Στον αστερισμό της μετα-αλήθειας…


Κάθε προσπάθεια να ορίσουμε την ταυτότητα της κοινωνίας και να σκιαγραφήσουμε τα μυστικά δώματα του πυρήνα της προσκρούει στην επιλογή των μέσων και των κριτηρίων που θα επιλέξουμε. Ένα από τα βασικότερα κριτήρια – εργαλεία είναι και οι λέξεις και ιδιαίτερα εκείνες που κυριάρχησαν στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης με απώτατο στόχο τη διατήρηση ή την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Στον αστερισμό των λέξεων – εννοιών που επιθετικά εισέβαλαν στη ζωή μας είναι και η «μετα-αλήθεια» (post – truth) όπως και τα Fake news (ψευδείς ειδήσεις). Η λέξη «μετα-αλήθεια» σχετίζεται ή δηλώνει συνθήκες υπό τις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα ασκούν μικρότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από ό,τι το συναίσθημα και η προσωπική πίστη. Συνιστά μια από τις βασικές πτυχές της πολιτικής ρητορικής ή πρακτικής που αγνοεί την αλήθεια και βασίζεται σε μια προσωπική, ενίοτε εντελώς πλαστή, εκδοχή της πραγματικότητας.

Τα Fake news (ψευδείς ειδήσεις) συνιστούν μια αλλοιωμένη όψη της όποιας πραγματικότητας και στοχεύουν στην παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Οι «ψευδείς ειδήσεις» εισάγουν τον υποκειμενισμό στην κατανόηση της πραγματικότητας και αποδομούν την αντικειμενικότητα. Εξάλλου για τα χαλκεία των Fake news κάθε άποψη εμπερικλείει τη δική της αλήθεια και γι’ αυτό όλες οι απόψεις νομιμοποιούνται να προβάλονται  – μετά την ακύρωση της αντικειμενικότητας – ακόμη κι αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα γεγονότα.

Σε μια εποχή πνευματικής σύγχυσης, ακλόνητων βεβαιοτήτων, ιδεολογικών αγκυλώσεων και ηθικού σχετικισμού οι άνθρωποι οχυρωμένοι πίσω από τον υποκειμενισμό τους αναζητούν ασυνείδητα εκείνες τις απόψεις που συμφωνούν μαζί τους. Έτσι, το υποκείμενο καθίσταται δέσμιο της υποκειμενικότητάς του και αποποιείται κάθε στοιχείο λογικής και ηθικής ερμηνείας της πραγματικότητας. Απότοκο αυτής της στάσης ο εξορισμός της αντικειμενικής αλήθειας που παραδοσιακά αποτελούσε το αναγκαίο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν τα μέλη μιας κοινωνίας να επικοινωνήσουν και να συνεργαστούν.

Οι συνέπειες της «μετα–αλήθειας» και των Fake news επωάζουν τον ανορθολογισμό, την αποθέωση της υποκειμενικής εμπειρίας και τον ατομικισμό. Η κοινή γνώμη ποδηγετείται εύκολα κι αδυνατεί να ερμηνεύσει τη διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην παραποιημένη – χαλκευμένη εικόνα της. Κυριαρχεί στους κόλπους της κοινής γνώμης ένα γνωσιακό χάος κι ένας ερμηνευτικός διχασμός. Οι παραδοσιακοί κωδικοί κατανόησης και νοηματοδότησης της πραγματικότητας υποχωρούν και στη θέση τους ανθοφορούν οι υποκειμενικές βεβαιότητες και οι συναισθηματικές αυτάρκειες.

Η συναισθηματική προσέγγιση των γεγονότων σχετίζεται με τον εθισμό του ατόμου να διερευνά τον περιβάλλοντα χώρο όχι με λογικά κριτήρια αλλά πρωτίστως με τη «λογική» του συναισθήματος. Έτσι, η αλήθεια αλλοιώνεται και το άτομο και συλλήβδην η κοινή γνώμη βρίσκεται σε μια κατάσταση ετεροβουλίας. Σε αυτό συντείνουν τόσο οι υποβολιμαίες πληροφορίες όσο και η νέα αλήθεια της «μετα-αλήθειας» και των «ψευδών ειδήσεων».

Διάφορα κέντρα – πομποί πληροφοριών γνωρίζοντας τη δύναμή τους χαλκεύουν ψευδείς πληροφορίες και τις διοχετεύουν με έντεχνο τρόπο στο ανύποπτο κοινό που είναι ανίκανο για κάθε λογικό έλεγχο και κριτική επεξεργασία.  Αυτό έχοντας μια ψευδή εικόνα της πραγματικότητας αντιδρά με λανθασμένο τρόπο που αγγίζει τα όρια του ανορθολογισμού. Εθίζεται, δηλαδή, στην ευπιστία και στην παθητική αποδοχή όλων εκείνων των πληροφοριών – «αληθειών» που θολώνουν την αλήθεια της ζωής κι απομακρύνουν το δέκτη – κοινή γνώμη από την άσκηση της κριτικής και του ορθολογισμού. Το «υπουργείο αλήθειας» του Όργουελ βρίσκει στις μέρες μας το συνεχιστή του και τη δικαίωσή του. «Ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία είναι σκλαβιά, η άγνοια είναι δύναμη» (1984).

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως οι κατήγοροι της «μετα-αλήθειας» και των «ψευδών ειδήσεων» μιλούν για μια sui generis προπαγάνδα. Μέσα από αυτήν ενεργοποιούνται όλες οι απωθημένες προσδοκίες και επιθυμίες του ατόμου, στις οποίες οι καθοδηγητές της κοινής γνώμης προσφέρουν ελπίδα για έναν άλλο κόσμο, προεπιλεγμένο και κατασκευασμένο.

Αυτή η νέα μορφή προπαγάνδας αποτελεί μια προσπάθεια «εποικισμού» στη σκέψη και στη συνείδηση του πολίτη, αφαιρώντας απ’ αυτόν κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης των απόλυτων «αληθειών» των κέντρων «μαζικής χειραγώγησης». Μέσα από αυτήν την προπαγάνδα η κοινή γνώμη δεν ωθείται μόνο στην απομάκρυνσή της από παραδοσιακές απόψεις κι αντιλήψεις αλλά ετοιμάζεται για την αποδοχή και καλλιέργεια νέων τάσεων και συμπεριφορών, ικανών να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα όλων εκείνων, που επενδύουν στην ιδιότυπη «εξουσία» και δύναμη της κοινής γνώμης.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της «μετα-αλήθειας» και των Fake news αντιτείνουν πως αποτελεί θεμελιώδεις γνώρισμα της δημοκρατίας η θέση «όλες οι απόψεις δικαιούνται να υπάρχουν και να εκφράζονται» ή και το «όλες οι απόψεις είναι σωστές, αφού η κάθε μια είναι η έκφραση της αλήθειας του ατόμου». Την αντίφαση των δυο αυτών θέσεων οφείλει να λύσει η δημοκρατία του μέλλοντος αποκλείοντας τόσο την προληπτική λογοκρισία όσο και τη μεθοδευμένη χάλκευση πληροφοριών.

Είναι ευθύνη, όμως, και του κάθε ατόμου χωριστά να μειώσει στο έπακρον τη «γνωστική ασυμφωνία»που βιώνει από την έκθεση ανάμεσα στην εικόνα που έχει το ίδιο για την πραγματικότητα και την εικόνα που προβάλλουν οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Οι «νέες αλήθειες» θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία για να επιτευχθεί η ισορροπία – συμφωνία ανάμεσα στην αντικειμενική πραγματικότητα και στην υποκειμενική ή κατασκευασμένη.

Κι αυτό γιατί όσα προβάλλονται ως «αυτονόητα» στοχεύουν στην ύπνωση και στην πνευματική νάρκωση. Χρειάζεται να αποκαλυφθεί η φενάκη των αυτονόητων της «μετα-αλήθειας» και να στρατευθούμε στο θρυμματισμό τους. Σίγουρα η πραγματικότητα δεν είναι ίδια για όλους αλλά η συνειδητή στρέβλωσή της την καθιστά επικίνδυνη για τους εύπιστους.

Γιατί η εξουσία στις μέρες μας δεν ασκείται με τις παραδοσιακές μεθόδους αλλά χρησιμοποιεί αφανείς μηχανισμούς που κολακεύουν κάποιες απωθημένες επιθυμίες ή προσδοκίες της κοινής γνώμης. Μια κοινή γνώμη που είναι εύπλαστη και αρέσκεται να ακολουθεί το «ακραίο», το «αφιλτράριστο», το «μη  κανονικό» και το «αντι-συστηματικό».

Σε αυτήν την ανάγκη του ανθρώπου για μια μικρή επανάσταση ενάντια στο παραδοσιακό (άσχετα, αν αυτό είναι και το αληθινό) οι ειδικοί της «μετα-αλήθειας» και των «ψευδών ειδήσεων» πλέκουν τον ιστό της σύγχρονης χειραγώγησης των μαζών.

Όποιο κι αν είναι το ιδεολογικό πρόσημο της νέας μορφής παραπληροφόρησης, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο οδυνηρό για όλους. Είναι θέμα ελευθερίας και δημοκρατίας.

Μπορεί οι θιασώτες της «μετα-αλήθειας» να μην μπορούν να ακυρώσουν την πραγματικότητα ακυρώνοντας τις λέξεις που την περιγράφουν, ωστόσο κι εμείς ως δέκτες δεν επιτρέπεται να εθελοτυφλούμε.

Γιατί, η «εθελοτυφλία αφήνει τα πράγματα όπως είναι, μας αποτρέπει από το να επεξεργαζόμαστε την πραγματικότητα και γι’ αυτό μας καταδικάζει σε ήττα» (Sartori, «Η δημοκρατία σε 30 μαθήματα»).

***

Ηλίας Γιαννακόπουλος – φιλόλογος.

Πηγή: biz.trikalanews


Από: http://antikleidi.com

Άκου Έλληνα, σου ’χω νέα…


Της Μαρίας Π.

Άκου Έλληνα, με κάνεις να ασφυκτιώ τόσο πολύ, ώστε είπα να μοιραστώ μαζί σου τις σκέψεις μου. Δεν τρέφω καμιά ελπίδα ότι θα τις διαβάσεις ή ότι θα διορθωθείς ή ότι θα σκιρτήσει μέσα στο αδρανοποιημένο νοητικό σου σύστημα μια ικμάδα αντίδρασης, όμως θα γεμίσω αυτό το μικρό λευκό χαρτί που ’χω μπροστά μου με μολυβιές και θα το κλείσω σ’ένα μπουκάλι. Και θα στείλω το μπουκαλάκι μου στο διαδικτυακό ωκεανό, δίχως να ελπίζω σε τίποτα, όπως οι ναυαγοί που’χουν χάσει κάθε ελπίδα να ξαναγυρίσουν στο παλιό τους κόσμο και αποφασίζουν να διασκεδάσουν με ό,τι απλό τους περιτριγυρίζει.

Θα σου απευθύνω το λόγο σε πρώτο πρόσωπο, γιατί σε γνωρίζω θαρρώ καλά, ζω μαζί σου βλέπεις από στατιστικό ατύχημα αρκετά χρόνια. Αποβάλλω κάθε έπαρση ή ελιτισμό, μακριά από μένα αυτά. Ίσως είμαι η πιο αμόρφωτη απ’όλους τους μορφωμένους, η πιο φοβισμένη απ’όλους τους γενναίους, αλλά είμαι περήφανη που δεν έχω καμία σχέση με τα μούτρα σου και δεν θέλω να αναπνέω μαζί σου ούτε το ίδιο οξυγόνο.

Από πού θα ’θελες να ξεκινήσουμε Ελληνάκο; Από το μακρινό παρελθόν, το πρόσφατο ή το παρόν; Μα τι σημασία έχει; Ο διαχρονικά δούλος μόνο την υφή των αλυσίδων αλλάζει. Θα σε σκορπίσω πάνω στο τραπέζι σαν σημαδεμένη τράπουλα και θα σ’ αποδομήσω χαρτί χαρτί.

Συνήθισες τόσο στη σκλαβιά που έγινες εχθρός της ελευθερίας. Η αγαπημένη σου παροιμία είναι το «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη». Γι’αυτό λοιπόν, ζεις στον αιώνιο χειμώνα σου ξορκίζοντας τους κούκους. «Εγώ θα βγάλω το φίδι από τη τρύπα;», λες και ξαναλές. Και τώρα ήρθε το φίδι στη δική σου τρύπα.
Σε φαντάζομαι στο χνουδωτό καναπέ σου να κρατάς σφιχτά το τηλεκοντρόλ σου και ακουμπώντας το στη σαπιοκοιλιά σου να αναφωνείς ανάμεσα σε ρεψίματα «όλοι ίδιοι είναι», καθώς μόλις πριν λίγο δέχτηκες μία ακόμα πλύση εγκεφάλου από το αγαπημένο σου δελτίο ειδήσεων.

Παλαιότερα ήλπιζα ότι δεν είναι δυνατό, κάτι θα σε έκανε να σκεφτείς, θα σε κινητοποιούσε. Τώρα πια απλά σε λυπάμαι. Είσαι το πιο παθητικό και άξιο λύπησης πλάσμα από το ζωικό βασίλειο γύρω μου. Είσαι πιο ελεεινός από τα σκατά που ψηφίζεις. Είσαι πιο θλιβερός ακόμα και από τους ζάμπλουτους δημοσιογράφους που έμαθες να παπαγαλίζεις. Αφού το λένε αυτοί, δεν γίνεται, έτσι θα’ναι.

Φυτοζωείς με σκυμμένο το κεφάλι σου, κρυμμένος μες την τρύπα σου, βολεμένος στα ψίχουλα που σου πετάν, ζητιάνος και ικέτης, άβουλο και πειθαρχημένο πιόνι, χειροκροτητής της ίδιας μόνιμης παράστασης που’χει κομπάρσο εσένα. Ολόκληρη η κοσμοθεωρεία σου συμπυκνώνεται σε ένα τρίπτυχο, από το οποίο για πατρίδα σου εννοείς το δικό σου σπιτάκι ή, στην καλύτερη, τα γεωγραφικά όρια που με συρματόσκοινα έφραξαν τα όνειρά σου, για θρησκεία σου το φόβο, την υποταγή, την εγκράτεια και τη προσμονή για μια άλλη ζωή καλύτερη που δεν υπάρχει ρε κορόιδο και για οικογένειά σου την εξουσία. Εκεί μπορείς και εσύ σαν σωστός ελληναράς να βγάλεις το άχτι σου.

Και φέρνεις και παιδιά στο κόσμο για να τα κάνεις σαν τα δικά σου χάλια. Δε φτάνει που είσαι φύρα για την ίδια τη ζωή ελληνάκο, θέλεις να σκοτώσεις και την ελπίδα, κάνεις παιδιά και τα βαφτίζεις στο όνομα της αγίας τριάδας, τους διδάσκεις την αξία της δουλείας και κοπιάζεις πολύ γι’αυτά τα παιδιά. Έκτοτε έχεις και άλλοθι, πανάθεμά σε. Μονολογείς ότι εσύ πια δεν μπορείς να αγωνιστείς γιατί έχεις ευθύνες. Πρέπει να γλύψεις κατουρημένες ποδιές για να βολέψεις το θρεφτάρι σου σε μια σίγουρη θεσούλα. Η πρώτιστη ευθύνη σου κακομοίρη είναι να μη σου μοιάσουν τα παιδιά σου.

Σε θυμάμαι να κυματίζεις πλαστικά σημαιάκια, στο πέρασμα των καιρών η πράσινη σημαία σου έγινε μπλε, μετά τη ξαναβούτηξες στη πράσινη μπογιά, πάλι ξανά στη θαλασσιά έως ότου αποφάσισες ότι ήρθε η στιγμή να αισθανθείς αριστερός, τρομάρα σου, και περήφανα ψήφισες την ελπίδα. Μια ελπίδα που εσύ πρώτος έχεις φροντίσει με το δικό σου βίο να σβήσεις. Οι πιο τιποτένιοι από το συνάφι σου στράφηκαν στους ναζί. Για εκείνους δεν ξοδεύω μελάνι. Ανέκαθεν υπήρχαν εφιάλτες και προδότες, τώρα απέκτησαν και το εγκληματικό κόμμα που αξίζει στους απογόνους των ταγματασφαλιτών. Μα που βρέθηκαν περίπου μισό εκατομμύριο σκατόμυαλοι ξαφνικά ελληνάκο;

Μήπως ενέδωσες και εσύ στο πειρασμό να ξεβρομίσει η Ελλάδα; Μα τι σε ρωτώ; Μήπως θα το’λεγες; Είναι σα να σε ακούω…. «αφού είναι όλοι ίδιοι γιατί να μη δοκιμάσουμε και τους ναζί!». Αν θέλεις να ξεβρομίσει η Ελλάδα ελληνάκο ετοίμασε βαλίτσες και ξεκουμπίσου μια ώρα αρχύτερα.

 

Ελληνάκο, μη βιάζεσαι, δεν τελείωσα. Στο χώμα που πατάς χύθηκε ποτάμι αίματος από ανθρώπους διαφορετικής πάστας από τη δική σου. Κάθε ανάσα που παίρνεις οφείλεται σε αγώνες άλλων που δεν τους φτάνεις ούτε στο χιλιοστό του ίσκιου τους ακόμα και αν εκείνοι είναι ξαπλωμένοι και εσύ όρθιος. Προτίμησες όμως ποταπό ανθρωπάκι πάντοτε τον πλουτισμό από τη σοφία, την ασφάλειά σου από τον αγώνα.
Αντί να ακούσεις τι έλεγε ο Άρης προτίμησες τον Τσώρτσιλ, σκότωσες τον Μπελογιάννη και έχεις πάντα μια καλή κουβέντα στα χείλη σου για κάθε Μεταξά και Παπαδόπουλο.

Όλα γίνονται για την ασφάλειά σου. Από μικρό παιδί έμαθες να μην αντιμιλάς στους δασκάλους σου, να μην έχεις διαφορετική γνώμη έως ότου κατέληξες να μην έχεις καθόλου γνώμη. Ανάθεσες ό,τι σε αφορά σε άλλους. Ανάθεση, ελληνάκο. Λέξη κλειδί. Ανάθεσες την ίδια σου τη ζωή σε χέρια ξένα. Ανάθεσες τα όνειρά σου. Σκότωσες όση παιδικότητα και ανθρωπιά σου απέμεινε, έπνιξες την όποια εξεγερτικότητα φώλιαζε μέσα σου και τώρα, κενός και περίλυπος, οχτρεύεις όσους αγωνίζονται.

Οι χτεσινοί ληστοσυμμορίτες μετατράπηκαν σε τρομοκράτες, ταραχοποιά στοιχεία, αναρχοκομμουνιστές, οι οποίοι τολμούν να διαταράξουν την αιώνια γαλήνη σου. Ποιοι είναι αυτοί που θα αμφισβητήσουν την κεκτημένη σου σκλαβιά; Γι’αυτό ζήτησες περισσότερη ασφάλεια. Τώρα πια θα πρέπει να αισθάνεσαι ήσυχος. Μυριάδες κάμερες παρακολουθούν ό,τι κινείται και αναρίθμητοι μπάτσοι κάθε λογής πληρώνονται για να είσαι ασφαλείς εσύ, αρκεί βέβαια να μην διαβείς το κατώφλι σου, γιατί τότε θα γίνεις μέρος του κινδύνου.

Στη συνομοταξία σου όμως δεν θα αφήσω εκτός και τους «αριστερούς». Εκείνους τους τύπους με τις γεμάτες τσέπες και την επαναστατική φρασεολογία που προσπαθούν ματαίως να εισέλθουν και να μπαστακωθούν στα έδρανα της βουλής. Οι αριστεροί χαλίφηδες που αναζητούν το θρόνο του Βεζίρη, οι πυροσβέστες της οργής που περιμένουν τις συνθήκες να ωριμάσουν και έως τότε βολεύονται στα γρανάζια του συστήματος.

Σε είδα ελληνάκο να μπαίνεις σε υπουργικά γραφεία, να συναλλάσσεσαι με την εξουσία, να ζητάς ρουσφέτια για να ανταλλάξεις τη ψήφο σου, σε άκουσα να χειροκροτείς και να ζητωκραυγάζεις κοινούς απατεώνες, μύρισα ξανά και ξανά την αηδία που αποπέμπεις στον αέρα. Περνάς δίπλα από τους άστεγους και σταυροκοπιέσαι που εσύ έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου και ένα πιάτο φαγητό. Αισθάνθηκα τη θλιβερή σου παρουσία σαν αγανακτισμένος πολίτης ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Είπες ότι σου παίρνουν τη δουλειά. Ότι αυτοί φταίνε για τη κρίση.

Έκανες μάλιστα τον μάγκα και τον καμπόσο απέναντι στους φτωχοδιάβολους. Αναπολείς τις μέρες της ευδαιμονίας, όταν η καπιταλιστική φούσκα ήταν στα φόρτε της, όταν ζούσες με δανεικά και κλεμμένα. Πως θα’θελες να είχες εκείνο το πορτοφόλι με τις πιστωτικές σου και πάλι, ε ελληνάκο; Πως θα ήθελες να έπαιζες ξανά στο χρηματιστήριο;

Τελικά ξέρεις κάτι ελληνάκο; Αυτός είναι ο καπιταλισμός. Και επειδή ο καπιταλισμός δεν είναι κάτι υπερφυσικό, μάθε ότι εσύ τον στηρίζεις. ΕΣΥ και κανένας άλλος. Εσύ καταναλώνεις, εσύ υποκύπτεις, εσύ ψηφίζεις, εσύ εν τέλει πληρώνεις. Τι είπες; Δεν έχεις πια χρήματα; Δεν πειράζει, έχουν άλλοι. Εσύ αρκεί να ζεις σαν δούλος και όλα θα λειτουργούν στην εντέλεια. Έχει προνοήσει και για εσένα το σύστημα. Θα ζεις μία ελάχιστα εγγυημένη ζωή με κάποιο ελάχιστα εγγυημένο εισόδημα. Γιατί αν πεινάσεις πολύ ίσως στροφάρει αλλιώς το μυαλό σου υποκινούμενο απ’το στομάχι σου και αυτό είναι επικίνδυνο. Έχουν γνώση βλέπεις οι καπιταλιστικοί φύλακες…

Πολλά χρόνια πίστευα ότι θα αλλάξεις. Δεν είναι ότι απογοητεύτηκα. Είναι ότι προσπάθησα πολύ μαζί με πολλούς ακόμα ανθρώπους να σου δείξω μια άλλη λύση, μα πρέπει να το πάρω απόφαση ότι δεν θέλεις. Δεν είναι ότι δεν μπορείς. Είναι ότι δεν θέλεις. Γράφει ο Primo Levi στο «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» για την απελευθέρωση των τελευταίων κρατούμενων στο Άουσβιτς – Μπίρκεναου από του Σοβιετικούς: «Οι Ρώσοι μπορούν να έρθουν. Θα μας βρούνε υποταγμένους, σβησμένους, άξιους του θανάτου που μας περιμένει. Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε Γερμανοί.»

Γι’αυτό λοιπόν μάθε πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει χωρίς εσένα. Εσύ εκμηδενίστηκες. Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι ελληνάκο. Άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με σένα. Και εκείνοι πιθανόν έκαναν πολλά λάθη, όμως έμαθαν από τα λάθη τους. Εσύ φροντίζεις να τα επαναλαμβάνεις.  Υπάρχουν άνθρωποι που ρίχνονται στη φωτιά, εγώ θα πέσω μαζί τους. Εσύ όταν δεις τη φλόγα πάρε πυροσβεστήρα. Κάποτε πίστευα ότι θα ξεκολλούσες από το καναπέ σου, τώρα θέλω μόνο το καναπέ σου, για το οδόφραγμα. Πολύ φοβάμαι ότι και τότε δεν θα σηκωθείς.

Ξέρω τι σκέφτεσαι ελληνάκο, ότι εγώ είμαι μία αθεράπευτα ρομαντική βλαμμένη που θα πεθάνω στη ψάθα ρισκάροντας τα πάντα, ενώ εσύ θα είσαι στο απυρόβλητο. Αφού μπορείς και κοιμάσαι ήσυχα, να’σαι καλά.

Κράτα πάντως ελληνάκο στο μυαλό σου τα λόγια του Χρήστου Τσιγαρίδα (τρομοκράτης ήταν και τούτος ελληνάκο), ο οποίος είπε:
«Δεν φτάνει που είμαστε μια χούφτα που πολεμάμε τη προστυχιά, μας ασκούν και κριτική όσοι βρίσκονται στο καναπέ».


Aπό:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2018/02/blog-post_13.html

 

Η Θεσσαλονίκη πόλη – πατρίδα (μέρος β’)…


Ο πολιούχος της Θεσσαλονικης άγιος Δημήτριος με στρατιωτική περιβολή όπως τον είδε κερκυραίος αγιογράφος του 16ου αιώνα. Λεπτομέρια στην δεξιά μεριά του πίνακα η τειχισμένη Θεσσαλονίκη. Βυζαντινό Μουσείο Αντιβουνιώτισσας Κέρκυρα.

Συνέχεια από το Η αποφατική επικαιρότητα και o εθνισμός πριν το κράτος (μέρος α’)

Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία για τον βυζαντινό ιδεότυπο των κατοίκων της Θεσσαλονίκης του 14ου αιώνα και δεν μπορεί και ούτε πρέπει να γίνεται λόγος, σύμφωνα με τις σύγχρονες προτιμήσεις για μωσαϊκό πολιτισμών, εντούτοις η σύνθεση των κατοίκων της Θεσσαλονίκης δεν ήταν ποτέ ομοιογενής και οι αναφορές στα βυζαντινά συγγράμματα για παρουσία εθνοτήτων, (αρμένιων, αλαμάνων, ιταλών κλπ) είναι συχνή, και μάλιστα κατά το πλείστον η κοσμοσυρροή και η ποικιλομορφία της πόλης αποτιμάται θετικά. Η δημογραφική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης ήταν σαφώς αποτέλεσμα της οικονομικής της ανάπτυξης αλλά και συνέπεια της ανασφάλειας που προκαλούσαν στους βυζαντινούς οι εντεινόμενες πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στην επικράτεια της Χερσονήσου του Αίμου και του Αιγαίου. Ιδίως κατά την περίοδο της αραβικής εξάπλωσης στην ανατολική Μεσόγειο, και τις κατακτήσεις των μεγάλων βυζαντινών πόλεων (Αντιόχεια 638, Αλεξάνδρεια 641, και Κρήτη 826-961) η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε το μοναδικό ασφαλές καταφύγιο για τους πληθυσμούς αυτούς που εγκατέλειπαν τον τόπο τους.

Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές για έποικους ή επήλυδες που κάνει ο Νικηφόρος Χούμνος, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, προσέτρεχαν στην Θεσσαλονίκη ως «δεύτερη πατρίδα»54 ενώ και κατά τα γραφόμενα του Ιωάννη Καμινιάτη, αυτόχθονες και επήλυδες μοιράζονταν τις ίδιες τελετές και προσέφευγαν μαζί στον ναό του αγίου Δημητρίου για να δεηθούν υπέρ της ελευθερίας της πόλης55. Η Θεσσαλονίκη, πάντοτε σε σχέση με τον ανατολίτικο και κοσμοπολίτικο αέρα της Κωνσταντινούπολης, θεωρούνταν περισσότερο δυτική πόλη, μια «Εσπερία», ενώ η επίγνωση της ιστορικότητάς της, «πολιτικοποιούσε» τη συλλογική της μνήμη και την έφερνε πλησιέστερα στον αυτοπολιτειακό χαρακτήρα της κλασσικής περιόδου56. Έτσι ενώ η Κωνσταντινούπολη θεωρούνταν η δεύτερη Ρώμη, η Θεσσαλονίκη διατηρούσε ζωντανή την συνείδηση τής ιστορικής της προέλευσης, και συνέδεε το παρόν της με τους μακεδόνες ιδρυτές της και το ελληνιστικό της παρελθόν. Δεν αποτελεί αντίφαση λοιπόν που ο βυζαντινός ανθρωποκεντρισμός βρήκε προσφορότερο έδαφος στην Θεσσαλονίκη από ότι στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κατά τους δύο τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου στην θωράκισή της απέναντι στην προδιαγραφόμενη εποίκιση της από νέους ηγεμόνες μετατράπηκε σε κέντρο των μυστικιστών και των ανθενωτικών57.

Συνέχεια