Στη χώρα των εσχάτων πραγμάτων του Paul Auster…


Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, ίσως ένα δύο χρόνια, από τότε που πετύχαινα αναγνώστες στα μέσα μαζικής μεταφοράς να διαβάζουν μανιωδώς βιβλία του Paul Auster. Θυμάμαι μάλιστα έντονα ένα περιστατικό μιας κοπέλας που, απορροφημένη όπως ήταν από την Τριλογία της Νέας Υόρκης, σκόνταψε στον μπροστινό της. Ούτε εγώ η ίδια δεν ξέρω γιατί άργησα τόσο πολύ να διαβάσω κάποιο βιβλίο του. Τέλος πάντων, η αρχή έγινε και δεν το μετανιώνω. Αν μη τι άλλο, με τον κύριο Auster θα έχουμε μέλλον (περιμένουμε και την έκδοση του 4321 φέτος)!

Ο Paul Benjamin Auster, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, γεννήθηκε το 1947 στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών και σύντομα μετά τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια έφυγε για την Γαλλία. Εκεί εργάστηκε ως μεταφραστής και έκανε τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα. Ήδη πριν από την επιστροφή του στην Αμερική είχε εκδώσει κάποια λογοτεχνήματά του, η αναγνώριση όμως από το κοινό ήρθε λίγο αργότερα με την αυτοβιογραφική Επινόηση της Μοναξιάς και την Τριλογία της Νέας Υόρκης. Από τότε μέχρι και σήμερα ο Auster παραμένει σταθερά στην κορυφή των αναγνωστικών προτιμήσεων. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και ο ίδιος συνεχίζει απτόητος το συγγραφικό του έργο παρά τα 71 του χρόνια.

26166705_391602997935818_3867940166957471205_n.jpg

Όπως αναφέρω και στον πρόλογο, αυτή είναι η πρώτη μου επαφή με την πένα του Auster και, για να είμαι ειλικρινής, επέλεξα να ξεκινήσω με την Χώρα των εσχάτων πραγμάτων εντελώς τυχαία. Στην βιβλιοθήκη μου βρίσκονται ήδη η δημοφιλής Τριλογία, ο Αόρατος και το Παλάτι του Φεγγαριού, αλλά το μικρό μέγεθος της Χώρας και το συμπαθητικό της σχήμα μου έδωσαν μερικά κίνητρα παραπάνω για να ξεκινήσω από αυτή. Πριν μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από το βιβλίο, πρέπει να σας πω ότι δεν τα πάω καθόλου καλά με τα δυστοπικά μυθιστορήματα. Ξεκίνησα με το ασύγκριτο 1984 και τελείωσα με τον εξαιρετικό Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο ήδη από τα χρόνια του Λυκείου. Έπειτα ο κοινωνικός ζόφος και η πολιτειακή παρακμή έπαψαν να με συγκινούν και στράφηκα σε άλλα λογοτεχνικά είδη. Να όμως γιατί δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ• και η λογοτεχνία κάνει κύκλους!

Η Άννα Μπλουμ φεύγει από την πατρίδα και το σπίτι της για να αναζητήσει τον αδερφό της που έχει μυστηριωδώς χαθεί μερικούς μήνες πριν σε μια ξένη χώρα. Φτάνοντας στη χώρα (των εσχάτων πραγμάτων) έρχεται αντιμέτωπη με έναν κόσμο που καταρρέει, ένα αδιάφορο κυβερνητικό σύστημα και μια κοινωνία που έχει επιστρέψει για τα καλά στις πρωτόγονες ρίζες της. Οι άνθρωποι κλέβουν για να ζήσουν, είναι τέτοια η εξαθλίωση και η επιτακτική ανάγκη για τροφή που δεν υπάρχει χώρος για κανόνες και ηθική. Επικρατεί μονάχα ο νόμος της ζούγκλας. Σε αυτό τον κόσμο η Άννα ζει επιβιώνοντας. Λίγο πριν το τέλος, αν υπάρχει άραγε τέλος στο πηγάδι της εξαθλίωσης, μοναδικό της δεκανίκι είναι η καταγραφή όλων όσων έζησε. Γράφει λοιπόν ένα γράμμα στον πρώην εραστή της.

Αυτό το γράμμα διαβάζουμε ουσιαστικά και εμείς. Όλο το μυθιστόρημα είναι δοσμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση με έντονο εξομολογητικό ύφος. Ο Auster σε μεταφέρει με ευκολία στον παρακμάζοντα κόσμο της μυθοπλασίας του και σε κάνει μέτοχο των δυσκολιών και των δεινών της πρωταγωνίστριας. Η ροή της καταστροφής είναι δομημένη με προσοχή σαν ντόμινο, πέφτει το πρώτο και ακολουθούν όλα τα υπόλοιπα.

Ναι, υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία ντρέπομαι. Η ζωή μου φαίνεται μερικές φορές σαν μια ατελείωτη σειρά από μεταμέλειες, λάθος αποφάσεις και ανεπανόρθωτα λάθη. Αυτό είναι το πρόβλημα όταν αρχίζεις να αναπολείς. Βλέπεις τον εαυτό σου όπως αληθινά ήταν και μένεις άναυδος. Βέβαια τώρα είναι πολύ αργά για συγγνώμες, το καταλαβαίνω αυτό. Είναι πολύ αργά για όλα, μόνο να συνεχίσω μένει. Αργά ή γρήγορα θα προσπαθήσω να τα πω όλα και δεν έχει σημασία ποιο θα ναι το πρώτο και ποιο το δεύτερο, ούτε βέβαια η χρονική τους σειρά. Όλα στριφογυρίζουν ταυτόχρονα στο κεφάλι μου, και μόνο το ότι καταφέρνω να ξεχωρίζω κάτι και να το αφηγούμαι, είναι θρίαμβος. Αν σε μπερδεύω έτσι, λυπάμαι. Όμως δεν έχω άλλη επιλογή παρά να καταγράφω με όση μεγαλύτερη ακρίβεια μπορώ.

Στη χώρα των εσχάτων πραγμάτων δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Ο αναγνώστης ακολουθεί την Άννα σε κάθε της βήμα από την στιγμή που πάτησε το πόδι της στη χώρα, αλλά δεν μαθαίνουμε σχεδόν καμία πληροφορία για το πως τα πράγματα έφτασαν σε αυτό το σημείο ή που θα καταλήξουν. Ο Auster προφανώς δεν ήθελε να φτιάξει ένα δυστοπικό σύμπαν όπως έχουν δημιουργήσει τόσοι άλλοι συνάδελφοί του. Ήθελε να απεικονίσει έναν συγκεκριμένο χώρο ένα συγκεκριμένο χρόνο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και σίγουρα τα κατάφερε.

Εμένα αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα κάπως με ξενίζει. Θέλω να ξέρω όσο το δυνατόν περισσότερα για τους πρωταγωνιστές και το περιβάλλον στο οποίο τοποθετούνται. Αν μπορούσα να μπω στο μυαλό του συγγραφέα και να του αποσπάσω και άλλες πληροφορίες, θα το έκανα. Ο Auster δεν με αφήνει, αλλά δεν θα του κρατήσω κακία. Η πρώτη επαφή δεν ήταν όσο γοητευτική περίμενα, ήταν όμως αρκετά ενθαρρυντική για να συνεχίσω και με τα υπόλοιπα βιβλία του.

*Το Στη χώρα των εσχάτων πραγμάτων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση του Άρη Σφακιανάκη.

Κορέες 1…Κορέες 2…


Όχι απλά “χειμερινοί” αυτοί οι ολυμπιακοί αγώνες στη νοτιοκορεατική PyeongChang. Παγεροί – θα τολμούσαμε να πούμε. Αλλά όχι για όλους. Για μερικούς. Για τους υπόλοιπους είναι σχεδόν εαρινοί.

Να, για παράδειγμα, ο πολεμοχαρής πρωθ. της ιαπωνίας Shinzo Abe. Πήγε μεν στην τελετή έναρξης, για να κάνει παρέα στον Pence. Αλλά ύστερα ζήτησε απ’ το νοτιοκορεάτη πρόεδρο Moon «να κανονίζουμε να ξαναρχίσουμε τις ασκήσεις με τους αμερικάνους, μόλις τελειώσουν αυτοί οι ρημαδο-ολυμπιακοί που μας τα έχετε πρήξει…» Τις τελευταίες λέξεις δεν τις είπε· τις εννοούσε όμως.

Και τι απάντησε ο Moon; Καταλαβαίνω ότι ο πρωθ. Abe είπε να μην καθυστερήσουμε τις ασκήσεις με τις ηπα μέχρις ότου υπάρξει πρόοδος στην αποπυρηνικοποίηση της βόρειας κορέας. Αλλά το θέμα αφορά την εθνική μας κυριαρχία και αποτελεί ανάμειξη στις εσωτερικές μας υποθέσεις. Πόσο ποιο κομψά θα μπορούσε να πει «ρε δεν πάτε να…»;

Αυτό πως λέγεται στην διπλωματική αργκώ; Ψυχρολουσία; Αλπικό σκι με πιτζάμες και παντόφλες; Κάτι με κρυάδα πάντως…

Απ’ την άλλη μεριά η αδελφή του αδελφού της, η Kim Yo-jong, έχει γίνει διεθνής ντίβα – χωρίς να προσπαθήσει καν. Απλά πότε πότε χαμογελάει στους δημοσιογράφους, κι αυτό είναι όλο. «Μυστηριώδης»: η τέλεια στάση για να ιντριγκαριστούν τα πρωτοκοσμικά μήντια, και μαζί οι καταναλωτές τους! Και να τα «πρέπει να έχει κάνει χρόνια μπαλέτο, φαίνεται απ’ την περπατησιά της» και τα «φτυστή η μάνα της, κι εκείνη ήταν όμορφη», και τα λοιπά.

Αν το βορειοκορεατικό καθεστώς (σε συνεργασία με το νοτιοκορεατικό) σχεδίασαν μεταξύ άλλων (όταν συζητούσαν για τα καλτσάκια των αθλητών τους – κάτι τέτοια ανακοίνωναν…) και μια διεθνή επίθεση γοητείας με πρωταγωνίστρια την Kim Yo-jong, είχαν 110% επιτυχία.

Έτσι είναι οι ώριμες κοινωνίες του Θεάματος αφεντικό! Δεν το ξέρεις; Διψάνε για κάτι καινούργιο, κάτι εξωτικό! Το ψόφιο κουνάβι πάει, κάηκε απ’ την χρήση…

(Ογκόλιθε: πάρε τους χάρτες σου και τρέχα! Πεκίνο; Σεούλ; Μόσχα; Οπουδήποτε – τρέχα πάντως!!!)

___________________________________________________________

Κορέες 2

Και ποιος θα ήταν καλύτερος για “ταχυδρόμος” απ’ την γοητευτική Kim; Σε μια κίνηση τελετουργική και old fachion για τον 21ο αιώνα, παρέδωσε στον Moon (στη διάρκεια της ιδιαίτερης συνάντησης των δύο αντιπροσωπειών, στη Seoul) έναν φάκελο με ένα χειρόγραφο ραβασάκι του Kim the number 1, προς τον Moon: Θέλω να σε δω το γρηγορότερο· έλα σπίτι… Σιγά μην ο Kim Jong-un και ο Moon, με τα επιτελεία τους, δεν το έχουν κανονίσει αυτό εδώ και καιρό!!! Σιγά μην έπρεπε να πάει χέρι χέρι ο φάκελος με τις καρδούλες και το φίνο αντρικό άρωμα!!!

Και πάλι η σκηνοθεσία ήταν τέλεια! Σε σημείο που οι δυτικοί να πρέπει να αναρωτιούνται ότι αν υπάρχει μια μυθική “βαθειά ρωσική ψυχή” πόσο βάθος σκέψης και φαντασίας μπορεί έχουν οι ασιάτες! Οι πάντες εστίασαν στο ραβασάκι που παρέδωσε η Kim Yo-jong (και στην «ντροπαλή» απάντηση το Moon: ναι, αλλά να δούμε αν αφήνει ο μπαμπάς· δηλαδή η τριανδρία της Ουάσιγκτον…) και ξέχασαν ότι η συνάντηση που έγινε μεταξύ των δύο ομάδων αξιωματούχων ήταν η πιο «κορυφαία» εδώ και πάνω από 10 χρόνια! Και τι διάολο να κουβέντισαν, άραγε; Πάλι για τα καλτσάκια των cheerleaders;

Ένας μήνας και κάτι λίγες ημέρες είναι που Πγιονγκγιάνγκ και Σεούλ ξεκίνησαν την πρώτη (υποτίθεται…) επαφή μας μεταξύ τους, με πρόφαση ότι ο Kim Jong-un πεθύμησε χειμερινούς ολυμπιακούς… Ένας μήνας και λίγες ημέρες κάτω απ’ τα στραβομουτσουνιασμένα ραντάρ της Ουάσιγκτον και του Τόκιο, που δεν μπορούν ωστόσο να σταματήσουν τίποτα. Προσεύχονται μόνο: μωρέ να τελειώσουν οι ολυμπιακοί και θα δεις τι θα πάθουν!

Ένας μήνας και κάτι λίγες ημέρες, όπου αυτό που δημοσιοποιείται απ’ τις αμερικανικές και τις ιαπωνικές ανησυχίες είναι μήπως Πγιονγκγιάνγκ και Σεούλ «κλεφτούν»: σημαίες με την ενωμένη χερσόνησο κυκλοφορούν παντού, κοινές ομάδες και εμφανίσεις γίνονται, δηλώσεις περί ενοποίησης γίνονται – όλα αυτά κάτω απ’ την ομπρέλλα των ολυμπιακών, για να φαίνονται αγαπησιάρικα «υπό προθεσμία» – άρχισαν να κυκλοφορούν επιδεικτικά και ραβασάκια, και η Ουάσιγκτον με το Τόκιο μοιάζουν όλο και περισσότερο με τον θρυλικό Κακοφωνίξ: είναι δεμένες στο δέντρο του «ολυμπιακού ιδεώδους», φιμωμένες, για να απολαύσουν οι υπόλοιποι το γιορτάσι τους με την ησυχία τους – και ονειρεύονται τα αεροπλανοφόρα και τα βομβαρδιστικά τους…

Ένας μήνας και κάτι λίγες ημέρες όπου (κι αυτό το θεωρούμε ακόμα σημαντικότερο) ούτε το Πεκίνο ούτε η Μόσχα έχει χρειαστεί να εκδηλωθούν για το «αίσθημα» μεταξύ κορεατικού βορρά και νότου, να μπουν στη σκηνή για να εμποδίσουν κάποια αμερικανική κίνηση: μα αφήστε τα τα παιδιά, η υπερπροστασία μόνο προβλήματα δημιουργεί... Μια εξαιρετική οικονομία διπλωματικών (και όχι μόνο) δυνάμεων, αφού είμαστε σίγουροι ότι παρακολουθούν απ’ τα παρασκήνια.

Δεν είναι ότι ο «άξονας του Ειρηνικού» μεταξύ Ουάσιγκτον και Τόκιο δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Είναι πως ό,τι και να κάνει για να χαλάσει το «αίσθημα» θα είναι χοντροκομμένο, επιθετικό, γκαγκστερικό – και αυτό θα επισφραγίσει την ήττα του. Ειρήνη δεν (λένε ότι) θέλουν; Να λοιπόν!!!

Τι θα κάνουν άραγε, αν λίγο πριν τη λήξη των παραολυμπιακών (αν όχι νωρίτερα) ανακοινωθεί ότι τα δύο καθεστώτα συμφώνησαν σε ένα σχέδιο «οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης» μεταξύ τους, που περιλαμβάνει το «πάγωμα» των δοκιμών του πυρηνικού και πυραυλικού οπλοστασίου της Πγιονγκγιάνγκ, την ανάληψη κοινών έργων υποδομής μεταξύ τους (οδικά, σιδηροδρομικά), και την έναρξη (πάλι μεταξύ τους) διαπραγματεύσεων για την λήξη (ή, έστω, για την άμβλυνση) της διαίρεσης της χερσονήσου – και την ειρήνη στον κόσμο; Θα αρχίσουν να ουρλιάζουν στη Σεούλ «μωρή πουτάνα αυτός ο παλιοκομμουνιστής σου γυάλισε;» – ε;

Μόλις προχτές ξεκίνησαν οι χειμερινοί ολυμπιακοί και έχουμε την εντύπωση (και κάτι παραπάνω) ότι το αγώνισμα που προσπαθεί να αποφύγει το ψοφιοκουναβιστάν και το μιλιταριστικό τόκιο είναι το «παγωμένο παλούκι στα τρυφερά οπίσθια» (με το συμπάθειο).

Θα δείξει…

(Μεσαία φωτογραφία: το κάπως υπεροπτικό ύφος της Kim Yo-jong κατά την χθεσινή συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών θα πρέπει να το αποδώσουμε στην αμηχανία της, λόγω έλλειψης πείρας: δεν έχει ξαναασχοληθεί τόσο φανερά με την οργάνωση αντιαμερικανικού σαμποτάζ.

Κάτω: αντίθετα, στα “ψου-ψου” με τον Ri Son-kwon, πρόεδρο της βορειοκορεατικής επιτροπής για την “ειρηνική επανένωση της μητέρας πατρίδας” υπάρχει οικειότητα· λίγο πριν αρχίσει επίσημα το ραντεβού…)

_____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/02/korees-1-4/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/02/korees-2-5/

 

Ο Τζον Λε Καρέ στα «ίχνη» της Novartis …


Του Άρη Χατζηστεφάνου

Το 2001 το γραφείο Τύπου της Novartis δέχτηκε ίσως το πιο περίεργο αίτημα από την ίδρυση της εταιρείας. Δημοσιογράφοι ζητούσαν να σχολιάσει το βιβλίο του Τζον Λε Καρέ «Ο επίμονος κηπουρός», το οποίο παρουσίαζε την εγκληματική δράση της KVH, μιας φανταστικής φαρμακοβιομηχανίας με έδρα τη Βασιλεία της Ελβετίας.

Μεταξύ άλλων, η εταιρεία πραγματοποιούσε μυστικά πειράματα σε κατοίκους της Κένυας, προωθούσε παλιά φάρμακα σε αγορές του Τρίτου Κόσμου, παραποιούσε τα στοιχεία ιατρικών εκθέσεων για την ασφάλεια των φαρμάκων της και -άκουσον άκουσον- δωροδοκούσε πολιτικούς και δημοσιογράφους για να διατηρήσει τη μονοπωλιακή θέση της στην παγκόσμια αγορά. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά (spoiler alert) μία από τις μάρτυρες των εγκλημάτων βρέθηκε άγρια δολοφονημένη σε ένα ερημικό σημείο στη λίμνη Τουρκάνα.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η Novartis, όπως και οι υπόλοιπες φαρμακοβιομηχανίες με έδρα τη Βασιλεία, δεν απάντησαν σε κανένα από τα αιτήματα των δημοσιογράφων ενώ κάποια στελέχη εταιρειών άφησαν να διαρρεύσει στον ελβετικό Τύπο το παρακάτω υποτιμητικό σχόλιο: «Δεν νομίζουμε ότι κάποιο από τα στελέχη της εταιρείας μας έχει τον χρόνο να διαβάσει τις 500 σελίδες ενός μυθιστορήματος».

Το πρόβλημα για τις ελβετικές φαρμακοβιομηχανίες ήταν ότι τα μυθιστορήματα του Τζον Λε Καρέ περιείχαν συνήθως περισσότερη πραγματικότητα παρά φαντασία. Εχοντας υπάρξει και ο ίδιος πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών MI5 και MI6 έχτισε τη συγγραφική του καριέρα προσφέροντας τις πιο αληθοφανείς κατασκοπευτικές ιστορίες που είχαν γραφτεί μέχρι τότε. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εγκατέλειψε σταδιακά τους αγαπημένους του πράκτορες και στράφηκε στην εγκληματική, όπως τη χαρακτήριζε, πολιτική μεγάλων τραπεζών και πολυεθνικών, οι οποίες λειτουργούσαν σαν πλυντήρια μαύρου χρήματος για το οργανωμένο έγκλημα –ιστορίες που τεκμηριώθηκαν δημοσιογραφικά ύστερα από τουλάχιστον δύο δεκαετίες.

Στην περίπτωση του «Επίμονου κηπουρού», όμως, ξεπέρασε τον εαυτό του στη δημοσιογραφική έρευνα. Ταξίδεψε μέχρι τη Βασιλεία και άκουσε από νεαρά στελέχη φαρμακοβιομηχανιών ιστορίες για το πώς εφευρίσκουν νέες ασθένειες, πώς πραγματοποιούν ανούσιες προσμίξεις φαρμάκων προκειμένου να τα κατοχυρώνουν με νέες πατέντες αλλά και πώς καρπώνονται για ένα κομμάτι ψωμί τις έρευνες δημόσιων ερευνητικών ιδρυμάτων για φάρμακα από τα οποία οι ίδιες αποκομίζουν δισεκατομμύρια.

Η έρευνά του συνεχίστηκε στο Κονγκό, όπου γνώρισε από κοντά τις επιπτώσεις αυτών των πρακτικών. Είδε ανθρώπους να πεθαίνουν από ιάσιμες ασθένειες επειδή κάποιες εταιρείες δεν επέτρεπαν την παραγωγή γενοσήμων, με το πρόσχημα ότι έπρεπε να αποσβέσουν επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε έρευνα και ανάπτυξη (επιχείρημα το οποίο είχε καταρρεύσει μπροστά στα μάτια του με το ταξίδι του στην Ελβετία).

Είναι, λοιπόν, η φανταστική KVH του Τζον Λε Καρέ μια πρόσμιξη εταιρειών όπως η Novartis και η Roche που έχουν την έδρα τους στη Βασιλεία; Προφανώς κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά η εταιρεία που βρίσκεται στο μικροσκόπιο της ελληνικής Δικαιοσύνης για χρηματισμό πολιτικών έχει το δικό της βαρύ ιστορικό.

Αν και αρκετοί τη θυμούνται σαν την «μητέρα του LSD», αφού δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση της εταιρείας Ciba-Geigy με τη Sandoz, η οποία ανακάλυψε και παρασκεύασε την ψυχεδελική ουσία, η Novartis έχει και πολύ πιο σκοτεινές στιγμές. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ενεπλάκη σε μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές μάχες της Ιστορίας απέναντι στην Ινδία για τα δικαιώματα παρασκευής του φαρμάκου Gleevec για τον καρκίνο. Στόχος της εταιρείας ήταν να μπορεί να πουλά μονοπωλιακά το φάρμακο για 2.666 δολάρια τον μήνα αντί για 177 που κοστολογούνταν τα γενόσημα.

H Novartis έχει κατηγορηθεί ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκτόξευση (σχεδόν πενταπλασιασμός) των τιμών των φαρμάκων για τον καρκίνο στις ΗΠΑ, ενώ οδηγείται συχνά στα δικαστήρια απέναντι στην αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων που την κατηγορεί για παραπλανητικές διαφημίσεις.

To 2010 έδωσε 422 εκατομμύρια δολάρια σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, όταν κατηγορήθηκε για δωροδοκίες με στόχο την προώθηση φαρμακευτικών προϊόντων της, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το αμερικανικό Δημόσιο σχεδόν 500 εκατομμύρια δολάρια. Το 2013 το υπουργείο Υγείας της Ιαπωνίας άσκησε δίωξη όταν έγινε γνωστό ότι πρώην υπάλληλος της Novartis συμμετείχε σε εργαστηριακές μελέτες για την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου Valsatran χωρίς να αναφέρει την ιδιότητά του.

Θρυλική είναι και η φήμη της για τα «δώρα» που κατηγορείται ότι προσφέρει σε Αμερικανούς γιατρούς που συμμετέχουν σε εκδηλώσεις της και συνταγογραφούν φάρμακά της. Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονταν κατηγορίες για αμοιβές σε επιστήμονες που δεν εμφανίζονταν στα συνέδριά της, γεύματα σε ορισμένα από τα ακριβότερα εστιατόρια των ΗΠΑ αλλά ακόμη και τραπεζώματα στην αλυσίδα εστιατορίων Hooters –περισσότερο γνωστή για τα πλούσια ελέη του προσωπικού της παρά για την ποιότητα του μενού τους.

Η Novartis αρνείται τις περισσότερες από τις κατηγορίες και φυσικά δεν σχολιάζει καν το έργο του Τζον Λε Καρέ, το οποίο δεν φωτογραφίζει μια συγκεκριμένη εταιρεία αλλά το σύνολο του κλάδου. Ετσι σοφοί που γίναμε όμως, με τόση πείρα, ήδη καταλάβαμε οι KVH τι σημαίνουν.

efsyn.gr


Από:http://www.nostimonimar.gr/o-tzon-le-kare-sta-ichni-tis-novartis/

 

 

 

Στους καιρούς της παρατεταμένης εφηβείας, τρεις πινακίδες έξω απ΄ τα Σκόπια, στην Μακεδονία…


Οι μεταμοντέρνοι κινηματογραφικοί τίτλοι της εποχής μας, είναι μάλλον μια καλή αφετηρία για να επιχειρήσει να περιγράψει κανείς τα όσα «εφηβικά» συμβαίνουν γύρω μας. Σύμφωνα με τον Ε. Erikson, ένα άτομο θα διαμορφώσει μια ικανοποιητική ταυτότητα, αν κατορθώσει να συγκεράσει τις αντιθετικές όψεις-πτυχές του. Αν όχι, θα βιώσει μια κρίση ταυτότητας. Κι αν κάτι είναι, πλέον, έκδηλο παντού, είναι αυτή ακριβώς η κρίση ταυτότητας. Και φαίνεται ότι –ανάμεσα στα άλλα- δεν πήραμε χαμπάρι τις σχετικές προκλήσεις – δυσλειτουργίες που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί το παγκόσμιο πολιτισμικό αφήγημα στη συνάντηση του με τις εθνικές πολιτισμικές ιδιομορφίες. Η παγκοσμιοποίηση όταν συναντιέται με τις τοπικές παραδόσεις –σε όσες χώρες τουλάχιστον διαθέτουν τέτοιες- δεν προκαλεί κάποιον «παγκοσμιοποιητικό χυλό», αλλά μια κρίση ταυτότητα

Έτσι κι αλλιώς, πάλι όπως προειδοποιούσε από το μακρινό 1950, ο Erikson, είναι ήδη πολλά τα είδη ταυτοτήτων που πρέπει να κατακτηθούν ταυτόχρονα στη διάρκεια της εφηβείας (θρησκευτική, πολιτική, επαγγελματική, σεξουαλική, εθνική κ.λπ) και το κοινωνικό πλαίσιο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωσή της. Και κατάκτηση ταυτότητας δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τη σταθερή αποσαφήνιση των σχετικών ποιοτήτων.

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν, με την εισβολή της στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα τις τελευταίες δεκαετίες, επιφόρτισε τον εφηβικό ψυχισμό με πληθώρα νέων δυνητικών ταυτοτικών αυτο-αναπαραστάσεων, που βρίσκονταν μάλιστα, το πιο συχνά, στον αντίποδα των αντιλήψεων της τοπικής-ελληνικής παράδοσης και επιβάρυνε έτσι την προσπάθεια να συγκεραστούν, όχι μόνο αντιθετικές όψεις του χαρακτήρα, αλλά και οι συγκρουόμενες πτυχές δύο διαφορετικών πολιτισμικών υποδειγμάτων.

Αρκεί να φανταστεί κανείς, παραδειγματικά, την κρίση στην ταυτότητα ενός εφήβου που καλείται να συγκεράσει και να αφομοιώσει την αρχή της ανεξιθρησκείας και της ανοχής που προτείνει η παγκοσμιοποίηση από την μιά, με την βαθιά θρησκευτικότητα της ελληνικής παράδοσης, από την άλλη. Αντίστοιχα, σε ότι αφορά στη σεξουαλικότητα ή ακόμη και στην επαγγελματική ταυτότητα, όπου ενώ η πλευρά της παγκοσμιοποίησης υπόσχεται κινητικότητα, εξέλιξη, δημιουργικότητα, δια βίου μάθηση και ενδιαφέρον, από την άλλη, η νεο-ελληνική κουλτούρα είναι συνυφασμένη με την δημοσιοϋπαλληλική ασφάλεια και απονοηματοδότηση,  ενώ προσφάτως παραπέμπει, μάλλον, στην… δια βίου ανεργία.

Έτσι κι αλλιώς, η παγκοσμιοποίηση, έχει σημαντικές ψυχολογικές συνέπειες και για τους ενήλικες καθώς, όπως επισημαίνει ο Arnett, «οδηγεί σε μετασχηματισμούς της ταυτότητας, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι για τον εαυτό τους σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον». Πόσο μάλλον, λοιπόν, όταν αυτή η ταυτότητα, που καλείται σε μεταμόρφωση από την παγκοσμιοποίηση, είναι μια εφηβική ταυτότητα που δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Πρόκειται για μια κλήση σε «μεταμόρφωση του μη-μορφοποιημένου», με ό,τι σύγχυση μπορεί να επιφέρει ακόμη και η λεκτική αυτή έκφραση.

Τι συνεπάγονται όλα αυτά;

(α) ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο αναπτύσσουν μια δια-πολιτισμική (bicultural) ταυτότητα, στην οποία ένα μέρος έχει τις ρίζες του στον τοπικό πολιτισμό, ενώ ένα άλλο μέρος πηγάζει από την επίγνωση της σχέσης τους με τον παγκόσμιο πολιτισμό, (β) ότι η διαπεραστικότητα της σύγχυσης των ταυτοτήτων μπορεί να αυξηθεί μεταξύ των νέων ανθρώπων και πως καθώς οι τοπικοί-εθνικοί πολιτισμοί αλλάζουν -για να ανταποκριθούν στην παγκοσμιοποίηση- μερικοί νέοι δεν βρίσκουν «καταφύγιο» ούτε στον τοπικό πολιτισμό ούτε στον παγκοσμιοποιητικό, (γ) ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να διαμορφώσουν, μαζί με ομοϊδεάτες τους, αυτο-επιλεγμένους πολιτισμούς, διεκδικώντας μια ταυτότητα «αμόλυντη» από τον παγκόσμιο πολιτισμό και τις αξίες του, όπως και αντίθετα άνθρωποι που επιλέγουν να διαμορφώσουν «οικουμενικούς πολιτισμούς», «αμόλυντους» από την «καθυστέρηση» των τοπικών παραδόσεων…που δεν πέρασαν Διαφωτι(ζ)μό.

Αυτή μοιάζει να είναι μια νέα διαχωριστική γραμμή, «οικουμενιστών» vs «εθνο-τοπικιστών», που φαίνεται να υπερβαίνει τα εγνωσμένα μέχρι σήμερα σχήματα κοινωνικών αντιπαραθέσεων και τροφοδοτεί με ισχυρό δια-ομαδικό άγχος και απειλή και τα δύο «στρατόπεδα». Τα μπινελίκια που εκτοξεύθηκαν, ένθεν κακείθεν, τις προηγούμενες ημέρες αποδεικνύουν ακριβώς αυτό. Πίσω από τον διαχωρισμό «φασίστες» vs «εθνομηδενιστές», κρύβεται στην πραγματικότητα μια πολύ πιο σοβαρή ταυτοτική πόλωση, ως συνέπεια της σύγκρουσης του παγκοσμιοποιητικού πολιτισμικού υποδείγματος με τις τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις.

Η ίδια σύγκρουση προκαλεί επιπρόσθετα την παράταση των εφηβικών ταυτοτικών αναζητήσεων, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στα πεδία του Έρωτα και της Εργασίας, επεκτείνοντας τη χρονική διάρκεια της εφηβείας κατά μία περίπου δεκαετία, σε αυτό που η επιστημονική κοινότητα ορίζει πλέον ως «αναδυόμενη ενηλικίωση» και φτάνει ως το τέλος της δεκαετίας των 20.

Αυτή η παρατεταμένη ταυτοτική σύγχυση, οδηγεί τους νέους σε ένα ταυτοτικό εκκρεμές που αφού κινηθεί, πιθανόν, για κάποιο διάστημα μεταξύ των δύο άκρων (παγκοσμιοποίηση-τοπική παράδοση) θα προσδεθεί στην συνέχεια με μπόλικο μειονεκτικό φανατισμό-ναρκισσισμό σε ένα από τα δύο. Στην πραγματικότητα, το άτομο δεν έχει δεσμευτεί ακόμη πλήρως και οριστικά σε καμιά ταυτότητα και γι’ αυτό η ταυτότητα του Άλλου είναι εξόχως απειλητική. Αρκεί να δει κανείς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις πολλών γύρω μας, για να διαπιστώσει πόσοι Νεοέλληνες διερευνούν -ακόμη και κατά την διάρκεια της μέσης ηλικίας- και εξακολουθούν να αναζητούν τους στόχους της ταυτότητάς τους, επιδεικνύοντας, όπως οι έφηβοι, τόσο θετικές όσο και αντικοινωνικές συμπεριφορές ή δυσκολίες στις σχέσεις οικειότητας, που χαρακτηρίζονται από ένταση, συντομία και δυσκολία δέσμευσης.

Όπως εξηγεί ο Arnett, όλα αυτά φαίνεται να είναι συνέπειες της «δια-πολιτισμικής ταυτότητας» (bicultural), που βρίσκεται «εκατέρωθεν» ή και «στις δύο πλευρές» των πολιτισμικών αφηγήσεων, γι’ αυτό και οι αμφιθυμικές -τόσο θετικές όσο και αντικοινωνικές- συμπεριφορές, γι’ αυτό και οι δυσκολίες του σχετίζεσθαι.
Ίσως, από την άλλη, να οδηγούμαστε όχι τόσο σε μια δια-πολιτισμική ταυτότητα, όσο σ’ αυτό που αναφέρουν οι Hermans & Kempen, (1998) ως «υβριδική ταυτότητα», έναν συνδυασμό, δηλαδή, του τοπικού πολιτισμού με στοιχεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια διασταύρωση δυο «γενετικά», μάλλον, ανόμοιων πολιτισμικών παραδόσεων, ιδιαίτερα μάλιστα σε κοινωνίες, όπως η ελληνική, που δεν έχουν έντονη ατομοκεντρική (καπιταλιστική) παράδοση.

Η αλήθεια είναι, πως στην ελληνική μεταπολιτευτική κοινωνία, οι αξίες, οι ευκαιρίες, οι νέες ιδέες και ο ριζοσπαστισμός που οι έφηβοι θεώρησαν ότι έφερνε μαζί της η παγκοσμιοποίηση, υπονόμευσαν μάλλον τις αξίες των τοπικών παραδόσεων που ήταν κυρίαρχες -κατά το μάλλον ή ήττον- στις ταυτότητες των γονιών τους. Και μαζί με τις τοπικές παραδόσεις υπονομεύτηκαν συχνά και οι σχέσεις με τους ίδιους τους γονείς, στα πρόσωπα των οποίων προβλήθηκε-μεταβιβάστηκε –με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου– η οπισθοδρόμηση και ο συντηρητισμός της ελληνικής παράδοσης. Ή και αντίστροφα, για να «προφυλαχθούν» οι οπισθοδρομικοί και συντηρητικοί γονείς υπονομεύτηκε η ίδια η σχέση με την ελληνική κοινωνία και την ελληνική ταυτότητα, ενάντια στην οποία προβλήθηκε-μεταβιβάστηκε η εφηβική επαναστατικότητα, επενδυμένη –στη συνέχεια, στην ενήλικη εκδοχή της– με τον μανδύα μιας ιδεολογικής αντισυστημικότητας, που βέβαια κατέρρεε εύκολα στα «πρώτα φράγκα» ή στην «πρώτη καρέκλα» που βρισκόταν στο διάβα της.

Όπως υποστηρίζει ο Arnett, «για μερικούς νέους, αυτή η απο-τοπικοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια οξεία αίσθηση αλλοτρίωσης και παροδικότητας, καθώς θα μεγαλώνουν με ένα έλλειμμα πολιτισμικής βεβαιότητας, δηλαδή με ένα έλλειμμα αποσαφηνισμένων κατευθυντήριων γραμμών για το πώς αξίζει να ζήσουν τη ζωή τους και να ερμηνεύσουν την εμπειρία τους».

Και με τον τρόπο αυτό, κάποιοι έφηβοι ή «γέροντες έφηβοι» μπορεί να στραφούν υπεραναπληρωτικά προς την παγκοσμιοποιητική κουλτούρα, απορρίπτοντας τυφλά το σύνολο των τοπικών παραδόσεων, παριστάνοντας τους «οικουμενιστές» ή κάποιοι άλλοι, αντιστρόφως, να οχυρωθούν αμυντικά πίσω από την τοπική πολιτισμική παράδοση, καταγγέλλοντας την παγκοσμιοποίηση και παριστάνοντας τους φασίστες. Μόνο που όταν παριστάνει κανείς μια ταυτότητα για μεγάλο διάστημα στο τέλος παγιδεύεται, στον ίδιο τον μύθο του, και την υιοθετεί.

Μπροστά όμως, απ’ αυτήν την ταυτοτική εκκρεμότητα, την ευαλωτότητα και την μειονεκτικότητα που συνεπάγεται, θα προβάλλεται προς τα έξω ένας «πανίσχυρος» ναρκισσισμός βεβαιοτήτων πάσης φύσεως, ένα υποκατάστατο ταυτοτήτων που θα συγκρούονται, όλο και πολύ πλέον, στο κοινωνικό πεδίο-βάλτο προς όφελος βέβαια των επικυρίαρχων τάξεων και σε βάρος του Λαού.

Εν τέλει, το «μακεδονικό» είναι ακόμα μία έκφανση της βαθιάς υπαρξιακής-ταυτοτικής κρίσης, που διέρχεται η νεοελληνική κοινωνία. Και θα ακολουθήσουν και άλλες.


Από://www.thepressproject.gr/article/123801/Stous-kairous-tis-paratetamenis-efibeias-treis-pinakides-ekso-ap-ta-Skopia-stin-Makedonia