Ροκ εντ ρολ: έτσι άρχισαν όλα…


Άλλη μια Παρασκευή και, όπως σωστά μαντέψατε, δεν έχω διάθεση να κουβεντιάσω ούτε για πολιτικά ούτε για οικονομικά θέματα. Κι ενώ αναρωτιόμουν για ποιο πράγμα θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε σήμερα, μου ήρθε να σας κάνω μια ερώτηση, μιας και αύριο στα «Σαββατιάτικα» σκέφτομαι να ακούσουμε ένα σημαντικό ροκ άλμπουμ: γνωρίζετε πότε και από ποιον γεννήθηκε το ροκ εντ ρολ; 

Υποθέτω ότι οι εννιά στους δέκα θα απαντήσετε ότι το ροκ εντ ρολ γεννήθηκε το 1955 από τον Bill Haley και το πασίγνωστο «Rock around the clock«, έτσι δεν είναι; Θα κάνετε λάθος. Ας πιάσουμε, λοιπόν, την ιστορία από την αρχή και είμαι σίγουρος ότι θα την βρείτε ενδιαφέρουσα.

O Wild Bill Moore και το σινγκλ με το οποίο άρχισαν όλα.

Πάμε πίσω, στα 1947, στην απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Ο τριαντάχρονος σαξοφωνίστας της τζαζ William Moore (γνωστός ως Wild Bill Moore), αφήνει το Λος Άντζελες, όπου δούλευε επί 2-3 χρόνια με μεγάλους καλλιτέχνες (Big Jow Turner, Slim Gaillard κλπ) και επιστρέφει στην γενέτειρά του, το Ντητρόιτ, για να φτιάξει την δική του μπάντα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς, ο Wild Bill Moore ηχογραφεί στην Savoy Records ένα τραγούδι με πρωτόγνωρο ήχο και παράξενο τίτλο: «We’re Gonna Rock, We’re Gonna Roll«.

Παρένθεση. Το δισκάκι κάνει απρόσμενα υψηλές πωλήσεις και ο νέος ρυθμός που προτείνει ο Moore ξετρελαίνει την νεολαία, προκαλώντας τις αντιδράσεις του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, που δεν μπορεί να βλέπει τους νέους να χορεύουν σαν δαιμονισμένοι. Ειδικά με ένα δισκάκι που έχει τον αριθμό παραγωγής του τυπωμένο ζωηρά πάνω του: 666. Είναι προφανές ότι αυτή η μουσική είναι του σατανά. Κλείνει η παρένθεση.

Στην μπάντα τού Bill Moore κάνει φωνητικά ο μεγάλος Scatman Crothers, ο οποίος ηχογραφούσε τότε στην Modern Records. Για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία τού Moore, η Modern συμφωνεί με τον δημιουργό να κυκλοφορήσει μια άλλη εκτέλεση του κομματιού με ερμηνευτή τον Crothers. Ο Moore δέχεται και η Modern κυκλοφορεί το δισκάκι με αριθμό 674 και με τον αρχικό μακρύ τίτλο αρκετά συντομευμένο: «Rock and Roll». Στις 12 Ιουλίου 1951, ο μουσικός παραγωγός Alan Freed παρουσιάζει το κομμάτι από την εκπομπή του «Moon Dog House» στο ραδιόφωνο του Κλήβελαντ, συνοδεύοντάς το με το εξής σχόλιο: «Boy, there’s a real rockin’ thing to get us off and rollin’!». Από λάθος, όμως, ο Freed παίζει το δισκάκι τής Savoy αντί για εκείνο της Modern. «They are both Rock and Roll», δικαιολογήθηκε ο Freed. Αυτό ήταν! Η καινούργια μουσική πρόταση απέκτησε όνομα: Rock and Roll.

Φτάνουμε στα τέλη τού 1952. Ο Max Freedman με τον Games Myers γράφουν ένα τραγουδάκι με τίτλο «Dance around the clock» αλλά σκέφτονται ότι το clock πάει καλύτερα με το rock, οπότε αλλάζουν τον τίτλο σε «Rock around the clock». Ο Bill Haley το ακούει και θέλει να το ερμηνεύσει αλλά η εταιρεία του αρνείται την ηχογράφηση. Έτσι, το κομμάτι καταλήγει στους Sunny Dae and the Knights και περνάει απαρατήρητο από τον κόσμο.

Το 1954, ο Haley αλλάζει εταιρεία και ο Myers του ξαναδίνει το κομμάτι. Η νέα εταιρεία τού κλείνει για τρεις ώρες στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσει το «Thirteen women» με φλιπσάιντ το «Rock around the clock». Οι δυόμισυ ώρες ξοδεύονται για την ηχογράφηση του πρώτου κομματιού. Στο μισάωρο που απομένει, ο Haley και οι Comets του προλαβαίνουν να γράψουν μόνο δυο φορές το φλιπσάιντ. Το δισκάκι κυκλοφορεί αλλά δεν γνωρίζει επιτυχία.

Την επόμενη χρονιά, ο Myers έχει την φαεινή ιδέα να παραχωρήσει το «Rock around the clock» για το μουσικό ντύσιμο της -κλασσικής πλέον- ταινίας «Η ζούγκλα τού μαυροπίνακα», η οποία έχει ως θέμα την παραβατική συμπεριφορά των μαθητών. Αυτό ήταν! Το κομμάτι αγκαλιάζεται από τους νέους, οι οποίοι κατά την προβολή τής ταινίας χορεύουν πάνω στα καθίσματα και προκαλούν ζημιές στους κινηματογράφους. Οι βανδαλισμοί υπό τους ήχους τού κομματιού επεκτείνονται και εκτός των αιθουσών, με αποτέλεσμα η ταινία να λογοκριθεί σε πολλές χώρες ενώ αποβάλλεται και από το φεστιβάλ τής Βενετίας.

Κλήβελαντ, 20/10/1955: Bill Haley και Elvis Presley σε κοινή συναυλία στο Brooklyn High School Auditorium

Παρά τις απαγορεύσεις, η εταιρεία επανακυκλοφορεί το σινγκλάκι, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τον ντόρο. Πράγματι, αυτή την φορά οι πωλήσεις σπάνε ρεκόρ και το κομμάτι πάει στο Νο 1 των ΗΠΑ, όπου μένει για οκτώ βδομάδες. Ήταν απίστευτο αλλά χάρη στο ροκ εντ ρολ ο ήδη τριαντάρης και εμφανισιακά μπούλης Bill Haley κατάφερε να γίνει ο εκφραστής τής επαναστατικότητας μιας νέας γενιάς, η οποία πολύ σύντομα θα ανακάλυπτε τον κορυφαίο ερμηνευτή αυτής της μουσικής. Έναν -άσημο ακόμη- νεαρό από το Τουπέλο τού Μισσισσιπή, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει το πρώτο του σινγκλ, το «My happiness«, στις 18/7/1953. Το όνομά του: Elvis Presley.

____________________________________________________________

Η νέα γενιά των περιπλανώμενων και τα αερόφυτα …


Συνθέσεις ανθρωπομορφών – Βαγγέλης Κουτσαντώνης

Αχ, αγαπητέ μου, είναι τρομερό το βάρος των ημερών για όποιον είναι μόνος, δίχως Θεό και δίχως αφέντη. Πρέπει, επομένως, να διαλέξεις έναν αφέντη, μια και ο Θεός δεν είναι πια της μόδας. (Αλμπέρ Καμύ – Η πτώση, 1956)

Πολλοί νέοι άνθρωποι φαντάζονται τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο σαν μια αυριανή Παγγαία που θα οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια προ Βαβέλ εποχή. Ένας καθολικός μετασχηματισμός που θα αλλάξει ριζικά την ανθρωπότητα με αποτέλεσμα μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας και κατανόησης. Αυτή είναι η πεμπτουσία του κοινωνικού προοδευτισμού και το όραμα των νέων φιλελεύθερων. Μια ενιαία γη που θα κάνει ολόκληρο τον πλανήτη ένα χωριό, το σπιτικό όλων μας. Πρόκειται για μια αφελή, εφηβική ψευδαίσθηση (τμήματος της νέας γενιάς) από τη μία, και για ένα καλοσχεδιασμένο στρατήγημα (των σύγχρονων ελίτ), από την άλλη. Στην πραγματικότητα ο κόσμος αυτός δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα τεράστιο κλουβί γεμάτο προσωπικότητες, εγκλωβισμένες σε τεχνητές ανάγκες, ηδονιστικές επιθυμίες και ναρκισσιστικές συμπεριφορές. Η εξέλιξη αυτή, που παρουσιάζεται τελεολογικά ως το αναπόφευκτο μέλλον, σηματοδοτεί τον οριστικό θάνατο της ελπίδας για δημοκρατία και ευζωία και την επικράτηση μιας δυστοπικής πραγματικότητας με κύριο χαρακτηριστικό την ακραία ανισότητα.

Προκειμένου να δοξαστούν οι διαδικασίες του μαζικού ξεριζωμού και του παγκόσμιου ανακατέματος, το δημοσιογραφικό τσίρκο που πλαισιώνει τα κανάλια και τα μοντέρνα ΜΜΕ, εξυμνεί συνεχώς την λεγόμενη «ανοιχτή κοινωνία». Όμως ελάχιστοι επισημαίνουν ότι αυτή η πολυπόθητη «ανοιχτή κοινωνία» βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην τρομακτική ευελιξία του σύγχρονου τρόπου παραγωγής και ασφαλώς έχει πολιτικές και ανθρωπολογικές συνέπειες. Αυτές είναι ήδη ορατές στους νέους (ηλικιακά και μη) φανατικούς οπαδούς της παγκοσμιοποίησης. Βασικός ορίζοντας ζωής γίνεται αυτός των μόνιμων «διακοπών» στο εξωτερικό και της ασταμάτητης «ψυχαγωγίας» τύπου Netflix. Ένα μοντέλο όπου η ευζωία θεωρείται ταυτόσημη με την υιοθέτηση των φιλελεύθερων αμερικανικών συνηθειών όσον αφορά τον τρόπο (στυλ) ζωής και την κατανάλωση. Ένα από τα σύμβολα αυτής της μετάβασης στην Ευρώπη αναγνωρίζεται στην σύγχρονη νυχτερινή ζωή της Βαρκελώνης στην Ισπανία. Εκεί από το απάνθρωπο καθεστώς του Φράνκο, περνούν στην λεγόμενη φιλελεύθερη «δημοκρατία» η οποία αναγνωρίζεται κατηγορηματικά με βάση την ιδεολογική και πολιτική προσκόλλησή της στον ακραία νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Από ανθρωπολογική άποψη, μιλάμε για εκείνα τα οικονομικά και πολιτισμικά πρότυπα που δημιουργούνται από τη μεταμοντέρνα διαδικασία συσσώρευσης του πλούτου.

Η επικρατούσα αφήγηση, φαίνεται καθαρά ότι στοχεύει στην έντονη υπεράσπιση ενός κόσμου δίχως όρια και σύνορα. Είναι μια στρατηγική με στόχο να δοθεί μια συμβολική νομιμότητα στο καθεστώς του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ένα σύστημα που ενώ, εδώ και αρκετά χρόνια, έχει αρχίσει να καταστρέφει τα πάντα στο διάβα του, δεν κάνει κάτι άλλο παρά να μιλά συνεχώς για μια αόριστη ευημερία και για μια μελλοντική «ανοιχτή κοινωνία». Από πολιτική άποψη φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο καθεστώς παρουσιάζει τρεις πτυχές: δεξιά βρίσκεται η μεγεθυνόμενη οικονομία (ως εξουσία του χρήματος), στο κέντρο βρίσκεται η καθησυχαστική πολιτική (ως εξουσία της συναίνεσης) και αριστερά βρίσκεται ο πολιτισμός (ως εξουσία της καινοτομίας). Στη δύση η διάλυση των παλαιότερων μορφών παραδοσιακής ζωής, γίνεται στο όνομα ενός μόνιμου και ασταμάτητου εκσυγχρονισμού, που αποκτά μηδενιστικό χαρακτήρα, στα πλαίσια της παγκόσμιας επέκτασης της αγοράς και των συνδεδεμένων με αυτή πόρων. Οι έφηβοι και γενικότερα οι νέοι της παγκοσμιοποιημένης γενιάς είναι στην πραγματικότητα από αριστεροί έως αναρχικοί στον πολιτισμό: προσκολλώνται με μανία στην ιδεολογία της απελευθέρωσης από όλα τα αστικά ήθη και τις λαϊκές συνήθειες. Πολιτικά είναι κυρίως κεντρώοι: το «κέντρο» είναι, εξ ορισμού, ο τόπος συνάντησης και διαμεσολάβησης συμφερόντων των μεσαίων τάξεων που είναι ιδεολογικά πιστές στο status quo. Από οικονομική άποψη είναι δεξιοί νεοφιλελεύθεροι: αχόρταγοι καταναλωτές αγαθών, μόδας και κομματικής ιδεολογίας. Νέοι άνθρωποι που θέλουν περισσότερο από οτιδήποτε να γίνουν αντικείμενο των διαδικασιών ενσωμάτωσης στα πλαίσια αυτής της «ανοιχτής κοινωνίας» που υποστηρίζει όλο και μεγαλύτερες υπερδομές όπως η ΕΕ, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Αυτός ο όρος μοιάζει να είναι το ιδεολογικό φετίχ της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Μια βαρύγδουπη και παραπλανητική έκφραση που στην πραγματικότητα εξυπηρετεί την ταχύτερη και πιο αποτελεσματική μεταφορά πόρων από τις υπαλληλικές προς τις διευθυντικές και τις περισσότερο εύπορες τάξεις. Οι νέοι φιλελεύθεροι έχουν κυριολεκτικά αποπλανηθεί από την υπόσχεση των απεριόριστων δυνατοτήτων, που τους προβάλει το διαφημιστικό μοντέλο και η ιδεολογία της γενικής συναίνεσης. Το μοντέλο δηλαδή που τους καλεί να «ενσωματωθούν» ipso facto, να γίνουν και εκείνοι χρήσιμες μετριότητες, αφομοιώνοντας ορισμένους συμβολικούς πολιτιστικούς κώδικες που έχουν καθοριστεί από την κοινωνία των αγορών. Ο Καναδός συγγραφέας Alain Deneault (La médiocratie, 2015) περιγράφει τον 21ο αιώνα ως τον αιώνα των μετρίων που όμως διαθέτουν τις δεξιότητες και την απαραίτητη τεχνική εμπειρία να αναλάβουν ρόλους σε γραφεία, ακόμα και σε «υψηλό» επίπεδο, στον κόσμο των υπερμοντέρνων επαγγελμάτων. Άνθρωποι αφοσιωμένοι στο καθεστώς που τους διαμορφώνει και τους εκπαιδεύει, που δεν τολμούν να αμφισβητήσουν τα ιδεολογικά θεμέλια αυτού του οικονομικού και πολυπολιτισμικού συστήματος που σταδικά ισοπεδώνει κάθε πολιτισμό: σαν το άλογο και άτακτο ανακάτεμα πολλών χρωμάτων που οδηγεί σε ένα άνοστο γκρίζο. Έτσι η αυθεντική συγκίνηση και ο διάλογος που θα μπορούσε να φέρει το σμίξιμο διαφορετικών πολιτισμών, χάνεται στην μαύρη τρύπα της επιβεβλημένης, από την αγορά, ομοιομορφίας.

Ο πολίτης του κόσμου, και η σύγχυση της κοσμοπολίτικης ουτοπίας, είναι μια τεράστια αφαίρεση χωρίς καμία πραγματική ουσία. Η έννοια της πολιτότητας, στην πραγματικότητα, έχει λόγο ύπαρξης και σημασία στο βαθμό που ο πολίτης μοιράζεται ένα κοινό σχέδιο σε μια δεδομένη περιοχή, ανεξάρτητα από το αν μιλάει την ίδια γλώσσα ή αν ανήκει στην ίδια εθνοτική ή θρησκευτική ομάδα. Με άλλα λόγια, είμαστε πολίτες εάν ανήκουμε σε μια κοινότητα που διαθέτει ένα κοινό νόημα, αλλά και που καθορίζει τον τρόπο διανομής του πλούτου (υλικού και μη) που παράγεται σε αυτόν το συγκεκριμένο τόπο. Η έννοια της πολιτότητας, και επομένως της δημοκρατίας, συνδέεται στενά με αυτή της επικράτειας και της εντοπιότητας. Συνεπώς, είναι ασυμβίβαστη με την ιδεολογία που στηρίζει τη διάλυση της κοινότητας και τη μετατροπή των πόλεων και των χωρών σε κέντρα ασταμάτητων ροών, σα να πρόκειται για τουριστικά θέρετρα όπου η εγχώρια οικονομία απομυζάται από εργαζόμενους-τουρίστες που αναπτύσσουν τη ναρκισσιστική τους προσωπικότητα, βασιζόμενοι στην πεποίθηση-ψευδαίσθηση ότι όλος ο πλανήτης μπορεί να τους ανήκει, όπως τους ανήκει όλη η ανθρωπότητα, και συνεπώς δικαιούνται να μετακινούνται διαρκώς με στόχο την ανέλιξή τους στα ανώτερα κλιμάκια του καπιταλισμού. Έτσι οι κοινωνίες μετατρέπονται σε χώρους φιλοξενίας από τους οποίους ο περιφερόμενος υπάλληλος μπορεί μονάχα να επωφεληθεί προσωρινά, να ανακουφίσει τις «ανάγκες» για ανανέωση του βιογραφικού του. Να καταναλώσει ό,τι μπορεί να του προσφέρει μια χώρα ή μια εγχώρια οικονομία, βάζοντας έπειτα πλώρη για τον επόμενο σταθμό, τον νέο τόπο ο οποίος θα προσφέρει τις ίδιες (ή μεγαλύτερες) οικονομικές απολαβές και απολαύσεις.

Πράγματι, σήμερα βλέπουμε μια πραγματική πολιτισμική και ταξική σύγκρουση ακριβώς πάνω στη γραμμή που διαχωρίζει τις ροές των ανθρώπων από τους τόπους που κατοικούν. Ο «παγκόσμιος πολίτης» δεν είναι τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια, με διάφορες διαδικασίες κοινωνικοποίησης, να δημιουργηθεί ένας εφεδρικός στρατός στην υπηρεσία του διεθνούς κεφαλαίου των αγορών. Το πρόγραμμα Erasmus, για παράδειγμα, είναι ένα από τα διαθέσιμα εργαλεία που ωθούν τις νέες γενιές σε μια γενικευμένη κοινωνικοποίηση της συμμόρφωσης. Στην πραγματικότητα, οι νέοι που θεωρούν τους εαυτούς τους «στην μόδα», ειδικά οι πιο ιδεολογικοποιημένοι, πιστεύουν πραγματικά ότι η «ελευθερία» είναι συνώνυμη με την απελευθέρωση από προηγούμενες σχέσεις, νοήματα, νόρμες και από όλους τους κοινοτικούς δεσμούς προέλευσης. Μάλιστα πολλοί από αυτούς έχουν στο μυαλό τους την αυθαίρετη και ανόητη πεποίθηση ότι η ελευθερία και ο φιλελευθερισμός είναι συνώνυμα. Σήμερα ελευθερία σημαίνει, πρωτίστως, κυριαρχία των σύγχρονων μηχανισμών κανονικοποίησης, δηλαδή επικράτηση των ιδεολογικών παραδειγμάτων της «ανοιχτής κοινωνίας», ενώ ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι παρά ένας αποτελεσματικός μηχανισμός αυτοδιοίκησης των υπερπλουσίων τάξεων. Πράγματι, το mainstream αφήγημα καλεί τις νεότερες γενιές να «εμπλακούν». Ωστόσο, «εμπλοκή» στο μεταμοντέρνο λεξιλόγιο σημαίνει να «παίξεις το παιχνίδι» που αποφασίζουν, για όλους, οι κυρίαρχες οικονομικές ολιγαρχίες και οι αγορές. Και όποιος «δεν παίζει», δηλαδή, αρνείται να κάνει το χάμστερ που τρέχει στη ρόδα για να ευχαριστήσει το μεγάλο αφεντικό -την πολυεθνική εταιρεία, που στέκεται αυτάρεσκα και απρόσωπα απ΄έξω- κατηγορείται αμέσως ότι είναι αντι-κοινωνικός και φοβητσιάρης. Τα συμφέροντα της σημερινής πανίσχυρης οικονομικής κάστας εξυπηρετούνται καλύτερα μέσα από την τέλεια αποδοχή αυτών των μετρίων. Αυτών δηλαδή που είναι μέτριοι κυρίως γιατί πειθαρχημένα, «παίζουν το παιχνίδι» της παγκόσμιας οικονομίας. Στην πραγματικότητα είναι κομφορμιστές και yes men/women που αμείβονται από ένα καθεστώς, χυδαίου υλισμού και ειδωλολατρίας των, απελευθερωμένων από κάθε κανόνα, αγορών.

Κατά συνέπεια οι νέες άρχουσες τάξεις, αποτελούνται από «καλλιεργημένους» και απάτριδες, που σταδιακά θεσμοποιούν τον πολιτισμό της κινητικότητας σαν ένα θρησκευτικό δόγμα. Όντας αποκομμένες από την κοινωνική βάση, καταφεύγουν στη γνωστή ελιτίστικη αντιλαϊκιστική καταγγελία (σαν αυτή που είχαμε δει κατά την περίοδο του Brexit, και όπως πάνω κάτω βλέπουμε μέσα από τη συσπείρωσή της Ιταλικής Κεντροαριστεράς). Καταγγελία που θεωρεί όλο τον κοινωνικό κορμό ένα μάτσο παρωχημένων οπισθοδρομικών, που αρνούνται να ενταχθούν στο παγκόσμιο χωριό. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι ιστορικά βρισκόμαστε σε μια πρωτοφανή στιγμή, όπου η άρχουσα τάξη έχει πραγματικά «εξεγερθεί» (χρησιμοποιώντας τα λόγια του Κρίστοφερ Λας στο Η εξέγερση των Ελίτ), επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία, χλευασμό και απαξίωση για την υπόλοιπη κοινωνία. Σε αναλογία με τα θρησκευτικά δόγματα, έτσι και αυτό έχει ως βασικό στόχο του την μαζική χειραγώγηση της σκέψης και την αναδιαμόρφωση της συλλογικής φαντασίας. Μια αναδιαμόρφωση από την οποία φαίνεται να αναδύεται μια νέου τύπου νοοτροπία: σύμφωνη με τις επιταγές του χρηματοπιστωτικού συστήματος η οποία αναδημιουργεί συνεχώς νέα αντικείμενα εκμετάλλευσης και αποξένωσης σε ένα καθολικής εμβέλειας διαίρει και βασίλευε.

Η σημερινή τυπική δυτική κοινωνία στην πραγματικότητα βασίζεται στην γενικευμένη αποδοχή των «τεχνικών» λειτουργιών, με έναν καθαρά επιχειρησιακό τρόπο, η οποία δεν μπορεί να ταιριάζει με κανένα είδος τέχνης ή ικανότητας, επειδή η πραγματική κριτική και η πραγματικά καινοτόμος σκέψη θα μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να αποτελέσει εμπόδιο στην εξέλιξη και στην αέναη ανάπτυξη του αδιαμφισβήτητου τεχνολογικο-εμπορικού κόσμου. Οι κυρίαρχες τάξεις επιτυγχάνουν, μέσω της Πολιτικής Ορθότητας, να επιβάλουν ένα newspeak και μια νέα μαζική ηθική που σταδιακά αντικαθιστά την προηγούμενη παραδοσιακή ηθική. Η μαζική ηθική όμως βασίζεται κυρίως στην τεχνική και εμπορική ύπαρξη: αυτό που ονομάζεται Πολιτικά Ορθό δεν είναι παρά η ιδεολογική και αντιεπαναστατική πλευρά του σύγχρονου καθεστώτος εκμετάλλευσης. Το σύγχρονο σύστημα των αγορών, χρηματοδοτείται και ψηφιοποιείται, αναπαράγεται και γίνεται ταυτόχρονα η κυρίαρχη κουλτούρα χρησιμοποιώντας ένα ακόμη όργανο εξουσίας- την Πολιτική Ορθότητα.

Ονομάζω σημασιολογική τρομοκρατία, αυτή τη φυγή μπροστά σε κάθε λέξη που διαθέτει, από μόνη της και με τρόπο αυτούσιο, κάποιο νόημα. […] Στην αντι-γλώσσα αντίθετα οι σημασίες απομακρύνονται συνεχώς από τις λέξεις, υποβιβάζονται σε μια προοπτική λέξεων οι οποίες από μόνες τους δεν θέλουν και δεν μπορούν να πουν τίποτα, ή θέλουν να πουν κάτι ασαφές και αόριστο. (Πιερ Πάολο Παζολίνι)

Η λεγόμενη γενιά χιονονιφάδα (generation snowflake) έχει γαλουχηθεί με την ιδέα της Πολιτικής Ορθότητας. Από τη μια είναι εύθικτη, ακριβώς λόγω του ότι δεν έχει γνωρίσει πόλεμο, και τόσο παραχαϊδευμένη που θίγεται πολύ εύκολα από τις λέξεις. Από την άλλη η «λογική» του ναρκισσισμού, οδηγεί στην έντονη αντίφαση με το παραμικρό να θίγεται η προσωπικότητά του νέου ο οποίος ταυτόχρονα αυτοπαρουσιάζεται ως κυνικός και αδίστακτος, έτοιμος να αναρριχηθεί επαγγελματικά με κάθε κόστος. Έτσι μια νέα πεφωτισμένη ελίτ μπαίνει στη θέση του προστάτη, αυτού δηλαδή που θα αναλάβει δράση όταν κάποιος/α πει μια κακή λέξη. Ο γραφειοκράτης ελεγκτής θα βρίσκεται πάντα εκεί στη θέση του, καλά αμειβόμενος και σε ετοιμότητα. Παρόμοιες «λογικές» έχουμε και σε εκφράσεις θρησκευτικού φανατισμού. Όπως σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ένας σκηνοθέτης ανεβάζει μια θεατρική παράσταση που θίγει κάποιο θρησκευτικό σύμβολο, και οι πιστοί εξεγείρονται απαιτώντας την άμεση λογοκρισία. Παρομοίως οι νέοι snowflakes εξεγείρονται, για παράδειγμα, στο όνομα της «ισότητας».

Είναι σημαδιακή η επιμέλεια με την οποία εταιρείες όπως η Google, η Apple, το Facebook και τα ιδιωτικά κυρίως Πανεπιστήμια, γίνονται φανατικοί υποστηρικτές των αρχών της Πολιτικής Ορθότητας, εκθειάζοντας τις θεωρητικά ίσες ευκαιρίες σταδιοδρομίας που προσφέρονται στους υπαλλήλους τους, ανεξάρτητα από την εθνοτική προέλευση, το φύλο, την σεξουαλική προτίμηση, κλπ. Έτσι διατείνονται με πείσμα ότι οι στόχοι τους είναι «σωτηριολογικοί» καθώς φροντίζουν για το καλό της ανθρωπότητας, όταν τιμωρούν, για παράδειγμα, σκληρά με απόλυση τη χρήση μιας «ακατάλληλης» γλώσσας. Στην πραγματικότητα, όποιος τολμήσει να επικρίνει αυτά τα ιδεολογικά θεμέλια, θεωρείται ως ξένος και εχθρικός προς τις διαδικασίες ενσωμάτωσης εντός της περιμέτρου της λεγόμενης «κοινωνίας των πολιτών». Όπου με τον όρο «κοινωνία των πολιτών», εννοούμε εκείνο το κλάσμα της μεσαίας-ανώτερης τάξης που βρίσκεται περισσότερο στο εσωτερικό αυτής της ιδεολογικής περιμέτρου που διαγράφει το Πολιτικά Ορθό. Ένα ιδεολόγημα που εξυπηρετεί τον μοναδικό και ανομολόγητο πραγματικό στόχο, δηλαδή την αέναη μεγέθυνση και την ακόρεστη επιθυμία για μεγιστοποίηση του εταιρικού μεγέθους/κερδοφορίας με κάθε μέσο.

Τα αερόφυτα (επίφυτα) είναι φυτά με εντυπωσιακές, πολύχρωμες ανθοφορίες που αναπτύσσονται χωρίς έδαφος, συνήθως πάνω σε δέντρα, βράχους ή άλλες επιφάνειες. Διαθέτουν ένα υποτυπώδες ριζικό σύστημα το οποίο χρησιμοποιούν για να αγκιστρώνονται κάπου. Τα θρεπτικά στοιχεία τα προσλαμβάνουν από τον αέρα ή το νερό μέσω ειδικών κατασκευών που βρίσκονται στα φύλλα και ονομάζονται απορροφητικά τριχίδια.

Περιγράφουμε τους οικονομικούς-πολιτισμικούς μετανάστες, κατά βάση δυτικής προέλευσης (και χαρακτήρα), οι οποίοι ανήκουν κυρίως στη μεσαία τάξη των χωρών καταγωγής τους. Αυτά τα μεταναστευτικά φαινόμενα μοιάζουν με ένα είδος υπερσύγχρονου δουλεμπορίου και ένα ακόμη δείγμα της σύγχρονης μαζικής και ρευστής κοινωνίας. Επιπλέον, αυτοί οι μετανάστες δεν είναι τόσο μετανάστες, όσο περιπλανώμενοι (νομάδες). Δεν ξεκινούν από μια συγκεκριμένη περιοχή για να εγκατασταθούν μόνιμα, ή για μεγάλες περιόδους, σε μια άλλη, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξή της. Οι περιπλανώμενοι μετακινούνται συνεχώς, με ένα σακίδιο στην πλάτη, από το ένα μέρος στο άλλο, καταναλώνοντας (ή προσπαθώντας να καταναλώσουν) με απίστευτη βουλιμία οτιδήποτε μπορεί να τους προσφέρει μια δεδομένη περιοχή. Και αυτό ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος ή την καταγωγή του καθενός. Ο περιπλανώμενος, εξ ορισμού, τα θέλει όλα για τον εαυτό του, υλικά αγαθά και εμπειρίες και για να το καταφέρει αυτό, με ευκολία εργαλειοποιείται και λειτουργεί υπηρετικά. Δεν μιλάμε φυσικά για εκείνους τους ανθρώπους που αλλάζουν τόπο για να επιβιώσουν, μιλάμε για εκείνους που επιθυμούν να αυξήσουν δίχως όριο τις ατομικές (πιστοληπτικές) δυνατότητες ανέλιξης και άπληστης κατανάλωσης εαυτού και αγαθών. Άτομα που δεν θέλουν να βελτιώσουν την οικονομική και πολιτιστική κατάσταση της κοινότητας από την οποία προέρχονται ή την κοινότητα στην οποία τείνουν να εγκατασταθούν προσωρινά. Μοιάζουν με αερόφυτα τα οποία με το υποτυπώδες ριζικό τους σύστημα αγκιστρώνονται χαλαρά κάπου για λίγο καιρό και έτσι καταλήγουν να μην ανήκουν πουθενά. Ακριβώς ο τύπος του ανθρώπου που χρειάζεται ώστε να δημιουργηθεί ένα πολύχρωμο, ιδιαίτερα ευέλικτο και πειθήνιο «στράτευμα», ικανό να προσφέρει ένα καλαίσθητο καμουφλάζ και όταν χρειαστεί να πολεμήσει κάθε δημοκρατική απόπειρα για ισότητα και αναδιανομή του πλούτου, προκειμένου να υπερασπιστεί τα γκρίζα «δίκαια» των πολυεθνικών αφεντικών του. Ασφαλώς οι γενιές δεν είναι μεταξύ τους ασύνδετες και έτσι για τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας γενιάς έχουν συγκεκριμένες ευθύνες οι προηγούμενες -ζήτημα με το οποιο θα ασχοληθούμε σε μελλοντική ανάρτηση.

Ζητείται Έρωτας…


Είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα ο έρωτας για τον τόπο. Ψηλώνει αυτόματα το πρώτο του «ε» και γίνεται κεφαλαίο. «Ε», όπως Ελευθερία.

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Ξέρεις, σε τούτα τα μέρη, σε τούτη τη χώρα που κάποιοι θέλησαν να την καταντήσουν  χώρο, οι άνθρωποι της, ερχόμαστε από μια παράδοση, που καταλαβαίνει την Απόγνωση σαν το πιο ισχυρό πράγμα στον κόσμο, γιατί τίποτα δεν μπορεί να την νικήσει. Αιρετική σκέψη, θα πει κανείς, κόντρα στον κυρίαρχο «ορθολογισμό».
«Ουδέν ισχυρότερον της απογνώσεως», γνωματεύει ένας Όσιος. Άντε να το πεις αυτό στον Ντάϊσεμπλουμ. Ουάου, βλαμμένος είναι, θα σκεφτεί.

«Αύτη ού γιγνώσκει ηττηθήναι υπό τινός. Ότε ο άνθρωπος εν τη διανοία εαυτού κόψει την ελπίδα εκ της ζωής αυτού, ουδέν θαρσαλεώτερον», συνεχίζει. Είναι, με άλλα λόγια, αήττητη η απόγνωση. Δεν χαμπαριάζει από ήττες. Γιατί όταν ο άνθρωπος, αποκόψει στο μυαλό του την ελπίδα για ζωή, δεν υπάρχει τίποτα πιο θαρραλέο. Άμα παραιτηθεί κανείς από την ελπίδα της «πάρτης» του, τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει.

Ακατανόητα λόγια για τον κάθε Σόϊμπλε. Άρρητα ρήματα για την κάθε Μέρκελ.
Έτσι κι αλλιώς, αυτός, αυτή, «σφόδρα γαρ τέρπεται, όταν βλέπει ότι εαυτού απογινώσκω. Εν τούτω γαρ μόνω αγάλλεται, ίνα δια της απογνώσεως ίδη με αιχμάλωτον». Αυτοί, μόνο έτσι ευχαριστιούνται. Όταν με βλέπουν να είμαι σε απόγνωση. Όταν, κατορθώσουν μέσω της απόγνωσης, να με καταστήσουν αιχμάλωτο. Αυτοί, αυτό ξέρουν, αυτό κάνουν. Έτσι νομίζουν.

Εμείς, όμως, λέμε κάτι άλλο: πως αν καταφέρει κανείς, για μια στιγμή, να κόψει την ελπίδα της ζωής του και να παραδοθεί –για παράδειγμα-αφειδώλευτα, δίχως καβάντζες, στον πιο αβέβαιο και επισφαλή έρωτα, ε αυτό είναι πράξη μεγάλου θάρρους. Ας χαίρονται αυτοί με την απόγνωση μας.

Σαν να ερωτεύεται κανείς, με ασίγαστο πάθος, την πρώτη γκόμενα που όλα δείχνουν πως θα τον παρατήσει «στεγνά» στην «πρώτη στραβή». Γιατί; Γιατί έτσι!  Διότι, «ούκ έστι θλίψις ης τινός η φήμη εξασθενήσαι το φρόνημα αυτού ποιεί». Γιατί δεν υπάρχει στεναχώρια που να μπορέσει να εξασθενήσει το φρόνημα μας. Δεν καταλαβαίνουμε Χριστό. Όταν ερωτευόμαστε, δεν καταλαβαίνουμε Χριστό.

Φαντάσου, να έχεις να κάνεις τώρα μ’ έναν τύπο που είναι καψούρης με την πατρίδα του. Όχι αυτήν που «να μην είναι οι κάμποι, να μην είναι τα άπαρτα ψηλά βουνά». Την άλλη, εκείνη που «ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας». Αυτήν την πατρίδα! Φαντάσου, λέει, να έχεις να κάνεις μ’ έναν ολόκληρο Λαό που είναι ερωτευμένος μ’ αυτήν την πατρίδα του.

Δεν υπάρχει θλίψη, που να βαστάει να μας «χαλάσει» έναν τέτοιο έρωτα.
Βέβαια, ίσως εκεί στην άκρη της απόγνωσης, να ακουστεί το φτερούγισμα του πιο βαρβάτου δαίμονα. Του δαίμονα που γλυκοψιθυρίζει να τα παρατήσει κανείς. Να εγκαταλείψει γιατί -τάχα μου- δεν αξίζει τόση απόγνωση για το τίποτα. Δεν μετράει η γκόμενα, θα σου πει. Δεν φτουράει μία! Σιγά τα ωά! Εδώ μετράνε τα φράγκα!
Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να ξεκρεμάσει κανείς από το τσιγκέλι τις ζυγαριές και τις μεζούρες που μετράνε το βάρος της πανοπλίας του. Να ζυγιαστούν οι ανάγκες και να βρεθούνε υπέρτερες του Έρωτα. Πάντα οι δαίμονες ξέρουνε να στήνουνε ξόβεργες με τις ανάγκες των ανθρώπων. «Η απελπισία περίστροφο και σφαίρες της οι ανάγκες», που ορίζει και ένας άλλος «Όσιος».

Ξέρει καλά το «εγώ», στις περιπτώσεις αυτές, να παριστάνει τον ταλαίπωρο τραυματία. Είναι που ξέρει καλά, στις περιπτώσεις αυτές, αυτή η Σκύλλα η κουτσο-βόλεψη να ζητιανεύει φρονιμάδες, όταν φοβάται τα σπουδαία και τα υψηλά!
Σαν χελώνα που ζυγιάζει το έχει της, το άρρηκτο κέλυφος της, ξεπροβάλλει το δαρμένο κεφαλάκι της στα καφενεία και δηλώνει «Δεν γινότανε αλλιώς! Θα μας «πέταγαν» από το ευρώ!» Τα κεφάλια μέσα. Τα κεφάλια κάτω. Οι σημαίες κάτω.

Είναι επικίνδυνο πράγμα, στ’ αλήθεια, ο έρωτας. Λογίζεται στον αντίποδα του θανάτου.
Δεν είναι γλυκανάλατη αμερικανιά, φιλάκια και νιανιά. Είναι ξόδεμα και κόψιμο στην άκρη της απόγνωσης. Είναι εθελούσια αυτοκατάργηση δίχως προσδοκίες ανταμοιβής. Είναι ριψοκινδύνευση αμετάκλητης έκθεσης, ανεπανόρθωτης προσβολής της μικροαστικής μας εγκυρότητας, γελοιοποίησης της σοβαρής μάσκας του μανατζεριλίδικου καρναβαλιού της καθημερινότητας. Είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα ο έρωτας για τον τόπο. Ψηλώνει αυτόματα το πρώτο του «ε» και γίνεται κεφαλαίο. «Ε», όπως Ελευθερία.

Γι’ αυτό και κάτι παραπάνω ξέρανε αυτοί που διαζεύξανε την Ελευθερία με το Θάνατο. Δεν είναι πλάκα αυτός ο Έρωτας. Πρέπει να μπαρκάρεις στο πλοίο του ενός, για να ψηλαφίσεις τις όχθες της αλήθειας του άλλου. Πρέπει να φτάσεις ως στην άκρη της απόγνωσης, για να πάρει μπρός ο τροχός της Ελευθερίας και του Έρωτα. Εκεί είναι που δεν πρέπει να «μασήσεις». Αλλιώς τι σκατά ερωτευμένος θα είσαι; Άστο καλύτερα, μην μας πουλάς έρωτες.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλοί τρόποι να πεθάνει κανείς. Δεν ξέρω ακόμη αν υπάρχουν πολλοί τρόποι να επιβιώσεις, να τη βγάλεις στο τέλος καθαρή, κατά πως λεν. Μα πάει καιρός που έχω ψυλλιαστεί πως υπάρχουν πολλοί τρόποι να υπάρξεις. Έτσι που μπορείς και  πεθαμένος, ακόμη,  να υπάρχεις. Αλλά, κι απ΄ την άλλη, να είσαι ζωντανός, μα να λογαριάζεσαι για τελειωμένος.

Για δες, κατά πως το λέει ο ποιητής, «τα πεύκα πως βαστούν σφιχτά τη μορφή του αέρα που έφυγε, δεν είναι πια εκεί. Έτσι και τα λόγια βαστούν την μορφή των ανθρώπων, ακόμη κι αν οι άνθρωποι έφυγαν. Δεν είναι πια εκεί». Ο άνεμος υπάρχει στη βουερή αγκαλιά των πεύκων, στο σχήμα τους. Υπάρχει κι ας έφυγε. Τούτο είναι ένα σημείο έρωτα. Η απουσία, που μπορεί και αφήνει ανέγγιχτη την ύπαρξη.
Μα, για γίνε, μάγκα μου, πεύκο. Εδώ σε θέλω! Για κύρτωσε το μεγαλόσχημο σαρκίο σου, για χαμήλωσε να σ’ αγγίξει ο άνεμος, να σου ρίξει κατάχαμα τους καρπούς και τη σιρμαγιά σου, να μείνεις άπορος στα κρυφογέλια των ανέραστων πετυχημένων της Εσπερίας!  Πόσα κιλά κατανάλωσης μπορείς να χάσεις για να κρατήσεις τη μορφή του ανέμου στο σχήμα σου; Να σώσεις τη μορφή σου! Να μην καταντήσεις ά-σχημος!
Πόσο μπορείς να κανακέψεις αυτή τη μορφή; Πόσο μπορείς να την παρηγορήσεις, να της χαϊδέψεις τα τερτίπια της, να της γιατροπορέψεις τα φτωχά της ξυπνήματα; Μπορείς;

Μπορείς ακόμη κι όταν θα ξέρεις καλά – κατά πως προβλέπουν οι άλλοι στο πευκοδάσος- πως στο τέλος ο άνεμος θα φύγει; Μπορείς εσύ, εκεί πιστός στη μορφή που σου χάρισε ο άνεμος; Ή θα διαλέξεις τα ανεμομαζώματα για να πορευτείς μ’ αυτά, κι αυτά να σου φτάνουν;

Στην τελική, ένα δάκρυ ρετσίνι παραπάνω. Στ’ αρχίδια σου! Εσύ, που αιώνες τώρα, σε τούτα τα μέρη αγγίχτηκες από τον άνεμο. Εσύ, που χαράχτηκες στις πιο απόμακρες γωνιές σου. Μπορείς να στρώσεις τις πευκοβελόνες σου να ξαποστάσουν και πάλι οι κατάκοποι ροδομάγουλοι τουρίστες του πλανήτη. Θα έχουν να λένε για έναν πλήρη κορμό. Έναν κορμό πλήρους ζωής και ατελεύτητης.

Κι αν η δροσιά του βραδινού συναντήσει τη φοβισμένη χελώνα να σέρνεται, δήθεν μου δικαιωμένη, στον ορθολογισμό της, αυτό το ίδιο αεράκι θα της πάει το μήνυμα. Ο γυρτός κορμός σου, δεν ήταν της ήττας αποτέλεσμα, δεν ήταν λύγισμα, δεν ήταν φλεξιμπίλιτι και ελιγμός επιβίωσης. Δεν ήταν υποταγή στις ανάγκες του καιρού και της στιγμής.

Ήταν ο έρωτας σου προς τον άνεμο, τέτοιος, που σου άφησε αγαπημένο ενθύμιο τη μορφή του. Έτσι, η ζωή θα συνεχίζεται στον τόπο. Με μορφή, μοναδική και γνήσια, ενάντια στην αμορφία των προστατευμένων τραπεζών και των προστατών τους.
Με μια μορφή γεμάτη πλαστικότητα και κάλλος, ενάντια στην αράγιστη σκληρότητα του κελύφους των χελωνών.

Και τότε, είμαι βέβαιος, θα δεις το τρομαγμένο κεφαλάκι της χελώνας, της κάθε χελώνας, να κρύβεται δειλά κάτω απ’ το κέλυφος που κανένας άνεμος δεν κατάφερε ποτέ να δώσει μορφή.

Δεν προβληματίστηκες άραγε ποτέ, γιατί οι χελώνες ζουν εκατό τόσα χρόνια; Αλλά, ζουν;

Γι’ αυτό σου λέω, ρε συ, είμαστε τώρα τόσο ερωτευμένοι, μα τόσο, που άστους να μας φέρουν σε απόγνωση…Αιώνες τώρα, η απόγνωση μας είναι αήττητη! Γι΄ αυτό σου λέω, μη «μασάς» στις χελώνες και στα καβούκια τους…οι ερωτευμένοι δεν φοράνε πανοπλίες. Είσαι όμως; Ερωτευμένος; Με την πατρίδα. Είσαι, ρε συ;

Το άρθρο κοσμεί το έργο του Ντε Κίρικο «Ο αρχαιολόγος».


Aπό:https://www.thepressproject.gr/article/73302