Σκηνές μεταναστών στον χιονισμένο Σηκουάνα…


Εικόνες απανθρωπιάς στο «φωτεινό» Παρίσι

Σκηνές. Μουσαμάδες πάνω από τις σκηνές. Χιόνι. Κρύο. Ρούχα, παπούτσια και τα λιγοστά υπάρχοντα όλα βρεγμένα, νωτισμένα,  παγωμένα. Σκιές γύρω από φωτιές.  Προσπαθούν μάταια να ζεσταθούν. 

Δεν είναι κάποια απομακρυσμένη περιοχή του πλανήτη. Δεν είναι κάποιο ελληνικό νησί που έχει γίνει κολαστήριο για πρόσφυγες. Είναι οι ακτές του Σηκουάνα. Στην καρδιά της «πόλης του φωτός». Στην καρδιά της Ευρώπης. 

Τις τελευταίες ημέρες, που ο χειμώνας έκανε ιδιαίτερα αισθητή την εμφάνισή του κάνοντας τη γαλλική πρωτεύουσα ειδυλλιακή εικόνα για τουρίστες, υπάρχει ένα σημείο που το κρύβεται επιμελώς από τον «ευρωπαϊκό πολιτισμό». Είναι οι όχθες του Σηκουάνα στο βόρειο τμήμα του Παρισιού στην περιοχή Canal Saint-Martin.  

Εκεί, μέσα στο χιόνι, ζουν περίπου 278 ψυχές. Τουλάχιστον αυτή ήταν η καταμέτρηση στις 2 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τον υπεύθυνο της αρμόδιας υπηρεσίας Ασύλου. Στο σημείο, όπως λέει, «παραδοσιακά» συγκεντρώνονται Αφγανοί μετανάστες οι οποίοι περιμένουν να δουν πώς θα καταλήξει η αίτησή τους για χορήγηση ασύλου.

Είναι κυρίως άνδρες, νέοι σε ηλικία, που προσπαθούν να ζεσταθούν όπως όπως, με κουβέρτες, με διπλά χιλιοφορεμένα και υγρά ρούχα, με θερμός ζεστό τσάι που τους φέρνουν κάτοικοι της περιοχής που δηλώνουν έκπληκτοι διαπιστώνοντας ότι δεν υπάρχει κανένας αρμόδιος φορέας που να ασχολείται με το πώς θα ζεσταθούν και με το πώς θα επιβιώσουν οι άνθρωποι αυτοί σε θερμοκρασίες κάτω του μηδενός.

Οι τοπικές αρχές υποστηρίζουν ότι, τις μέρες αυτές του μεγάλου ψύχους, έχουν πολλαπλασιαστεί οι περιπολίες από κλιμάκια που παροτρύνουν τους μετανάστες να τους μεταφέρουν σε δομές φιλοξενίας κλειστές. Κάποιοι ανταποκρίθηκαν, όπως λένε, καθώς στα τέλη Ιανουαρίου στο σημείο ζούσαν περίπου 900 άνθρωποι. Ωστόσο «δεν πιέζεται κανείς να φύγει αν δεν θέλει» και αρκετοί δεν θέλουν καθώς παρά το κρύο και το χιόνι, νιώθουν πιο «ασφαλείς» όταν είναι όλοι μαζί φοβούμενοι ότι είναι πιο ευάλωτοι αν ο καθένας μεταφερθεί σε κάποιο άλλο σημείο.

Το συγκεκριμένο σημείο έχει και κατά το παρελθόν μετατραπεί σε πρόχειρο καταυλισμό μεταναστών καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στα γραφεία υποβολής αιτήσεων ασύλου. Τον Νοέμβριο του 2016 εκεί ζούσαν 4.000 άνθρωποι, οι οποίοι απομακρύνθηκαν βιαίως με αστυνομικές επιχειρήσεις  σκούπα.

Κάπως έτσι, με ζεστό τσάι και λίγο ψωμί από τους γείτονες, με κουβέρτες, βρεγμένα ρούχα, φωτιές, περιπολίες και το διαρκή φόβο ότι ξαφνικά θα γίνει μια επιχείρηση – σκούπα και θα πάει χαμένη η αναμονή για το άσυλο κυλούν οι ημέρες. Στο χιονισμένο Παρίσι. Στην ΕΕ του «πολιτισμού» και των αξιών στις χώρες της οποίας χιλιάδες κατατρεγμένοι από πολέμους, διώξεις και βασανιστήρια, για τα οποία δεν ευθύνονται, από φτώχεια και εξαθλίωση, για την οποία επίσης δεν ευθύνονται, περιμένουν κάποιους γείτονες για να βγάλουν την ημέρα υπό το μηδέν.

Με πληροφορίες από AFP

 __________________________________________________________

Το ψηφιακό πανοπτικόν και η διάλυση της πραγματικότητας …


Giovanni Antonio Canal (Canaletto) – Interior of the Rotunda at Ranelagh, London 1754.

Έκανα το πρώτο και οδυνηρότερο βήμα στον σκοτεινό και ρυπαρό λαβύρινθο των εξομολογήσεών μου. Εκείνο που πονάει περισσότερο όταν το λες δεν είναι το κακό, είναι το εξευτελιστικό και το γελοίο. Από εδώ και στο εξής είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου· ύστερα απ’ αυτό που τόλμησα να πω, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. [1]

Ο Άγγλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Τζέρεμι Μπένθαμ το 1785 σχεδιάζει το Πανοπτικόν (Panopticon). Πρόκειται για μια φυλακή κατασκευασμένη με τρόπο τέτοιο που να επιτρέπει στον φύλακα να επιτηρεί όλους τους κρατούμενους, χωρίς όμως ο ίδιος να είναι ορατός. Όπως θα δούμε παρακάτω το πανοπτικό σύστημα γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρο αν λάβουμε υπόψη μας την σύγχρονη εποχή του ίντερνετ και της ψηφιακής πληροφορίας. Σήμερα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας βρίσκονται σε μια κατάσταση επικάλυψης από το facebook, το twitter και το instagram. Στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου σχεδόν το 50% των ανθρώπων αντλεί πληροφορίες και ειδήσεις, αποκλειστικά και μόνο από τα κοινωνικά δίκτυα. Ο χρήστης αυτών των μέσων γίνεται ένας δυνητικός μάρτυρας που όλο και περισσότερο θεωρεί ότι δεν χρειάζεται πλέον την επαγγελματική διαμεσολάβηση του δημοσιογράφου ο οποίος βασίζεται σε μια ή περισσότερες «ζωντανές» μαρτυρίες τις οποίες στην συνέχεια μετατρέπει σε ένα άρθρο που διαδίδεται αφού προηγουμένως περάσει από τα φίλτρα του οργανωμένου Tύπου. Αντιθέτως σήμερα κάθε μαρτυρία γίνεται αμέσως και είδηση, χάρη στην τεχνολογία instant messenger και instant sharing των μέσω κοινωνικής δικτύωσης, όπως, για παράδειγμα, το twitter. Με αυτό τον τρόπο, οι πληροφορίες γίνονται ένα κοινωνικό γεγονός ή καλύτερα ένα σχεσιακό γεγονός. Έτσι ο καθένας σιγά σιγά δημιουργεί το δικό του σύστημα πληροφοριών. Αυτή η όλο και αυξανόμενη τάση μπορεί να φαντάζει ως κάτι το προοπτικά θετικό, όμως δεν εξετάζει δυο πολύ βασικά ζητήματα. Πρώτον υπάρχει μια ανομολόγητη παραδοχή, στην πραγματικότητα πρόκειται για την ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αποκτήσει μια πλήρη επίγνωση, καντιανού τύπου [2], και έτσι είναι σε θέση να κάνουν σωστές και λογικές επιλογές, ώστε να αναζητήσουν (και να πουν) την αλήθεια μέσα σε έναν τεράστιο όγκο διαθέσιμων στοιχείων και αντικρουόμενων εκδοχών. Δεύτερον παραβλέπεται το γεγονός ότι οι πληροφορίες που συναντάμε μέσα στον ιστό φιλτράρονται και οργανώνονται από αλγόριθμους βασισμένους στα λεγόμενα μεγάλα δεδομένα (big data) που συλλέγονται από τα ψηφιακά ίχνη που αφήνουμε κατά την πλοήγησή μας στο διαδίκτυο.

Σε προηγούμενο άρθρο μας με τίτλο Πραγματικότητα: το ισχυρότερο εργαλείο αναφέραμε: φτάσαμε να επιλέγουμε, να διαβάζουμε και να πιστεύουμε μια σειρά πληροφοριών οι οποίες έχουν ήδη προσαρμοστεί στα γούστα μας, έτσι ώστε η ατομική μας επιλογή καταλήγει να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Όλο και περισσότερο τείνουμε να διαβάζουμε τις απόψεις και τα άρθρα που απλά μας επιβεβαιώνουν. Η ψηφιακή κοινωνία της πληροφορίας τελικά μας οδηγεί σε μια «γνωστική απομόνωση». Μας αφήνει να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στην διάθεση του υπολογιστή μας, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν απομακρυνόμαστε από το προφίλ μας.

Το επίπεδο δημοκρατικής ολοκλήρωσης σε μια χώρα κρίνεται από το αν και κατά πόσο υπάρχουν και είναι αποτελεσματικοί οι μηχανισμοί της κοινής γνώμης. Ακριβώς γι’ αυτό και οι δικτατορίες και τα πραξικοπήματα από την πρώτη στιγμή φιμώνουν και καταστρέφουν τα κανάλια μέσα από τα οποία μορφοποιείται η κοινή γνώμη: τον Τύπο και τα άλλα ΜΜΕ και όλους τους άλλους αγωγούς ελεύθερης έκφρασης γνώμης. [3]

Δεν θα επιμείνουμε τόσο στο παλαιάς κοπής ζήτημα που αφορά το μέλλον της δημοσιογραφίας, και αυτό γιατί πέρα από το αποκαρδιωτικά βαρετό της υπόθεσης, σήμερα ελάχιστοι κάνουν πραγματικό ρεπορτάζ καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων «δημοσιογράφων» όταν δεν απαγγέλουν διατεταγμένες οδηγίες από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, «ψαρεύουν» ειδήσεις από τα social media τις οποίες πολύ συχνά παραποιούν, συμβάλλοντας έτσι καθοριστικά στην περαιτέρω δημιουργία σύγχυσης και υποβάθμισης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Εάν κάποτε ο Τύπος (με εξαίρεση φυσικά τα αμιγώς κομματικά έντυπα) ήταν πάνω κάτω δεσμευμένος σε μια ορισμένη αμεροληψία που κινούνταν μέσα σε κάποια δεδομένα πλαίσια, σήμερα πάρα πολλές από τις «αλήθειες» που μας σερβίρει, δεν εξυπηρετούν τη δημοκρατία, την μετάδοση των γεγονότων και την περιγραφή της πραγματικότητας. Αξίζει να αναφέρουμε τις ακραία διαφορετικές εκτιμήσεις περί συμμετοχής στο πρόσφατο συλλαλητήριο που έγινε στην Αθήνα για το μακεδονικό. Πολύ περισσότερο συσκοτίζουν την πραγματικότητα, δυσκολεύουν τον διάλογο και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα τεχνητής έντασης και πόλωσης. Σήμερα η γραμμή της εφημερίδας και του τηλεοπτικού καναλιού είναι πλήρως καθορισμένη, ξεδιάντροπα θα λέγαμε, από το αδιόρατο πλέγμα των άμεσων και έμμεσων επιχειρηματικών συμφερόντων και διασυνδέσεων. Η αυστηρή δεοντολογία και αντικειμενικότητα φυσικά ποτέ δεν υπήρξαν απόλυτα στοιχεία, όμως σήμερα προκαλεί θυμηδία όταν τόσο πολλά ελληνικά έντυπα αλληλοκατηγορούνται για φαινόμενα αυριανισμού, ενώ ταυτόχρονα διατείνονται ότι τα ίδια δεν διαδίδουν ψεύτικες, παραποιημένες και κατασκευασμένες ειδήσεις. Ο σύγχρονος Τύπος στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, παρουσιάζει έντονες τάσεις θεσμικής αυτοκατάργησης (ως τέταρτη εξουσία σε μια δημοκρατία). Αυτό γιατί ειδικεύεται κυρίως σε τεχνικές εντυπωσιασμού, προαγωγής άκριτου συναισθηματισμού και αντιλογικής, υπηρετώντας σχεδόν αποκλειστικά τα εμπορικά-κυκλοφοριακά κριτήρια της σύγχρονης μαζικής και μονοδιάστατης κοινωνίας που είναι υποταγμένη στη διαφήμιση.

Αντιθέτως έχει τεράστιο ενδιαφέρον η παρατήρηση και η διασύνδεση των φαινομένων μαζικής ιντερνετικής πληροφορίας -που καθιστούν τον άνθρωπο καταναλωτή πληροφοριών και ταυτόχρονα μάρτυρα ειδήσεων. Αυτά τα φαινόμενα μπορούμε να τα δούμε ως συμπτώματα ενός δομικού μετασχηματισμού των κοινωνικών πρακτικών που επηρεάζουν το σχηματισμό της κοινής γνώμης. Αυτός ο μετασχηματισμός, κατά μια έννοια, αφορά κυρίως την εικόνα και το βλέμμα μας. Γιατί σήμερα το βλέμμα δεν έχει έναν τόσο αδιάφορο χαρακτήρα, αλλά όλο και περισσότερο γίνεται ένα μέσο επιτήρησης των άλλων. Ας σκεφτούμε ότι ο μέσος άνθρωπος σήμερα βρίσκεται καθημερινά βυθισμένος σε τεχνολογίες που κάνουν κάθε κομμάτι της ημέρας του κάτι το οποίο μπορεί να μετατραπεί σε «μαρτυρία» και «αποδεικτικό στοιχείο», υπό την μορφή μιας φωτογραφίας ή ενός βίντεο. Για παράδειγμα μέσω της τεχνολογίας google glass ο χρήστης θα μπορεί να τραβάει αυτόματα φωτογραφίες υψηλής ευκρίνειας κάθε μόλις δέκα (10) δευτερόλεπτα. Ένα είδος εικονικού ματιού που θα σχηματίζει ένα παγκόσμιο αρχείο της ανθρώπινης καθημερινότητας. Με αυτόν τον τρόπο, ο καθένας μας μπορεί συνεχώς να φωτογραφίζει και να φωτογραφίζεται. Σύμφωνα με την google: να του προσφέρεται έτσι μια «επαυξημένη» εμπειρία της πραγματικότητας. Κάθε πολίτης θα γίνεται μια κινητή κάμερα παρακολούθησης. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ευτυχώς, η υπόθεση αυτή είναι οριακή και ακραία. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί η τάση που διαφαίνεται για «βίντεο-ειδήσεις», και «δημοσιογραφία των πολιτών», μέσω της διασύνδεσης των έξυπνων κινητών (smartphones) με τα κοινωνικά δίκτυα που στο μέλλον θα κάνουν κάθε χρήστη και μια πιθανή πηγή ειδήσεων.

Τα παραπάνω θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αυτό της ψηφιακής επικοινωνίας, που είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πολιτιστικό γνώρισμα της εποχής μας. Πράγματι στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας, κάθε πολίτης είναι ταυτόχρονα και ένας μόνιμος χρήστης-καταναλωτής. Κάθε ενέργεια που κάνουμε, κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, αφήνει ένα ψηφιακό ίχνος. Είμαστε με άλλα λόγια, όλο και περισσότερο ανιχνεύσιμοι. Τελικά οποιοσδήποτε μπορεί να έχει μια πλήρη εικόνα της ζωής μας και της προσωπικότητάς μας μέσω μιας απλής αναζήτησης στο διαδίκτυο. Αυτή η διαδικτυακή κοινωνία (web-society) ήταν και παραμένει το ελευθεριακό όνειρο μιας απόλυτης διαφάνειας. Όνειρο που όμως κατά τα φαινόμενα τείνει να μετατραπεί στον εφιάλτη μιας αναζωογονημένης μορφής Οργουελιανού Μεγάλου Αδερφού (Big Brother). Δεν φαίνεται τυχαίο ότι τα πιο δημοφιλή επαγγέλματα στην ψηφιακή κοινωνία είναι οι προγραμματιστές εφαρμογών δικτύου (java) και οι αναλυτές των big data (δηλαδή όλων αυτών των συγκεντρωτικών δεδομένων που προκύπτουν από τα έξυπνα κινητά, τα social media, τις ασύρματες και τηλεματικές εφαρμογές, τους αισθητήρες που τοποθετούνται σε κτίρια και δρόμους, κ.λπ.). Τα δεδομένα αυτά είναι τόσο πολλά, σε όγκο και ταχύτητα σχηματισμού, που απαιτούν άκρως αντισυμβατικές και ολιστικές μεθόδους ανάλυσης. Η ανάλυσή τους μάλιστα θεωρείται ζωτικής σημασίας σε πολλούς τομείς: ένας από αυτούς τους τομείς είναι και η πολιτική. Τα big data σήμερα μαζί με τις δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται για να καθορίσουν και να κατευθύνουν τις διάφορες προεκλογικές εκστρατείες. Μέσω αυτού του τεράστιου όγκου πληροφοριών -από τα ψηφιακά ίχνη που οι χρήστες αφήνουν παντού- το λεγόμενο πολιτικό μάρκετινγκ επεξεργάζεται και αφομοιώνει τα πρότυπα συμπεριφοράς των πολιτών-χρηστών και στην συνέχεια προωθεί προς «πώληση» το πιο πιασάρικο και (μετα)μοντέρνο πολιτικό περιεχόμενο- κάπως έτσι η υπερ-ορατότητα γίνεται παγίδα. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε για μια βιοπολιτική που κάνει ένα ακόμη βήμα. Φτάνει σταδιακά στη δυνατότητα πρόσβασης στον πιο απρόσιτο χώρο ενός πληθυσμού, δηλαδή στο εσωτερικό του συλλογικού ασυνείδητου.

Οι περιτοιχισμένες οργανώσεις έχουν ένα από κοινού χαρακτηριστικό με άλλες κοινωνικές οντότητες: μέρος της υποχρέωσης του ατόμου είναι να μετέχει ορατώς κατά καιρούς στη δραστηριότητα της οργάνωσης, πράγμα που έχει ως επακόλουθο την ενεργοποίηση της προσοχής και της μυϊκής προσπάθειας, μια με ζήλο αφοσίωση του εαυτού στην προκείμενη δραστηριότητα. [4]

Στο πανοπτικόν του Μπένθαμ οι κρατούμενοι δεν μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι τοίχοι των κελιών φροντίζουν να μην βλέπουν ο ένας τον άλλο. Έτσι υποβάλλονται σε μια θεραπευτική μοναξιά, ώστε να μπορέσουν να βελτιωθούν και να ενσωματωθούν στην έξω κοινωνία. Οι κάτοικοι του ψηφιακού πανοπτικού, από την άλλη πλευρά, συνδέονται και επικοινωνούν εντονότατα μεταξύ τους. Εδώ ο πλήρης έλεγχος γίνεται όχι μέσω της χωρικής και επικοινωνιακής απομόνωσης, αλλά αντιθέτως μέσω της δικτύωσης και της υπερ-επικοινωνίας. Οι χρήστες δεν είναι φυλακισμένοι, όμως ζουν μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Στην ουσία καθημερινά τροφοδοτούν το ψηφιακό σύστημα με πληροφορίες, εκθέτουν εθελοντικά τον εαυτό τους και υπό μια έννοια έχουν συνάμα την αίσθηση ότι αυτοφωτίζονται. Αυτός ο μηχανισμός «αυτοφωτισμού» είναι πολύ πιο αποτελεσματικός σε σχέση με ένα φως που παρέχεται από άλλους, δηλαδή από κάποιους τρίτους. Άλλωστε μια πλήρως ελεγχόμενη κοινωνία μπορεί να προκύψει μόνο όταν οι κάτοικοί της εκμυστηρεύονται και εμπιστεύονται απόλυτα υποκινούμενοι από μια εσωτερική ανάγκη και όχι από έναν εξωτερικό περιορισμό και επιβολή. Αυτή η ανησυχία που νοιώθουμε όταν εγκαταλείπουμε την ασφάλεια και την θαλπωρή της ιδιωτικής-οικείας μας σφαίρας, δίνει τη θέση της στην ανάγκη να εκθέτουμε τον εαυτό μας συνεχώς και χωρίς καμία αναστολή ή ντροπή. Να γινόμαστε ένα τέτοιο θέαμα στο οποίο η ελευθερία, ο περιορισμός και ο έλεγχος να είναι πράγματα εξαιρετικά δυσδιάκριτα μεταξύ τους. Όλα αυτά δίχως ή με ελάχιστη μυϊκή προσπάθεια, δηλαδή πράξη.

Εκτός των άλλων η πανταχού παρούσα διαφάνεια, η ψηφιακή επικοινωνία και η καθολική διασύνδεση δεν φαίνεται να οδηγεί στο βάθεμα της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Αυτό γιατί η εξουσία παρουσιάζεται, όλο και περισσότερο, ως κάτι που δεν χρειάζεται επιπλέον, αυστηρό και άμεσο έλεγχο, διότι τώρα όλοι μπορούν να την ελέγχουν. Οι πολίτες, υποβαθμίζονται σε κινητά προφίλ, δημιουργώντας ένα είδος «από τα κάτω», αόρατης, ιδιωτικής, ανώνυμης και μυστικής αστυνομίας. Όμως σε μια δημοκρατία δεν απαιτείται ανωνυμία, αλλά το θάρρος της γνώμης και η παρρησία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την αναίρεση τόσο του κάθετου, όσο και του οριζόντιου ελέγχου της εξουσίας, όπως μελετήθηκε από τον Φουκώ στα συστήματα καταστολής. Οι ίδιοι οι πολίτες γίνονται εικονικοί ακτιβιστές, απλοί καταναλωτές άμεσων ειδήσεων, παρακολουθούν και αυτο-παρακολουθούνται σε ένα ωκεανό γεμάτο με φαρσέρ της ενημέρωσης. Έτσι καταλήγουμε να κατακλυζόμαστε από πληροφορίες τύπου «η γη είναι επίπεδη», «οι νέες τάξεις», «είδηση βόμβα, λαθρομετανάστες που τρώνε σκυλιά», «δείτε τί μας κρύβουν» και αμέτρητες άλλες γελοιότητες που παράγονται κατά χιλιάδες καθημερινά από τα μέσα παραγωγής ειδήσεων.

Η εξουσία είναι μόνο εφικτή εκεί που ο λόγος και η πράξη δεν έχουν διαχωριστεί, όπου οι λέξεις δεν είναι άδειες και οι πράξεις δεν είναι βίαιες, όπου οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τις προθέσεις, αλλά για να αποκαλύψουν πραγματικά γεγονότα, και οι πράξεις δεν χρησιμεύουν για να βιάσουν και να καταστρέψουν, αλλά για να καθιδρύσουν σχέσεις και να δημιουργήσουν γεγονότα. [5]

Η εποχή που ζούμε έχει να κάνει με τη ψηφιακή διάλυση της αλήθειας και της πραγματικότητας στους λαβυρίνθους των ερμηνευτικών μονοπατιών. Οι σχέσεις, οι συγκρούσεις, οι αντιθέσεις, οι αδικίες, η ανθρωπιά, όλα γίνονται μια μυθοπλασία. Ένας κυκεώνας υπερπληροφόρησης με χίλια πρόσωπα όπου όλα είναι απλές αφηγήσεις που διασταυρώνονται με άλλες αφηγήσεις. Και τελικά πολυάριθμα κανάλια στα οποία η πραγματικότητα διαλύεται και μπορεί μόνο περιστασιακά και παροδικά να (ανα)κατασκευάζεται. Είναι αυτή η ειρωνική οπτική πολλών ανθρώπων που, εκτός από βαθιά αντιδημοκρατική, γίνεται ταυτόχρονα αδίστακτη όταν, χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης, παρατηρούν μέσα από το ψηφιακό πανοπτικό σύστημα την ανθρώπινη μιζέρια και την αθλιότητα χωρίς να την βιώνουν πραγματικά. Πρόκειται για τη συστηματική εκπαίδευση του βλέμματος να αντέχει και να προσπερνά με ευκολία τη δυστυχία, αλλά ταυτόχρονα να προσηλώνεται σε οτιδήποτε -όσο άχρηστο και ανούσιο κι εάν είναι αυτό. Μιλάμε για εκείνο το νέο κυρίως άνθρωπο, τον εθελοντικά «ασυλοποιημένο» στον ψηφιακό κόσμο, το μη πολιτικό ή αντι-πολιτικό ον, που κινείται σε ένα καθημερινό γκρίζο και που βυθίζεται στη μοναξιά του κυνισμού του, ενώ το Εγώ του αναζωπυρώνεται σποραδικά από κάποια υπόνοια αγάπης, εμπιστοσύνης και πρόσκαιρης αφοσίωσης. Όμως, όλα γύρω του, είναι τοποθετημένα στη σωστή, ανταγωνιστική θέση φρίκης, (αυτό)επιτήρησης και (αυτο)πειθάρχησης. Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει να επιταχύνει συνεχώς προς ένα πνευματικό νεκροτομείο που όλο και γεμίζει με απώλειες. Αμέτρητοι άνθρωποι ενώ βρίσκονται εκτός πραγματικότητας, παραδόξως, νομίζουν ότι βιώνουν μια «επαυξημένη» εμπειρία της. Συνωστισμένες νευρώσεις, εγωπάθειες και ναρκισσισμοί αναμένουν με αγωνία την αυτοψία και την τελική διάγνωση των αιτιών του πνευματικού θανάτου τους. Σχεδόν βιάζονται να πεθάνουν αρκεί να είναι πρώτοι και καλύτεροι· τουλάχιστον εκεί μέσα στην φούσκα του σύγχρονου ψηφιακού και εικονικού κόσμου. Εκεί όπου, προς τέρψη της μυγοσκοτώστρας, φαίνεται να επικρατεί το «χιλιάδες μύγες τρων σκατά, λέτε να κάνουν λάθος;»


[1] Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Εκδ. Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997.

[2] Πριν από τον Καντ, οι κυρίαρχες φιλοσοφικές προσεγγίσεις ήταν, από τη μια, ο εμπειρισμός, με εκπροσώπους τον Μπάρκλεϋ (Berkeley), τον Λοκ (Locke) και τον Χιουμ (Hume), και, από την άλλη, ο ορθολογισμός με εκπροσώπους τον Ντεκάρτ (Descartes), τον Σπινόζα (Spinoza) και τον Λάιμπνιτς (Leibniz). Οι ορθολογιστές, στην προσπάθειά τους να δώσουν μια απάντηση στο θεμελιακό ερώτημα «Ποια εί­ναι η πηγή της γνώσης;» υποστήριζαν τη θέση ότι η γνώση βασίζεται στο λόγο ενώ οι εμπειριστές, αντίθετα, τη θέση ότι η γνώση βασίζεται στην αισθητηριακή εμπειρία. Ο Καντ ανέπτυξε την κριτική του φιλοσοφία ως μια απάντηση στο δογματισμό τόσο του ορθολογισμού όσο και του εμπειρισμού. Αν μπορούσαμε να διατυπώσουμε σε μια πρόταση την απάντησή του, θα λέγαμε ότι για τον Καντ η γνώση είναι το προϊόν της σύνθεσης διάνοιας και αισθητικότητας. Ωστόσο, ο Καντ για να απαντήσει, τρoποποιεί και την ίδια την ερώτηση. Το ερώτημα για αυτόν είναι: «Πώς είναι δυνατή η a priori γνώση;». Ο Καντ, ζώντας σε μια εποχή συνεχούς παραγωγής νέας γνώσης από τη ραγδαία ανάπτυξη της νέας φυσικής και των μαθηματικών, δέχεται ως δε­δομένη την εγκυρότητά της και εξετάζει πώς αυτή είναι δυνατή. Δεν αναζητεί ένα θεμέλιο της γνώσης υπό την κλασική έννοια, δηλαδή κάποιο πραγματικό ον, όπως τα εμπειρικά αντικείμενα ή το cogίto, αλλά ένα υπερβατολογικό θεμέλιο, δηλαδή τις συνθήκες δυνατότητας που πρέπει να πληροί ο νους για να μπορούμε να γνωρί­ζουμε. Απαντώντας σ’ αυτό το ερώτημα, ο Καντ δίνει ταυτόχρονα απάντηση και στο κριτικό ερώτημα «Τι μπορώ να γνωρίζω;». Κριτική θα πει περιορισμός, αυτοπεριο­ρισμός του λόγου ως προς τη δογματική του χρήση – όπως αυτή συνέβαινε στην Προ­καντιανή μεταφυσική. (απόσπασμα από την εργασία του Κώστα Παγωνδιώτη Η καντιανή θεώρηση, Φιλοσοφία και επιστήμες στον εικοστό αιώνα, εκδ. ΠΕΚ, Ηράκλειο 2013).

[3] Βασίλης Φίλιας, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1994.

[4] Erving Goffman, Άσυλα, εκδ. Ευρύαλος, Τρίκαλα 1994.

[5] Hannah Arendt, The Human Condition, University Of Chicago Press, 1958.

—————————————————————————————-

Αυτοί κι αν είναι επικίνδυνοι! …


Οι ντόπιοι “συλλέκτες” των εχθρών του ισραηλινού κράτους μπορεί να αποκτήσουν πονοκέφαλο, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε ασπιρίνες για την περίσταση: όχι μόνο είναι πολλές χιλιάδες οι εβραίοι / εβραίες σ’ όλο τον κόσμο που έχουν στραφεί κατά του ισραηλινού κράτους και υπέρ του αγώνα των παλαιστινίων (έτσι ώστε να ξεφτυλιστούν έως ξεβρακωθούν εντελώς οι καλοθελητές, ερασιτέχνες ή επαγγελματίες, που κάνουν όποιο διανοητικό στραμπούληγμα κατεβάζει η κούτρα τους για να χαρακτηρίσουν τους εχθρούς του Τελ Αβίβ “αντισημίτες”, κι ανάμεσά τους, ασήμαντη έτσι κι αλλιώς, την ασταμάτητη μηχανή…) αλλά μερικοί / ες απ’ αυτούς τους εβραίους νεαρούς και νεαρές έχουν το θάρρος να προχωρούν ακόμα περισσότερο.

Έτσι δύο οργανώσεις εβραίων αμερικάνων πολιτών, με εκατοντάδες μέλη, ευχήθηκαν έμμεσα (μέσω του πατέρα της) χρόνια πολλά στην δεκαεφτάχρονη παλαιστίνια Ahed Tamimi, τη νεαρή που έριξε κάτι χαστούκια σ’ έναν ισραηλινό στρατιώτη, λίγη ώρα μετά που κάποιοι σαν αυτόν είχαν πυροβολήσει στο κεφάλι τον δεκαεξάχρονο ξάδελφό της· και τώρα είναι στις ισραηλινές φυλακές, κατηγορούμενη (τι άλλο;) με διάφορες παραλλαγές της «τρομοκρατίας» (αν όχι του «αντισημιτισμού»!). Απειλείται με 10 χρόνια φυλακή. Μόλις έκλεισε τα 17 της.

Και τι να πει τώρα κανείς που αποκαλύπτουμε τέτοια «μυστικά» τα οποία απαγορεύεται να κυκλοφορούν στα μέρη μας, μπας και οι ατζέντηδες πείσουν κανάν αφελή; Ότι αυτά τα «χρόνια πολλά» τα κατεβάσαμε απ’ την κούτρα μας, και ότι είναι μια ακόμα απόδειξη του «σεξισμού» μας; Μια καθεστωτικκή ισραηλινή εφημερίδα τα γράφει!!!

Πάρτε τα αυγά και κουρέψτε τα!!!

(κάτω φωτογραφία: Ο Michael Oren, πρώην πρεσβευτής του Τελ Αβίβ στην Ουάσιγκτον και νυν υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στο ισραήλ, αρνείται να αναγνωρίσει την ξανθιά γαλανομάτα Ahed σαν παλαιστίνια. Θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είναι σκουρόχρωμη, δηλαδή «κατώτερο είδος». Διέταξε λοιπόν έρευνα για να αποδείξει ότι α) είναι εγκάθετη κάποιων από αλλού, και β) ότι οι γονείς της δεν είναι πραγματικοί αλλά πληρώνονται για να το παίζουν.

Η υπεράσπιση της Ahed, και μόνον αυτής, μ’ όλο τον κίνδυνο της προσωποποίησης, περιμένει μερικούς απ’ τους πιο ορκισμένους «αντιρατσιστές» απανταχού του κόσμου, και ιδιαίτερα στην ελλάδα, που είναι ειδικού ενδιαφέροντος για την mossad, να δώσουν τα ρέστα τους. Περιμένουμε τις επόμενες ημέρες μια αφίσα που θα γεμίσει την πόλη (με κεντρικό σύνθημα: Mishael Oren είσαι ένας γαμημένος φασίστας!) και υπογραφή…. ε, ας μπει κάποια…

Επίσης, αν βρουν χώρο, μπορούν να προσθέσουν και μια παράγραφο για την μαζική απέλαση, απ’ το ισραήλ, χιλιάδων αφρικάνων μεταναστών…)

____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/02/afti-ki-an-ine-epikindyni/

Παν. Κονδύλης: Ο πελατειακός χαρακτήρας των νεοελληνικών κομμάτων και η εκποίηση του κράτους…


Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης

Όπως η εξ αντικειμένου ένταξη της Ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα είχε ουσιώδεις επιπτώσεις στην οικονομία της, έτσι και η παράλληλη ένταξη της στο διεθνές πολιτικό σύστημα, και μάλιστα σε εποχή συνεχούς όξυνσης του ανατολικού ζητήματος, επέδρασε αποφασιστικά πάνω στη διαμόρφωση των πολιτικών της δομών. Η εισαγωγή τού βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού στη χώρα, και μάλιστα πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν υπήρξε αναγκαια κι αναπόδραστη απόρροια εσωτερικών διεργασιών, αλλά κατά πρώτο λόγο η απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής (υποστήριξη των αλυτρώτων κτλ.) και συνάμα το μέσο, με το όποιο οι Δυνάμεις αυτές φαντάζονταν ότι στο έξης θα μπορούσαν να ασκήσουν πιο τελεσφόρα την επιρροή τους. Άλλα, ανεξάρτητα από τα αίτια της, η εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού έθεσε σε κίνηση διαδικασίες πού αποδείχθηκαν κρίσιμες για τον σχηματισμό της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας τού νεοελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, Όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μιά κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και άξιες. Πριν από την εισαγωγή, ή μάλλον την επιβολή, του κοινοβουλευτισμού το κράτος ήταν υποτυπώδες και, παρά τη συχνά γραφική απλώς επίφαση της βασιλικής αυταρχίας, μόλις μετά βίας συγκρατούσε σε μιάν ενότητα τους τοπικούς πόλους ισχύος, καθώς δεν κατείχε ούτε καν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας· σε σχέση με το κράτος της οθωμανικής περιόδου είχε κάνει βέβαια ορισμένα βήματα προς την κατεύθυνση του σύγχρονου έννομου κράτους, όμως οι νόμοι και τα διατάγματά του σε πλείστες όσες περιπτώσεις δεν έφθαναν ίσαμε τη βάση της κοινωνίας, όπου η ζωή ρυθμιζόταν από το πατριαρχικό εθιμικό δίκαιο.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο κοινοβουλευτισμός, σε συνδυασμό με την καθολική ψηφοφορία, συνεπέφερε μιά κοινωνική κινητικότητα ίσως ακόμα εντονότερη απ’ αυτήν που γέννησε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, γιατί όχι μόνο δημιούργησε ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας για άτομα με αντίστοιχες φιλοδοξίες, αλλά και άνοιξε σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Και οι δύο αυτές πλευρές της κοινωνικής κινητικότητας, οι οποίες απέρρευσαν από το κοινοβουλευτικό παιγνίδι, σήμαιναν αυτόματα τη διόγκωση τού κρατικού μηχανισμού και παράλληλα την ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους -αν και η ενίσχυση αυτή, όπως θα δούμε, έγινε συχνότατα με τρόπο που ευνοούσε την ικανοποίηση συμφερόντων μερικών εις βάρος των γενικών κι έτσι από πολλές απόψεις υπέσκαψε τον σύγχρονο χωρισμό κράτους και κοινωνίας αντί να τον εμπεδώσει, κάνοντας συνάμα το κράτος εντολοδόχο του γενικού συμφέροντος. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή τη συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες. Εφ’ όσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και ανθεκτικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδάλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητα του να υπερασπίσει τα συμφέροντα τους. Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης, είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους «ανθρώπους του» υπακοή (εμπνεόμενη λιγότερο από αφηρημένα-κοσμοθεωρητικά και περισσότερο από συγκεκριμένα-προσωπικά κίνητρα), όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να «ενεργήσει για τις υποθέσεις τους», δηλαδή τους βοηθεί να «τακτοποιηθούν» και τους εξασφαλίζει με την επιρροή του πλεονεκτήματα στον συναγωνισμό με τους οπαδούς άλλων κομμάτων.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο πατριαρχικός ή πελατειακός χαρακτήρας του κοινοβουλευτισμού και συνάμα η σπάνη των θέσεων στην ελεύθερη αγορά εργασίας είχαν ως συνέπεια να παίξει ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνον που έπαιξαν τα βιομηχανικά αστικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησε μάζες αγροτικής προέλευσης, αλλά για να τις διοχετεύσει και να τις χρησιμοποιήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό και προ παντός πολύ λιγότερο παραγωγικό. Σε σχέση με το δικό μας πρόβλημα, δηλαδή την αστική τάξη και τον αστικό πολιτισμό στην Ελλάδα, πρέπει να τονίσουμε ότι η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε ούτε και την αστική τάξη ωφέλησε· απεναντίας μάλιστα, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη για τη διοχέτευση πόρων και ενεργειών σύμφωνα με τις ανάγκες μιας αμιγούς καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι γεγονός ότι, για λόγους που εξηγούνται παρακάτω, η εμπέδωση της αστικής κυριαρχίας στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης συνεπέφερε μιά διόγκωση της γραφειοκρατίας πολύ πέρα από ό,τι είχε γνωρίσει οποιαδήποτε απολυταρχία· αληθεύει επίσης ότι η διόγκωση αυτή έγινε με μεθόδους συχνότατα πελατειακές και διόλου αξιοκρατικές. Όμως η διαφορά από την ελληνική εξέλιξη παρέμεινε ουσιαστική, γιατί εκεί η διόγκωση αυτή αντισταθμιζόταν από τη συνεχή αύξηση της οικονομικής απόδοσης και τον συνεχή διαφορισμό του κοινωνικού σώματος, ενώ παράλληλα η γραφειοκρατία συνεισέφερε και θετικά στη θεσμική προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με την έννοια αυτήν το κράτος ήταν -για μεγάλο διάστημα τουλάχιστον- κράτος της αστικής τάξης. Στην Ελλάδα, απεναντίας, την εκπoίηση του κράτους στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού την εγκαινίασαν και την καλλιέργησαν με τρόπους απείρως ευρηματικούς τα πολιτικά «τζάκια» με την προαστική-πατριαρχική τους νοοτροπία, και οι μέθοδοί τους έγιναν δεσμευτικές και υποδειγματικές για όλες τις ελληνικές πολιτικές παρατάξεις μέχρι σήμερα, ανεξάρτητα από τα εκάστοτε ιδεολογικά τους πρόσημα. Οι αναλύσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτικής συνήθως υποπίπτουν στο σφάλμα να αποκαθιστούν ευθύγραμμες σχέσεις ανάμεσα σε «τάξεις» και σε «κόμματα», ερμηνεύοντας την πολιτική των κομμάτων ως έκφραση λίγο-πολύ συγκροτημένων κοινωνικών τάσεων και ρευμάτων. Όμως κάτι τέτοιο συνιστά υπερβολή ακόμη και για χώρες με κοινωνίες αδρομερείς, μέσα στις οπoίες διαφαίνονται με σαφήνεια οι ταξικoι πόλοι των συλλογικών συσπειρώσεων. Σε καμμιά περίπτωση, και πολύ περισσότερο στην περίπτωση την ελληνική, δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου, κατά την όποια ο μεν ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος, δηλαδή να θεμελιώνει την ισχύ του στη δυνατότητα να διανέμει -αυτός, κι όχι κάποιος άλλος- προσοδοφόρες θέσεις και αξιώματα. Τούτη η αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιγνιδιού κάνει κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές τις «ιδεολογικές» κτλ. αντιθέσεις, ήτοι τις λεγόμενες αντιθέσεις «αρχών»· στο ιδεολογικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει ορισμένη θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες, και είναι πρόθυμος, αν το κρίνει συμφέρον, να εγκαταλείψει τη θέση πού κατέλαβε αρχικά, αν κενωθεί κάποια άλλη. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά το χαρακτηριστικό για τη νεοελληνική πολιτική φαινόμενο της συνεχούς μετατόπισης πολιτικών σε διάφορες θέσεις του παραπάνω φάσματος. Πολύ λιγότερο μετατοπίσθηκε η συγκεκριμένη πολιτική πράξη, δηλαδή η άσκηση της πολιτικής ως πελατειακής σχέσης. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε εξ ίσου έργο των «δεξιών» όσο και των «φιλελεύθερων» ή «δημοκρατικών» κομμάτων. Όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν δηλαδή, μ’ αυτήν την πολύ χειροπιαστά έννοια, κόμματα κρατιστικά, ανεξάρτητα από το πως αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των προγραμματικών τους άρχων.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων δεν τα έκανε όμως μονάχα κρατιστικά στην πράξη, αλλά και «λαϊκά», εφ’ όσον η ταυτόχρονη ανάγκη εξυπηρέτησης όχι μόνο πλείστων ατόμων αλλά και διαφόρων ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής. Θέμα ταξικής πολιτικής δεν έμπαινε άλλωστε πιεστικά σε μιά χώρα όπου η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε, ως κύριο τμήμα τού κοινωνικού κορμού, μιάν ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι όποιοι μπορούσαν εξ ίσου καλά να ανήκουν σε ένα «δεξιό», σε ένα «φιλελεύθερο» ή σε ένα «αριστερό» κόμμα. Ό,τι μπορεί να ονομασθεί ελληνική αστική τάξη, δηλαδή οι επιχειρηματίες, οι τραπεζίτες, οι εφοπλιστές και ορισμένα τμήματα των ελεύθερων επαγγελμάτων, κατά κανόνα διασπειρόταν επίσης από πολιτική άποψη σε διαφορετικά, κατά προτίμηση όμως στα δύο εκάστοτε μεγαλύτερα κόμματα. Οι διάφορες ομάδες, οι όποιες συνιστούσαν τη χαλαρή τούτη «τάξη», ικανοποιούσαν τα αιτήματα τους με τις ίδιες ουσιαστικά πελατειακές μεθόδους όπως και οι απλοί ψηφοφόροι, αν και στο επίπεδο αυτό η σχέση υπακοής και προστασίας μπορούσε να παρουσιάσει πάμπολλες περιπλοκές που έφθαναν συχνά ίσαμε την αντιστροφή των ρόλων. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι τα αιτήματα τούτα δεν αντέβαιναν στη γενική κρατιστική τάση, αφού η πραγμάτωση τους σχεδόν πάντοτε σήμαινε περισσότερη κρατική παρέμβαση – αδιάφορο αν αυτή γινόταν υπέρ των φορέων της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας». Με βάση αυτά τα θεμελιώδη δεδομένα μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική «αστική τάξη» δεν στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτισθεί αναμφίλογα με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, μολονότι συχνά η πολιτική επιρροή της μπορεί να ήταν (κατά πολύ) μεγαλύτερη από εκείνη άλλων κοινωνικών στρωμάτων ή ομάδων πιέσεως. Στον χώρο των πολιτικών κομμάτων η υποχώρηση πατριαρχικών δομών παλαιού τύπου, οι όποιες κυριαρχούσαν ολοκληρωτικά ως τις αρχές τού εικοστού αιώνα, δεν σήμανε τη ραγδαία άνοδο πολιτικών με αστική καταγωγή, αστική συνείδηση και αστικά συμφέροντα, αλλά, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, τη δυνατότητα πολιτικής σταδιοδρόμησης στοιχείων μικροαστικής ή αγροτικής προέλευσης με πανεπιστημιακή μόρφωση και ενίοτε καλές σχέσεις προς τους (πρώην) προύχοντες της πολιτικής· τα στοιχεία αυτά διαπνέονταν συχνά από τάσεις μικροαστικού ριζοσπαστισμού («το δίκιο του φτωχού») και αντιμετώπιζαν την αστική τάξη σύμφωνα με τις σκοπιμότητες της στιγμής και τις ανάγκες της πολιτικής τους ανόδου, χωρίς πάντως να είναι σαρξ εκ της σαρκός της. Ακόμα λιγότερο κατάλληλος για την άσκηση σαφούς αστικής πολιτικής ήταν ο κρατικός μηχανισμός, όπως διαμορφωνόταν υπό την επήρεια τού κομματικού ανταγωνισμού και των πελατειακών σχέσεων. Το γεγονός, ότι η μεγάλη μάζα των δημοσίων υπαλλήλων όλων των βαθμίδων προερχόταν από στρώματα καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη, είχε σοβαρές επιπτώσεις στο ποιόν του κρατικού μηχανισμού, του οποίου η λειτουργία πρόσκοπτε αδιάκοπα όχι μόνο στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά ή τη συμπλεγματικότητα, αλλά επίσης στην ανυπέρβλητη ανικανότητα τού μέσου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητα του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές, εφ’ όσον η νοοτροπία του εμφορούνταν από τις άξιες της πατριαρχικής κοινωνίας, ήτοι την πρωταρχική νομιμοφροσύνη του προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους συγγενείς του, τους φίλους του, τους φίλους των φίλων του, τους προστάτες και τους προστατευόμενους του. Από τη συνάντηση ενός ανθρώπινου τύπου γαλουχημένου σε περιβάλλον προορατικό και προαστικό με τον μηχανισμό της σύγχρονης γραφειοκρατίας, ο όποιος ενσαρκώνει και απαιτεί στάση και συμπεριφορά ορθολογική, προέκυψαν συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστoί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι, συνδυασμοί που ακόμα περιμένουν τον σατιρικό και τον διηγηματογράφο τους. Η μεγάλη ζήτηση κρατικών θέσεων έδινε θεωρητικά στο κράτος τη δυνατότητα να επιλέγει με αξιοκρατικά κριτήρια υψηλού επιπέδου τους υπάλληλους του και να βελτιώνει έτσι συνεχώς τη λειτουργία του. Όμως αυτό δεν το επέτρεπε η διανομή των θέσεων μέσω πατριαρχικών-πελατειακών διαδικασιών, πρόσθετη συνέπεια των οποίων ήταν η συνεχής αύξηση των επίμαχων θέσεων πέρα από τα όρια των αντικειμενικών λειτουργικών αναγκών. Έτσι δημιουργήθηκε το εξής παράδοξο: προκειμένου να ικανοποιήσει κατά το δυνατόν πολυάριθμα πελατειακά αιτήματα, το κράτος υποχρεώθηκε να δίνει κατά μέσο όρο χαμηλές αμοιβές, με άλλα λόγια η μιζέρια του ήταν η αναγκαία αντίστροφη όψη και η προϋπόθεση της μεγαλοθυμίας του. Η φαινομενικά ανεξάντλητη δυνατότητα του να «βολεύει» τους πάντες εμπέδωσε σιγά-σιγά στη λαϊκή φαντασία την εντύπωση ότι είναι ένας πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης, αρκεί να θέλει να δώσει, ενώ παράλληλα υπήρχαν και σοβαροί λόγοι να θεωρείται ως απατεώνας και τύραννος τόσο μεγάλος, ώστε η χρήση των οιωνδήποτε πλάγιων οδών από μέρους των υπηκόων του θα έπρεπε να λογίζεται ως κατανοητό και συγγνωστό μικροπαράπτωμα. Με βάση τέτοιες και παρόμοιες παρατάσεις διαμορφώθηκαν οι πολυσχιδέστατοι εκείνοι μηχανισμοί, χάρη στους οποίους ισοσταθμιζόταν η δυσκαμψία και η αναποτελεσματικότητα του κράτους. Ό,τι δεν κατόρθωνε η τήρηση των ορθόδοξων διαδικασιών το κατόρθωνε το «παραθυράκι» και το «ρουσφέτι». Τα πλάγια μέσα δεν αποτελούσαν πια την παράβαση των κανόνων, αλλά τον μόνο δυνατό τρόπο λειτουργίας τους· δεν συνεπέφεραν την άρση του συστήματος, αλλά του παρείχαν μιά δικλείδα ασφαλείας όποτε πάθαινε εμπλοκή. Επιπλέον το «ρουσφέτι» είχε την πρόσθετη γενική ιδιότητα να εξειδικεύει και να εξατομικεύει το κάθε πρόβλημα και την κάθε λύση, έτσι ώστε η μακρόπνοη συλλογική συσπείρωση με σκοπό την ανοιχτή και έννομα θεμελιωμένη προάσπιση συλλογικών συμφερόντων έχανε την έλξη της στα μάτια των αμέσως ενδιαφερομένων. Και στην περίπτωση αυτή φαίνεται ποιους φραγμούς έθετε στην άσκηση οποιασδήποτε «ταξικής» πολιτικής η σύσταση της κύριας μάζας του κοινωνικού σώματος από μικροαστούς και μικροϊδιοκτήτες, με νοοτροπία διαμορφωμένη από τους όρους της πελατειακής πολιτικής.

ARKAS -The Original Page

Καθώς η διόγκωση τού κράτους ήταν, κατά μέγα μέρος τουλάχιστον, αποτέλεσμα της κυριαρχίας των πατριαρχικών-πελατειακών σχέσεων στη σφαίρα του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού, ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας, αντί να επιτείνεται από την ενδυνάμωση του πρώτου, απεναντίας αμβλυνόταν. Με άλλα λόγια, ή ποσοτική ενδυνάμωση του κράτους δεν εξέφραζε πρωταρχικά τον ποιοτικό του διαφορισμό από την κοινωνία και τη βούληση του να της επιβληθεί ως φορέας οικονομικής ανάπτυξης και θεσμικού εκσυγχρονισμού· μάλλον απηχούσε τον βαθμό, στον όποιο μία κοινωνία, στο σύνολο της μάλλον αδρανής, απομυζούσε τον κρατικό μηχανισμό για να αυτοδιαιωνισθεί. Η διάκριση κράτους και κοινωνίας, που στη δυτική και κεντρική Ευρώπη εγκαινιάσθηκε από το απολυταρχικό κράτος και άνοιξε τον δρόμο της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της αστικής τάξης, στην Ελλάδα έμεινε ημιτελής, γιατί η κρατική γραφειοκρατία περισσότερο αντικαθρέφτισε την κοινωνία και την κυρίαρχη ακόμη πατριαρχική-προαστική νοοτροπία της παρά της αντιπαρατέθηκε για να την καθοδηγήσει και να τη μετασχηματίσει. Έτσι το κράτος από μόνο του πολύ λίγο μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη μίας τάξης κυρίαρχης, συνεκτικής και συνάμα δυναμικής από παραγωγική και από ιδεολογική άποψη. Για να παίξει αυτόν τον ρόλο θα έπρεπε να είναι μιά στιβαρή και συνάμα πεφωτισμένη δεσποτεία· όμως ήταν, αντίθετα, κοινοβουλευτικό και έπρεπε να αντιπαλέψει με τις συνέπειες ενός γηγενούς κοινοβουλευτισμού που όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών. Είναι χαρακτηριστικό -και εύγλωττο, για όποιον τουλάχιστον έχει ασκηθεί στη συγκριτική μελέτη των ιστορικών φαινομένων πάνω στη βάση ξεκάθαρων εννοιών και εννοιολογικών διακρίσεων- ότι οι πρώτοι και κοινωνικά σημαντικότεροι αντίπαλοι της «δεσποτείας» και υπέρμαχοι του «συνάγματος» στη μετεπαναστατική Ελλάδα προήλθαν από τους κύκλους των τοπικών προυχόντων, οι οποίοι με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο σύγχρονο κράτος. Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν, είτε ασκώντας επιρροή πάνω στη μοναρχία είτε -ακόμα περισσότερο- μέσω του πελατειακού κοινοβουλευτισμού. Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως άλλωστε τους υπαγόρευε να κάμουν ό κοινωνικός τους χαρακτήρας, που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάσθηκαν σε υποπλασία (αν τους θεωρήσουμε με κριτήριο την εκσυγχρονιστική τους λειτουργικότητα) και συνάμα σε υπερτροφία (αν τους θεωρήσουμε με κριτήριο το ειδικό τους βάρος μέσα στο σύνολο της νεοελληνικής πραγματικότητας). Το φαινόμενο αυτό δεν εξαφανίσθηκε όταν τα «τζάκια», με την παλαιά έννοια του όρου, πέρασαν, εν μέρει τουλάχιστον, στο περιθώριο, γιατί και οι διάδοχοι τους αδυνατούσαν εξ ίσου να ποδηγετήσουν δυναμικά ένα ευέλικτο κράτος, θέτοντας το στην υπηρεσία σαφών κοινωνικών σκοπών. Η υποπλασία των μηχανισμών συνέχισε λοιπόν να αντανακλά την πλαδαρότητα η ρευστότητα των τάξεων, ενώ η υπερτροφία τους άσκησε εν μέρει ανασταλτική και εν μέρει παραμορφωτική επίδραση στις συγκρούσεις μεταξύ των πλαδαρών ή ρευστών αυτών κοινωνικών τάξεων. Τούτο σημαίνει ότι αντιθέσεις, οι όποιες υπό συνθήκες χωρισμού κράτους και κοινωνίας θα συνιστούσαν αντιθέσεις ταξικής υφής, τώρα αμβλύνθηκαν και (εν μέρει) άλλαξαν χαρακτήρα καθώς εμφανίζονταν ως αντιπαραθέσεις διαφορετικών δυνατών κατευθύνσεων της κρατικής πολιτικής. Το υπερτροφικό κράτος έγινε με άλλα λόγια πεδίο σύγκρουσης διαφόρων «κλάδων», καθένας από τους οποίους αγωνιζόταν να αποσπάσει τα περισσότερα από τον δημόσιο κορβανά. Η ταξική σύγκρουση αμβλυνόταν γιατί όλοι οι «κλάδοι» στρέφονταν ταυτόχρονα προς τη μεριά του κράτους, ικετεύοντας ή απειλώντας το, και όχι σε πρώτη γραμμή ο ένας εναντίον του άλλου.

Ο ατελής χωρισμός κράτους και κοινωνίας είναι εξ ίσου χαρακτηριστικός για τη νεοελληνική κοινωνία όσο και η ασάφεια των σχέσεων ανάμεσα σε έθνος και κράτος. Η σύμπτωση έθνους και κράτους μέσα στα όρια του σύγχρονου εθνικού κράτους, το όποιο στο εσωτερικό του είχε ξεπεράσει κάθε είδους φεουδαλικούς και πατριαρχικούς κατακερματισμούς ή τοπικισμούς, ενώ προς τα έξω πρόβαλλε ως ομοιογενές και συμπαγές οικονομικό και πολιτισμικό σύνολο, αποτέλεσε τη μορφή, με την οποία πραγματώθηκε ο αστικός εθνικισμός και κατ’ επέκταση η πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, σε τυπικές τουλάχιστον ιστορικές περιπτώσεις. Απ’ αυτό συνάγεται αρνητικά, αλλά ξεκάθαρα, ότι η διηνεκής διάσταση έθνους και κράτους στη νεοελληνική ιστορία, ήτοι η αδυνατότητα σύμπτωσης τους με τη μορφή του εθνικού κράτους, αποτελεί αυτή καθ’ αυτή σημείο ελλιπούς ανάπτυξης τού αστικού στοιχείου.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Βέβαια θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς σε θεωρητικό επίπεδο τη δυνατότητα δημιουργίας ενός σύγχρονου (με την αστική έννοια) κράτους, το όποιο ναι μεν δεν θα αγκάλιαζε το σύνολο του έθνους (με την πολιτισμική και φυλετική έννοια), ωστόσο θα αποτελούσε πόλο έλξης του, όντας το πιο προχωρημένο από κοινωνική και πολιτική άποψη τμήμα του. Αν η δυνατότητα αυτή είχε υλοποιηθεί, τότε η διάσταση έθνους και κράτους θα σήμαινε απλώς ότι κάποια τμήματα του έθνους δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν το κράτος και έτσι το έθνος μπόρεσε να εκσυγχρονισθεί, δηλαδή να αστικοποιηθεί, μονάχα στην περιορισμένη εκείνη έκταση πού υπαγόρευαν τα όρια του κράτους. Στην πραγματικότητα όμως έγινε κάτι ουσιαστικά διαφορετικό: το κράτος συγκροτήθηκε κυρίως σε προαστική, ήτοι πατριαρχική κοινωνική βάση, και η συνεχής πίεση που ασκούσε πάνω του το πάντοτε άλυτο εθνικό πρόβλημα επέδρασε ανασχετικά τόσο στην κοινωνική όσο και στην ιδεολογική εκδίπλωση του αστικού στοιχείου. Το γεγονός, ότι το έθνος παρέμεινε μέγεθος ευρύτερο από το κράτος και επομένως ανεξάρτητο από την ιδέα της σύγχρονης θεσμικής οργάνωσης, επέτρεψε και επιβοήθησε την αποσύνδεση του από την αστική αντίληψη του αστικού κράτους. Όταν όμως το έθνος δεν αρθρώνεται ούτε και συλλαμβάνεται ως κράτος με τη σύγχρονη έννοια του κράτους, όπως αύτη διαμορφώθηκε μέσα από την κατάλυση της φεουδαλικής κοινωνίας στην Ευρώπη, τότε είναι πρωτίστως έννοια πατριαρχική, στηρίζεται δηλαδή σε πραγματικούς ή φανταστικούς φυλετικούς και πολιτισμικούς (γλώσσα, θρησκεία) παράγοντες, ενώ η έποψη της οικονομικής του βάσης, της κοινωνικής του υφής και της θεσμικής του οργάνωσης περνά στο περιθώριο. Όπως είναι προφανές, μιά τέτοια έννοια για το έθνος μπορούν να την ενστερνισθούν και να την προβάλλουν κοινωνικές δυνάμεις προαστικές-πατριαρχικές, στρέφοντας την παράλληλα εναντίον της αστικής εκσυγχρονιστικής σύζευξης έθνους και κράτους.

Πηγή: Απόσπασμα από τη εισαγωγή του βιβλίου Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Το πέρασμα από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (στα γερμανικά: Panajotis Kondylis· 17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998) υπήρξε Έλληνας φιλόσοφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1943 στο Δρούβα Ηλείας, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία. Έγραψε κυρίως στα γερμανικά και μετέφραζε ο ίδιος τα βιβλία του στα ελληνικά. Το έργο του τον τοποθετεί στη συνέχεια της παράδοσης των Θουκυδίδη, Νικολό Μακιαβέλι και Μαξ Βέμπερ. Σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς και φιλοσοφία της μεσαιωνικής και σύγχρονης και νεότερης ιστορίας και πολιτικής επιστήμης στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης.[4] Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Στις 21 Μαρτίου 1991 του απονεμήθηκε το «Μετάλλιο Γκαίτε» (Goethe-Medaille), καθώς και το βραβείο του «Ιδρύματος Χούμπολτ» (Humboldt-Stiftung) την ίδια χρονιά. Από το Σεπτέμβριο του 1994 μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 1995 υπήρξε Wissenschaftskollege στο Βερολίνο, υπότροφος και εταίρος του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: https://www.facebook.com/ARKAS-The-Original-Page-352589524877216/


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/02/06/%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1/