτι να πει, ώστε να κριθεί. Ο τρόπος ασφαλώς μπορεί (και πρέπει να μπορεί) να μας διασκεδάσει ή να μας ψυχαγωγήσει, είναι όμως χρήσιμο να εντοπίζουμε τα διάφορα τεχνάσματα ώστε να αναπτύσσουμε αντιστάσεις. Αυτό γιατί πολλοί προσπαθούν να μας χειραγωγήσουν ή ακόμη και να μας εξαπατήσουν, και κάποιες φορές καταφέρνουν να μας πείθουν- συχνά αποσπώντας την προσοχή μας από την ουσία του περιεχομένου, με ποικίλα απολαυστικά και καλογυαλισμένα εργαλεία/μέσα.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω ας σκεφτούμε μήπως η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, και οι συνδεδεμένες με αυτή ελίτ, βρίσκονται ευνοημένες από την απώλεια (προσοχής, αμφιβολίας, ερωτημάτων, κριτικής, λογικής) και επομένως καλλιεργούν αυτή την απώλεια ως έναν «τρόπο» που καί «πουλάει» καί «λειτουργεί»; Μήπως έτσι, όλοι μας, καταλήγουμε να γινόμαστε, με τη θέλησή μας, θύματα μιας μαζικής «επιτυχίας», που βασίζεται στο ότι κάποιοι έχουν αποκτήσει τη ικανότητα (επικοινωνιακή) να βαπτίζουν, μόνο εκείνοι, τον εαυτό τους έγκριτο, αυθεντία ή ακόμη και αλάνθαστο; Ως κάποιον δηλαδή που στέκεται εκεί ψηλά, πάνω από τις προκαταλήψεις, στο «άπλετο» φως -και θα περιλούσει με αυτό όλες τις σκοτεινές υποθέσεις- έξω και πέρα από όλα αυτά που είναι απλά μιμίδια, προκαταλήψεις, viral news ή συνωμοσίες λαϊκιστών; Γιατί φαίνεται ότι όταν ο νους δεν σκέφτεται και δεν αμφιβάλει-κρίνει, τότε καταλήγει να αναπαράγει αυτό που η βούληση και το θυμικό προστάζουν. Η απώλεια της λογικής μπορεί να μας οδηγήσει τη μια να βλέπουμε τα πάντα ως μια συνωμοσία και την άλλη να μην αντιλαμβανόμαστε καθόλου μια συνωμοσία, που όντως υπάρχει. Καταλήγοντας, αυτό που, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτηρίζει τη σύγχρονη «κανονικότητα» είναι μια όλο και μεγαλύτερη θυσία του περιεχομένου προς όφελος της αποδοτικότητας. Αυτό, εκτός των πολλών άλλων, καταφέρνει τα εξής: συχνά δημιουργεί μια αίσθηση εμπιστοσύνης (χωρίς επαρκή τεκμήρια) και αμφισβήτησης (χωρίς δικαιολογημένες αιτίες). Επιπλέον «φωτίζει» και δίνει υπεραξία σε μικρής αξίας πράγματα και, τέλος, «σκιάζει» και αποστρέφει την προσοχή μας από μεγάλα και ουσιώδη θέματα. Ο οριστικός θάνατος (ή καλύτερα η απόπτωση) εκείνου του μοντερνισμού με τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες του, αλλά και η σύγχρονη καταρράκωση του πολιτικού Λόγου, δεν σημαίνουν ότι κόσμος έπαψε να κινείται και να λειτουργεί. Αντιθέτως σήμερα κάποιοι λαμβάνουν «κανονικά», με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τις τελικές αποφάσεις, που αφορούν όλους μας, σε κλειστά, αδιαφανή γραφεία και αίθουσες, ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να μας παρουσιάζουν τα θολά προγράμματά τους, τις συγκεχυμένες ιδέες τους και τα αόριστα οράματά τους (δηλαδή τους διάφορους μη πολιτικούς τους Λόγους), άλλοτε με τρόπο εντέχνως ελλειπτικό και άλλοτε με την καθησυχαστική διαφάνεια του κρυστάλλινου νερού, ανεβασμένοι σε βήματα φτιαγμένα από πλεξιγκλάς.

_____________________________________________________________

Από:http://www.respublica.gr/2018/03/column/style-normalization-of-thought/