Το δράμα ενός «χαρισματικού» λαού…


Από τον Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Η νεοελληνική συλλογικότητα επιβίωσε της κακοποίησης που υπέστη ήδη από τα πρώτα βήματα κρατικής αυθυπαρξίας της -για να μην συζητήσουμε τι υπέστη πριν απ’ αυτό- χάρις στην ικανότητα της να προσαρμόζεται ακόμη και σε συνθήκες απίστευτης σκληρότητας. Φοβάμαι όμως ότι αυτό συνέβη συχνά παύοντας να αντιδρούμε και να αισθανόμαστε ή παγώνοντας κατά κάποιο τρόπο τις πυρηνικές μας ανάγκες. Κάτι ανάλογο βιώνουμε και σήμερα.

Το κυρίως πρόβλημα είναι ότι σ’ αυτή τη διαδικασία προσαρμογής και προκειμένου να κερδίσουμε την «αγάπη της Δυτικής μητέρας μας» -και άρα να νιώσουμε ασφαλείς απέναντι στην «πατρική» απειλή της Ανατολής- αρνηθήκαμε ταυτόχρονα τις δικές μας επιθυμίες και ίσως και τον ίδιο τον Εαυτό μας. Θυσιάσαμε, δηλαδή, τον αληθινό μας Εαυτό, προκειμένου να εξασφαλίσουμε την τόσο σημαντική για μας «αγάπη» της Δύσης. Έπρεπε να αποδείξουμε ότι δικαίως είμαστε τα χαρισματικά παιδιά μας μητέρας, που θαύμαζε τόσο τον αρχαίο παππού μας. Σε μια αέναη ορθοπεταλιά έπρεπε να κάνουμε το αδύνατο δυνατό για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της και να γίνουμε, επιτέλους, κι εμείς «εφάμιλλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών».

Στην πορεία αυτή συνηθίσαμε να αρνιόμαστε τις δικές μας ανάγκες, καθιστώντας  έτσι αδύνατο να το να βρούμε τον αληθινό συλλογικό μας Εαυτό και την ιδιοπροσωπία μας. Αυτό ακριβώς μας έκανε -και μας κάνει- πάντα ευάλωτους σε μια κίνηση εκκρεμούς, που έχει στη μια του άκρη την «εθνική κατάθλιψη» και στην άλλη τους -πάσης φύσεως- χρυσαυγίτικους μεγαλοϊδεατισμούς.  Ακόμη και στις μέρες μας, η συλλογική μας καταθλιπτική αδράνεια είναι η άμυνα μας ενάντια στο βαθύ πόνο για την απώλεια της συλλογικής μας ταυτότητας, του αληθινού μας συλλογικού Εαυτού, όπως από την άλλη οι εθνικιστικές – μεγαλοϊδεατικές αντιλήψεις είναι μια υπεραναπλήρωση απέναντι στη συλλογική κατάθλιψη. Ένας τρόπος να κρατηθούν μακριά από την κατάθλιψη τα τμήματα αυτά του πληθυσμού.

Οι τραυματικές εμπειρίες των πρώιμων χρόνων, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και αμέσως μετά -εμφύλιος, βαυαροκρατία κ.λπ.- διαμόρφωσαν τη σημερινή μας «ταυτότητα», με τον ίδιο τρόπο που οι κακοποιητικές εμπειρίες ενός μικρού παιδιού διαμορφώνουν την ενήλικη προσωπικότητα του. Είναι ενδεικτικό ότι ήδη από τον 15ο αιώνα, η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία είχε πλημμυρίσει με εκατοντάδες έργα, όλα με τον ίδιο μονότονο τίτλο «Contra Errores Graecoroum», «Ενάντια στις Πλάνες των Γραικών», ανοίγοντας ένα φαύλο κύκλο περιφρόνησης απέναντι σε οτιδήποτε ελληνικό, αν αυτό δεν είχε πρώτα ελεγχθεί από τον δυτικό «διορθωτή» του. Η μεταβίβαση αυτής της περιφρονητικής εμμονής πέρασε από γενιά σε γενιά στη Δύση, αλλά και στην Ελλάδα μέσα από την ενδοβλημένη της εκδοχή. Κι έτσι, συνεχίζουμε να «προστατεύουμε» τη δυτική «μητέρα», με λατρεία καμιά φορά, ακριβώς γιατί έτσι προφυλάσσουμε τον Εαυτό μας από τη επώδυνη συνειδητοποίηση των τραυμάτων που μας προκάλεσε.

Όσο όμως αποφεύγουμε να αποκαλύψουμε τι μας συνέβη, ήδη από τα πρώτα μας βήματα, πράγμα που συνεχίζεται αμείωτο μέχρι σήμερα μέσα από την ξένη εξάρτηση και την αποικιοποίηση,  δεν βρίσκουμε το σθένος να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα και ταυτόχρονα αρνιόμαστε τον αληθινό μας Εαυτό, προσπαθώντας μάταια να στήσουμε στα πόδια του έναν ψευδή Εαυτό συμβατό με τις επιθυμίες της δυτικής κυριαρχικής μητέρας. Γιατί, η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία μας δεν απελευθερώθηκε ποτέ τα μάτια της “μητέρας” Δύσης, που είναι διαρκώς στραμμένα επικριτικά πάνω μας. Γι΄ αυτό, αν υπάρχει μια σταθερά στην ελληνική κοινωνία είναι η διαρκής αυτοτιμωρητική λογική του «χειρότερου λαού» στον πλανήτη, που «πάλι με τα χάλια του γίνεται διεθνές ρεζίλι» και γι’ αυτό χρειάζεται «μνημόνια για πάντα».  Ο Τιτανικός του Γιωργάκη στα μάτια κάποια Αμερικανίδας Μάργκαρετ βούλιαζε, αν με εννοείς.

Στόχος μας βέβαια δεν μπορεί να είναι μια επίθεση, ένα δριμύ κατηγορώ στη Δύση, της οποίας έτσι ή αλλιώς είμαστε -τουλάχιστον- μια εκδοχή της, αν όχι αναπόσπαστο τμήμα της, αλλά η συμφιλίωση με όσα τραυματικά έχουμε υποστεί, αντί για την απώθηση και την αποφυγή τους.  Διαφορετικά ο αντιδυτικισμός δεν θα είναι τίποτα περισσότερο παρά τα μεταμφιεσμένα συναισθήματα με τα οποία θα συνεχίσουμε να εξαπατάμε τον Εαυτό μας, ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Θα είναι σαν να αρνιόμαστε, να μη θέλουμε να ξέρουμε τη συλλογική μας αλήθεια και «συμφωνώντας» στην άρνηση αυτή, συνασπιζόμαστε ενάντια σ’ έναν κοινό εχθρό, για να εκδραματίσουμε την απωθημένη οργή μας. Πράγμα τόσο γνωστό στην ιστορία των ιδεολογιών σ’ αυτόν τον τόπο.

Νομίζω, με άλλα λόγια, ότι έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να νιώθουμε θύματα και να προχωρήσουμε προς τα μπρος με μια νέα συλλογική συνειδητότητα. Να επιλέξουμε, δηλαδή, τον αληθινό Εαυτό μας και να απελευθερωθούμε από τις ψευδαισθήσεις, ξέροντας ότι αυτή η διαδικασία της αυτεπίγνωσης είναι πολύ πιθανό να μας προσφέρει πόνο, πριν μας δώσει μια νέα αίσθηση ελευθερίας.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε ό,τι συνέβη στο πρόσφατο ή στο πιο μακρινό παρελθόν. Μπορούμε όμως να αποκαταστήσουμε τη χαμένη μας Εαυτότητα, να αφήσουμε πίσω μας τον ψευδή δυτικό εαυτό και να σταματήσουμε να ζούμε στην ανεπίλυτη και απωθημένη κατάσταση που διαμορφώθηκε εδώ και αιώνες. Να αποκαταστήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιδιοπροσωπείας του Λαού μας. Όλα δηλαδή τα ιδιαίτερα ταυτοτικά χαρακτηριστικά που μας κάνουν να είμαστε, αν και σε όποιο βαθμό είμαστε, κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς  λαούς, δίχως μάλιστα αυτή η διαφορετικότητα να τίθεται με μια στρεβλωμένη και πάλι ψευδαισθητική περιούσια ή ντε και καλά μου «προικισμένη» θέαση.

Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν οι πυρηνικές συλλογικές μας ανάγκες και ο τρόπος που τις ιεραρχούμε. Ο Πολιτισμός μας, με μια λέξη. Δηλαδή ποια ανάγκη θέτουμε ως ύψιστη προτεραιότητα, ποια δεύτερη και πάει λέγοντας. Είναι, για παράδειγμα, πρώτιστη η ανάγκη μας για ελευθερία ή μήπως για ασφάλεια; Και κατά συνέπεια, πόση ελευθερία είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε χάριν της ασφάλειας ή και αντίστροφα; Είναι προτεραιότητα η αλήθεια της ύπαρξης ή η χρησιμοθηρική αντίληψη της;  Είναι προτεραιότητα η ανθρωπιά ή η αντικειμενικοποιημένη αλήθεια; Είναι προτεραιότητα η επιστήμη ή η τεχνική; Ο άνθρωπος ή οι αριθμοί; Η κοινωνία ή οικονομία; Η αλήθεια ή η χρησιμότητα; Η ίδια η ζωή ή η αποτελεσματικότητα της; Εγώ ή ο Άλλος;  Δισεπίλυτος γρίφος αναμφίβολα η αποσαφήνιση των αναγκών και η ιεράρχηση τους, αλλά προαπαιτούμενο συνειδητοποιημένης συλλογικής απελευθέρωσης και ενηλικίωσης.

Αν αντίθετα, οι πυρηνικές μας ανάγκες παραμένουν «παγωμένες» και τα πραγματικά μας συναισθήματα απωθημένα και ασυνείδητα, το παρόν μας θα επιμένει να καθορίζεται μ’ έναν διαστροφικό τρόπο, καθώς μένουμε φυλακισμένοι στο τραυματικό παρελθόν μας.  Η συνεχιζόμενη απώθηση της επαναλαμβανόμενης κακοποίησης και της περιφρόνησης που έχουμε υποστεί μας οδηγεί στο να καταστρέφουμε τη συλλογική μας ζωή. Η Δυτική «μητέρα» όχι μόνο μας έχει κατ’ επανάληψιν εγκαταλείψει, αλλά δεν ήταν ποτέ εκεί και είναι καταστροφικό να αρνούμαστε να δούμε αυτή την αλήθεια. Η βαυαροκρατία, το ’22, ο εμφύλιος, η χούντα, η Κύπρος και τα Μνημόνια, είναι μόνο μερικά από τα ορόσημα αυτής της «μητρικής» εγκατάλειψης.  Και δεν είναι δείγμα ενηλικίωσης να το κρύβουμε από το συλλογικό μας εαυτό, μην τυχόν και νιώσουμε απελπισία, ούτε βέβαια, αυτοτιμωρητικά, να θεωρούμε τον Εαυτό μας ανάξιο και άρα υπεύθυνο αυτής της εγκατάλειψης.

Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας, σαν μια άμυνα του Ελληνικού «εγώ», μπορεί να είναι κάπως ανακουφιστική στις συνθήκες παγκόσμιου άγχους, αλλά οδηγεί στη συγκρότηση ενός ψευδούς εαυτού που παριστάνει ότι δεν «μασάει», δεν «τρέχει» τίποτα και ότι οι «αγορές θα χορεύουν με τα νταούλια μας».  Όμως όλοι ξέρουμε πια και ότι «μασάει» και «τρέχει και δεν φτάνει»  και υπαρξιακά πλέον κινδυνεύει.  Και κανείς στην Ευρώπη δεν γράφει πια ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς, τη μεγάλη μας πλάνη.


Aπό:http://www.nostimonimar.gr/to-drama-enos-charismatikou-laou/

Ιταλία: και τώρα, τί; …


Κατά το διήμερο 22-23 Φεβρουαρίου διοργανώθηκε στις Βρυξέλλες μια εκδήλωση από το Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (Centre for European Policy Studies), με υψηλούς καλεσμένους, οι οποίοι θα συζητούσαν όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ενωμένη Ευρώπη. Την εκδήλωση άνοιξε ο πρόεδρος της Κομμισσιόν Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, από τον οποίο ζητήθηκε να κάνει και μια εκτίμηση για τις -επικείμενες τότε- προχτεσινές ιταλικές εκλογές. Ως συνήθως, ο Γιούνκερ δεν πολυσκέφτηκε πριν απαντήσει:

Πρέπει να προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο σενάριο και το χειρότερο σενάριο θα μπορούσε να είναι μια μη λειτουργική κυβέρνηση.

Στην αψυχολόγητη τοποθέτηση του Γιούνκερ έσπευσε να απαντήσει ο ιταλός πρωθυπουργός Πάολο Τζεντιλόνι: «θα τον καθησυχάσω λέγοντάς του ότι σε κάθε περίπτωση όλες οι κυβερνήσεις είναι λειτουργικές, οι κυβερνήσεις κυβερνούν». Βέβαια, ο πρόεδρος της Κομμισσιόν θα έπρεπε να ήταν από μόνος του ιδιαίτερα προσεκτικός μιλώντας για την Ιταλία. Δεν θα έπρεπε να ξεχνάει ότι η Ιταλία στα 157 χρόνια τής σύγχρονης ιστορίας της (από το 1861 όταν ο Γαριβάλδης δημιούργησε το πρώτο ενωμένο «Βασίλειο της Ιταλίας»), μετράει 128 κυβερνήσεις. Αυτό σημαίνει ότι, αν εξαιρέσουμε τα 21 χρόνια φασιστικής διακυβέρνησης του Μουσσολίνι, οι ιταλοί αλλάζουν κυβέρνηση σχεδόν μια φορά τον χρόνο κατά μέσον όρο. Και όμως, αυτή η χώρα εξακολουθεί να κυβερνιέται. Ίσως όχι με τρόπο αρεστό στο κύριο Γιούνκερ αλλά κυβερνιέται.

Πάντως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι με το δίκιο του ήταν ανήσυχος ο Γιούνκερ, κάτι που σαφώς υπογραμμίζεται από το αποτέλεσμα των εκλογών. Με πρώτη δύναμη το κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα φιλοευρωενωσιακό «Κίνημα πέντε αστέρων», με ισχυρότερο κομματικό σχηματισμό την κολεγιά τού -κάθε άλλο παρά συμπαθούς στις Βρυξέλλες- Μπερλουσκόνι με τα ευρωσκεπτιστικά κόμματα «Λέγκα του Βορρά», «Αδελφοί τής Ιταλίας» και «Εμείς με την Ιταλία» και με τον ίσως πιστότερο σύμμαχό τους, το «Δημοκρατικό Κόμμα» (βρε πώς αλλάζουν οι καιροί!) εμφανώς εξασθενημένο, οι Βρυξέλλες έχουν κάθε λόγο να περιμένουν με αγωνία την επόμενη μέρα.

Όντως ο ιταλικός ευρωσκεπτικισμός προβληματίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ιταλοί ξέρουν ότι το χρέος τους είναι το υψηλότερο (σε απόλυτα ποσά) στην ευρωζώνη αλλά ταυτόχρονα καταλαβαίνουν ότι ακριβώς αυτό το μέγεθος αποτελεί και εγγύηση πως κανείς δεν θα τους αφήσει να σωριαστούν, μιας και κάτι τέτοιο θα σήμαινε όχι απλώς την διάλυση της νομισματικής ένωσης αλλά και την καταστροφή εθνικών οικονομιών άμεσα εξαρτημένων από την δική τους (Γαλλία, Γερμανία κλπ).

Παράλληλα, η Ιταλία δεν προσφέρεται για λύσεις σαν εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία ή την Κύπρο. Δυστυχώς για τα νεοφιλελεύθερα κέντρα λήψης αποφάσεων, ο χρόνος έχει αποδειχτεί πια καλός δάσκαλος για την Ρώμη, η οποία δεν μπορεί να «τσιμπήσει» σε δολώματα τύπου PSI ή κουρέματος καταθέσεων, εφ’ όσον τα καταστροφικά αποτελέσματα τέτοιων επιλογών έχουν γίνει ήδη σαφή. Για να το πούμε διαφορετικά, ούτε οι Βρυξέλλες ούτε η Φρανκφούρτη έχουν πλέον το κατάλληλο δόλωμα για να πιάσουν ένα τόσο μεγάλο ψάρι.

Κατ’ επέκταση, η Ρώμη δεν έχει κανένα λόγο να σκύψει το κεφάλι σε οποιονδήποτε «θεσμό» και μπορεί με -μικρότερη ή μεγαλύτερη- άνεση να συνεχίσει τον γνωστό κεϋνσιανό δρόμο τής ανάπτυξης μέσω της δημιουργίας ελλειμμάτων. Έναν δρόμο, δηλαδή, που εξυπηρετεί το εγχώριο κεφάλαιο και όχι το γερμανικό. Πολύ περισσότερο αφού η ΕΚΤ δεν υπάρχει περίπτωση να πάψει να αγοράζει ιταλικά ομόλογα (κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για το ευρώ), διατηρώντας έτσι χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού της χώρας.

Femenικός ακτιβισμός: «Μπερλουσκόνι έχεις λήξει»

Κατόπιν όλων αυτών, το ερώτημα περί της επόμενης μέρας στην Ιταλία χάνει μεγάλο μέρος από την βαρύτητά του και η απάντηση στην αγωνία τού κυρίου Γιούνκερ γίνεται μάλλον ξεκάθαρη: ό,τι κι αν συμβεί, η κυβέρνηση που θα προκύψει θα είναι -κατά το μάλλον ή ήττον- «μη λειτουργική», όπως εννοεί τον όρο ο πρόεδρος της Κομμισσιόν. Όποια κυβέρνηση συνεργασίας κι αν σχηματιστεί, είτε από το «Κίνημα πέντε αστέρων» και την «Λέγκα του Βορρά» είτε από το μπερλουσκονικό «Φόρτσα Ιτάλια» και το «Δημοκρατικό Κόμμα» είτε ο,τιδήποτε άλλο, το πιθανώτερο είναι ότι το ευρωπαϊκό διευθυντήριο δεν θα περάσει ιδιαίτερα ευχάριστες μέρες μαζί της. Αυτή την φορά το ιταλικό πολιτικό σκηνικό αναμένεται να εξυπηρετήσει περισσότερο το ντόπιο παρά το ευρωπαϊκό κεφάλαιο (αυτό που κατ’ ευφημισμό λέγεται και «ευρωπαϊκό όραμα»).

Φυσικά, υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο να αναζητηθεί διέξοδος με τον πιο γνωστό στους ιταλούς τρόπο: με νέες εκλογές. Μόνο που αυτή την φορά δεν φαίνεται πώς μπορεί να αλλάξει κάτι ριζικά μ’ αυτόν τον τρόπο.

 ____________________________________________________________

Μενέλαος Λουντέμης – Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι …


Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα  μοσκοβολιά, κι έλεγε…—το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του— αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να. κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει— όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…—και να σκάψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο.

Εκεί κάτου τα ’χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τί χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά .Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρωμούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ’πρεπε να ’ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο πού τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.

Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι πού κρυβότανε ήταν παράμερο, σε μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.

Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο,

—ά ναι….

—και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέτου… Αυτός κι εκ ε ί ν η —το Ολγάκι-—με το φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφιχτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το  χρυσό μήλο» —«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «’Ώ, τι γλυκό και μοσχοβολημένο φεγγάρι…».

Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…

Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους πού ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν απ’ το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ‘σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.

Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ’πε —κείνη έτρεμε…

—Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τούς συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα πού αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι ,—δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γ ι α τ ί —τότε μπορεί και να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θλίψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πίσω και ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι δαμασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφάζεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουν —γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δεν θα τ’ αφήσω πια ποτέ.

Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…

Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τί να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς πού ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, πού έχουν τα μάτια, και πού τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψ η λ α φ ώ.

Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα πού απάνω τη λένε χ ρ ό ν ο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…

Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φ ώ ς. Τί ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τί ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η  αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε —μέσα στα βαθιά  έγκατα —έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού.

Ήταν φώς! Ή ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβάρτς, του βασανιστή και του σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της —χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτε’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.

Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ό κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε τό κεφάλι του μες’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ότι έτρεξε. Του φάνηκε.

‘Όλα τα ’φερε ό πυρετός. Ό πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του.

Έτσι θα ήταν. Κρίμα…

Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τί ’ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του.

Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο. . · Δεν ήταν ψέμα · . Αχ. . · εξαίσιο πέρασμα. . . χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ’σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσο μαύρος χείμαρρος θέλει. Ή ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.

Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο ως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φώς, και την εγκαρτέρηση.

Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο του τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρθηκαν οι βαρείες άλυσσίδες —γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν —και τον πέταξαν ξανά στο φώς. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δεν βγάζεις λέξη».

Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη  καρέκλα πού σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.

— Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χάσες. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;

— Πόσον καιρό έχω; τον ρωτά.

— Πού να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πι μου και θα το βρούμε.

— Αρχές ’Απρίλη.

— Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.

— Τέλη του Νοέμβρη;…

Εφτά μήνες. . . Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες. . . Μόνο με ψωμί. . . Νερό και ψωμί, πού του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακονίσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…

Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.

— Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.

Δεν  τον πρόσεξε. ’Έπεσε πάνω στο νερό με χαχανητό.

—Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, οποίος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα πού βγήκα να τον ξεπληρώσω…

— Ποιόν παιδί μου; Λέγε…

— Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα…—ή μια νύχτα…, δεν θυμάμαι —εκεί κάτω έγινε φώς. Ένα κορίτσι…

— Άσε, ξέρω.

— Ξέρεις;

—- Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.

— Ποιος; Το κορίτσι;

— Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβάρτς. Έχει καναδυό μήνες πού το σπίτωσε.

— Του Σάρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στο μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της Γής;

— Άπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Άσε, είναι ιδιότροπος, διαστρεμμένος, βίδα… πώς το λένε;

— Άσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; ’Άσε, κατάλαβα. Γεια σου…

Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο, ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.

— Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…

— Τί;

— Δεν έχουμε λιανά.

Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.

— Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιόν λοιπόν με πέρασες;

Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.

— Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;

— Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον Ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πώς την έλεγαν;). Θέλω.. Θέλω τη… την «άπαυτή»… τη λεγάμενη του Σβάρτς.

— ..Χμ… Xμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.

— Όχι. γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…

— Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με. κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιόν λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.

— Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δεν με κατάλαβες. Δεν με νοιάζει ποιανού είναι και τί κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δα. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δα.

— Να τη δεις; Άλλο και τούτο! Και γιατί;

Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.

— Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. Άκου, Όλγα, κορίτσι μου.

Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…

— Τί είναι, γιαγιά; ρώτησε το κορίτσι.

Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).

Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ’κλείσε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ό άνθρωπος πού στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με  ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…

Άνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι ή τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να τού φωνάξει. Να περιμένει. Να δεις πώς θα πέφτει, και πώς θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. ’Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η  πόρτα.

Και τότε… Τότε κατάλαβε…—κι έμπηξε φωνή —κατάλαβε… πώς στον τάφο πού κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η  ίδια…

***

Μενέλαος Λουντέμης – Από τη συλλογή διηγημάτων: «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά»


Από: http://antikleidi.com