WOLF ALICE IS COOL …


Εδώ και περίπου δυο χρόνια (ίσως και κάτι λιγότερο) ακούω έναν συγκεκριμένο δίσκο σχεδόν σε repeat, on and off, τον οποίο είχα επιλέξει να μην τον μοιραστώ με κανέναν. Ήταν κάτι δικό μου, που ξεκίνησε με μια τυχαία ανακάλυψη ενός και μόνο τραγουδιού που με ώθησε να ψάξω κι άλλο για την προέλευσή του. Στη συνέχεια, βρήκα όλο το άλμπουμ και λίγο αργότερα είχα ερωτευθεί με τον ήχο των δημιουργών του. Ήθελα τόσο να μιλήσω για αυτό το συγκρότημα, όμως ήξερα πως ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για αυτούς ακόμα. Αλλά τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και δε θα μπορούσε να γίνει αυτή η ανάρτηση σε καλύτερη χρονική στιγμή.

wolf-alice-portrait-1-1

Ο λόγος για μια νέα, άκρως αναζωογονητική μπάντα που ακούει στο όνομα Wolf Alice. Σε μερικούς παρατηρητικούς, το όνομα, και κυρίως ο ήχος, μπορεί να θυμίζει κάτι, αλλά να μην ξέρουν τι ακριβώς. Μην ανησυχείτε όμως, για αυτό είμαστε εδώ.

Οι Wolf Alice λοιπόν, είναι συγκρότημα από το Λονδίνο, που ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα το 2010 (πρώτα ως ντουέτο και ύστερα ως κουαρτέτο από το 2012 μέχρι σήμερα) και μέχρι στιγμής έχει αποκτήσει πλειάδες θαυμαστών σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του αποτελούν οι Ellie Rowsell (τραγούδι, κιθάρα, πλήκτρα που και που), Joff Oddie (κιθάρα, που και που βιολί και λίγο πλήκτρα και φωνή), Theo Ellis (μπάσο και λίγο πλήκτρα/φωνή) και Joel Amey (ντραμς και λίγο πλήκτρα/φωνή). Το όνομά τους προέρχεται από την ομώνυμη ιστορία της Angela Carter, στο βιβλίο της The Bloody Chamber. Στο δυναμικό τους έχουν δύο στούντιο άλμπουμ, My Love Is Cool (2015) και Visions Of A Life (2017), καθώς επίσης και 2 EPs και 13 singles.

Ο ήχος τους χαρακτηρίζεται ως alternative rock, με στοιχεία indie, shoegaze και grunge, ενώ η επιρροή του παλιού, καλού και κλασικού 90΄s rock αναδίδει ένα αίσθημα νοσταλγίας στον ακροατή, αφού είναι σπάνιο να βρει κανείς ένα τόσο πετυχημένο κράμα μεταξύ της δοκιμασμένης από πολλούς πια ροκ συνταγής και της φρεσκάδας που προέρχεται από την ανατροπή των κανόνων που προσδιορίζουν το «πιασάρικο».

Και τώρα που τους γνωρίσαμε, ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: Τι μας θυμίζουν? Η απάντηση απλή. Μεταξύ της μουσικής τους παρουσίας σε επεισόδια διαφόρων τηλεοπτικών σειρών, αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη έκθεσή τους ήρθε με το T2: Trainspotting, όπου το τραγούδι τους Silk συμπεριλαμβανόταν στο τρέιλερ της ταινίας, καθώς και στο τέλος της. Αν έχετε δει, λοιπόν την ταινία, από εκεί μάλλον τους ξέρετε. Αν δεν έχετε δει την ταινία, κακώς, να πάτε γρήγορα να την δείτε. Μετά να αγοράσετε το My Love Is Cool από το Itunes, Spotify, Google Play ή όπου αλλού το βρείτε, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε CD, και αν σας αρέσει (που μάλλον θα σας αρέσει), αγοράστε και το νέο τους άλμπουμ Visions Of A Life, και φροντίστε μέχρι το καλοκαίρι να έχετε μάθει όσα πιο πολλά τραγούδια μπορείτε, διότι….

ΕΡΧΟΝΤΑΙ!!! Στο Eject Festival φέτος 23 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού! Μαζί τους θα είναι και άλλα θρυλικά ονόματα όπως Nick Cave And The Bad Seeds, Editors και άλλοι! Θα είναι σίγουρα μία αξέχαστη εμπειρία!

_____________________________________________________________

Ο… φόβος κάνει τον εθνικόφρονα…Βασίλης Ραφαηλίδης…


Βολανάκης Κωνσταντίνος (Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907), Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy. Ελαιογραφία. 110x150 εκ.,

Βολανάκης Κωνσταντίνος
(Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907),
Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy.
Ελαιογραφία. 110×150 εκ.,

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

ΣΤΗΝ προσπάθεια του να δημιουργήσει το νεοελλη­νικά κράτος εθνική συνείδηση εκ του μη όντος, άσκη­σε μια τόσο βάναυση τρομοκρατία επί των υπηκόων του, που κατάφερε στο τέλος να φτιάξει από τους αλ­λοεθνείς τους πιο φανατικούς και μαζί τους πιο αστεί­ους «εθνικόφρονες». Προκειμένου να κρύψουν, δια τον φόβον των Ιουδαίων, την πραγματική εθνική τους ταυτότητα οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και κυρίως οι Σλάβοιυπερέβαλαν σε τεχνητό εθνικισμό και τους επαγγελμα­τίες «εθνικόφρονες».

Από την άλλη μεριά, οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι, που είναι πάρα πολλοί σε τούτον τον τόπο και οι Αρμέ­νιοι, που κατά μάζες εξελλήνισαν τα ονόματά τους, μπήκαν άτσαλα στο χορό της εθνικής πλειοδοσίας από το φόβο μη χαρακτηριστούν «εθνικοί μειοδότες».

ΤΑ ΠΙΟ αστεία πράγματα για το «μεγαλείο της φυ­λής» και τα ηχηρά παρόμοια ακούστηκαν από ανθρώ­πους που αποδειγμένα ανήκαν σε άλλη φυλή.

Λοιπόν, ο φόβος κάνει τον «εθνικόφρονα». Και η «εθνικοφροσύνη» δεν είναι παρά η εκδήλωση του απέ­ραντου φόβου των δύσμοιρων κατοίκων αυτού του τό­που, που -θέλουν σώνει και καλά να είναι ‘Ελληνες, για­τί ξέρουν πως το τεχνητό ελληνικό κράτος αμείβει καλύ­τερα τους τεχνητά σκεπτόμενους και τεχνηέντως φερό­μενους.

Κι έτσι, η ελληνική επικράτεια γέμισε από κρυψίνοες και καιροσκόπους, από δόλιους και απατεωνίσκους, από κοψομεσιασμένους και κωλοσφογγάριους. Η ανα­ξιοπρέπεια που κυριαρχεί απ’ άκρου εις άκρον σε τού­το τον τόπο έχει τη ρίζα της στο τεχνητό ένδυμα της ελληνικότητας, που το φόρεσαν σε όλους μας με τη βία και επί ποινή αποκλεισμού από τα αγαθά του κρατικού κορβανά.

Μ’ αυτά, και μ’ άλλα πολλά, το ίδιο κατάπτυστα, σχεδόν όλοι ψάχνουν για «ρίζες» σ’ ένα χώμα ακατάλ­ληλο πια για πολιτιστική καλλιέργεια. Πώς να πιάσουν ρίζες σ’ έναν τόπο άνθρωποι που δεν τολμούν να κά­νουν φανερή την πραγματική τους ρίζα, με αποτέλεσμα γνήσιο Βλάχο να σπέρνεις και «γνήσιος» Έλληνας να σου φυτρώνει στα καλά καθούμενα; Μέχρι το τέλος του βίου του ο Τσιτσάνης ντρεπόταν να πει πως είναι Βλάχος. Ήταν, βλέπεις, ο «λαϊκός βάρδος όλων των Ελλήνων» κι αυτό τον εμπόδιζε να καταλάβει πως ‘ Ελ­ληνες είναι και οι Βλάχοι. Καθώς κι όλοι όσοι κατοι­κούν σε τούτο τον τόπο, άσχετα από τη φυλετική τους καταγωγή, που στο κάτω κάτω δε σημαίνει απολύτως τίποτα και από θεωρητική και από πρακτική άποψη. Σήμερα, μάλιστα, με την ανάπτυξη των επικοινωνιών, αλλά και το συνεχές μπέρδεμα των αλλοεθνών πληθυ­σμών, φαντάζει γελοίο το να μιλάει κανείς για «φυλετι­κή καθαρότητα». Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι κι όσοι πέρασαν απ’ αυτόν τον τόπο ως κατακτητές, ως προσκυνητές και ως τουρίστες μαζί με το σπέρμα τους άφησαν και τον πολιτισμό τους.

ΣΤΙΣ παραπάνω τυχαίες επιμειξίες πρέπει να προ­σθέσουμε και τους γάμους μεταξύ αλλοεθνών, που ολοένα και περισσότερο πολλαπλασιάζονται, καθώς και τους βιασμούς, που δεν τους συνηθίζουν μόνο οι Τούρκοι, όπως θέλουν να λένε. Αλίμονο στους λαούς αν δεν ανανεώνονται συνεχώς και φυλετικά και πολιτιστι­κά. Σε τούτο τον κόσμο, καθαρή ράτσα μπορεί να βρει κανείς μόνο στον… ιππόδρομο, χωρίς να αποκλείονται και κει οι επιμειξιακές λαθροχειρίες. ‘Υστερα από όλα αυτά, μόνο εμείς ξέρουμε γιατί συνεχίζουμε να «νιώ­θουμε υπερήφανοι» που είμαστε Έλληνες, τη στιγμή μάλιστα που μετέχουμε ολοένα και λιγότερο στην ελλη­νική παιδεία.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο σπουδαίο βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) που θα μας απασχολήσει και σήμερα για έβδομη κατά σειρά Κυριακή (θα υπάρξουν κι άλλες κακλαμάνειες Κυριακές, γιατί πιστεύουμε πως αν δεν ταρακουνηθούν το συντομότερο κάποιοι ελληνοσκληρυμένοι εγκέφαλοι, η νέα Ελλάδα σε λίγα χρόνια θα εί­ναι ένα σχήμα λόγου, εντελώς ανάξιο λόγου σε διεθνές επίπεδο), ο Κακλαμάνης, λοιπόν, πιστεύει βάσιμα πως το κριτήριο της εθνικοφροσύνης αποσκοπεί στο να επανδρωθεί ο κρατικός μηχανισμός με απολιτικούς. Γιατί μόνο «χυτοί θα μπορούσαν να κινήσουν όπως-όπως τα γρανάζια μιας κρατικής μηχανής που προσπα­θεί να κρύψει το σήμα του εργοστασίου της κατασκευ­ής της.

Η ελληνική κρατική μηχανή έχει τα χάλια που έχει γιατί δεν είναι ούτε ελληνική ούτε μηχανή. Είναι, απλού­στατα, ένας καταπιεστικός μηχανισμός που τον κατα­σκεύασαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» γύρω στα 1840 και τον έβαλαν σε λειτουργία με την ελπίδα πως κάποιο κράτος θα ξεπεταχτεί μέσα από τα γρανάζια της. Προς το παρόν όμως κράτος δεν μπόρεσε να κατασκευάσει η κρατική μηχανή. Γιατί τα κράτη δεν τα φτιάχνουν οι κρατικές μηχανές, αλλά οι εθνότητες. Και ενώ οι πολ­λές εθνότητες που κατοικούσαν και συνεχίζουν να κα­τοικούν εδώ θα μπορούσαν να φτιάξουν όλες μαζί ένα αξιοπρεπές καπιταλιστικό κράτος, η μία και μόνη εθνό­τητα που επιλέχθηκε, οι Έλληνες, όντας ανύπαρκτοι ουσιαστικά, έφτιαξε τελικά ένα ανύπαρκτο κράτος, δύσμορφο, ανίκανο, αναξιόπιστο, τραμπούκικο, χωροφυλακίστικο, ασφαλίτικο, μαυραγορίτικο, ρουσφετοκρατούμενο, καχύποπτο, μίζερο, ελεεινό και τρισάθλιο, που κανείς, ούτε ντόπιος ούτε ξένος, δε λέει να το πά­ρει στα σοβαρά.

Η περίφημη «εθνική υπερηφάνεια» δεν είναι παρά μια δημαγωγική «διακήρυξη». Ποιος τίμιος και ευαί­σθητος άνθρωπος που κατοικεί σε τούτο τον τόπο θα μπορούσε να είναι υπερήφανος, όταν ξέρει πως ο ένας στους δύο δημόσιους υπάλληλους κλέβει το κράτος, δηλαδή όλους μας; Πώς να νιώθεις καλά ως ‘Ελλην όταν η Ελλάδα κατέχει παγκόσμιο ρεκόρ στις ακάλυ­πτες επιταγές; Πώς να κυκλοφορήσεις στους δρόμους της πρωτεύουσας όταν πρέπει συνεχώς να έχεις, με βροχή και με ήλιο, ανοιγμένη την ομπρέλα για να προ­φυλαχτείς από τα μικροβιοφόρα σάλια των νεοβαρβάρων, οι ελληνικότατες ροχάλες των οποίων πυκνώνουν όσο προχωρείς από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια;

Και αυτό διότι στο Σύνταγμα υπάρχουν περισσότεροι τουρίστες, πράγμα που καθιστά τούτη την πλατεία την πιο υγιεινή γωνιά ολόκληρης της Ελλάδας.

Δε ζητάμε λοιπόν από την Ελλάδα να εφαρμόσει το σοσιαλισμό. Ζητάμε προς το παρόν να κάνει σωστό καπιταλισμό. Γιατί, αν νομίζετε πως η Ελλάδα είναι κα­πιταλιστικό κράτος, μάλλον κάνετε λάθος. Είναι, απλώς, ένα κράτος «δύσμορφου καπιταλισμού» (πρό­κειται για όρο της Πολιτικής Οικονομίας). Κι αυτό ση­μαίνει πως ο ‘Ελληνας καπιταλιστής συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι του χωρίς κανόνες. Είναι απροσχημάτιστα ένα αρπαχτικό, όχι μόνο ως προς τους εργαζόμενους, αλλά και ως προς τους συνέλληνες συνκαπιταλιστές. Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να είσαι ακόμη και καπιτα­λιστής. Πόσο μάλλον σοσιαλιστής.

ΑΣ δούμε σύντομα πόθεν κατάγεται ..τούτη η δυ­σπλασία του νεοελληνικού κράτους.

Ο Κακλαμάνης λέει πως η Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων είναι η τυπική περίπτωση χώ­ρας, όπου το Δίκαιο δε συνιστά Κράτος. Γιατί το κατ’ ουσία Δίκαιο των Ελλήνων ήταν και παραμένει το εθι­μικό. Οι ‘Ελληνες καταφεύγουν πάρα πολύ συχνά στη Δικαιοσύνη γιατί το Δίκαιο το αντιλαμβάνονται ως υποκατάστατο του αυθόρμητου και άγραφου Εθιμικού Δικαίου. Και επειδή το Εθιμικό Δίκαιο εδώ δεν μπορεί να είναι ενιαίο, εξαιτίας της πολυεθνικής σύστασης του ελληνικού λαού, ο καθένας αντιλαμβάνεται το Δίκαιο κατά το δοκούν.

Ακόμα και οι δικαστές, που υποτίθεται πως ξέφυγαν από τον αυθορμητισμό του Εθιμικού Δικαίου.

Δεν μπορούν να υπάρξουν Κανόνες Δικαίου σ’ έναν τόπο όπου ο καθένας κουβαλάει μνήμες από το κλει­στό Εθιμικό Δίκαιο της φυλής του. ‘Αλλωστε, το Εθιμι­κό Δίκαιο (δηλαδή το έθιμο που λειτουργεί ως νόμος), ελάχιστα απέχει από την αυτοδικία. Η μορφή Δικαίου που ταιριάζει περισσότερο στους χαοτικούς Έλληνες είναι λοιπόν η χαοτική αυτοδικία, που στην ηπιότερη μορφή της εκδηλώνεται ως νταηλίκι.

Οι ‘Ελληνες, όπως και όλοι οι ημιβάρβαροι, παραμέ­νουν νταήδες γιατί κουβαλούν αταβιστικά στη μνήμη τους το γεγονός πως κάποτε οι άνθρωποι έλυναν όλες τις διαφορές τους με τις γροθιές. Λοιπόν, τι «άλλην χρείαν δια τον βαρβαρισμόν μας έχομεν», αφού υπάρ­χει και λειτουργεί το νταηλίκι, που μάλιστα κάποιοι εν­τελώς κρετίνοι το έκαναν συνώνυμο της λεβεντιάς;

Η βεντέτα και το έθιμο της αδελφοποίησης είναι κα­τάλοιπα του πρωτόγονου Εθιμικού Δικαίου. Όπως λέ­ει παραστατικά ο Κακλαμάνης, αποτελούν τα υπολείμ­ματα σχέσεων μεταξύ αλλοφύλων, δηλαδή κανόνες «Διεθνούς Δικαίου» υπό στοιχειώδη μορφή για τη δυνατό­τητα επικοινωνίας των χωριών μεταξύ τους!!! Είναι εντελώς εκπληκτική, και νομίζουμε εντελώς καινούρια, η άποψη πως η βεντέτα και η αδελφοποίηση είναι πρωτόγονες μορφές Διεθνούς Δικαίου. Ιδού, λοιπόν, πεδίο έρευνας λαμπρό για τους διεθνολόγους: Η Ελλά­δα της σήμερον, της οποίας το εσωτερικό δίκαιο είναι… διεθνές, εξαιτίας της συνεχιζόμενης εχθρότητας ανάμεσα στους αλλοφύλους!

Η Ελλάδα, λοιπόν, των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων βρέθηκε προ ολικής αδυναμίας εξευρέσεως κοινού Δικαίου. Να μερικές αποδείξεις: Στην περίφημη «Διάταξη των Σαλώνων» κάθε επαρχία χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής επικράτεια, με δικούς της νόμους. Σε μια επανάσταση που ξεκίνησε μωαμεθανική (με τον Αλή Πασά) και τέλειωσε χριστιανική, ήταν φυσικό να μπερ­δευτούν το οθωμανικό με το εγχώριο εθιμικό δίκαιο.

Και πώς να σκαρφιστεί ευρωπαϊκούς κανόνες δικαί­ου ένας νομοθέτης που δεν είχε ευρωπαϊκή νομική παιδεία, και που το μόνο δίκαιο που γνώρισε ήταν αφενός το εθιμικό και αφετέρου το μωαμεθανικό;

Ο δύστυχος αγωνιστής – νομοθέτης, στην αγωνία του να σκαρώσει όπως όπως κανόνες δικαίου για το νεοσύ­στατο και σαστισμένο κράτος, έφτιαξε έναν αχταρμά από τσόντες Δικαίου που τις πήρε από δω κι από κει. Πάντως, ο νομοθέτης εκείνης της πανέντιμης «Διάτα­ξης των Σαλώνων», της πρώτης μορφής ελληνικού Επαναστατικού Δικαίου, σκέφτηκε πολύ νηφάλια και χτύπησε το στόχο στο κέντρο: Αποφάνθηκε πως η κά­θε επαρχία πρέπει να έχει το δικό της δίκαιο, πράγμα που σημαίνει πως είχε στο νου του την ομοσπονδιακή μορφή κράτους. Όμως, έπεσε έξω. Διότι, άλλα μεν οι ‘ Ελληνες κελεύουν, άλλα δε οι ξένοι προστάζουν.

Αλλά ούτε οι συνταγματολόγοι της εποχής τα κατά­φεραν καλύτερα. Στο άρθρο 4 του Συντάγματος της Τροιζήνας επισημαίνουμε έναν περίεργο συνταγματικό ορισμό του Έλληνα: «Έλληνες είναι όσοι έλαβαν και όσοι θα λάβουσιν τα όπλα». Το «όσοι έλαβαν» είναι απολύτως νοητό: Το Σύνταγμα χαρακτηρίζει, ορθότατα ως ‘Ελληνες μόνο τους μαχητές. Σαν να λέμε, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο να χάνουν την ελληνική υπηκοότητα τόσο οι δοσίλογοι της εποχής (οι συνεργά­τες των Τούρκων) όσο και οι δειλοί και άκαπνοι. (Αν υπήρχε τούτο το άρθρο και στο σημερινό Σύνταγμα όλα θα πήγαιναν καλύτερα σ’ αυτόν τον έρμο τόπο).

Όμως ο συνταγματολόγος της εποχής σπεύδει αμέ­σως να ανοίξει ένα πονηρότατο παραθυράκι: Τι σημαί­νει εκείνο το «και όσοι θα λάβουσιν»; Πότε θα τα λάβουοιν; Τι νόημα θα είχε να τα λάβουσιν μετά το πέρας του αγώνα; Και εναντίον ποίου θα τα στρέψουσιν αφού τα λάβουσιν; Εναντίον των Τούρκων σε άλλες περιοχές, ώστε να μεγαλώσει το Κράτος; Αλλά κάτι τέτοιο φαινό­ταν εντελώς απίθανο τότε. Και μεγαλοϊδεάτης τότε ήταν μόνο ο δολιότατος Κωλέττης.

(Τον όρο Μεγάλη Ιδέα τον οφείλουμε σ’ αυτόν τον τρομερό δημαγωγό).

Το πιο πιθανό, λοιπόν, είναι εκείνο το «λάβουσιν τα όπλα» σε χρόνο μέλλοντα να αναφέρεται στους διαφαι­νόμενους εμφυλίους πολέμους. Ήξεραν λοιπόν οι αγωνιστές πως το τεχνητό Κράτος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις, από τη στιγμή που δεν πήρε τη μορφή της ομοσπονδίας, όπως αρχικά προτάθηκε, θα αντιμετώπιζε εξεγέρσεις παρακινημένες από κάποια εθνότητα ενάντια σε κάποια άλλη. Μ’ άλλα λόγια, οι αλλεπάλληλοι εμφύλιοι πόλεμοι που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης, εξαιτίας και της πολυφυλε­τικής συγκρότησης των εξεγερμένων, τώρα κατοχυρώ­νονταν και συνταγματικά!!

ΣΤΗΝ πραγματικότητα, ο υπερταξικός εμφύλιος πό­λεμος στην Ελλάδα δεν τελείωσε ποτέ’. Και οι κυρίως ειπείν εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι παρά οι κορυφές του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα, ο εμφύλιος πόλε­μος στην Ελλάδα είναι μια κατάσταση καθημερινή, δια­βρωτική, καταστροφική. Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του Έλληνα παραμένει ο παραδίπλα Έλληνας. Κι αν δε μας πετούσαν κάθε τόσο φανταστικούς και μισο- φανταστικούς εχθρούς για να εκτονωνόμαστε και να αποκτούμε τεχνητά «ομοψυχία», με τις γνωστές στην ψυχολογία της μάζας μεθόδους, τότε οι Πελοποννήσιοι θα εκστράτευαν κατά των υπολοίπων Ελλήνων κάθε τρεις και πέντε και ο αρχαίος Πελοποννησιακός πόλε­μος δε θα είχε τελειώσει ακόμα.

Κι όλα αυτά γιατί απορρίφθηκε η λύση του Ομο­σπονδιακού Κράτους. Και αντ’ αυτού προκρίθηκε η λύ­ση του «ομοιογενούς» Εθνικού Κράτους. Για τις μεγά­λες δυνάμεις της εποχής, ήταν πιο βολικό να ελέγχουν ένα μικρό κράτος παρά δέκα μικροσκοπικά κρατίδια. Και με τα χρόνια και με το πες πες, μας έπεισαν τελικά πως είμαστε όλοι καθαρόαιμοι ‘Ελληνες. Και μας έκα­ναν να μην τολμούμε να ξεχωρίζουμε την εθνικότητά μας από τη θρησκεία μας. ‘Ετσι, ο καθένας που βαφτί­ζεται χριστιανός ορθόδοξος, μαζί με τη «θεία χάρη» παίρνει εντός της κολυμβήθρας και το «χάρισμα» του να νιώθει ‘Ελληνας κι ας μην έχει ιδέα τι σημαίνει το να είσαι Έλληνας. Μ’ αυτές και μ’ άλλες πολλές λαθρο­χειρίες καλοί Έλληνες θεωρούνται πλέον οι καλοί χρι­στιανοί. Καιρός να σταματήσει αυτή η βρωμερή απάτη.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (29.3.87). O πίνακας του Βολονάκη είναι από εδώ: http://www.hmmuseum.gr/portal/page?_pageid=33,108754&_dad=portal&_schema=PORTAL

 ____________________________________________________________

Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/05/11/%CE%BF-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1/

Τα παντζούρια της Βουλής…


«Να και πάλι ένα παράθυρο, πού και πάλι δεν κοιμούνται.
Ισως – πίνουνε κρασί, ίσως – έτσι κάθονται.
Ή απλώς – τα χέρια τους δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.
Σε κάθε σπίτι, φίλε, υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.
Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων –
εσύ, παράθυρο στη νύχτα…
Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,
για το παράθυρο με το φως!» 

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Το παράθυρο» 

Η Βουλή των Ελλήνων είναι το κατεξοχήν παράδειγμα. Είναι το κτίριο που έχεις αντικρίσει άπειρες φορές και όσες φορές κι αν περάσεις μπροστά του δεν θα σε ξαφνιάσει, δεν θα σου προσφέρει ποτέ κάτι καινούργιο, δεν θα σου επιβληθεί καν με το μέγεθός της ή την υπερυψωμένη στάση της. Ισως γι’ αυτό δεν μπορείς εύκολα να ανακαλέσεις λεπτομέρειές της, να εστιάσεις στη μνήμη σε ξεχωριστά κομμάτια της, να την περιγράψεις πέρα από ένα περίγραμμα όμοιο με λογότυπο.
Ετυχε να περνάω βράδυ από μπροστά της μαζί με έναν φίλο Ιταλό που ερχόταν πρώτη φορά στην Αθήνα. Κάναμε μια στάση να κοιτάξει το κτίριο.
Το κοίταξα κι εγώ. Αλλά με τρόπο πιο κοντά στον δικό του, παρά με εκείνο το καθημερινό βλέμμα της επανάληψης και της ρουτίνας.
Τα παράθυρα, άλλα ανοιχτά και άλλα κλειστά, σαν κουφάλες δοντιών γεωμετρικά συντεταγμένες. «Κοίτα πώς είναι τα παντζούρια στα παράθυρα» του είπα, σαν να τα παρατηρούσα κι εγώ πρώτη φορά.
Μίζερα, φθαρμένα, με σχεδιασμό μιας ακατανόητης περιόδου, μονοκόμματα, με τον νυχτερινό φωτισμό να υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τη μιζέρια τους. Κάθετα και συρτά τόσο που το σχήμα γίνεται κίνηση στο μάτι.
Παντζούρια δημόσιας υπηρεσίας, εικόνα που από κάπου στάζει σαν air condition σε τυχαίους σβέρκους περαστικών.
Αισθητική φτηνού παραθερισμού κάπου στα Μεσόγεια για κουρασμένους συνταξιούχους και έξαλλους βιοπαλαιστές.
Βλέφαρα μεταχειρισμένα μιας μυωπικής θέασης των πραγμάτων. Περιφρουρημένα σαν μάτια μπροστά στην οξυγονοκόλληση, μάτια βασιλιάδων και μάτια πρωθυπουργών, μάτια κλητήρων.
Παντζούρια που έχουν ανοιγοκλείσει μπροστά στην ιστορία δύο αιώνων.
Πόσο άγχος όταν τα σηκώνουν το πρωί. Ποιος ξέρει ποια ιστορική αλλαγή μπορεί να αντικρίσουν
Τι να βλέπουν άραγε τα παράθυρα αυτά; Ποια είναι η πραγματική υπερυψωμένη θέαΜήπως είναι οι άνθρωποι κάτω χαμηλά; Η ΑκρόποληΤα πέρα κτίρια; Και τι βλέπουμε εμείς μέσα από αυτά;
Ακόμα και ανοιχτά, τα παράθυρα της Βουλής δεν σου δίνουν καμία πρόσβαση στο εσωτερικό. Σε ξεγελούν με την οικειότητα της ανοιχτής θύρας και σου την παίρνουν πίσω με την παρεμπόδιση πρόσβασης του βλέμματος.
Νομίζω τα παράθυρα αυτά είναι τα μόνα με θέα το εσωτερικό του κτιρίου απ’ όπου κι αν κάθεσαι. Κοιτώντας έξω κοιτάς πίσω από την πλάτη σου, αφού δεν υπάρχει εξωτερικό.
Κάποιοι θα τα ονόμαζαν καθρέφτες. Γι’ αυτό και τα τόσο άσχημα παντζούρια. Για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Τα παντζούρια φρουρούν το βλέμμα. Τόσο από την είσοδό του όσο και από την έξοδό του.
Η ασχήμια πάντοτε σε αποκαρδιώνει. Και τα παράθυρα της Βουλής καδράρουν το κενό.
Ολα αυτά περιγράφουν τα αμοιβαία βλέμματα μιας σχέσης που έχει διαρραγεί. Τη στιγμή αμηχανίας που δυο βλέμματα συναντιούνται χωρίς να το θέλουν και ύστερα βιαστικά στρέφονται και τα δύο σε άσχετες κατευθύνσεις.
Οικεία λοιπόν και ταυτόχρονα απρόσιτα, όπως η σχέση μας με το πολιτικό. Κομμάτι από την κοινή μας μιζέρια αλλά υπερυψωμένα σε μια πόζα σημασίας και ανωτερότητας.
Εκεί ψηλά ενώ τα φώτα σβήνουν, τα παντζούρια χύνονται μέσα στη νύχτα. Σαν βλέφαρα που φτερουγίζουν προς μια νέα όραση με λιγότερη ερημιά. Μια όραση φυτεμένη στο δικό μας πουθενά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Aπό:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/02/blog-post_14.html

Οι νέοι, ο Νότος και οι ιταλικές εκλογές 2018…


Robert Alexander Hillingford – Famiglia ciociara


Γιώργος Κουτσαντώνης

Φτάσαμε στο σημείο να μην σκεφτόμαστε σχεδόν καθόλου, σε κανένα τομέα, παρά να παίρνουμε θέση «υπέρ» ή «κατά» μιας γνώμης και μόνο στη συνέχεια να αναζητούμε επιχειρήματα, ανάλογα με την περίπτωση, είτε υπέρ, είτε κατά. (Σιμόν Βέιλ)

Μετά την νίκη του «ΟΧΙ» στο ιταλικό συνταγματικό δημοψήφισμα στις 4 Δεκέμβρη του 2016, πέντε βουλευτές του Κινήματος των Πέντε Αστέρων (M5S) που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο, ζήτησαν την άμεση προκήρυξη εκλογών. Ας θυμηθούμε ότι ο Ματέο Ρέντσι του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), προκειμένου να τελειοποιήσει τη στρατηγική επικοινωνίας του «ΝΑΙ», είχε φροντίσει να προσλάβει και τον αναλυτή Jim Messina, ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης-σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα. Ωστόσο, παρά το εκλεκτό σταφ συμβούλων και αναλυτών, ο Ρέντσι στο συνταγματικό δημοψήφισμα έχασε κατά κράτος και στην συνέχεια παραιτήθηκε. Προφανώς η προαναγγελία της παραίτησής του δεν εξυπηρέτησε και τις αναμενόμενες επικοινωνιακές σκοπιμότητές της, αν και η συνέπεια του «λέγειν-πράτειν» αξίζει να σημειωθεί. Αργότερα στις 22 Οκτωβρίου 2017 έγινε δεύτερο δημοψήφισμα, αυτή τη φορά συμβουλευτικού χαρακτήρα, με αντικείμενο τη μεγαλύτερη αυτονομία της Λομβαρδίας και του Βένετο από αυτό που οι υποστηρικτές του «ΝΑΙ» ονόμασαν συγκεντρωτικό και σπάταλο Ιταλικό κράτος της Ρώμης: σε αυτό κέρδισε το «ΝΑΙ». Στη γειτονική μας χώρα στις 4 Μαρτίου 2018 θα γίνουν εθνικές εκλογές με τον νέο εκλογικό νόμο [1] και η μέχρι στιγμής προεκλογική περίοδος δείχνει ότι, από τις λεγόμενες προοδευτικές δυνάμεις, έχει δοθεί μεγάλο βάρος στην αποφυγή του εκφασισμού των νέων.

Μάλιστα τις προάλλες μερικές δεκάδες χιλιάδες Ιταλοί βγήκαν στους δρόμους της πόλης Ματσεράτα (Macerata) για να διαδηλώσουν ενάντια στο φασισμό. Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους έχουν την πεποίθηση ότι η Ιταλία κινδυνεύει διότι οδεύει ολοταχώς προς τον εφιάλτη της δικτατορίας. Όμως λίγες ώρες αργότερα, δώδεκα εκατομμύρια Ιταλοί κάθισαν ήσυχα στον καναπέ τους για να παρακολουθήσουν τον τελικό του μουσικού φεστιβάλ Σανρέμο. H ιταλική κοινωνία δεν μοιάζει να βρίσκεται σε επίπεδο συναγερμού και δεν βλέπει κάποια «επιστροφή του φασισμού». Φυσικά κάποιοι, και δικαίως, θα πουν ότι η κοινωνία εκφασίζεται σταδιακά δίχως καν να το συνειδητοποιεί. Άλλωστε η ιστορία έχει διδάξει ότι η προσκόλληση σε άρτο και θεάματα αδρανοποιεί κάθε πολιτική σκέψη και, κατά συνέπεια, κάθε κριτική στάση στην υφιστάμενη εξουσία και τάξη πραγμάτων [2]. Υπό αυτή την έννοια είναι τελικά η ίδια η απάθεια που συνιστά συστατικό στοιχείο ενός ενδεχόμενου εκφασισμού. Κανείς, ούτε φυσικά ο γράφοντας, δεν είναι σε θέση να κάνει προβλέψεις, διότι όπως μας δίδαξε ο πατέρας του πολιτικού πραγματισμού Νικολό Μακιαβέλλι, κανείς δεν γνωρίζει τις ορέξεις της fortuna και τίποτε δεν αποκλείεται στην πολιτική. Πάντως ορισμένα σημεία δείχνουν ότι στην Ιταλία έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια αυταρχικοποίηση στον εργασιακό χώρο (βλ. Jobs Act)[3], παρά με διαφαινόμενα στοιχεία εκφασισμού. Προκαλεί όμως εντύπωση που ο επερχόμενος εκφασισμός φαίνεται να είναι το κυρίαρχο (και συχνά το βασικό) θέμα που εκφράζει με επιμονή στην προεκλογική της εκστρατεία η ιταλική Κεντροαριστερά και όχι μόνο.

Ειδικά αν σκεφτούμε ότι σήμερα υπάρχουν τόσα θέματα και ένας τεράστιος όγκος προβλημάτων για τα οποία θα έπρεπε να ανησυχεί, με σοβαρότητα, σύσσωμος ο ιταλικός πολιτικός κόσμος: όπως η απίσχναση του Κοινωνικού Κράτους που επιβάλλει επανεξέταση του μοντέλου, ο θηριώδης ανταγωνισμός στους νέους για την εύρεση μιας θέσης εργασίας, οι γίγαντες της Silicon Valley και άλλες πολυεθνικές εταιρείες και ιδρύματα που συνεχίζουν να συγκεντρώνουν τεράστια κεφάλαια, χωρίς να πληρώνουν στα κρατικά ταμεία τους αναλογούντες φόρους. Το τεράστιο απόστημα όπου πολυεθνικοί κολοσσοί έχοντας εδραιώσει ένα παγκόσμιο σύστημα διαπλοκής, πλημυρίζουν τα κράτη με σκάνδαλα μίζας και πολιτικής διαφθοράς, εκφυλίζοντας και μεταλλάσσοντας κάθε τομέα: της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Εάν μια πολιτική δύναμη ήθελε κάτι να πει στους σύγχρονους Ιταλούς, θα έπρεπε επομένως να εστιάσει πρωτίστως στην δικαιοσύνη και στην κάθαρση. Όμως για όλα εκείνα τα ιταλικά σκάνδαλα, δεξιάς και αριστερής κοπής, από τη δεκαετία του ’70 κανείς δεν μιλάει με το φόβο μη δυσαρεστήσει κάποιους και έτσι χάσει τις ψήφους που απαιτούνται για την επανεκλογή του. Το δημόσιο χρέος (2,31 τρισεκατομμύρια ευρώ, κοντά στο «βιώσιμο» 136% του ιταλικού ΑΕΠ), οι ιδιωτικοποιήσεις, τα κόκκινα δάνεια, τα ποσοστά των γεννήσεων, το ελλειμματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, η αυξανόμενη ανεργία, η μετανάστευση των νέων, η ανταγωνιστικότητα της ιταλικής οικονομίας μέσα σε ένα σκληρό και αυταρχικό ευρώ, είναι μερικά από τα θέματα που θα έπρεπε να κυριαρχούν κατά την προεκλογική περίοδο. Όμως στην περίπτωση της Ιταλίας κανείς (πολιτικά κόμματα, εφημερίδες, διανοούμενοι, οδηγητές γνώμης) προφανώς δεν είναι σε θέση, ή δεν επιθυμεί, όχι μόνο να φανταστεί, αλλά ούτε και να αναγνωρίσει την ύπαρξη ενός εναλλακτικού ή οποιουδήποτε ιταλικού μέλλοντος.

Η έλλειψη και η απουσία πολιτικών που απευθύνονται στους νέους έχει να κάνει με την (αυτο)τύφλωση και με την αδυναμία τόσο της Ιταλικής Κεντροαριστεράς, που κυβερνούσε μέχρι χθες, όσο και της Κεντροδεξιάς, να αναγνωρίσουν και επομένως να αποδεχτούν το γεγονός ότι ο κόσμος από τον Μάη του ’68 έχει προχωρήσει πολύ και ότι από την «ασπρόμαυρη» πραγματικότητα, που πολλοί ακόμη διατηρούν με την πιο γλυκιά γεύση στη μνήμη τους, δεν έχει μείνει τίποτα. Έτσι, με τη βοήθεια της παγκόσμιας «φούσκας» που χαρακτηρίζει το σήμερα, το ιταλικό μέλλον και ο ιταλικός πολιτικός κόσμος κινούνται σε δύο διαφορετικές διαστάσεις. Σαν τις παράλληλες γραμμές ενός τρένου που αδυνατούν να συναντηθούν. Αρκεί να δούμε τις θερμές εκκλήσεις αρκετών 60-70χρονων αγωνιστών που έσπευσαν να δηλώσουν: «μην αφήνετε την πλατεία στα χέρια των φασιστών». Προφανώς αυτές οι βαρύγδουπες δηλώσεις τους έκαναν να αισθανθούν ξανά νέοι χαρίζοντάς τους την ψευδαίσθηση ότι εκείνες οι παλιές εποχές επέστρεψαν. Βέβαια εάν η Κεντροαριστερά σταματήσει να θεωρεί τον εαυτό της ηθικώς ανώτερο και το κέντρο του σύμπαντος, θα συνειδητοποιήσει ότι οι περισσότεροι από τους εικοσάχρονους νέους που βγήκαν στους δρόμους δεν έχουν ιδέα, ούτε θέλουν να μάθουν, ποιος ήταν ο Mάριο Καπάνα της προλεταριακής δημοκρατίας ή ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ του ΙΚΚ. Όχι όμως γιατί αυτοί οι νέοι είναι ανίδεοι, ακαλλιέργητοι και άσωτοι. Άλλωστε μια από τις πρώτες επιθέσεις κατά της «άσωτης» νεολαίας καταγράφεται ήδη το 1532 από τον Μακιαβέλλι στον Ηγεμόνα. Αντίθετα οι νέοι της σημερινής Ιταλίας, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, γνωρίζουν ότι ο ψυχρός πόλεμος έχει τελειώσει, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός είναι πράγματα πιο νεκρά και πιο ζόμπι από αυτά που βλέπουν στην τηλεοπτική σειρά The Walking Dead. Οι νέοι σήμερα δεν έχουν ζήσει τα πολλά και πολύ τραγικά γεγονότα που θυμούνται οι 70χρονοι/ες και αυτό είναι γεγονός. Η φράση: «οι νέοι είναι το μέλλον» είναι αναμφισβήτητη αλήθεια. Όμως, για να μην περιορίζεται σε πολιτικές κουβέντες καφενείου, χρειάζονται στοχευμένες πολιτικές και όχι μόνο ρητορείες και δασκαλέματα.

Από την άλλη σε αυτή την φάση της ιστορίας του δυτικού κόσμου, οι νέοι ηλικιακά πολίτες δεν δείχνουν να διψούν τόσο για πολιτική εξουσία και συμμετοχή, ως αναπόδραστο επακόλουθο της ταξικής τους θέσης, όσο για ελεύθερη βούληση, ίσους όρους και δικαιοσύνη. Δεν πιστεύουν πλέον στις λευκές επιταγές και στις υποσχέσεις και δεν χαρίζουν την εμπιστοσύνη τους σε αφηρημένες ιδέες και ανύπαρκτους αγωνιστές. Οι νέοι σήμερα -μπορεί να ζουν τις δικές τους αντινομίες και αντιφάσεις- όμως ζητούν χειροπιαστά πράγματα και αποτελέσματα. Τα παραπάνω ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι έπαψαν οι κοινωνικές συγκρούσεις: η κοινωνική σύγκρουση είναι ακόμα εδώ, μάλιστα εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρή, διότι ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται όλο και πιο τερατώδης. Ένα σύστημα που μετατρέπει κάθε πόλη, κάθε γειτονιά και κάθε δρόμο σε μια αίθουσα αναμονής διεθνούς αεροδρομίου, που όλοι κάτι περιμένουμε, και που κανείς δεν καταλαβαίνει τί του γίνεται, πού πάει και πώς θα του ξημερώσει. Οι αναπαραστάσεις σήμερα έχουν αλλάξει και τα προβλήματα συνεχίζουν να συσσωρεύονται και να πιέζουν. Η προσπάθεια να κρατηθεί επ ‘αόριστον το μέλλον έξω από την Ιταλία και αυτή έξω από τις εξελίξεις, απλά επιδεινώνει το παρόν το οποίο εδώ και σχεδόν μια δεκαετία θυμίζει όλο και περισσότερο την αρχαιοελληνική τραγωδία που ζούμε στην Ελλάδα.

Διότι όταν μια χώρα, εγκαταλείψει τους νέους της στην μοίρα τους, αυτοί θα αντιδράσουν αναλόγως: οι πιο θαρραλέοι, ή τυχεροί, ή προνομιούχοι θα φύγουν στο εξωτερικό, καταδικάζοντας τελικά τη χώρα σε έναν αργό θάνατο. Ενώ άλλοι θα αφήσουν τους εαυτούς τους να βυθιστούν στον ψηφιακό κόσμο και να παρασυρθούν από την ψηφοθηρική ψευδολογία, που τους βλέπει ως ιδανικές λιχουδιές. Αν και πρέπει να αναφερθεί ότι η πλειοψηφία των νέων στην γειτονική Ιταλία, απλά δεν ενδιαφέρεται για μια χώρα που αδιαφορεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποχή στους Ιταλούς κάτω των 25 ετών υπερβαίνει το 60%. Για να το πούμε χοντρά: το γεγονός ότι πολύς νέος κόσμος θα απέχει από τις επόμενες εκλογές δεν δείχνει κάποια τάση εκφασισμού, αλλά ότι εκείνοι που θα πάνε να ψηφίσουν είναι μια μειοψηφία τριών βασικών κατηγοριών: οι πιο βολεμένοι, οι πιο παραμυθιασμένοι και οι πιο πορωμένοι. Αλλά και ότι οι περισσότεροι δεν πιστεύουν πλέον τις πολιτικές υποσχέσεις και τα προγράμματα.

Μια λεγόμενη προοδευτική δύναμη, όπως αυτή του Ρέντσι, που αδυνατεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, στους πιο δραστήριους, δυναμικούς και νεανικούς τομείς της κοινωνίας, συνιστά από μόνη της μια τεράστια αντίφαση. Όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ιταλία, η χώρα -παρά το μέγεθός της και την ισχύ της- έχει περάσει σε θέση πολιτικής «αναμονής» περιμένοντας τις εξελίξεις από κάπου αλλού. Μάλλον θα χρειαστεί μια ολόκληρη πολιτιστική επανάσταση που θα δώσει αξία, θα στηρίξει και θα κάνει πρώτη προτεραιότητα τους νέους. Όμως για να γίνει αυτό, σε αυτές τις συνθήκες λιτότητας και υπό την βαριά γερμανική μπότα, θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές που θα αγγίξουν και θα θίξουν τα προνόμια των σημερινών εξηντάρηδων (και άνω) οι οποίοι με περισσή ευκολία βγάζουν από τη ναφθαλίνη τις κόκκινες σημαίες και κουνάνε το δάκτυλο στους άχρηστους νέους που δεν ξέρουν από φασισμό. Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που για δεκαετίες χρησιμοποιούσαν την ηθική ανωτερότητα της ιδεολογίας τους για να αποκτούν προνόμια αφήνοντας τους «άλλους» να διαλύουν τα πάντα και ταυτόχρονα να ακρωτηριάζουν όποιον τολμούσε να μιλήσει για πραγματικές μεταρρυθμίσεις και εκδημοκρατισμό. Είναι οι ίδιοι που από την μια παρουσίαζαν τα δημοψηφίσματα ως κίνδυνο για τη δημοκρατία, την πολιτική ηρεμία και την τάξη. Ενώ οι ίδιοι με την προτεινόμενη αναθεώρηση του ιταλικού Συντάγματος [4] (το οποίο έχει διατυπωθεί με γνώμονα την αποφυγή επανόδου δικτατόρων), έκαναν μια αποτυχημένη, πλην όμως ξεκάθαρη, προσπάθεια να εκχωρηθούν περισσότερες εξουσίες στον Κοινοβούλιο και στον πρωθυπουργό, αποδυναμώνοντας τη Γερουσία. Είναι οι ίδιοι που είδαν τον εφιάλτη του φασισμού στον Μπερλουσκόνι, μετά στον Γκρίλο και τώρα τον βλέπουν στον Σαλβίνι. Είναι οι ίδιοι που εάν αύριο ακολουθηθούν ακόμη πιο σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην Ιταλία, θα γκρινιάζουν έχοντας όμως σχεδόν όλα τα προνόμιά τους -ή έστω με κάποιες περικοπές- και πάνω από όλα θα έχουν την υπέροχη ηθική τους ανωτερότητα. Και αν αύριο ή μεθαύριο ή σε 10 χρόνια, δούμε όντως ένα κίνημα με πραγματικά φασιστικά χαρακτηριστικά να εξαπλώνεται, θα είναι ξανά αυτοί, της ίδιας αντίληψης άνθρωποι, που θα βγουν πρώτοι να πουν «εμείς τα λέγαμε». Κάνοντας δυσδιάκριτη την κρυφή επιθυμία να επιβεβαιωθεί η θεωρία τους, σαν αυτο-εκπληρούμενη προφητεία, από την αγνή πρόθεση και την προσπάθεια να μην καταντήσει ο κόσμος να αναζητά στο φασισμό μια σανίδα σωτηρίας.

Είναι όλοι αυτοί που έχουν χάσει τον μπούσουλα, τα αυγά και τα πασχάλια, αλλά συνεχίζουν να γνωρίζουν πως το καλό και το αγαθό είναι να μην πας με εκείνους που είναι όλοι τους ακροδεξιοί, φασίστες και αυτονομιστές και θα πάνε με τον Σαλβίνι, ή με τους άλλους που είναι όλοι ψεκασμένοι, αμόρφωτοι και κλέφτες και θα πάνε με τον Λουίτζι ντι Μάιο (επικεφαλής του M5S στη θέση του Μπέπε Γκρίλο). Κανείς όμως δεν μιλά για το γεγονός ότι η εσωτερική μετανάστευση, για εύρεση εργασίας, των νότιων Ιταλών προς τον Βορρά, έχει σταματήσει χρόνια τώρα, διότι δεν υπάρχουν θέσεις στο Βορρά και έχει κορεστεί πλέον αυτή η δυναμική. Ο Ιταλικός Νότος μάλλον θα ψηφίσει M5S [5] και αυτό δείχνει να συνδέεται με το γεγονός ότι πλέον ο Γκρίλο και ο Λουίτζι ντι Μάιο έπαψαν να μιλούν για διενέργεια δημοψηφίσματος για έξοδο της Ιταλίας από την ΕΕ. Πράγμα που δείχνει, πάνω από όλα, τον φόβο των Ιταλών μπροστά στην απουσία κάποιας δομημένης και σοβαρής εναλλακτικής, αλλά και την ανικανότητα του κινήματος. Όλοι τελικά μοιάζει να απευθύνονται στον Νότο, ο οποίος είναι ένας ολόκληρος κόσμος 21 εκατομμυρίων ανθρώπων, που αισθάνεται αποκλεισμένος, αφημένος στις τοπικές μαφίες, και που θέλει επιτέλους κάτι να πει και να ακουστεί. Στο Νότο που πάρα πολλές φορές, στο παρελθόν, ξεχάστηκε από την κεντρική πολιτική ατζέντα και από τις λεγόμενες δυνάμεις του συστήματος -που για δεκαετίες ολόκληρες είχε μείνει έξω από τα μεγάλα ιταλικά έργα υποδομών και ανάπτυξης. Μιλάμε για αυτούς που, ακόμη και σήμερα, πολλοί «εργατικότατοι» Βορειοευρωπαίοι και Βορειοιταλοί ονομάζουν τεμπέληδες και λούζερς, χωρίς τίτλους και πτυχία που καί δεν μπορούν καί δεν θέλουν να γίνουν αυτοδημιούργητοι και κύριοι του εαυτού τους.

Το ιταλικό πολιτικό σύστημα μοιάζει να απαρτίζεται από ανθρώπους που δεν έχουν τη στοιχειώδη σοβαρότητα, ή την διάθεση, να κάτσουν να αναλογιστούν τη θέση της χώρας τους στον κόσμο, ούτε τις πραγματικές αιτίες της νίκης του Trump στις ΗΠΑ και του Brexit στην Βρετανία. Ο ιταλικός Τύπος αυτό τον καιρό μοιάζει με μια επικοινωνιακή μηχανή που εξυπηρετεί μόνο συγκεκριμένους ιδεολογικούς σκοπούς ή προσεγγίσεις και κανένα εθνικό σχεδιασμό. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία, και όχι μόνο, είναι μάλλον μια πολιτική «άμπωτη» και μια απονοηματοδότηση που κάνει ορατά κάποια μεμονωμένα στοιχεία (επικοινωνιακής ακρότητας και αντίδρασης) τα οποία φαίνεται να βγαίνουν στην επιφάνεια όταν αποσύρονται οι πολιτικές του ρεαλισμού και του πραγματισμού. Έτσι οι πολιτικοί περιορίζονται σε επικοινωνιακές «μάχες» και αφηρημένες αλληλοκατηγορίες. Οι λέξεις και οι έννοιες χάνουν το ιστορικό τους βάρος και περιεχόμενο και δεν πείθουν κανέναν. Ενδεικτικό της παρακμής του πολιτικού λόγου και του αδιεξόδου στην γείτονα χώρα είναι ότι το κόμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι δείχνει να ανεβαίνει. Το κόμμα του ανθρώπου που έχει δηλώσει: «το 87% (κανείς δεν γνωρίζει πώς το μέτρησε) των ψηφοφόρων του M5S δεν έχει κάνει ποτέ φορολογική δήλωση, δεν έχει εργαστεί ποτέ και δεν έχει καταφέρει ποτέ τίποτα». Δήλωση που δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την οπτική του Θ. Πάγκαλου με το «όλοι μαζί τα φάγαμε». Όταν το Δημοκρατικό Κόμμα (PD) χρησιμοποιεί (ξανά) την ρητορική περί αμορφωσιάς και άγνοιας των νότιων ως «πολιτικό» όπλο ενάντια στους λεγόμενους «γκριλίνους» (των 5 αστέρων), στην ουσία υποβαθμίζει τον πολιτικό λόγο σε ένα είδος «φυλετικού» ζητήματος που οδηγεί κατευθείαν στην αιώνια αντιπαράθεση: εμείς του Βορρά είμαστε έξυπνοι, καλλιεργημένοι, ορθολογικοί, ενώ εσείς του Νότου προληπτικοί, ψεκασμένοι και φανατικοί. Τελικά οι πολιτικές προτάσεις περιορίζονται σε αόριστες υποσχέσεις επαναδιαπραγμάτευσης με την ΕΕ (M5S), στην ενδεχόμενη δημιουργία ενός παράλληλου νομίσματος (Λίγκα του Βορρά και Μπερλουσκόνι), στην αύξηση του βασικού μισθού και άμεση μείωση της φορολογίας (Ρέντσι – PD). Ασφαλώς η συζήτηση για το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί σταθερά την επιτομή του σύγχρονου πολιτικού καιροσκοπισμού και της υποκρισίας, καθώς φαίνεται ότι όλοι έχουν και από μια «πρόταση» ώστε να τσιμπήσουν ένα, έστω μικρό, κομματάκι από την πίτα των ψηφοφόρων και την «αγορά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Και μιλάμε για την απόλυτη υποκρισία καθώς όλοι γνωρίζουν ότι οι αποφάσεις για τα συγκεκριμένα ζητήματα, και πολλά ακόμη, βρίσκονται πλέον στα χέρια πολιτικών ελίτ, εκτός Ιταλίας, στους λεγόμενους ισχυρούς παίκτες της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Διότι αυτή είναι η αλήθεια και όχι απλά ό,τι μας τυφλώνει παρέα, ώστε να φοβόμαστε για τα χειρότερα και όλο να ξεχνάμε ότι υπήρχε ζωή και προ Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με ενδεχόμενο μια Ευρώπη δυο ταχυτήτων, μπορεί κάποιοι να ελπίζουν και σε μια Ιταλία δυο ή και τριών ταχυτήτων, όμως εάν πράγματι αυτός είναι ο στόχος τους, το να ζητούν την ψήφο του Νότου χωρίς να ασχολούνται με τα προβλήματά του, και ειδικά των νέων, συνιστά απόλυτο πολιτικό θράσος. Από την άλλη είναι λογικό και θεμιτό όσοι βλέπουν ή θεωρούν ότι η ζωή τους βελτιώνεται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές των τελευταίων δέκα ετών, να τις στηρίζουν. Όμως είναι απολύτως φυσικό να υπάρχουν -τα σημεία δείχνουν ότι υπάρχουν- πάρα πολλοί Ιταλοί που στην καθημερινότητά τους βλέπουν ακριβώς το αντίθετο, όσο κι αν η φιλό-ευρωπαϊκή ρητορική προσπαθεί να υποβαθμίσει αυτή την πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιταλική οικονομία πέρα από την μεγάλη και βαριά βιομηχανία, που και αυτή συμπιέζεται, βασίζεται και σε ένα πολύ πυκνό πλέγμα μικρών και μεσαίων οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίες καιρό τώρα συμπιέζονται, άλλες εξαγοράζονται από κολοσσούς, και άλλες κλείνουν γιατί δεν μπορούν να επιβιώσουν.

Η Ευρώπη από την αρχή ήταν μια κατασκευή που φαινόταν τεχνοκρατική. Ξεκίνησε από χειροπιαστά πράγματα, από τον άνθρακα και το χάλυβα, αλλά οι ιδρυτές της είχαν ένα όραμα. Ο άνθρακας και ο χάλυβας στο εγγύς μέλλον θα είναι ο πολιτισμός και τα δικαιώματα. Σε αυτά θα βασιστεί η Ευρώπη μας […] To μέλλον ονομάζεται Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (ΗΠΕ) […] Η μάχη θα είναι μεταξύ εκείνων που πιστεύουν στις ΗΠΕ και εκείνων της Παδανίας και των αεροψεκασμών. Πάμε να κερδίσουμε! (Ματέο Ρέντσι) [6]

Η κόπωση των φιλελεύθερων «δημοκρατιών» είναι πλέον ορατή με γυμνό μάτι. Το αντιπροσωπευτικά συστήματα είναι κουρασμένα, κυρίως γιατί είναι προϊόντα του 19ου αιώνα, χαρακτηρίζονται δηλαδή από όλες τις αντιφάσεις του παρελθόντος. Επομένως δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν τις νέες αντιφάσεις και την γενικευμένη αξιακή αποδόμηση που επέφερε η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοποίηση της κοινωνίας και ο σκληρός νεοφιλελευθερισμός κατά τον 21ο αιώνα. Στην Ιταλία αναστέλλοντας εν τη γενέσει της οποιαδήποτε πιθανότητα πολιτικής ανυπακοής [7] και αποτρέποντας κάθε ουσιαστική αλλαγή πορείας της χώρας, η παλιά καλή φρουρά των ειλικρινών «δημοκρατών», μέσα στη θαλπωρή των προνομίων της κοινωνικής τους τάξης και θέσης, θα συνεχίσουν να καταδικάζουν ολόκληρα κοινωνικά στρώματα σε μια κατάσταση όπου οι μόνες λύσεις για τους νέους, όλο και περισσότερο, θα είναι: φυγή προς άλλες χώρες ή βορά στο στόμα της υποσχεσιολογίας που υπάρχει για να λέει πολλά και να κάνει ελάχιστα. Με άλλα λόγια το προεκλογικό σλόγκαν, γενικής ισχύος, στην Ιταλία είναι: ΗΠΕ και ξερό ψωμί, ή έξω από εδώ και μακριά, μια έκδοση αλάΤΙΝΑ, με πολύ ηνωμένο πολιτισμό και δικαιώματα.


[1] Στις επερχόμενες ιταλικές εκλογές θα εφαρμοστεί o νέος εκλογικός νόμος με την ονομασία Rosatellum bis που καθορίζει ένα μεικτό εκλογικό σύστημα και έρχεται να αντικαταστήσει τον παλαιότερο εκλογικό νόμο με την ονομασία Italicum. Σε αντίθεση με το παρελθόν οι Ιταλοί ψηφοφόροι δεν θα ψηφίσουν μόνο το πολιτικό κόμμα που επιθυμούν, αλλά και τον συγκεκριμένο βουλευτή που θέλουν να εκλεγεί σε επίπεδο τοπικής περιφέρειας. Με τον νέο εκλογικό νόμο το 37% (δηλαδή 232 από τις 630 έδρες) του ιταλικού Κοινοβουλίου (κάτω βουλή) και το 30% (δηλαδή 109 από τις 315 έδρες) της Γερουσίας (πάνω Βουλή) θα εκλεγεί σε τοπικό επίπεδο. Το εκλογικό σύστημα που θα ακολουθηθεί για τον συγκεκριμένο αριθμό εδρών θα είναι καθαρά πλειοψηφικό. Για την εκλογή του υπολειπόμενου 63% του Κοινοβουλίου, οι έδρες θα κατανεμηθούν στα κόμματα με κλειστή λίστα. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το Κίνημα των 5 Αστέρων (M5S) με επικεφαλής τον Λουίτζι ντι Μάιο θα είναι το πρώτο κόμμα στη νότια Ιταλία, αν όχι σε όλη τη χώρα. Το Δημοκρατικό Κόμμα (PD) του Ματέο Ρέντσι φαίνεται να σημειώνει απώλειες και δείχνει δεύτερο, ενώ τρίτο ακολουθεί το Φόρτσα Ιταλία (FI) του Σίλβιο Μπερλουσκόνι με ενισχυμένα ποσοστά και μετά η Λίγκα του Βορρά (LN) με υποψήφιο τον Ματέο Σαλβίνι. Ασφαλώς οι προβλέψεις είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι με το νέο εκλογικό σύστημα οι τοπικοί υποψήφιοι θα έχουν περισσότερη δύναμη να επηρεάσουν τη δυναμική των κομμάτων. Είναι επίσης λογικό το κύριο βάρος να δοθεί στην προσωπικότητα και το κύρος των πολιτικών που θα ζητήσουν την ψήφο.
[2] Βλ. Σκέψεις πάνω στον Machiavelli, Respublica.gr, Μιχάλης Θεοδοσιάδης 2016.
[3] Με τον νέο ιταλικό νόμο για την απασχόληση (Jobs Act), για παράδειγμα, εκχωρήθηκαν ευρύτερες ελευθερίες στους επιχειρηματίες που θέλουν να ελέγξουν τα smartphones και tablets των υπαλλήλων τους που χρησιμοποιούνται και για τη σύνδεσή τους με το κοινωνικό τους προφίλ στα social media. Η απόφαση του Ανώτατου Ιταλικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου (απόφαση 782/2016) διατύπωσε ευνοϊκή γνώμη για την απόλυση ενός εργαζομένου ο οποίος, σύμφωνα με τον εργοδότη του, περνούσε πολύ χρόνο στο διαδίκτυο. Εάν αυτό κρίνεται σωστό ή λάθος είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης. Ωστόσο ένα Ανώτατο Δικαστήριο σε μια χώρα της ΕΕ έκρινε θεμιτό τον έλεγχο του ιστορικού πλοήγησης και την εκτύπωσή του, χωρίς να θεωρείται πλέον ότι θίγεται η προστασία της ιδιωτικότητας (privacy) του εργαζομένου. Αν  και πολύ ενδιαφέρον, είναι άγνωστο εάν αυτό θα δημιουργήσει ένα ιταλικό νομικό προηγούμενο και για περιπτώσεις υπαλλήλων και στελεχών που εμπλέκονται σε περιπτώσεις διαφθοράς και σκανδάλων.
[4] Μπολτέτσου Ευαγγελία, Συγκριτική Θεώρηση Ελληνικού και Ιταλικού Συντάγματος με βάση τη δομή του Ελληνικού, http://www.greeklaws.com/pubs/uploads/word/772.doc
[5] Η εφημερίδα ‘La Stampa’ έγραψε: «ο Νότος παραμένει -σταθερά και ξεκάθαρα- στα χέρια του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, επιτυγχάνοντας έτσι μια ιστορική ανατροπή: αν σκεφτούμε ότι στα 72 χρόνια της Ιταλικής Δημοκρατίας οι ψηφοφόροι του Νότου ανταμείβουν πάντα τα κυρίαρχα συστημικά κόμματα, Dc, Forza Italia, Ulivo και ποτέ και σε καμία περίπτωση ένα αντι-συστημικό κίνημα».
[6] Από την ομιλία του Μ. Ρέντσι στο Συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) στο Μιλάνο στις 20/01/2018.
[7] Γιώργος Ν. Πολίτης, Το Δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2012.

Γιώργος Κουτσαντώνης

____________________________________________________________

Aπό:http://www.respublica.gr/2018/02/column/%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CF%82/