Η μουσική είναι παντού! …


Κάτι παλιό (;). Σαράντα χρονών. Η Patti και το Rock ‘n’ roll Nigger… (Για να θυμούνται οι… και να μαθαίνουν οι…) Απ’ την “άλλη” αμερική – live στη (δυτική) γερμανία…

Με τις καλησπέρες μας! Και θυμηθείτε: η ζωή είναι μεγάλη!…

_________________________________________________________

Είναι Eπαναστατική η Eργατική Tάξη; …


Zaher Baher*

Aυτή, λοιπόν, δεν είναι μία εύκολη ερώτηση για να απαντηθεί σε ένα μικρό άρθρο όπως αυτό. Πριν πάμε παρακάτω, χρειαζόμαστε τον πραγματικό ορισμό της “εργατικής τάξης”. Ομολογώ ξανά ότι ούτε αυτό είναι εύκολο.

Υπάρχουν διάφορες έννοιες ή ορισμοί για την “εργατική τάξη”. Σύμφωνα με το αγγλικό λέξικο του Cambridge είναι “μία κοινωνική ομάδα που αποτελείται από άτομα που κερδίζουν λίγα χρήματα, συχνά πληρώνονται μόνο για τις ώρες ή τις μέρες που δουλεύουν και συνήθως κάνουν σωματική εργασία. Η εργατική τάξη (ή αλλιώς και προλεταριάτο) είναι όλοι όσοι προσλαβάνονται με μισθούς, κυρίως σε χειρωνακτικά επαγγέλματα και σε εξειδικευμένες, βιομηχανικές εργασίες. Τα επαγγέλματα της εργατικής τάξης περιλαμβάνουν εργάτες, κάποιους υπάλληλους γραφείου και τους περισσότερους ανθρώπους με θέσεις εργασίας στον τομέα παροχής υπηρεσιών”.

Ο πιο γενικός ορισμός, που χρησιμοποιείται από μαρξιστές και σοσιαλιστές, είναι ότι η εργατική τάξη περιλαμβάνει όλους αυτούς που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν παρά μόνο την εργατική τους δύναμη και δεξιότητα. Με αυτή την έννοια, περιλαμβάνει και τους εργάτες και τους υπαλλήλους γραφείου, χειρωνάκτες και πνευματικά εργαζόμενους όλων των ειδών, εξαιρώντας μόνο άτομα των οποίων το εισόδημα προέρχεται από την ιδιοκτησία επιχείρησης και την εργασία άλλων.

Είναι πολύ προφανές ότι ο κόσμος στον οποίο ζούσε ο Μαρξ έχει αλλάξει δραματικά, όπως έχει αλλάξει και η ίδια η εργατική τάξη. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη τρεις τάξεις – η εργατική τάξη, η μεσαία τάξη και η ανώτερη τάξη. Όσο η πλειοψηφια των μαρξιστών, των σοσιαλιστών και μερικών αναρχικών πιστεύουν ότι η εργατική τάξη είναι η μόνη δυναμική που μπορεί να μας οδηγήσει στη σοσιαλιστική κοινωνία, ο ορισμός της «εργατικής τάξης» εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Οι διαφορετικοί ορισμοί της «εργατικής τάξης» μπορούν να μας δώσουν διαφορετικά τελικά αποτελέσματα ή διαφορετικά είδη κοινωνίας στο μέλλον.

Πολλοί από εμάς πιστεύουν ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας ανήκει στην εργατική τάξη.  Αυτή περιλαμβάνει όλων των ειδών του εργάτες, συνταξιούχους, ανέργους, αυτο-απασχολούμενους φοιτητές ακόμη και όσους κερδίζουν πολλά λεφτά και οι οποίοι μερικές φορές αποκαλούνται μεσαία τάξη.

Αν ορίσουμε την εργατική τάξη με αυτούς τους όρους, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν αποτελεί μία ενιαία τάξη, οι σκοποί της είναι διαφορετικοί και η ενότητα μεταξύ των μελών της είναι πιθανόν αδύνατη. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος της ελλειπής υποστήριξης ή αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της, που οδηγεί στην ήττα τους όταν προάγουν ξεχωριστά αιτήματα.

Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε πως οι παραδοσιακοί εργάτες συν οι απασχολούμενοι σε αγρούς, καταστήματα, γραφεία, βιομηχανίες εστίασης, κ.α. αποτελούν την εργατική τάξη, συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ένα άλλο πρόβλημα. Όσο αυτοί δεν γίνονται πλειοψηφία στην κοινωνία, δεν μπορεί να επιτευχθεί η αταξική κοινωνία που επιθυμούμε. Επιπλέον, λόγω των διαφορετικών συνθηκών εργασίας και των διαφορετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που αυτοί ανήκουν, η αλληλεγγύη και η ενότητα ανάμεσά τους καθίσταται πολύ δύσκολη.

Πριν να προχωρήσουμε παρακάτω, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι μία επανάσταση; Είναι κάποια θεμελιώδης μεταρρύθμιση; Είναι ο ταξικός αγώνας που αναμένεται να μας οδηγήσει στη δικτατορία του προλεταριάτου; Ίσως μία βίαιη ανατροπή της κυβέρνησης ή της κοινωνικής τάξης υπέρ ενός νέου συστήματος; Ή είναι απλά ένας κοινωνικός μετασχηματισμός που έχει ως αποτέλεσμα μία μη-ιεραρχική και αταξική κοινωνία μέσω ενός αγώνα της συντριπτικής πλειοψηφίας μας, ανεξαρτήτως του διαφορετικού κοινωνικού μας υπόβαθρου;

Κατά την άποψή μου, επανάσταση είναι η κοινωνική επανάσταση και αποτελεί μία μακρά διαδικασία που μας οδηγεί σε αυτό το μέλλον. Πιθανώς να μοιραζόμαστε κοινους σκοπούς με τους μαρξιστές και τους κομμουνιστές αλλά οι τρόποι και τα μέσα για να τους πετύχουμε είναι πολύ διαφορετικοί.

Όποιος κι αν είναι ο ορισμός της εργατικής τάξης, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι στον αισθητό κόσμο η εργατική τάξη δεν είναι επαναστατική τάξη.  Κι αν το νόημα της επανάστασης είναι να αλλάξει την υπάρχουσα κοινωνία σε μία αταξική και μη-ιεραρχική, τότε κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν ποτέ επαναστατική.  Η επανάσταση δεν είναι υπόθεση της εργατικής τάξης, ούτε ήταν ποτέ.

Ένα σημαντικό ερώτημα τίθεται εδώ. Αν η εργατική τάξη είναι μία επαναστατική τάξη, γιατί οι μαρξιστές θέλουν να φτιάξουν ένα πολιτικό κόμμα-πρωτοπορία για να την οργανώσουν και να της μεταφέρουν την ταξική συνείδηση;

Ο Μαρξ έκανε μία καίρια δήλωση λέγοντας: «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά αντιθέτως, το κοινωνικό τους Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους». Νομίζω πως ο Μαρξ εδώ αντιφάσκει με την ίδια του τη δήλωση, επιμένοντας πως η επανάσταση είναι έργο της εργατικής τάξης.

Η εργατική τάξη από τις απαρχές της μέχρι σήμερα έδωσε οικονομικούς και όχι πολιτικούς αγώνες και δεν έχει πάρει την εξουσία.  Ως εκ τούτου, οι εργάτες περιορίζουν τους αγώνες τους δουλεύοντας με τα συνδικάτα και βασίζονται σε πολιτικά κόμματα. Εργάζονται και αγωνίζονται σύμφωνα με την παραπάνω δήλωση του Μαρξ και έτσι η συνείδησή τους δεν μπορεί να απελευθερωθεί από αυτό για να δημιουργήσει μία αταξική κοινωνία και να αντικρούσει τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν είναι ούτε ενάντια στο κράτος, ούτε θέλουν τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο Μαρξ δεν ήταν δίκαιος με το να τους επιβάλλει έναν τόσο βαρύ ρόλο πάνω στις πλάτες τους.

Προσωπικά, από τη δήλωση του Μάρξ συμπεραίνω κάτι αρκετά σαφές. Οι εργάτες δεν θα έπρεπε να θεωρούνται πιο επαναστάτες από τους συνταξιούχους, τους φοιτητές, τους ανέργους, τα άτομα με αναπηρία και άλλους. Όσοι εργάζονται μπορεί να είναι πολύ καλύτερα οικονομικά από ό,τι οι ομάδες που προανέφερα. Σίγουρα αυτός είναι ο λόγος που συνήθως βλέπουμε τις παραπάνω ομάδες να είναι πιο δραστήριες. Είναι αυτές που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και στις διαμαρτυρίες και ασχολούνται με τα πολιτικά ζητήματα της κοινότητας. Είναι αυτές που υποστηρίζουν τους εργάτες που βρίσκονται σε διαμάχη με τη διεύθυνσή τους ενώ οι ίδιοι τους οι συνάδελφοι από άλλους τομείς του ίδιου γραφείου ή της ίδιας εταιρίας συνεχίζουν να υπακούν σε ό,τι τους λένε οι από πάνω.

Είναι αλήθεια ότι η εργατική τάξη έχει τη δύναμη και την ικανότητα να ρίξει μία κυβέρνηση σε σύντομο χρονικό διάστημα αν κάνει συγκεκριμένες δράσεις συλλογικά. Μπορεί να κάνει το σύστημα να μην λειτουργεί, αλλά αυτό δεν είναι ο στόχος της ή το έργο της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μία συντηρητική κυβέρνηση μπορεί να αμφισβητήσει τα συνδικάτα και να τα οδηγήσει στο δικαστήριο αν αυτά έχουν πολιτικά αιτήματα αντί για οικονομικά.

Η παγκόσμια ιστορία του εργατικού κινήματος δείχνει ότι αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν την κοινωνία δεν ήταν η εργατική τάξη συνολικά. Στην πραγματικότητα, ήταν οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί εργάτες από την εργατική τάξη που αποτελούσαν τα πιο δυναμικά στοιχεία στα περισσότερα κινήματα και στην κοινωνία.

Μπορούμε να το δούμε αυτό στη Ρωσία του 1905 ή τον Φεβρουάριο του 1917 και στην Ισπανική επανάσταση το 1936-1937 καθώς ήταν αναρχικές/σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Ήταν οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί εργάτες που είχαν τον σημαντικότερο ρόλο και που αποτέλεσαν τις κινητήριες δυνάμεις πίσω από τους υπόλοιπους εργάτες ώστε να υπερβούν τα οικονομικά τους αιτήματα.

Η αρχική ιδέα πίσω από το προλεταριάτο ως επαναστατικής τάξης και δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι ο Μαρξ. Η πραγματικότητα έχει αποδείξει ότι η οικονομική και πολιτική του θεωρία εξυπηρέτησε περισσότερο τον καπιταλισμό παρά τον σοσιαλισμό. Το Κεφάλαιο δεν υπήρξε τόσο σημαντικό για την εργατική τάξη όσο για αυτούς που υπηρετούν το καπιταλιστικό σύστημα. Στο άρθρο μου στον παρακάτω σύνδεσμο έχω θίξει αυτό το ζήτημα: http://zaherbaher.com/2016/10/06/leftists-and-communists-have-damaged-the-socialist-movement-as-much-as-the-right-wing-did/

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κόσμος άλλαξε και τα κινήματα της εργατικής τάξης συνεχώς αποδυναμώνονταν. Για μία μακρά περίοδο, η εργατική τάξη κατάφερε πολύ λίγα ανά τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, δεν κατάφερε καν να διατηρήσει και να προστατέψει τις μικρές νίκες που είχε πετύχει.

Υπό το υπάρχον σύστημα η εργατική τάξη έχει γίνει ακριβώς αυτό που ο Μάρεϋ Μπούκτσιν περιέγραφε: «Από μία απίστευτη ειρωνεία της ιστορίας, ο Μαρξ απέτυχε στη διαλεκτική με τον καπιταλισμό. Το προλεταριάτο, αντί να εξελιχθεί σε μία επαναστατική τάξη εντός της μήτρας του καπιταλισμού, φαίνεται να αποτελεί ένα όργανο εντός του σώματος της αστικής κοινωνίας…» (The Murray Bookchin Reader, Edited by Janet Biehl, pp131-132).

Πράγματι, η εργατική τάξη κατάφερε να κάνει το σύστημα πιο ισχυρό διατηρώντας και προστατεύοντάς το. Οι εργάτες υπηρετούν αυτό το σύστημα όπως όλοι οι άλλοι τομείς της κοινωνίας, όπως η αστυνομία, ο στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες.

Είναι η εργατική τάξη που δημιουργεί τον πλούτο, το κέρδος, το κεφάλαιο και συντηρεί τον πόλεμο όπου αυτός ξεσπά. Ο πόλεμος σκοτώνει πολλούς αθώους καταστρέφοντας τα περιβάλλοντά τους. Οι εργάτες εξακολουθούν να παράγουν περισσότερα κέρδη και πλούτο και να ματαιώνουν κινήματα άλλων ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων και άλλων εργατών σε άλλα μέρη του κόσμου. Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν πως οι εργάτες ενδιαφέρονται μόνο για τη ζωή τη δική τους και της οικογένειάς τους ακόμη κι αν το κόστος για αυτό είναι να σκοτωθούν άνθρωποι (σύντροφοί τους) σε άλλες χώρες.

Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό και να δούμε τα στοιχεία αντί να πιστεύουμε σε κείμενα που γράφτηκαν πριν από 150 χρόνια. Χρειάζεται οι ζωντανοί να αναλύσουμε τις τρέχουσες συνθήκες, όχι οι νεκροί. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο αναρχισμός δεν είναι μία αποκρυσταλλωμένη ιδεολογία, είναι μία ιδεά, ένας τρόπος ζωής, μία πρακτική μέθοδος ανάλυσης των συμβάντων και των καταστάσεων μέσα από τα γεγονότα και την πραγματικότητα, πέρα από τα κείμενα.

Το να θεωρούμε την προλεταριακή “εργατική τάξη” ως τη μόνη που μπορεί να μας οδηγήσει προς τον σοσιαλισμό σημαίνει τον περιορισμό της επανάστασης σε βιομηχανοποιημένες μόνο χώρες και πουθενά αλλού. Σημαίνει την παράβλεψη του γεγονότος ότι οπουδήποτε υπάρχει έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας ή ελευθερίας εκεί υπάρχει ένα ώριμο περιβάλλον για επανάσταση και δημιουργία μίας σοσιαλιστικής/αναρχικής κοινωνίας. Σημαίνει το να αρνούμαστε στις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες ότι έχουν την ευκαιρία μίας σοσιαλιστικής επανάστασης αφού η προλεταριακή τάξη και η προηγμένη τεχνολογία απουσιάζουν. Σημαίνει πως δεν εξετάζουμε σοβαρά το ζήτημα της ιεραρχίας, η οποία διαμόρφωσε την ανάπτυξη  των τάξεων και την ταξική κοινωνία. Σημαίνει πως δεν εξετάζουμε τα οικολογικά ζητήματα ως τα κεντρικά ζητήματα στην επαναστατική διαδικασία.

Η επανάσταση πρέπει να είναι μία κοινωνική επανάσταση. Είναι επανάσταση ολόκληρης της κοινότητας, όχι επανάσταση μόνο της εργατικής τάξης. Χρειάζεται να είναι μία επανάσταση που περιλαμβάνει σχεδόν όλους μέσα σε μία κοινότητα ανεξάρτητα από τα διαφορετικά τους υπόβαθρα και που τους εμπλέκει με διαφορετικούς τρόπους. Προϋποθέτει την αυτοοργάνωση σε ριζοσπαστικές, ανεξάρτητες, και μη-ιεραρχικές τοπικές ομάδες, οι οποίες συντονίζουν τους αγώνες τους, τις δράσεις τους και θεσμίζουν μία συνομοσποδία ώστε να αντεπιτεθούν στο σύστημα ως μία ολότητα.

————————————————————————-

  • Ο Zaher Baher είναι συγγραφέας κουρδικής καταγωγής ο οποίος ζει στην Αγγλία. Είναι μέλος του Αναρχικού Φόρουμ του Κουρδιστάν και συγγραφέας του βιβλίου The Experiment of West Kurdistan: Feminism, Anti-Sectarianism and Collectivism in the Syrian Revolution, AK Press, 2016.

Zaherbaher.com
Μετάφραση: Σοφία Παπαγιαννάκη

image_pdfimage_print
____________________________________________________________

Χάννα Άρεντ – Συλλογική ευθύνη…


Μτφρ.: Δημήτρης Καψάλης

Υπάρχει ένα είδος ευθύνης για πράγματα που κάποιος δεν έχει κάνει· μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος γι’ αυτά. Όμως δεν μπορεί να είναι ή να νιώθει ένοχος για πράγματα που συνέβησαν χωρίς να συμμετέχει ενεργά σε αυτά. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό σημείο, που αξίζει να τονιστεί με απόλυτη σαφήνεια, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία τόσοι πολλοί, καλοπροαίρετοι, λευκοί φιλελεύθεροι ομολογούν τα αισθήματα ενοχής τους όσον αφορά το ζήτημα των Νέγρων. Δε γνωρίζω πόσες περιπτώσεις τέτοιων εσφαλμένων συναισθημάτων έχουν υπάρξει στην ιστορία, γνωρίζω όμως ότι στην μεταπολεμική Γερμανία, όπου προέκυψαν παρόμοια προβλήματα σχετικά με όσα διαπράχθηκαν από το χιτλερικό καθεστώς εις βάρος των Εβραίων, η κραυγή «είμαστε όλοι ένοχοι», που αρχικά ακουγόταν τόσο μα τόσο ευγενής και δελεαστική, στην πράξη έχει εξυπηρετήσει μονάχα στο να απαλλάξει σε σημαντικότατο βαθμό όσους είναι πραγματικά ένοχοι. Εκεί όπου όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι ένοχος. Αντίθετα με την ευθύνη, η ενοχή πάντοτε ξεχωρίζει· είναι αυστηρώς προσωπική. Αναφέρεται σε μια πράξη, και όχι σε προθέσεις ή πιθανότητες. Μόνον υπό μια μεταφορική σημασία μπορούμε να πούμε ότι νιώθουμε ένοχοι για τις αμαρτίες των πατέρων μας, του λαού μας ή της ανθρωπότητας, με δυο λόγια, για πράξεις που δεν έχουμε κάνει, μολονότι η εξέλιξη των πραγμάτων θα μπορούσε κάλλιστα να μας αναγκάσει να πληρώσουμε γι’ αυτές. Και καθώς τα αισθήματα ενοχής, η mens rea ή η κακή συνείδηση, η επίγνωση ότι διαπράξαμε ένα παράπτωμα, διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη νομική και ηθική μας κρίση, θα ήταν ίσως πιο συνετό να αποφεύγουμε τέτοιες μεταφορικές δηλώσεις οι οποίες, όταν εκλαμβάνονται κυριολεκτικά, μπορούν μόνο να οδηγήσουν σε μια υποκριτική συναισθηματικότητα με την οποία όλα τα πραγματικά ζητήματα συσκοτίζονται.

Αποκαλούμε συμπόνια αυτό που εγώ νιώθω, όταν κάποιος άλλος υποφέρει· και αυτό το συναίσθημα είναι αυθεντικό μόνο στο βαθμό που συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι, εν τέλει, εγώ αλλά κάποιος άλλος αυτός που υποφέρει. Είναι όμως αλήθεια, μου φαίνεται, ότι «η αλληλεγγύη είναι αναγκαία συνθήκη» για τέτοιου είδους συναισθήματα· τα οποία, στη δική μας περίπτωση συλλογικών αισθημάτων ενοχής, θα σήμαιναν ότι η κραυγή «είμαστε όλοι ένοχοι» είναι στην πράξη μια διακήρυξη αλληλεγγύης προς τους δράστες.

Δε γνωρίζω πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο όρος «συλλογική ευθύνη», είμαι πάντως δικαιολογημένα βέβαιη ότι όχι μόνον αυτός αλλά και τα προβλήματα που υπονοεί, οφείλουν τη σηµασία και το γενικότερο ενδιαφέρον τους στα πολιτικά αδιέξοδα, σε αντιδιαστολή προς τα νομικά ή τα ηθικά. Οι νομικοί και οι ηθικοί κανόνες έχουν από κοινού ένα πολύ σημαντικό στοιχείο – αναφέρονται πάντοτε στο πρόσωπο και σε ό,τι αυτό το πρόσωπο έχει κάνει· εάν το πρόσωπο τυγχάνει να εμπλέκεται σε ένα κοινό εγχείρημα, όπως στην περίπτωση του οργανωμένου εγκλήματος, εκείνο που πρόκειται να κριθεί εξακολουθεί να είναι το ίδιο το πρόσωπο, ο βαθμός συμμετοχής του, ο συγκεκριμένος ρόλος του, και ούτω καθεξής, και όχι η ομάδα. Η ιδιότητα του ως μέλος παίζει ρόλο μόνο στο βαθμό που καθιστά περισσότερο πιθανή τη διάπραξη εγκλήματος από τον ίδιο· κι αυτό κατ’ αρχήν δε διαφέρει από το να έχει κακή φήμη ή βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Είτε ο κατηγορούμενος υπήρξε μέλος της Μαφίας είτε μέλος των SS ή κάποιας άλλης εγκληματικής ή πολιτικής οργάνωσης, διαβεβαιώνοντάς μας ότι ήταν απλώς ένα γρανάζι που δρούσε μόνο κάτω από τις διαταγές των ανωτέρων του και έκανε ό,τι θα είχε κάνει εξίσου καλά οποιοσδήποτε άλλος, τη στιγμή που εμφανίζεται σ’ ένα δικαστήριο, εμφανίζεται ως πρόσωπο και κρίνεται σύμφωνα με ό,τι ο ίδιος έκανε. Είναι τέτοιο το μεγαλείο των δικαστικών διαδικασιών, ώστε ακόμη κι ένα γρανάζι μπορεί να γίνει και πάλι πρόσωπο. Το ίδιο φαίνεται πως ισχύει, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, και για την ηθική κρίση, για την οποία η δικαιολογία: «Η μόνη μου εναλλακτική θα με είχε οδηγήσει στην αυτοκτονία», δεν είναι τόσο δεσμευτική όσο είναι για τις νομικές διαδικασίες. Δεν πρόκειται για υπόθεση ευθύνης αλλά ενοχής.

Καμία συλλογική ευθύνη δεν εμπλέκεται στην περίπτωση των χιλιάδων έμπειρων κολυμβητών, που χαζολογούν σε μια δημόσια παραλία και αφήνουν έναν άνδρα να πνιγεί στη θάλασσα χωρίς να τον βοηθήσουν, διότι, κατ’ αρχήν, δεν αποτελούσαν μια συλλογικότητα· καμία συλλογική ευθύνη δεν εμπλέκεται στην περίπτωση μιας συνωμοσίας για τη ληστεία μιας τράπεζας, επειδή εδώ η υπαιτιότητα δεν είναι έμμεση· αυτό που εμπλέκεται είναι οι διάφοροι βαθμοί ενοχής. Κι αν, όπως στην περίπτωση του κοινωνικού συστήματος του μετεμφυλιακού Αμερικανικού Νότου, αθώοι είναι μόνο οι «αποξενωμένοι κάτοικοι» και οι «απόκληροι», έχουμε και πάλι μια σαφέστατη περίπτωση ενοχής· διότι στην πράξη όλοι οι άλλοι έχουν κάνει κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είναι «έμμεσο»1.

Δύο προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για να υπάρχει συλλογική ευθύνη: πρέπει να θεωρούμαι υπεύθυνος για κάτι που δεν έχω κάνει και ο λόγος για την ευθύνη μου πρέπει να είναι η ιδιότητά μου ως μέλος μιας ομάδας (μιας συλλογικότητας), που καμιά ηθελημένη πράξη μου δεν μπορεί να διαλύσει, μια ιδιότητα μέλους, με άλλα λόγια, που είναι τελείως διαφορετική από μια επιχειρηματική συνεργασία την οποία μπορώ να ακυρώσω με τη βούλησή μου. Το ζήτημα της «συμμετοχικής ευθύνης»2 πρέπει να παραμείνει σε αναστολή, επειδή κάθε συμμετοχή είναι ήδη άμεση. Κατά τη γνώμη μου αυτού του είδους η ευθύνη στην οποία αναφέρομαι είναι πάντοτε πολιτική, είτε όταν εμφανίζεται με την παλαιότερη μορφή της, όπου μια ολόκληρη κοινότητα παίρνει πάνω της την ευθύνη για οτιδήποτε έχει κάνει κάποιο από τα μέλη της, είτε μια κοινότητα θεωρείται υπεύθυνη για ό,τι έχει γίνει στο όνομά της. Η τελευταία περίπτωση βέβαια έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμάς, διότι, καλώς ή κακώς, εφαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές κοινότητες και όχι μόνο στην αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Κάθε κυβέρνηση αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις και τα εγκλήματα των προκατόχων της και κάθε έθνος για τις πράξεις και τα εγκλήματα του παρελθόντος. Αυτό αληθεύει ακόμη και για επαναστατικές κυβερνήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αρνηθούν την ευθύνη για συμβατικές συμφωνίες που έχουν συνάψει οι προκάτοχοί τους. Όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε Αυτοκράτορας της Γαλλίας, είπε: αναλαμβάνω την ευθύνη για οτιδήποτε έχει κάνει η Γαλλία από την εποχή του Καρλομάγνου ως τον Τρόμο του Ροβεσπιέρου. Είπε, με άλλα λόγια, ότι όλο αυτό έγινε στο όνομά μου, στο βαθμό που εγώ ο ίδιος είμαι μέλος αυτού του έθνους και ο αντιπρόσωπος αυτού του πολιτικού σώματος. Υπό αυτή την έννοια, θεωρούμαστε πάντοτε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες των πατέρων μας, εφόσον δρέπουμε τα οφέλη των αρετών τους· αλλά, ασφαλώς και δεν είμαστε ένοχοι, είτε ηθικώς είτε νομικώς, για τα εγκλήματά τους ούτε μπορούμε να προσάψουμε τις δικές τους πράξεις στις δικές μας αρετές.

Μπορούμε να διαφύγουμε απ’ αυτή την πολιτική και αυστηρά συλλογική ευθύνη μόνον εγκαταλείποντας την κοινότητα και, καθώς κανένας άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει δίχως να ανήκει σε κάποια κοινότητα, αυτό απλά θα σήμαινε να ανταλλάξουμε μια κοινότητα με κάποια άλλη και συνεπώς ένα είδος ευθύνης μ’ ένα άλλο. Είναι αλήθεια πως ο εικοστός αιώνας έχει δημιουργήσει μια κατηγορία ανθρώπων που ήταν πραγματικά απόκληροι, που πάντως δεν ανήκαν σε καμία διεθνώς αναγνωρισμένη κοινότητα, τους πρόσφυγες και τους ανιθαγενείς, που στην πράξη δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικά υπεύθυνοι για οτιδήποτε. Από πολιτική άποψη, ανεξάρτητα από τον ομαδικό ή ατομικό τους χαρακτήρα, είναι οι απολύτως αθώοι· και είναι ακριβώς αυτή η απόλυτη αθωότητα που τους καταδικάζει σε μια θέση έξω, όπως λέμε, από την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Εάν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε συλλογική, δηλαδή έμμεση, ενοχή, αυτή θα αντιστοιχούσε στην περίπτωση της συλλογικής, δηλαδή της έμμεσης, αθωότητας. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι είναι οι μόνοι που δεν ευθύνονται για τίποτα· και, παρότι αντιλαμβανόμαστε συνήθως την ευθύνη, ιδιαίτερα τη συλλογική ευθύνη, ως ένα βάρος, ακόμη και ως ένα είδος τιμωρίας, πιστεύω ότι μπορεί να δειχθεί πως το τίμημα που πληρώνεται για τη συλλογική μη-ευθύνη είναι κατά πολύ υψηλότερο.

Αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι μια σαφέστερη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική (συλλογική) ευθύνη, από τη μία, και στην ηθική ή/και νομική (προσωπική) ενοχή, από την άλλη, και αυτό που έχω πρωτίστως κατά νου είναι εκείνες οι συχνές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ηθικές και πολιτικές διερωτήσεις και οι ηθικοί και πολιτικοί κανόνες συμπεριφοράς έρχονται σε σύγκρουση. Η βασική δυσκολία, όταν συζητάμε γι’ αυτά τα θέματα, φαίνεται πως πηγάζει απ’ την ενοχλητική αμφισημία των λέξεων που χρησιμοποιούμε στις συζητήσεις πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα· εννοώ τις λέξεις ήθος και ηθική. Αρχικά, και οι δυο λέξεις δεν σημαίνουν παρά μόνο τα ήθη ή έθιμα και στη συνέχεια, με μια υψηλότερη σημασία, τα ήθη και έθιμα που είναι πιο κατάλληλα για τον πολίτη. Από τα Ηθικά Νικομάχεια ως τον Κικέρωνα, η ηθική ή τα ήθη ήταν μέρος της πολιτικής, εκείνου δηλαδή του μέρους, που δεν είχε να κάνει με τους θεσμούς αλλά με τον πολίτη, και όλες οι αρετές στην Ελλάδα ή στη Ρώμη είναι αναμφίβολα πολιτικές αρετές. Το ερώτημα δεν είναι ποτέ εάν το άτομο είναι καλό, αλλά εάν η συμπεριφορά του είναι καλή για τον κόσμο στον οποίο ζει. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται ο κόσμος και όχι ο εαυτός. Όταν συζητάμε για τα ηθικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος της συνείδησης, εννοούμε κάτι εξολοκλήρου διαφορετικό, κάτι για το οποίο δεν έχουμε, στην πραγματικότητα, μια έτοιμη λέξη. Από την άλλη, από τη στιγμή που χρησιμοποιούμε αυτές τις αρχαίες λέξεις στις συζητήσεις μας, αυτή η πολύ παλιά και πολύ διαφορετική συνδήλωση είναι πάντοτε παρούσα. Υπάρχει μια εξαίρεση κατά την οποία οι ηθικές διερωτήσεις σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, μπορούν να εντοπιστούν σ’ ένα κλασικό κείμενο, και αυτή είναι η σωκρατική προτροπή «καλύτερα να αδικείσαι παρά να αδικείς», που οφείλω να σχολιάσω στη συνέχεια. Προτού όμως το κάνω, θα ήθελα να αναφέρω μια άλλη δυσκολία που προέρχεται κατά κάποιον τρόπο από την αντίθετη πλευρά και, πιο συγκεκριμένα, από την πλευρά της θρησκείας. Το ότι τα ηθικά ζητήματα αφορούν τέτοια πράγματα, όπως η ευημερία μιας ψυχής παρά εκείνη του κόσμου, είναι βέβαια αναπόσπαστο κομμάτι της εβραιο-χριστιανικής κληρονομιάς. Εάν, για παράδειγμα – για να δώσουμε το πιο συνηθισμένο παράδειγμα από την ελληνική αρχαιότητα – στον Αισχύλο ο Ορέστης φονεύει τη μητέρα του υπό την αυστηρή εντολή του Απόλλωνα και, παρ’ όλα αυτά, στη συνέχεια καταδιώκεται από τις Ερινύες, είναι η τάξη του κόσμου που έχει διαταραχθεί δυο φορές και πρέπει να αποκατασταθεί. Ο Ορέστης έπραξε το σωστό, όταν εκδικήθηκε για το θάνατο του πατέρα του και σκότωσε τη μητέρα του· και παρ’ όλα αυτά ήταν ακόμη ένοχος επειδή είχε παραβιάσει ένα άλλο «ταμπού», όπως θα λέγαμε σήμερα. Το τραγικό είναι ότι μόνο μια ανήθικη, εγκληματική πράξη μπορεί να ξεπληρώσει το αρχικό έγκλημα, και η λύση, όπως όλοι γνωρίζουμε, έρχεται από την Αθηνά ή μάλλον από την εγκαθίδρυση ενός δικαστηρίου, που από ‘δω και στο εξής θα αναλάβει τη διατήρηση της πρέπουσας τάξης και θα άρει την κατάρα μιας ατέρμονης αλληλοδιαδοχής εγκλημάτων, που ήταν αναγκαία για να διατηρηθεί η τάξη στον κόσμο. Είναι η ελληνική εκδοχή της χριστιανικής αντίληψης, ότι κάθε αντίσταση στο κακό που διαπράττεται στον κόσμο, αναγκαία συνεπάγεται τόσο κάποια συμμετοχή στο κακό, όσο και την επίλυση του αδιεξόδου για το άτομο.

Με την άνοδο του χριστιανισμού η έμφαση μετατοπίστηκε εξολοκλήρου από τη φροντίδα για τον κόσμο και τις υποχρεώσεις που συνδέονταν μ’ αυτόν, στη φροντίδα για την ψυχή και τη σωτηρία της. Στους πρώτους αιώνες, η πόλωση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ήταν απόλυτη· οι επιστολές στην Καινή Διαθήκη είναι γεμάτες προτροπές προκειμένου να αποφεύγεται η δημόσια, πολιτική συμμετοχή και ο καθένας να κοιτάει τις δικές του, αυστηρώς ιδιωτικές υποθέσεις φροντίζοντας για την ψυχή του – μέχρι που ο Τερτυλλιανός συνόψισε αυτή τη στάση nec ullamagis res aliena quam publica – «καμία υπόθεση δεν μας είναι πιο ξένη από αυτήν που αφορά τη δημόσια σφαίρα». Ό,τι αντιλαμβανόμαστε ακόμη και σήμερα ως ηθικά κριτήρια και ηθικές προτροπές έχουν αυτό το χριστιανικό υπόβαθρο. Στη σημερινή σκέψη σχετικά με αυτά τα θέματα, ο βαθμός της αυστηρότητας είναι εμφανώς ο υψηλότερος, όσον αφορά τα ζητήματα ήθους, ο χαμηλότερος για ζητήματα που σχετίζονται με ήθη και έθιμα, ενώ το τυπικό πλαίσιο του νόμου βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο. Αυτό που θέλω να πω εδώ είναι ότι η ηθική οφείλει αυτή την υψηλή θέση στη δική μας ιεραρχία των «αξιών» εξαιτίας της θρησκευτικής της προέλευσης· σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν έχει καμιά σημασία εάν ο θεϊκός νόμος που υπαγορεύει του κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς γινόταν κατανοητός ως απευθείας αποκάλυψη, όπως στις Δέκα Εντολές, ή έμμεσα σύμφωνα με τις αντιλήψεις περί του φυσικού δικαίου. Οι νόμοι ήταν απόλυτοι λόγω της θεϊκής τους προέλευσης και η νομιμοποίησή τους στηριζόταν στις «μελλοντικές ανταμοιβές και τιμωρίες». Είναι πολύ αμφίβολο ότι αυτοί οι νόμοι που ήταν αρχικά ριζωμένοι στη θρησκεία μπορούν να επιβιώσουν μετά από την απώλεια της πίστης στην καταγωγή τους και, ιδιαίτερα, την απώλεια υπερβατικής νομιμοποίησης. (Ο John Adams, μ’ έναν παράξενα προφητικό τρόπο, προέβλεψε ότι αυτή η απώλεια «θα καθιστούσε τον φόνο τόσο αδιάφορο όσο και το κυνήγι πουλιών, και την εξολόθρευση του έθνους των Rohilla, τόσο αθώο, όσο και η κατάποση των ακάρεων σε μια μπουκιά τυρί»). Απ’ όσο μπορώ να διαπιστώσω, δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο από τις Δέκα Εντολές στις οποίες ακόμη νιώθουμε ηθικά δεσμευμένοι, την «Ου φονεύσεις» και την «Ου ψευδομαρτυρήσεις»· και αυτές οι δύο έχουν πρόσφατα αμφισβητηθεί με αρκετή επιτυχία από τον Χίτλερ και τον Στάλιν, αντίστοιχα.

Στο επίκεντρο των ηθικών θεωρήσεων σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά βρίσκεται ο εαυτός· στο επίκεντρο των πολιτικών θεωρήσεων σχετικά με τη συμπεριφορά βρίσκεται ο κόσμος. Εάν απογυμνώσουμε τις ηθικές επιταγές από τις θρησκευτικές ρίζες και συνδηλώσεις τους, μένουμε με την σωκρατική προτροπή «καλύτερα να αδικείσαι παρά να αδικείς», και την παράξενη επαλήθευσή της, «διότι είναι προτιμότερο να διαφωνώ με όλο τον κόσμο παρά, όντας μόνος μου, να διαφωνώ με τον εαυτό μου». Όπως όμως κι αν ερμηνεύσουμε αυτή την επίκληση στο αξίωμα της μη-αντίφασης πάνω στα ηθικά ζητήματα, σαν η ίδια η προσταγή «Ου αντικρούσεις τον εαυτόν σου» να είναι αξιωματική για τη Λογική και την ηθική (που παρεμπιπτόντως είναι επίσης το βασικό επιχείρημα του Καντ για την κατηγορική προσταγή), ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: η προϋπόθεση είναι ότι δε ζω μόνο με άλλους αλλά και με τον εαυτό μου, και ότι αυτή η συντροφικότητα, όπως λέμε, έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων. Η πολιτική απάντηση στη σωκρατική προτροπή θα ήταν «αυτό που έχει σημασία στον κόσμο είναι να μην υπάρχει αδικία· το να αδικείσαι και το να αδικείς είναι εξίσου επιζήμια». Δεν έχει σημασία ποιος την υφίσταται· το καθήκον σου είναι να την αποτρέψεις. Ή, για να επικαλεστούμε χάριν συντομίας ένα ακόμη περίφημο ρητό, αυτή τη φορά του Μακιαβέλι, που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο θέλησε να διδάξει στους ηγεμόνες «πώς να μην είναι καλοί»: γράφοντας για τους Φλωρεντίνους πατριώτες που είχαν τολμήσει να αψηφήσουν τον Πάπα, τους επαινούσε επειδή είχαν δείξει «πόσο υψηλότερα τοποθετούσαν την πόλη τους από τις ψυχές τους». Εκεί όπου η θρησκευτική γλώσσα μιλάει για την ψυχή, η κοσμική γλώσσα μιλάει για τον εαυτό.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους τα πολιτικά και ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους και στην πολιτική θεωρία αντιμετωπίζονται συνήθως σε συνάρτηση με το δόγμα της σκοπιμότητας του κράτους3 και την αποκαλούμενη ηθική των δυο μέτρων και δυο σταθμών. Εδώ μας απασχολεί μόνο μια ειδική περίπτωση, η περίπτωση της συλλογικής και έμμεσης ευθύνης κατά την οποία το μέλος μιας κοινότητας θεωρείται υπεύθυνο για πράγματα στα οποία δεν συμμετείχε αλλά που έγιναν στο όνομά του. Μια τέτοια μη-συμμετοχή μπορεί να έχει πολλά αίτια: η μορφή διακυβέρνησης μιας χώρας μπορεί να είναι τέτοια ώστε οι κάτοικοί της, ή ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, να μη γίνονται καθόλου δεκτοί στη δημόσια σφαίρα, συνεπώς αυτή η μη-συμμετοχή δεν είναι ζήτημα επιλογής. Ή, αντιθέτως, σε ελεύθερες χώρες μια συγκεκριμένη ομάδα πολιτών μπορεί να μη θέλει να συμμετέχει, να μη θέλει να έχει καμία σχέση με την πολιτική, όχι όμως για ηθικούς λόγους αλλά απλούστατα επειδή έχουν επιλέξει να εκμεταλλευτούν μία από τις ελευθερίες μας, εκείνη που συνήθως δεν αναφέρεται όταν τις απαριθμούμε, επειδή θεωρείται τόσο δεδομένη, και αυτή είναι το δικαίωμα αποχής από την πολιτική. Αυτή η ελευθερία ήταν άγνωστη στην αρχαιότητα, και έχει καταργηθεί με αρκετά αποτελεσματικό τρόπο σε ορισμένες δικτατορίες του εικοστού αιώνα, και ιδιαίτερα, βεβαίως, στην εκδοχή του ολοκληρωτισμού. Σε αντίθεση με τον απολυταρχισμό και άλλες μορφές τυραννίας, στις οποίες η μη-συμμετοχή ήταν το αυτονόητο και όχι ζήτημα επιλογής, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση, στην οποία η συμμετοχή, που όπως γνωρίζουμε μπορεί να σημαίνει συνέργεια σε εγκληματικές δραστηριότητες, είναι αυτονόητη, και η μη-συμμετοχή ζήτημα απόφασης. Και τέλος στις ελεύθερες χώρες έχουμε την περίπτωση, όπου η μη-συμμετοχή, είναι ουσιαστικά μια μορφή αντίστασης – όπως στην περίπτωση εκείνων που αρνούνται να στρατευτούν για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Αυτή η αντίσταση συχνά δικαιολογείται πάνω σε ηθικές βάσεις· όμως, είναι ουσιωδώς πολιτική, όσο υπάρχει η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και μαζί της η ελπίδα ότι η αντίσταση υπό τη μορφή της άρνησης να συμμετέχουμε θα επιφέρει την πολιτική αλλαγή. Αυτό που βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού δεν είναι ο εαυτός – δεν πάω επειδή δεν θέλω να λερώσω τα χέρια μου, που, βεβαίως, μπορεί να είναι ένα βάσιμο επιχείρημα – αλλά η μοίρα του έθνους και η στάση του απέναντι σε άλλα έθνη του κόσμου.

Η μη-συμμετοχή στις πολιτικές υποθέσεις του κόσμου ήταν πάντοτε ευάλωτη στη μομφή της ανευθυνότητας, της αποφυγής των υποχρεώσεων μας απέναντι στον κόσμο που μοιραζόμαστε και στην κοινότητα που ανήκουμε. Και αυτή η κατηγορία σε καμία περίπτωση δεν αντικρούεται με επιτυχία, εάν η μη-συμμετοχή στηρίζεται σε ηθικά επιχειρήματα. Γνωρίζουμε από πρόσφατες εμπειρίες, ότι η ενεργή και κάποιες φορές ηρωική αντίσταση σε κακόβουλες μορφές διακυβέρνησης, προέρχεται πολύ περισσότερο από άντρες και γυναίκες που συμμετείχαν σ’ αυτές, παρά από ξένους που ήταν αθώοι από κάθε ενοχή. Αυτό αληθεύει, κατά γενική ομολογία και συμπεριλαμβανομένων των όποιων εξαιρέσεων, για τη γερμανική αντίσταση κατά του Χίτλερ και είναι ακόμη πιο αντιπροσωπευτικό για τις ελάχιστες περιπτώσεις εξεγέρσεων ενάντια στα κομμουνιστικά καθεστώτα. Η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία είναι τέτοιες περιπτώσεις. Ο Otto Kirchheimer, σχολιάζοντας αυτά τα ζητήματα υπό μια νομική οπτική (στην Πολιτική Δικαιοσύνη του), τόνισε πολύ σωστά πως για το ερώτημα της νομικής ή ηθικής αθωότητας, δηλαδή της απουσίας οποιασδήποτε συνέργειας σε εγκλήματα που διαπράχθηκαν από ένα καθεστώς, η «ενεργή αντίσταση» θα ήταν ένα «απατηλό κριτήριο, η παραίτηση από μια αξιοσημείωτη συμμετοχή στη δημόσια ζωή…η διάθεση να χαθούμε μες στη λήθη» και ότι η αφάνεια «αποτελεί ένα πρότυπο που ίσως να είναι δίκαια επιβεβλημένο από αυτούς που κατέχουν τη θέση του κριτή» (σελ.331 f). Στο ίδιο πνεύμα, ωστόσο, δικαιώνει κατά κάποιον τρόπο τους κατηγορούμενους που είπαν ότι η δική τους αντίληψη περί ευθύνης δεν τους επέτρεψε να επιλέξουν αυτόν τον δρόμο · ότι υπηρέτησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέψουν τα χειρότερα, κ.λπ. – επιχειρήματα, που για να είμαστε ειλικρινείς, στην περίπτωση του χιτλερικού καθεστώτος ακούγονταν κάπως παράλογα και πράγματι δεν ήταν συνήθως τίποτα περισσότερο από υποκριτικές εκλογικεύσεις μιας φλογερής επιθυμίας να κυνηγήσουν μια επαγγελματική σταδιοδρομία, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Το βέβαιο είναι πως οι μη-συμμετέχοντες δεν ήταν αντιρρησίες και δεν πίστεψαν ότι η στάση τους είχε οποιεσδήποτε πολιτικές επιπτώσεις.

Αυτό που λέει στην πραγματικότητα αυτό το ηθικό επιχείρημα, το οποίο παρέθεσα υπό τη μορφή της σωκρατικής πρότασης, είναι το εξής: εάν έκανα αυτό που τώρα μου ζητείται υπό το τίμημα της συμμετοχής, είτε υπό τη μορφή απλού κομφορμισμού είτε ακόμη ως μιας μοναδικής ευκαιρίας για μια εν τέλει επιτυχή αντίσταση, δεν θα μπορούσα πλέον να ζήσω με τον εαυτό μου· η ζωή θα έπαυε να έχει αξία για μένα. Συνεπώς, προτιμώ πολύ περισσότερο να αδικούμαι τώρα, αλλά και να πληρώσω το τίμημα μιας θανατικής ποινής στην περίπτωση που εξαναγκαστώ να συμμετάσχω, παρά να αδικήσω κι έπειτα να πρέπει να ζήσω με έναν τέτοιο παραβάτη. Εάν το διακύβευμα είναι ο φόνος , το επιχείρημα δεν θα ήταν ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς να έχει γίνει ο φόνος, αλλά η απροθυμία να ζήσουμε με έναν δολοφόνο. Αυτό το επιχείρημα, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να απαντηθεί ακόμη και υπό την πιο αυστηρά πολιτική οπτική, όμως είναι ξεκάθαρα ένα επιχείρημα που μπορεί να είναι βάσιμο μόνο στις ακραίες, δηλαδή στις οριακές καταστάσεις. Είναι συχνά τέτοιου είδους καταστάσεις που είναι πιο ικανές να διαφωτίσουν ζητήματα που διαφορετικά θα ήταν σκοτεινά και διφορούμενα. Η οριακή κατάσταση, στην οποία οι ηθικές προτάσεις γίνονται απολύτως βάσιμες στο πεδίο της πολιτικής, είναι η ανημπόρια. Η έλλειψη οποιασδήποτε εξουσίας, που πάντοτε προϋποθέτει την απομόνωση, είναι μια βάσιμη δικαιολογία για να μη κάνουμε τίποτα. Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι ασφαλώς και είναι εξολοκλήρου υποκειμενικό· η αυθεντικότητά του μπορεί να αποδειχθεί μόνον από την προθυμία μας να υποφέρουμε. Δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες, όπως στις νομικές διαδικασίες, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και να ισχύουν για όλους. Όμως φοβάμαι πως αυτό θα ήταν καταστρεπτικό για όσες ηθικές κρίσεις δεν υποστηρίζονται ή δεν προέρχονται από θρησκευτικές εντολές. Ο Σωκράτης, όπως γνωρίζουμε, δεν ήταν ποτέ ικανός να αποδείξει την πρότασή του· ούτε και η κατηγορική προσταγή του Καντ, που είναι ο μοναδικός ανταγωνιστής υπό την έννοια ενός μη θρησκευτικού και μη πολιτικού ηθικού κανόνα, μπορεί να αποδειχθεί. Το ακόμη βαθύτερο πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε ανθρώπους που είναι συνηθισμένοι να ζούνε αποκλειστικά με τους εαυτούς τους, το οποίο είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε ότι η εγκυρότητά του θα είχε ισχύ μόνο σε ανθρώπους που έχουν συνείδηση· και, οι προκαταλήψεις της νομοθεσίας, που τόσο συχνά απευθύνονται με συγκεχυμένο τρόπο στη συνείδηση ως κάτι που θα πρέπει αδιαμφισβήτητα κάθε λογικός άνθρωπος να έχει, τα στοιχεία δείχνουν ότι αρκετοί άνθρωποι την έχουν, αλλά οπωσδήποτε όχι όλοι, και ότι εκείνοι που την έχουν μπορούν να βρεθούν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και, πιο συγκεκριμένα, ανεξάρτητα απ’ το μορφωτικό τους επίπεδο. Καμιά αντικειμενική ένδειξη της κοινωνικής ή μορφωτικής θέσης δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία ή την απουσία συνείδησης.

Η μόνη δραστηριότητα που μοιάζει να συμβαδίζει με αυτές τις εγκόσμιες ηθικές προτάσεις και να τις επικυρώνει είναι η δραστηριότητα της σκέψης, η οποία στην πιο γενική, εντελώς μη εξειδικευμένη της έννοια, μπορεί να οριστεί κατά τον Πλάτωνα ως ο σιωπηλός διάλογος ανάμεσα σε εμένα και στον εαυτό μου. Εάν εφαρμοστεί στα ζητήματα της συμπεριφοράς, η ικανότητα της φαντασίας θα συμμετείχε ενεργά σε μια τέτοια σκέψη, δηλαδή στην ικανότητα να αναπαριστά, να παρουσιάζει στον εαυτό μου αυτό που είναι ακόμη απόν – κάθε προσχεδιασμένη πράξη. Ο βαθμός που αυτή η ικανότητα της σκέψης, που ασκείται στην απομόνωση, εκτείνεται εντός της πολιτικής σφαίρας με την πιο αυστηρή της έννοια, εκεί όπου βρίσκομαι πάντοτε μαζί με άλλους, είναι ένα άλλο ερώτημα. Αλλά οποιαδήποτε κι αν αποδειχθεί πως είναι η απάντησή μας σ’ αυτό το ερώτημα, που ελπίζουμε πως θα απαντηθεί από την πολιτική φιλοσοφία, κανενός είδους ηθικοί, ατομικοί και προσωπικοί, κανόνες συμπεριφοράς δεν θα είναι ποτέ ικανοί να μας απαλλάξουν απ’ την συλλογική ευθύνη. Αυτή η έμμεση ευθύνη για πράγματα που δεν έχουμε κάνει, αυτή η ανάληψη της ευθύνης από εμάς για τις επιπτώσεις πραγμάτων για τα οποία είμαστε απολύτως αθώοι, είναι το τίμημα που πληρώνουμε για το γεγονός ότι δεν ζούμε τις ζωές μας μόνοι μας αλλά ανάμεσα στους συνανθρώπους μας, και ότι η ικανότητα της πράξης, που, εν τέλει, είναι η par excellence πολιτική ικανότητα, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε μια από τις πολλές και πολύπλευρες μορφές της ανθρώπινης κοινότητας.

1968

Hannah Arendt, “Collective Responsibility”, Responsibility and Judgement, Schocken Books, Νέα Υόρκη, 2003 σσ.147-158.

1 Σ.τ.μ.: «vicarious» στο αγγλικό πρωτότυπο, που αναφέρεται στην ευθύνη εξ αλλοτρίας πράξεως, δηλαδή έμμεσα. Κατ’ αναλογία και το «nonvicarious» που αποδίδεται παρακάτω ως άμεσος.

2 Σ.τ.μ.: «contributory group fault» στο αγγλικό πρωτότυπο, συντρέχον πταίσμα για το οποίο η ευθύνη βαρύνει την οργανωμένη ομάδα.

3 Σ.τ.μ.: «Reason-of-state doctrine» στο πρωτότυπο: πρόκειται για την περίφημη θεωρία του διανοητικού αντιπάλου του Μακιαβέλλι, του Giovanni Botero, η οποία εκδιπλώνεται στο ομώνυμο βιβλίο του Della ragion di Stato (1589). Βασική σύλληψη αυτού του δόγματος είναι ότι, εφόσον ο θεμελιώδης σκοπός του κράτους είναι η κυριαρχία του, αυτό σημαίνει ότι οι ηγεμόνες έχουν το δικαίωμα να υπερβαίνουν το φυσικό ή το θετικό δίκαιο για την απόκτηση, εξάπλωση και διατήρηση της κρατικής κυριαρχίας.

___________________________________________________________

Από:http://www.respublica.gr/2018/02/column/arendt-responsibility/