Aretha…


 To 1968 η νεαρή Aretha Franklin κυκλοφόρησε σε σιγκλάκι το ‘Think”. Το τραγούδι (φεμινιστικός ύμνος για την εποχή) θα φτάσει στο νο 7 της λίστας του Billboard.

Εδώ απ’ την εκτέλεσή του στην ταινία “the blues brothers”, του 1980.

Άντε, και καλή δύναμη…

__________________________________________________________
 

Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες…


Επεισόδιο 11: Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες

. Αφίσα της ταινίας «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

. Αφίσα της ταινίας «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

Είδα ένα όνειρο παράξενο, όπως όλα τα όνειρα, άλλωστε. Είχα μπει, λέει, σ’ ένα αστικό λεωφορείο (δεν μπαίνω ποτέ σε αστικά λεωφορεία, ξέρετε…), είχα καθίσει πίσω, σ’ ένα απ’ τα τελευταία καθίσματα, και παρατηρούσα αμήχανα τους υπόλοιπους επιβάτες. Βαριόμουν αφόρητα, στο δρόμο είχε κίνηση, δεν είχε και τίποτα ενδιαφέρον να κοιτάξω, άρχισα να παίζω νευρικά με το εισιτήριό μου. Και τότε, άνοιξε η πόρτα του λεωφορείου, μπήκε μέσα μια πανέμορφη γυναίκα, κινήθηκε προς το μέρος μου, με πλησίασε έσκυψε στ’ αυτί μου και μου ψιθύρισε Σάββατο είναι, μη φοβάσαι…, κι ύστερα εξαφανίστηκε, χάθηκε, λες και εξατμίστηκε, μόνο η αίσθηση των μαλλιών της στο λαιμό μου έμεινε κι ο διαπεραστικός, ερωτικός ψίθυρός της… Σήκωσα τα μάτια μου κι είδα πως το λεωφορείο είχε γεμίσει γυναίκες! Γυναίκες κάθε ηλικίας, ξανθιές, κοκκινομάλλες, μελαχρινές, κοντές, ψηλές, αδύνατες και τροφαντές, όμορφες όμως όλες, λάγνες, επιθυμητές, όλες με κοιτούσαν, ήμουν ο μοναδικός άντρας στο λεωφορείο, ο μοναδικός άντρας στη γη, είχα καταστεί το αντικείμενο του πόθου τους, κι ένοιωθα λες κι είχα κατακτήσει τα αντικείμενα του δικού μου πόθου! Έκανα ένα νεύμα σε μία απ’ τις γυναίκες κι αυτή ανταποκρίθηκε αμέσως, με πλησίασε, με φίλησε, άρχισε να με χαϊδεύει, να μου λέει ερωτόλογα… δεν άντεξα και… ξύπνησα!

Ο Charles Denner, «ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

Ο Charles Denner, «ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

«Τι όνειρο, Θεέ μου!», μουρμούρισα και, αυτομάτως, μου ήρθε στο μυαλό μια ταινία ενός απ’ τους σπουδαιότερους Γάλλους (και όχι μόνο) σκηνοθέτες, του Φρανσουά Τρυφώ (FrancoisTruffaut, 1932 – 1984), η ταινία «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες» (L’ homme qui aimait les femmes, 1977), με τον CharlesDenner στον βασικό ρόλο.

Η ταινία ξεκινάει με μια κηδεία, στο Μονπελιέ, τα Χριστούγεννα του 1976, την κηδεία του Μπερτράν Μοράν, στην οποία παρίστανται μόνο γυναίκες. Η κάμερα από κάτω, απ’ τη σκοπιά του φέρετρου, βλέπουμε τα πόδια των γυναικών τη στιγμή της τελευταίας υπόκλισης, αυτά βλέπει κι ο Μπερτράν, αυτά που σ’ όλη του τη ζωή αποζητούσε να βλέπει, αυτά που, εν τέλει, καθόρισαν την ίδια τη ζωή του. Τα γυναικεία πόδια είναι διαβήτες που κυκλώνουν την Υδρόγειο, προσδίδοντάς της ισορροπία και αρμονία, κι η αφήγηση της ζωής του Μπερτράν, του άντρα που αγαπούσε τις γυναίκες, αρχίζει:

Μια μέρα σ’ ένα καθαριστήριο, τα πόδια μιας γυναίκας, κι αυτός μαγεύεται την ακολουθεί, παίρνει τον αριθμό του αυτοκινήτου της, ψάχνει να την βρει μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας, ύστερα μέσω του γραφείου ενοικιάσεως αυτοκινήτων, με πολλές δυσκολίες την βρίσκει, πηγαίνει στην πόλη της, δεν είν’ αυτή, ήταν η ξαδέρφη της που είχε δανειστεί το αυτοκίνητο και τώρα πετάει για το Μόντρεαλ! Δεν πτοείται, βέβαια, εξ αιτίας της, άλλωστε, γνώρισε την υπάλληλο της ασφαλιστικής, δεν χάνει την ευκαιρία, βγαίνει για δείπνο μαζί της και καταλήγει στο κρεββάτι της! Λίγο πριν φύγει απ’ το σπίτι της, την ακούει να του λέει για ένα νησί όπου ζουν μόνο γυναίκες, γύρω στις 100. Δεν είναι όμορφος, έχει όμως μια γοητεία μοναδική κι έτσι κατορθώνει και ρίχνει τις γυναίκες, χωρίς να μετέρχεται μεθόδους καμακιού. Ζητάς κάτι μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να εξαρτάται η ζωή σου απ’ αυτό, του λέει η υπάλληλος, κι έχει απόλυτο δίκιο.

Δεν χάνει καμιά ευκαιρία, προσεγγίζει όποια γυναίκα του αρέσει. Το ίδιο κάνει και με την ιδιοκτήτρια μια μπουτίκ, μια συνομήλική του, την οποία όμως δεν κατορθώνει να κερδίσει αφού αυτή είναι τεκνατζού και πηγαίνει μόνο με μικρότερους άντρες! Πάντα φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψει μια μικρή, αλλά μια συνομήλικη…! Ταυτόχρονα, πιέζει φορτικά την τηλεφωνήτρια που τον ξυπνάει κάθε πρωί να του δώσει ραντεβού, αν και δεν την έχει δει ποτέ, κι όμως την θέλει κι είναι σίγουρος ότι θα είναι όμορφη. Την αποκαλεί Ηώ!

Αρχίζει να γράφει ένα βιβλίο για τη ζωή του, για τις γυναίκες τις ζωής του, στο οποίο δίνει τον τίτλο «Ο γυναικάς». Ξεκινάει, όπως όλοι, από την παιδική του ηλικία, τις πρώτες του γυναίκες, ασπρόμαυρες σκηνές, την ελκυστική κι ερωτομανή μάνα του, την πρώτη του εμπειρία σε μπορντέλο, το πρώτο σκίρτημα με μια συμμαθήτριά του, τα πόδια των γυναικών. Γυναίκες, λοιπόν, μόνο γυναίκες: Το βάδισμά τους είναι η πεμπτουσία της χάρης, αρκεί το φόρεμά τους ν’ ακολουθεί το ρυθμό των βημάτων. Ορισμένες είναι τόσο όμορφες από πίσω που δεν τις προσπερνούμε για να μην απογοητευθούμε. Όλες επιζητούν τον έρωτα, κάθε είδους έρωτα, σωματικό, συναισθηματικό ή απλώς την τρυφερότητα κάποιου που δεν θα κοιτάξει πια καμιά άλλη…

Ο Μπερτράν κι η Ζενεβιέβ, σκηνή από την ταινία «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

Ο Μπερτράν κι η Ζενεβιέβ, σκηνή από την ταινία «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες»

Η Ηώ, η τηλεφωνήτρια, αρνείται πεισματικά να τον συναντήσει. Σταδιακά όμως περνάει απ’ το απόλυτο «Όχι» στο πολλά υποσχόμενο «Ίσως»! Η επιμονή φέρνει καρπούς, κι ένας κατακτητής σαν τον Μπερτράν το ξέρει.

Συνεχίζει το γράψιμο. Γράφει σε γραφομηχανή, αλλά κάνει πολλά λάθη. Έτσι δίνει τα χαρτιά σε μια κυρία να το δακτυλογραφήσει σωστά. Έχουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη μία κινηματογραφική γωνία λήψης, αυτήν την δακτυλογράφου την ώρα της εργασίας της.

Μαθαίνουμε έτσι για την ιστορία της Ντελφίν, μια γυναίκας που ο Μπερτράν είδε σ’ ένα εστιατόριο, την επιθύμησε και την κατέκτησε, πλην αυτή αποδείχθηκε θεότρελλη, γεγονός που κατέστησε τη σχέση τους συναρπαστική: του ορμούσε σε δημόσιους χώρους και μετά τον κατηγορούσε για τα πράγματα που την βάζει να κάνει! Συναρπαστικό ήταν και το τέλος αυτής της σχέσης: η Ντελφίν πυροβόλησε τον άντρα της για να κερδίσει την ελευθερία της, την κέρδισε, και την άλλη μέρα την έχασε διότι την έκλεισαν στη φυλακή, αν και ο άντρας της τελικά επέζησε! Η Δικαιοσύνη, πολλές φορές, είναι άδικη…

Μετά τον αναγκαστικό χωρισμό του με την Ντελφίν, ο Μπερτράν άργησε να πάει με γυναίκα. Δεν μπορούσε να την ξεχάσει, αν και του είχε κάνει τη ζωή δύσκολη. Επιθυμούσε ακόμα και τη ζήλεια της. Κάποια στιγμή όμως την ξεπέρασε και, καθώς η Ντελφίν ενσωμάτωνε πολλές γυναίκες σ’ ένα κορμί και δεν αναπληρωνόταν μόνο με μία, άρχισε να πηγαίνει με πολλές!

Και το βιβλίο συνεχίζεται: Οιδιπόδειο με την μητέρα του, ζήλευε τους εραστές της, δεν ταχυδρομούσε τα γράμματά της προς αυτούς, κρυφοκοιτάγματα, κι ύστερα ξανά στο παρόν, βλεννόρροια, γιατρός, η συγγραφή κι η έκδοση βιβλίων που δεν ενδιαφέρουν σχεδόν κανέναν και, δεν μπορούμε να κάνουμε σεξ όλη μέρα, γι’ αυτό εφευρέθηκε η δουλειά!

Ο Φρανσουά Τρυφώ (Francois Truffaut)

Ο Φρανσουά Τρυφώ (Francois Truffaut)

Ένα βράδυ βλέπει έναν εφιάλτη, τον εαυτό του κούκλα στη βιτρίνα του καταστήματος της τεκνατζούς. Τον ξυπνάει στις 3 η ώρα η Ηώ, ξύπνα τεμπελάκο, ξέρει τα πάντα γι’ αυτόν, τον παρακολουθεί καιρό, του δίνει ραντεβού στα τυφλά (για εκείνον, βέβαια). Το πρωί, όταν βγαίνει απ’ το σπίτι, ένα αγοράκι του δίνει ένα σημείωμα: το ραντεβού αναβάλλεται. Σηκώνει τα μάτια, αναζητεί το παιδάκι, το βλέπει να φεύγει μαζί με ένα κοριτσάκι και τη μάνα τους…

Ένα άλλο βράδυ, βρίσκεται με μια γυναίκα στο σπίτι του, κι ενώ πηγαίνει στην κουζίνα, βρίσκει μέσα την… Ντελφίν, που αποφυλακίστηκε! Είναι σεμνή και διστακτική, η φυλακή με άλλαξε, του λέει, κι ύστερα… αυτός, αυτή κι η άλλη γυναίκα στο κρεββάτι γυμνοί!

Η γυναίκα που δακτυλογραφεί το βιβλίο σταματάει γιατί δεν αντέχει να κοκκινίζει, κι ας μην είναι πουριτανή. Το τελειώνει μόνος του και το στέλνει στους εκδοτικούς οίκους. Κάποιοι το απορρίπτουν, σ’ έναν όμως απ’ αυτούς μια όμορφη επιμελήτρια, η Ζενεβιέβ (BriggiteFossey), το υπερασπίζεται με θέρμη, αν και 4 άλλοι άντρες συνάδελφοί της το έχουν απορρίψει. Τελικώς η γνώμη της υπερισχύει και το βιβλίο οδεύει προς έκδοση. Ο Μπερτράν ταξιδεύει στο Παρίσι, συναντά την Ζενεβιέβ και μαζί αλλά ζουν τον τίτλο του βιβλίου από «Ο Γυναικάς» σε «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες».

Στο Παρίσι συναντάει τυχαία και μια άλλη γυναίκα. Φαίνεται πως στη ζωή κάθε άντρα, ακόμα και του Μπερτράν, υπάρχει πάντα η «μία και μοναδική γυναίκα», αυτή που ό,τι κι αν συμβεί θα παραμείνει «μία και μοναδική», όσες γυναίκες κι αν πέρασαν, όσες γυναίκες κι αν έρθουν. Για τον Μπερτράν αυτή η γυναίκα είναι η Βέρα, που συνάντησε τυχαία στο Παρίσι, πριν πέντε χρόνια χώρισαν, τον παράτησε κι έφυγε στο Λονδίνο, τον πλήγωσε πολύ, χάπια, ηρεμιστικά, έφυγε στο Μονπελιέ, χάθηκαν, έγιναν ξένοι… Μόλις κατάλαβα ότι έγραψα το βιβλίο εξ αιτίας μιας γυναίκας και δεν την αναφέρω καν σ’ αυτό, λέει στη Ζενεβιέβ, λίγο πριν την κατακτήσει κι αυτήν, σ’ ένα ξενοδοχείο στο Μονπελιέ, μια μέρα με βροχή, πολλή βροχή… Το βιβλίο τυπώνεται χωρίς την ιστορία της Βέρας, αν και ο Μπερτράν θέλησε να το ξαναγράψει. Όπως η ζωή έτσι και τα βιβλία βρίθουν από ανεκπλήρωτες επιθυμίες και, βεβαίως, όπως στη ζωή τα πιο σημαντικά πράγματα δεν τα ζούμε σχεδόν από αμέλεια, έτσι και στα βιβλία, από αμέλεια και μόνον, τα πιο σημαντικά «επεισόδια» δεν τα γράφουμε …

Γυναικεία πόδια, σκηνή από την ταινία «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες» (ή από το όνειρο του γράφοντος…)

Γυναικεία πόδια, σκηνή από την ταινία «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες» (ή από το όνειρο του γράφοντος…)

Χριστούγεννα. Ο Μπερτράν είναι μόνος. Ψάχνει να βρει μια γυναίκα για συντροφιά, τηλεφωνεί, μα δεν το κατορθώνει, παραμένει μόνος! Βγαίνει έξω και, τι άλλο;, παρακολουθεί κι ακολουθεί τα πόδια μιας γυναίκας. Δεν προσέχει όμως, κι ένα αυτοκίνητο τον χτυπάει. Στο νοσοκομείο, είναι σε άσχημη κατάσταση, όταν συνέλθει, δεν πρέπει να κινηθεί,λέει ο γιατρός. Συνέρχεται. Το βιβλίο μου, θέλω το βιβλίο μου. Μετά απ’ αυτό, θα τα εγκαταλείψω όλα και θα πάω στο νησί των γυναικών. Θα τις πείσω να με δεχτούν, λέει. Κι ύστερα… βλέπει τα γοητευτικά πόδια μιας νοσοκόμας και, μοιραία, κινείται προς αυτά που τον έλκουν κυριολεκτικά. Η κίνηση αυτή όμως είναι μοιραία: αποσωληνώνεται και πεθαίνει…

Η Ζενεβιέβ, με μια ήρεμη έκφραση, σχεδόν μειδίαμα, βλέπει το πλήθος των γυναικών να στέκεται πάνω απ’ το φέρετρο του Μπερτράν και να πετάει από μια χούφτα χώμα. Κάτι σκέφτεται για όλες, για τον ξεχωριστόλόγο που ο Μπερτράν αγαπούσε την καθεμιά απ’ αυτές. Ο κακομοίρης ο Μπερτράν… Έψαχνε να βρει την ευτυχία στην ποσότητα. Γιατί, άραγε, να ψάχνουμε να βρούμε κάτι σε τόσες πολλές, ενώ μπορούμε να το βρούμε μόνο σε μία;

Έλα, ντε…!

 (τέλος 11ου επεισοδίου)


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2013/06/01/%CE%BF-%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82/

Το καρτέλ…


Αποτέλεσμα εικόνας για άκτωρ, J&P άβαξ, γεκ τερνα, intrakat…

Σε αντίθεση με άλλα “σκάνδαλα” τα οποία, επειδή αποκαλύπτονται εκτός ελληνικών συνόρων κάνουν έναν ορισμένο θόρυβο στα μέρη μας μέχρι να συρθούν στο χρόνο και να καταλήξουν στην πιο ήπια, ελαφριά, διακριτική μεταχείριση των εμπλεκόμενων (δηλαδή στη λήθη – εκτός απ’ τον Άκη· αυτός το είχε παρακάνει στην επίδειξη…), υπάρχουν άλλα, εξίσου χοντρά, που κρατιούνται σταθερά εκτός ιδιαίτερης δημοσιότητας. Ένα τέτοιο είναι το “καρτέλ των κατασκευαστικών εταιρειών” του λαού και του τόπου.

Το κουβάρι ξετυλίχτηκε “στο χώρο του αοράτου” όταν, στη διάρκεια ερευνών της “επιτροπής ανταγωνισμού” (που το πιθανότερο είναι να μην κατέληγαν πουθενά), μία απ’ τις εταιρείες του καρτέλ προτίμησε να μιλήσει· και να δώσει μεγάλο όγκο πληροφοριών και στοιχείων. Έτσι η “επιτροπή ανταγωνισμού” βρέθηκε μπροστά στο εθνικά δυσάρεστο καθήκον να πρέπει να διαχειριστεί τα στοιχεία ενοχής περισσότερων από 40 κατασκευαστικών εταιρειών (με κεντρικές τις μεγαλύτερες: άκτωρ, J&P άβαξ, γεκ τερνα, intrakat…) που επί 23 χρόνια (απ’ το 1989 ως και το 2012…) λυμαίνονταν όλα τα μεγάλα και μεσαία «δημόσια έργα» στο ελλαδιστάν. Με εκτιμώμενο «υπερκέρδος» μπορεί και 20 δισεκατομύρια ευρώ…

Το καθήκον της «επιτροπής ανταγωνιστικού» ήταν πράγματι φρικτό. Όχι μόνο θα έπρεπε να τιμωρήσει κάπως τις εταιρείες – δηλαδή τους «εθνικούς εργολάβους» – αλλά, με δεδομένο ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα «δημόσια έργα» ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους χρηματοδοτημένα απ’ την ε.ε., θα έπρεπε να φροντίσει να (μην) επιστραφούν τα λεφτά στην ε.ε. ως «παρανόμως καταβληθέντα»…

Εννοείται ότι τα κατάφερε σχεδόν τέλεια! Με διάφορα νομικίστικα κόλπα βρήκε τρόπο να δηλώσει «αναρμόδια» για το μεγαλύτερο μέρος του τρελού πάρτυ· και στη συνέχεια «έπεισε» τις ελεγχόμενες εταιρείες να «παραδεχτούν την ενοχή» τους για τα υπόλοιπα, απ’ το 2005 και μετά (τα “ολυμπιακά έργα” έξω!!!), έτσι ώστε να «πέσουν μαλακά». Στα πούπουλα: μόνο πρόστιμα, και μάλιστα ψωροπρόστιμα. Ογδόντα μύρια όλα κι όλα, όλες μαζί. Με περίπου τα μισά να βαραίνουν την «εθνική εργολαβική», τον άκτωρα…

Αν φαγώθηκαν (με την μέθοδο των υπερκοστολογήσεων) 20 δισεκατομύρια και επιστρέφονται τα 80 μύρια, δηλαδή το 4% των κλεμμένων, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ο καθένας: that’s a good deal!!! (Για τα αφεντικά…)

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/03/to-kartel/

Οι νάνοι του Άουσβιτς…


«Σώθηκα με την ευλογία του διαβόλου, ο θεός θα δώσει στον Μένγκελε την αμοιβή του», μας λέει η επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Πέρλα Όβιτς. Ξανά και ξανά αφηγείται με λεπτομέρειες πώς αυτή και η οικογένειά της οδηγήθηκαν στον θάλαμο αερίων και διατάχθηκαν να γδυθούν. Άνοιξε μια βαρειά πόρτα και σπρώχτηκαν μέσα. «Ήταν σχεδόν σκοτάδι και στεκόμασταν σε κάτι που έμοιαζε με μεγάλο λουτρό, περιμένοντας κάτι να συμβεί. Κοιτάξαμε το ταβάνι, να δούμε γιατί δεν ερχόταν το νερό. Ξαφνικά μυρίσαμε αέριο. Ανασαίναμε με δυσκολία, κάποιοι από μας λιποθύμησαν. Με την τελευταία μας αναπνοή ουρλιάξαμε. Πέρασαν μερικά λεπτά, ίσως μόνο λίγα δευτερόλεπτα, όταν ακούσαμε μια θυμωμένη φωνή απ’ έξω: ‘Πού είναι η οικογένεια των νάνων μου;’. Η πόρτα άνοιξε και είδαμε τον δόκτορα Μένγκελε να στέκεται εκεί. Μας διέταξε να βγούμε έξω και μας έρριξαν κρύο νερό για να μας συνεφέρουν».

Η οικογένεια Όβιτς, από το χωριό Ροζαβλέα τής Τρανσυλβανίας, είναι η μεγαλύτερη οικογένεια νάνων που έχει καταγραφεί: ένας νάνος πατέρας με δέκα παιδιά, εφτά των οποίων νάνοι. Η Πέρλα, γεννημένη το 1921, ήταν το νεώτερο. Η μητέρα τους, ανήσυχη για το μέλλον των παιδιών της, τα μύησε σε ένα επάγγελμα με το οποίο θα μπορούσαν να ζήσουν όλοι μαζί, δίχως να αισθάνονται απομονωμένοι ή εξοστρακισμένοι. Καθώς τα πέντε κορίτσια και δυο από τα αγόρια ήσαν ευπαρουσίαστα και είχαν και ταλέντο στην μουσική, η σκηνή έμοιαζε ως η τέλεια επιλογή. Πού αλλού θα μπορούσε να τους χειροκροτήσουν, να τους φλερτάρουν ή να τους εκτιμήσουν; Έτσι, οι Όβιτς έφτιαξαν ένα μουσικό σύνολο που το ονόμασαν «Λιλιπούτειος Θίασος» και επί 15 χρόνια έκαναν μια σημαντική καρριέρα στην Ευρώπη.

Οι επτά νάνοι του «Λιλιπούτειου Θίασου» των Όβιτς

Όταν οι ναζί ήρθαν στην εξουσία, οι Όβιτς ήσαν διπλά καταδικασμένοι. Ως νάνοι ήσαν στόχος τού προγράμματος ευθανασίας «Aktion T-4», με το οποίο οι γερμανοί σκόπευαν να εξοντώσουν όσους ήσαν σωματικά ή νοητικά ανάπηροι. Και ως εβραίοι αποτελούσαν στόχο τής «Τελικής Λύσης». Έτσι, στις 19 Μαΐου 1944 μεταφέρθηκαν, ως εβραίοι, στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου αλλά, από μια παραξενιά της τύχης, σώθηκαν λόγω της αναπηρίας τους. Ήταν σπάνιο να επιζήσει κάποιος σ’ αυτό το στρατόπεδο, πόσο μάλλον δύο μέλη από την ίδια οικογένεια, αλλά από την οικογένεια Όβιτς σώθηκαν και τα δώδεκα μέλη της, από το νεώτερο (ένα μωρό 18 μηνών) μέχρι το μεγαλύτερο (μια 58χρονη θεία).

Όταν οι Όβιτς έφτασαν στο Άουσβιτς, αμέσως ξεχώρισαν από τους υπόλοιπους. Εκείνη την ώρα ο Μένγκελε κοιμόταν αλλά όλοι οι στρατιωτικοί γνώριζαν την εμμονή του να διαλέγει άτομα με κάποια ιδιαιτερότητα για να κάνει τα πειράματά του: δίδυμους, ερμαφρόδιτους, γίγαντες, νάνους, παχύσαρκους, καμπούρηδες κλπ. Έτσι, για να κερδίσουν την εύνοιά του, φρόντιζαν να του βρίσκουν συνεχώς καινούργια αποκτήματα για την συλλογή του. Και μια ολόκληρη οικογένεια νάνων έμοιαζε πολύ καλός λόγος για να τον ξυπνήσουν μέσα στην νύχτα. Πράγματι, όταν ο Μένγκελε είδε τους Όβιτς, έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση, λέγοντας: «τώρα έχω δουλειά για είκοσι χρόνια».

Ο Μένγκελε είχε εκατοντάδες δίδυμα στην διάθεσή του αλλά μόνο μία οικογένεια νάνων. Έτσι, φρόντισε να μη βάλει σε κίνδυνο τα «ινδικά χοιρίδιά» του. Τους παραχώρησε ιδιαίτερο χώρο για να μένουν, οι μερίδες τού φαγητού τους ήσαν μεγαλύτερες, δεν τους έκοψε τα μαλλιά ώστε να μπορεί να κάνει πειράματα και με αυτά ενώ τους επέτρεψε να φορούν τα δικά τους ρούχα αφού δεν υπήρχαν στολές κρατουμένων στα μέτρα τους.

Οι Όβιτς περιγράφουν λεπτομερώς τις οδυνηρές αιμοδοσίες στις οποίες υποχρεώνονταν. Συχνά λιποθυμούσαν και δέχονταν καταιωνισμό με κρύο νερό για να συνέλθουν ώστε να συνεχιστεί η μετάγγιση. Οι αιμοληψίες επαναλαμβάνονταν σε τακτική εβδομαδιαία βάση, μαζί με δεκάδες ακτινογραφιών. «Η ποσότητα αίματος που μας έπαιρναν ήταν τεράστια και, καθώς ήμασταν αδύναμοι από την πείνα, λιποθυμούσαμε συχνά», θυμάται η Πέρλα. «Αυτό δεν σταματούσε τον Μένγκελε. Μας κρατούσε ξαπλωμένους και όταν συνερχόμασταν, συνέχιζε την μετάγγιση. Μας τρυπούσαν απρόσεχτα και το αίμα πεταγόταν. Συχνά αισθανόμασταν ναυτία και πολλές φορές κάναμε εμετό. Όταν επιστρέφαμε στο στρατόπεδο, σωριαζόμασταν στις ξύλινες κουκέτες αλλά πριν βρούμε τον χρόνο να συνέλθουμε, μας καλούσαν για έναν νέο κύκλο…».

Η ιατρική επιστήμη εκείνης της εποχής είχε εμμονή με το αίμα και τα συστατικά του και, γενικά, θεωρούσε ότι το πλάσμα περιέχει όλα τα γενετικά χαρακτηριστικά. Τα ιατρικά αρχεία πιστοποιούν τι έψαχνε ο Μένγκελε: προβλήματα σε νεφρά και συκώτι, τύφο, σύφιλη κλπ. Οι σημειώσεις των γιατρών ρίχνουν φως στις ατέλειωτες ανθρωπολογικές μετρήσεις και συγκρίσεις που έκανε ο Μένγκελε ανάμεσα στους Όβιτς και τους γείτονές τους, τους οποίους ο Μένγκελε εξέλαβε κατά λάθος ως μέλη της ίδιας οικογένειας: οι γιατροί πήραν μυελό των οστών, έβγαλαν υγιή δόντια, ξερρίζωσαν μαλλιά και βλεφαρίδες και πραγματοποίησαν ψυχολογικά και γυναικολογικά τεστ σε όλους.

Από μια άποψη, οι Όβιτς ήσαν τυχεροί, που δεν είχαν την ίδια μοίρα με δυο άλλους νάνους (έναν καμπούρη και τον γυιο του), οι οποίοι έφτασαν στο στρατόπεδο τρεις μήνες μετά απ’ αυτούς. Έχοντας αποφασίσει να στείλει τους σκελετούς τους σε ένα μουσείο του Βερολίνου, ο Μένγκελε διέταξε να τους βράσουν μέχρι η σάρκα να πέσει από τα κόκκαλα. Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, σκότωσε άλλον έναν νάνο για τον σκελετό του. Αυτή την φορά ο άτυχος άνδρας ρίχτηκε σε μια μπανιέρα με οξύ.

Οι τέσσερις παντρεμένες νάνοι υποβλήθηκαν σε εξαντλητικές γυναικολογικές εξετάσεις. Στην επόμενη φάση του πειράματος, ο Μένγκελε θα ζευγάρωνε τους ανύπαντρους θηλυκούς νάνους με τα αρσενικά αδέλφια τους, κάνοντας τις μήτρες τους εργαστήρια για να μελετήσει τους απογόνους που θα προέκυπταν. Είναι γνωστό ότι ο Μένγκελε αρεσκόταν σε τέτοια πειράματα…

Μάιος 1945: Οι Όβιτς αποχωρούν από το στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου

Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από δημοσιεύματα του Guardian «The dwarves of Auschwitz» και της Daily Mail «How the seven dwarfs of Auschwitz fell under the spell of Dr Death: The hideous experiments carried out by Nazi Josef Mengele on seven trusting brothers and sisters» (23/3/2013 και 15/2/2013) και συνιστούν μια από τις αμέτρητες απαντήσεις προς όσους διατείνονται ακόμη και σήμερα πως ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος αν ο Χίτλερ δεν είχε ηττηθεί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκείνο που δεν αναφέρεται στα παραπάνω δημοσιεύματα είναι ότι στα πειράματά του ο Μένγκελε χρησιμοποιούσε φάρμακα της Bayer, τα οποία βρίσκονταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην εταιρεία να τα δοκιμάσει στην πράξη. Επίσης, δεν αναφέρεται ότι δεν ήταν μόνο ο Μένγκελε που έκανε τέτοια πειράματα αλλά σωρεία γιατρών, πολλοί από τους οποίους έπιασαν δουλειά μετά τον πόλεμο είτε στις ΗΠΑ είτε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είτε σε άλλες δυτικές χώρες. Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

Κλείνοντας, ας σημειώσουμε ότι, μετά την απελευθέρωσή τους από το Άουσβιτς, οι Όβιτς γύρισαν για λίγο στον τόπο τους και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Ισραήλ. Η Πέρλα πέθανε στα 80 της χρόνια, το 2001, η αδελφή της η Φραντσίσκα έφτασε τα 91 και η Ροζίκα, η πρωτότοκη, τα 98. Ο Μένγκελε δεν πρόλαβε να αποδείξει ότι ο νανισμός δεν μικραίνει την ζωή…

——————————

– Οι φωτογραφίες του κείμενου προέρχονται από τα αναφερόμενα δημοσιεύματα. 
– Συρραφή αποσπασμάτων και απόδοση στα ελληνικά: Cogito ergo sum.

 ___________________________________________________________