Γούντυ Γκάθρυ: Αυτή η γη είναι η γη σου…


Στις 14 Ιουλίου 1912, σε μια πολίχνη τριών χιλιάδων κατοίκων τής Οκλαχόμας, το Όκεμαχ, γεννιέται ένας από τους σημαντικώτερους τραγουδοποιούς στην ιστορία των ΗΠΑ, ο Γούντροου Ουίλσον Γκάθρυ (Woodrow Wilson Guthrie). Ο νεαρός Γούντυ μεγαλώνει σε μια υπερσυντηρητική και μάλλον ρατσιστική οικογένεια (ο πατέρας του ήταν υποστηρικτής της Κου-Κλουξ-Κλαν) αλλά οι συνθήκες τής ζωής θα τον κάνουν να αλλάξει μυαλά πολύ νωρίς.

Στις αρχές τής δεκαετίας του ’30, σχεδόν πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν την καταστροφή από το μεγάλο κραχ, οι ΗΠΑ δέχονται ένα ακόμη μεγάλο πλήγμα, καθώς μια μακρά μεγάλη ξηρασία καταστρέφει την αγροτική παραγωγή στις μέσες και μεσοδυτικές περιοχές. Ο λιμός που ενσκήπτει, αναγκάζει εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκων να μεταναστεύσουν προς τις δυτικές πολιτείες. Ο νιόπαντρος Γούντυ αφήνει πίσω την γυναίκα του και φεύγει για την νότια Καλιφόρνια, σε αναζήτηση μεροκάματου. Η εξαθλίωση και η φτώχεια που συναντά, τον συγκλονίζουν. Τα τραγούδια που σκαρώνει με την κιθάρα του, θα έχουν πάντα το ίδιο σημείο αναφοράς: την εργατιά.

Για καλή του τύχη, κάποια από αυτά τα τραγούδια τα ακούει ο Εντ Ρόμπιν, ένας δημοσιογράφος κάποιου τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, ο οποίος εξασφαλίζει στον Γκάθρυ την δυνατότητα να τα παίξει στον σταθμό. Κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους, ο Ρόμπιν μυεί τον νεαρό στις ιδέες του κομμουνισμού. Ο Γκάθρυ ενθουσιάζεται και το 1936 γίνεται μέλος τού κομμουνιστικού κόμματος. «Το καλύτερο πράγμα που έκανα το 1936, ήταν το ότι υπέγραψα στο κομμουνιστικό κόμμα», θα πει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα. Το πόσο ενεργό και δραστήριο μέλος ήταν πιστοποιείται και από το γεγονός ότι στην «People’s World», την εφημερίδα του κόμματος, κρατούσε την στήλη «Daily Worker», στην οποία δημοσίευσε 174 άρθρα του. Εκείνη την εποχή υιοθέτησε και το σήμα κατατεθέν του: στις κιθάρες με τις οποίες έπαιζε, υπήρχε πάντοτε η επιγραφή «this machine kills fascists (αυτό το μηχάνημα σκοτώνει φασίστες)».

Το 1940, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε εξέλιξη, στα ραδιόφωνα των ΗΠΑ κυριαρχεί το τραγούδι «God bless America«, του Ίρβινγκ Μπέρλιν. Ο Γκάθρυ εκνευρίζεται τόσο πολύ από τον γλυκανάλατο πατριωτισμό αυτού του τραγουδιού, ώστε στις 23 Φεβρουαρίου 1940 σκαρώνει μια μουσική «απάντηση» με τον τίτλο ελαφρώς αλλαγμένο σε «God blessed America». Αρχικά, κάθε στροφή κλείνει με τον στίχο «God blessed America for me» αλλά εξακολουθεί να τον εκνευρίζει, οπότε τον αλλάζει σε «This land was made for you and me (αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα)». Μοιραία, το τραγούδι αλλάζει τίτλο και γίνεται προσωρινά «This land» και λίγο αργότερα «This land is your land«.

Όταν ο Γκάθρυ ολοκληρώνει την σύνθεση, έχει πια ξεχαρμανιάσει και ο εκνευρισμός του έχει περάσει, οπότε πετάει το τραγούδι σε ένα συρτάρι και το ξεχνάει. Θα περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν μπει σε στούντιο για να το ηχογραφήσει και ένας ακόμη χρόνος για να κυκλοφορήσει ο δίσκος. Το άλμπουμ είχε χειρόγραφη εικονογράφηση, περιλάμβανε ένα φύλλο χαρτί με τους στίχους δακτυλογραφημένους και πουλιόταν στην εξευτελιστική τιμή των 25 σεντς. Σύντομα, το «This land is your land» έγινε γνωστό σε κάθε γωνιά των ΗΠΑ και αγαπήθηκε τόσο πολύ από την εργατιά και την φτωχολογιά ώστε ακόμη και σήμερα θεωρείται ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος τής χώρας:

This land is your land, this land is my land.     
From California to the New York Island,
from the Redwood Forest to the Gulf Stream waters,
this land was made for you and me.

As I was walking that ribbon of highway,
I saw above me that endless skyway.
I saw below me that golden valley.
This land was made for you and me.

I roamed and I rambled and I followed my footsteps
to the sparkling sands of her diamond deserts,
while all around me a voice was sounding
this land was made for you and me.

When the sun came shining and I was strolling
and the wheat fields waving and the dust clouds rolling,
a voice was chanting as the fog was lifting,
this land was made for you and me.

There was a big high wall there that tried to stop me;
sign was painted, it said «Private Property».
But on the back side it didn’t say nothing.
This land was made for you and me.

In the squares of the city, in the shadow of a steeple,
by the relief office, I’d seen my people.
As they stood there hungry, I stood there asking:
Is this land made for you and me?

Nobody living can ever stop me,
as I go walking that freedom highway.
Nobody living can ever make me turn back.
This land was made for you and me.

Ενώ οι τέσσερις πρώτες στροφές δείχνουν ανώδυνες (ήλιος, ουρανός, κοιλάδες, σιτοχώραφα κλπ), οι τρεις τελευταίες πέρασαν από χίλια κύματα. Κόπηκαν, ράφτηκαν, ξανακόπηκαν, λογοκρίθηκαν, τροποποιήθηκαν… Στις αμέτρητες εκτελέσεις, διασκευές και επανεκδόσεις τού τραγουδιού από πολλούς καλλιτέχνες πότε συμπεριλαμβάνονταν και πότε όχι (*). Πολύ λογικό, αφού στις ΗΠΑ τέτοιοι στίχοι δεν είναι καθόλου εύκολοι:

Υπήρχε ένας μεγάλος ψηλός τοίχος εκεί, που προσπάθησε να με σταματήσει,
μια ζωγραφισμένη πινακίδα που έλεγε «Ιδιωτική Περιοχή».
Αλλά στην πίσω πλευρά της δεν έλεγε τίποτε.
Αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Στις πλατείες της πόλης, στην σκιά ενός καμπαναριού,
δίπλα στο γραφείο τής πρόνοιας, είχα δει τον λαό μου.
Καθώς στέκονταν εκεί πεινασμένοι, στάθηκα κι εγώ να ρωτήσω:
Είναι αυτή η γη φτιαγμένη για σένα και για μένα;

Κανένας ζωντανός δεν μπορεί ποτέ να με σταματήσει,
καθώς βαδίζω εκείνη την λεωφόρο της ελευθερίας.
Κανένας ζωντανός δεν μπορεί ποτέ να με κάνει να γυρίσω πίσω.
Αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Κι αν στις ΗΠΑ το τραγούδι λογοκρίθηκε για να συμπεριληφθεί στα σχολικά βιβλία, σε πολλές χώρες του κόσμου έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και προσαρμόστηκε ανάλογα: Αγγλία, Ιρλανδία, Ουαλία, Καναδάς, Αυστραλία, Μεξικό, Βέλγιο, Σουηδία, Τουρκία… Στην Ελλάδα δεν χρειάστηκε να το υιοθετήσουμε, αφού την εποχή που το κυκλοφορούσε ο Γκάθρυ, ο Ρίτσος έγραφε τα ίδια στην «Ρωμηοσύνη» του: αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας

Woody Guthrie live σε βαγόνι τού νεοϋρκέζικου μετρό

Ο Γούντυ Γκάθρυ και το «This land is your land» έχουν εμπνεύσει αναρίθμητους τραγουδοποιούς. Δεν είναι τυχαίο ότι το δεύτερο τραγούδι που έγραψε ο Μπομπ Ντύλαν είναι το «Song to Woody» ούτε ότι ο Μπρους Σπρίνγκστην μιλάει για «ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ«. Παράλληλα, όμως, οι λογοκριμένες εκδόσεις του έχουν παρερμηνευτεί τόσο ώστε το κομμάτι να παρουσιάζεται ως… πατριωτικό. Αν αυτό σας φαίνεται απίστευτο, μάλλον θα αλλάξετε γνώμη όταν μάθετε ότι το έχουν χρησιμοποιήσει ο… Ρόναλντ Ρέηγκαν (στην προεκλογική του εκστρατεία), η… Εθνική Ένωση Υποστηρικτών Οπλοκατοχής και η… Κου-Κλουξ-Κλαν!

—————————————————-
(*) Ακόμη και στον επίσημο ιστότοπο για τον Γούντυ Γκάθρυ, στους στίχους τού τραγουδιού η πινακίδα δεν γράφει «Private Property» (Ιδιωτική Περιοχή) αλλά «No Trespassing» (Απαγορεύεται η διέλευση). Πρόκειται για μια κάθε άλλο παρά αθώα παρέμβαση, η οποία αλλοιώνει σαφώς το μήνυμα του δημιουργού κατά της ιδιοκτησίας.

____________________________________________________________

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Προστατευτισμός…


Κάπου έχουν χαθεί οι θρυλικοί αντίπαλοι της (θρυλικής) “παγκοσμιοποίησης”. Στα σπίτια τους, στις οργανώσεις των φασιστών ή, ακόμα, και στα κυβερνητικά μέγαρα. Όπως, για παράδειγμα, το ψόφιο κουνάβι. Όπως άλλοι στριφογυρνάνε το μπεγλέρι τους αυτός (λέει ότι) κηρύσσει “εύκολους εμπορικούς πολέμους”, τους οποίους φυσικά (λέει ότι) θα κερδίσει χαλαρά. Το ότι είναι ενεργούμενο της καπιταλιστικής ιστορίας ούτε που περνάει απ’ το μυαλό – το δικό του αλλά και των αντιπάλων του. Και γιατί να περάσει;

Πριν 86 χρόνια, το 1932, ένας τύπος που λεγόταν John Maynard Keynes (κάπου θα έχει απομείνει η ηχώ του ονόματός του) έκανε μια διάλεξη με τίτλο Η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτήν σχολίαζε σαρκαστικά τα αποτελέσματα των αλλεπάλληλων προστατευτικών μέτρων που είχαν πάρει τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη της εποχής του, για να προστατέψουν την «εθνική παραγωγή» τους, μετά το ξέσπασμα της αρχικά χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 1929. Μεταξύ άλλων, με βρετανικό φλέγμα, παρατηρούσε:

…Έχουμε εδώ λοιπόν ένα ακραίο παράδειγμα της δυσαρμονίας μεταξύ του γενικού και του ειδικού συμφέροντος. Κάθε κράτος, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την σχετική του θέση, παίρνει μέτρα βλαβερά για την ευημερία των γειτόνων του· κι αφού αυτή η τακτική δεν περιορίζεται μόνο σε ένα κράτος, ο καθένας υφίσταται πολύ περισσότερες συνέπειες απ’ τις παρόμοιες λογικές που εφαρμόζουν οι γειτονές του, απ’ τα οφέλη που έχει ο ίδιος απ’ τις επιλογές αυτές.

Πρακτικά, όλα τα λαοφιλή γιατρικά που κυκλοφορούν σήμερα είναι τέτοιου αλληλοεξοντωτικού χαρακτήρα. Ανταγωνιστικές μειώσεις μισθών, ανταγωνιστικοί δασμοί, ανταγωνιστική ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή, ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, ανταγωνιστικά προγράμματα: η κατάσταση του ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΓΕΙΤΟΝΑ ΖΗΤΙΑΝΟ. Κι αυτό γιατί το έξοδο του ενός είναι κανονικά το έσοδο κάποιου άλλου.

Έτσι, καθώς προσαθούμε να βελτιώσουμε το δικό μας περιθώριο, μειώνουμε το περιθώριο κάποιου άλλου· κι αν η ίδια πρακτική ακολουθηθεί παντού θα χειροτερέψει την κατάσταση όλων. Οποιοσδήποτε ιδιώτης οδηγούμενος από την προσωπική του κατάσταση μπορεί να περικόψει τις συνηθισμένες δαπάνες του, και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό. Αλλά ας μη νομίζει κανείς ότι μ’ αυτόν τον τρόπο υπηρετεί κάποιο συλλογικό συμφέρον.

Ο μοντέρνος καπιταλισμός είναι πλεύση καλού καιρού. Όταν ξεσπάσει η καταιγίδα ο καπιταλιστής εγκαταλείπει να καθήκοντα του καπετάνιου, και μπορεί να βουλιάξει ακόμα και τις βάρκες που θα τον γλύτωναν, από τη λύσσα του να σπρώξει τον κοντινό του έξω απ’ τη βάρκα για να μπει αυτός…

Η παρομοίωση (του Keynes) για την βάρκα και την (ενδο)καπιταλιστική λύσσα είναι μνημειώδης! Το ψόφιο κουνάβι είναι ένα ενεργούμενο αυτής της λύσσας, και καθόλου το μοναδικό. Ωστόσο ο πνευματώδης και πανέξυπνος άγγλος οικονομολόγος έκανε λάθος τότε: με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μετά από σπρωξιές και κλωτσιές, τα αφεντικά μένουν μέσα στη βάρκα… Οι καρχαρίες (τους) τρώνε τους μούτσους…

Το διαπίστωσε, άλλωστε, και ο ίδιος, εκ του ασφαλούς, με τον παγκόσμιο πόλεμο που έδωσε σάρκα, οστά και αίμα σ’ εκείνον τον «καυγά μέσα στη βάρκα»: τον Β…

____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/03/prostateytismos/

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ…


8-960x639.jpg

από Αλίκη Κοσυφολόγου

Μαρξισμός – Λενινισμός; Ορισμός; Ξέρετε όταν ο ήλιος δύει, είναι όλα κόκκινα αλλά μετά εξαφανίζεται. Να ξέρετε όμως ότι στην καρδιά μου, ο ήλιος δε δύει ποτέ*

Στον απόηχο των γεγονότων του Μάη του 68 συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία αυτόνομων φεμινιστικών ομάδων – αριστερών και αναρχικών- αρκετών εξ αυτών προερχόμενων από την οργάνωση FMA (FémininMasculinAvenir/ Αρσενικό, Θηλυκό, Μέλλον, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε  Feminism MarxismAction/Φεμινισμός,Μαρξισμός, Δράση), το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών (Mouvement de Libération des Femmes), το οποίο οργάνωσε κι έδωσε την μάχη για τη νομιμοποιήση των εκτρώσεων στην Γαλλία αλλά και για την αναγνώριση των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών.

Ο συνελευσιακός και οριζόντιος χαρακτήρας των πολιτικών διαδικασιών, η σύνδεση των φεμινιστικών αιτημάτων με εκείνα του αντιαποικιακού αγώνα καθώς και με τις εργατικές διεκδικήσεις, αλλά και η αντι-πατριαρχική και αντι-γραφειοκρατική πολιτική κουλτούρα στην συλλογική λειτουργία αποτέλεσαν δομικά στοιχεία της πολιτικής στρατηγικής του συγκεκριμένου κινήματος αλλά και της πολιτικής στράτευσης των υποκειμένων σε αυτή.

Αν και από την περίοδο εκείνη έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια και πολλά γεγονότα, το πρόβλημα του μετασχηματισμού της μαχητικής πολιτικής παραμένει τόσο ανοιχτό και δισεπίλυτο, όσο το περιέγραφαν οι φεμινιστικές ομάδες στις γενικές συνελεύσεις στην Καλών Τεχνών στο Παρίσι το φθινόπωρο του 1971. Και παρά τις σημαντικές «βελτιώσεις» ή ακόμη και τις τομές που έχουν συντελεστεί στην δομή και στην λειτουργία κομμάτων και συλλογικοτήτων, στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και στρατηγικής αλλά και στις συλλογικές πρακτικές υπάρχει κάτι που ακόμη συγκρατεί σχεδόν ακέραιους όλους τους δυισμούς αλλά και τους κυρίαρχους έμφυλους καταμερισμούς. Οι ιστορικοί λόγοι που ερμηνεύουν αυτό το πρόβλημα είναι σύνθετοι και προσδιορίζονται συγκεκριμένα από τις ιδιαίτερες συλλογικές εμπειρίες των κοινωνικών αγώνων στις διαφορετικές χώρες αλλά και από τον σε κάθε συγκυρία βαθμό επιδραστικότητας του φεμινιστικού κινήματος.

Η πολιτική και θεωρητική συζήτηση για την υπέρβαση  αυτών των καταμερισμών στην πολιτική σήμερα, προβάλλει ένα αίτημα φεμινιστικοποιήσης της πολιτικής, δηλαδή του πλήρους μετασχηματισμού της μορφής της πολιτικής και  της ριζικής εξάλειψης των πατριαρχικών προτύπων και ιεραρχιών. Επιπλέον, αποδίδει εκ νέου ένα θεμελιακό ρόλο στο βίωμα, στην μερικότητα – όχι αποσπασματικότητα- αμφισβητώντας τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Από μια σκοπιά, θα μπορούσε μάλλον και να υποτεθεί ότι πρόκειται για μια εκ νέου ενεργοποιήση της θέσης «το προσωπικό είναι πολιτικό», η οποία εμπλουτίζεται από την πρόσφατη συλλογική μνήμη του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος αλλά και από τις ακόμη πιο πρόσφατες εμπειρίες των κοινοτιστικών πρακτικών και κινημάτων πόλης.

To δίχως άλλο, πέρα από τον λανθάνοντα εμπειρισμό ή ακόμη και τον – μικρό αλλά όχι ανύπαρκτο- κίνδυνο της αναπαραγωγής έμφυλων ουσιοκρατιών και διπόλων- και μεταξύ αυτών του πιο προφανούς κινδύνου ταύτισης των γυναικών με το βίωμα και την εμπειρία και των ανδρών με την θεωρία και την στρατηγική-, η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει δύο πλεονεκτήματα: αφενός την ιεράρχηση της διεκδίκησης της έμφυλης ισότητας ως κεντρικής σημασίας – ιδιαίτερα σε μία περίοδο όπου η μάχη ενάντια στην λιτότητα και στον καπιταλισμό ερμηνεύεται σε κάποιες περιπτώσεις μονομερώς ως κυρίαρχη και αποκλειστική αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας- και αφετέρου σε σχέση με την αναζήτηση νέας μορφής ή μορφών για την πολιτική.

Με άλλα λόγια, το αναγκαίο σήμερα, έτσι όπως εμείς το κατανοούμε, δεν είναι μια διακήρυξη φεμινισμού και συμπεριληπτικότητας – που δε λείπει εξάλλου- αλλά η αναζητήση των δρόμων και των μορφών για την υλοποίηση τους με οραματικό τρόπο. Όπως έχει γραφτεί κι έχει ειπωθεί κι άλλες φορές, δεν ξεκινάμε από το μηδέν, όμως η δεδομένη πλέον αναγνώριση από πολλά κόμματα και συλλογικότητες της οπτικής του φεμινισμού ως σημαντικής, δεν έχει μέχρι τώρα πετύχει να τις μετασχηματίσει και να τις αλλάξει σε βάθος. Και είναι επίσης αλήθεια, πως τα ανακουφιστικά ευχολόγια, ούτε κόκκινη, ούτε φεμινιστική έκαναν ή θα κάνουν ποτέ τη γη.

Χρειάζεται λοιπόν να δημιουργήσουμε από κοινού νέους τρόπους συλλογικής λειτουργίας που θα βασίζονται στην συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό, που αποτελεί έκφραση και αποτέλεσμα της πατριαρχικής κουλτούρας. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να αναλάβουμε την ευθύνη για – οδυνηρές σε αρκετές περιπτώσεις – συγκρούσεις στο εσωτερικό των οργανώσεων και συλλογικοτήτων που συμμετέχουμε. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε νέους χώρους  πλατιάς συμμετοχής, να καταμερίζουμε ισότιμα αλλά και να αναλαμβάνουμε ευθύνες. Χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την συλλογική μας αυτοπεποίθηση, ενισχύοντας του δεσμούς συντροφικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ μας. Χρειάζεται να αναζητήσουμε μεθοδολογίες που θα «φεμινιστικοποιούν» όλα τα επίπεδα πολιτικής δραστηριότητας και συμμετοχής, από τον πολιτικό ακτιβισμό μέχρι μέχρι τον συνδικαλισμό και τις εκλογές και που ταυτόχρονα αποτελούν και κριτήριο για την συγκρότηση των πολιτικών μας συμμαχιών, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που οι τελευταίες έχουν αποκτήσει τέτοια βαρύτητα.

Χρειάζεται να αναμετρηθούμε με τα κατάλοιπα του βιολογισμού, που είτε αναπαράγουν και παγιώνουν έμφυλους καταμερισμούς, είτε ακόμη χειρότερα ενεργοποιούν ακόμη κι ανάμεσα μας ιδεοληψίες για το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, υπονομεύοντας την οικοδόμηση δεσμών συντροφικότητας, ενότητας και βαθιάς συνεργασίας με τις λοατκι συλλογικότητες.

Τέλος πρέπει να αναμετρηθούμε με τον ίδιο τον χαρακτήρα της πολιτικής στράτευσης στο κίνημα. Μία συντρόφισσα είχε περιγράψει κάποια στιγμή το κίνημα σαν ένα πεδίο αποκλειστικής δραστηριότητας για τον «υγιή, χωρίς υποχρεώσεις νέο άντρα». Ακόμη κι αν αυτή η περιγραφή  μοιάζει υπερβολική, είναι αλήθεια πως οι απλωμένες χρονικότητες, οι χώροι που συχνά δεν είναι προσβάσιμοι, αλλά και καθαυτή η υπερβολικά απαιτητική – σχεδόν με όρους αποκλειστικότητας- πολιτική στράτευση αποκλείει αρκετές και αρκετούς.

** Εικόνα του άρθρου είναι της Λεονόρα Κάρινγκτον, Παρασκευή και 13, 1965, λάδι σε καμβά.


Aπό:https://k-lab.zone/ypothesi-tou-feminismou/

Η ελληνική ανεκτικότητα και η ρητορική της δημοφοβίας…


Ζαν Λουί Πετίτ (1795–1876) – Φάρος στο Gatteville

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Τόσο στην Ελλάδα της κρίσης, όσο και πριν η οικονομική κατάρρευση σαρώσει τη χώρα, συναντά κανείς περιπτώσεις δημόσιων προσώπων και γνωστών διανοούμενων, που μέσα από τα βιβλία τους, την αρθρογραφία τους και τις ομιλίες τους, χαρακτηρίζουν τους Έλληνες «κλειστόμυαλους» και μη ανεκτικούς. Για αυτούς, ο μέσος Έλληνας παραμένει προσκολλημένος στο οικογενειακό μοντέλο και στη λεγόμενη «παρωχημένη κοινωνία» που «διέπεται από απαρχαιωμένες της αξίες», αρνούμενος πεισματικά να δεχθεί την εξέλιξη, την πρόοδο και την «πορεία προς τα εμπρός». Αυτή την αντίληψη, αναφορικά με την ελληνική πραγματικότητα, συναντά κανείς ακόμα και σε πλατιά τμήματα της ίδιας της κοινωνίας, εφόσον έχει γίνει κοινός τόπος, σε αρκετούς συμπολίτες μας, η δήθεν «αναγκαιότητα να εκμοντερνιστούμε», πάντα στα πρότυπα των δυτικών μητροπόλεων. Αυτή η προσέγγιση, κατά βάση, πηγάζει από την εξιδανίκευση του βορειοευρωπαϊκού και αγγλοσαξονικού κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου, έτσι όπως καλλιεργήθηκε κατά τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, και ιδίως κατά τη δεκαετία του ’90, μέχρι και το 2008. Πιο χαρακτηριστική είναι όμως η ύπαρξη ιδιωτικών οργανισμών, όπως ο διαΝΕΟσις, ο οποίος μέσα από έρευνες γνώμης διατείνεται ότι χαρτογραφεί τις αξιακές, πολιτικές και πολιτισμικές αντιλήψεις των Ελλήνων. Όπως μάλιστα λένε κάποιοι, που προσφάτως συμμετείχαν στο 3ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η ελληνική κοινωνία είναι «μέχρι το μεδούλι συντηρητική και κλειστή», ενώ η σχέση της με το κράτος «παραμένει πελατειακή». Επίσης συχνά τονίζεται το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, νεότεροι στην ηλικία, τα τελευταία χρόνια, έφυγαν από την Ελλάδα για χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά ή άλλαξαν ακόμη και ήπειρο, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στις «αναπτυγμένες» χώρες. Αντιθέτως όσοι παρέμειναν συχνά κατηγορούνται ότι είναι αποτυχημένοι, τεμπέληδες και ανίκανοι, που παρασιτούν και βασίζονται στην οικογενειακή και κρατική πρόνοια.

Συνέχεια